← Κύπρος

Κυπριακή Δημοκρατία ν. Παύλου Ανδρέα Ιεροδιακόνου, Αρ. Υπόθεσης: 323/2012, 5/12/2012

Κυπριακή Δημοκρατία ν. Παύλου Ανδρέα Ιεροδιακόνου, Αρ. Υπόθεσης: 323/2012, 5/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:SDLEF:2012:1 ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Λ. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 323/2012 Κυπριακή Δημοκρατία v. Παύλου Ανδρέα Ιεροδιακόνου Κατηγορουμένου ---------------------- 5 Δεκεμβρίου, 2012. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ξ. Ευσταθίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Παπαϊωάννου με κα Β. Παπαϊωάννου Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Σύμφωνα με το άρθρο 107

(3)του περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου, Ν.70/64, ως τροποποιήθηκε (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας), σε περίπτωση κατά την οποία Κατηγορούμενος είναι αξιωματικός, βαθμού Ταξίαρχου ή Υποστράτηγου ή Αντιστράτηγου, το Στρατιωτικό Δικαστήριο συγκροτείται με τον ίδιο τρόπο που προβλέπεται η σύνθεση του Κακουργιοδικείου, σύμφωνα με το άρθρο 5 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 μέχρι 2010, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται. Η συγκρότηση του παρόντος Στρατιωτικού Δικαστηρίου έλαβε χώρα, κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω άρθρων και με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος φέρει το βαθμό Υποστράτηγου. Στρατιωτικός ο οποίος διαπράττει αδίκημα κατά τις διατάξεις του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως ο Ποινικός Κώδικας), όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, θεωρείται ένοχος στρατιωτικού αδικήματος, δυνάμει του άρθρου 5(α) του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, εάν, μεταξύ άλλων, το υπό αναφορά αδίκημα έχει διαπραχθεί σε οποιοδήποτε στρατιωτικό χώρο. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, ως έχει τροποποιηθεί. Βρέθηκε ένοχος με δική του παραδοχή, η οποία έλαβε χώρα κατά το στάδιο της αντεξέτασης της πρώτης μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, της ίδιας της Παραπονούμενης. Όπως παραμένει αδιαμφισβήτητο, τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της κατηγορίας εκτυλίχθηκαν στο στρατόπεδο «Υποστράτηγου Τάσου Μάρκου». Η Κατηγορούσα Αρχή παρέθεσε, όπως και η Υπεράσπιση επιβεβαιώνει, ακριβοδίκαια τα γεγονότα. Τα συνοψίζουμε, στην έκταση που αυτά είναι ουσιαστικά για σκοπούς επιβολής ποινής: Ο Κατηγορούμενος προήχθη στο βαθμό του Υποστράτηγου την 1.11.2010 και από τις 3.12.2010 υπηρετεί στο προαναφερθέν στρατόπεδο ως διοικητής της 2ας Μεραρχίας Πεζικού. Η Παραπονούμενη, επίσης στρατιωτικός, μόνιμη λοχίας, από το Φεβρουάριο του 2012 μετατέθηκε στο υπασπιστήριο της πιο πάνω Μεραρχίας, το οποίο επίσης βρίσκεται στο στρατόπεδο «Υποστράτηγου Τάσου Μάρκου». Εκτελούσε, κατά τη διάρκεια της εκεί υπηρεσίας της, καθήκοντα υπασπίστριας του Κατηγορουμένου. Στις 8.6.2012, και περί ώρα 09:00, η Παραπονούμενη, αφού προηγουμένως κτύπησε το κουδούνι της πόρτας του γραφείου του Κατηγορούμενου, εισήλθε, προκειμένου να τον ενημερώσει για τρέχοντα θέματα της υπηρεσίας. Ενώ λάμβανε χώρα η ενημέρωση, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος καθόταν στο γραφείο του, τη διέκοψε λέγοντάς της «ρε Αθηνά, τούτο το άρωμά σου κάτι μου θυμίζει». Ταυτόχρονα, με κίνηση του χεριού, της ζήτησε να τον πλησιάσει. Η Παραπονούμενη, χωρίς να έχει χρόνο υπό τις συνθήκες να σκεφτεί ή να αντιδράσει, ασυναίσθητα και αυθόρμητα, πλησίασε στο πλευρό του γραφείου του Κατηγορούμενου και έσκυψε ελαφρά μπροστά. Τότε αυτός έπιασε με το αριστερό του χέρι τα δάκτυλα του αριστερού της χεριού και την ίδια στιγμή κινήθηκε με την καρέκλα του, έγειρε το κορμί του προς το μέρος της, και ξεκίνησε να τη φιλά στο βραχίονα του αριστερού της χεριού. Ταυτόχρονα, με το δεξί του χέρι, άρχισε να χαϊδεύει τα οπίσθια της Παραπονούμενης, η οποία προς στιγμή πάγωσε. Ο Κατηγορούμενος της ζητούσε επίμονα, συνεχίζοντας να τη χαϊδεύει, «δώσμου ένα φιλί, δώσμου ένα φιλί». Η Παραπονούμενη, αντιδρώντας, τραβήχτηκε προς τα πίσω, λέγοντας με έντονο ύφος «σταματάτε, σταματάτε, ήνταν πουν τούτα τα πράγματα, θέλω να σταματήσετε». Ο Κατηγορούμενος τότε έφυγε το χέρι του από τα οπίσθια της Παραπονούμενης, μεταφέροντάς το κάτω από το αριστερό της στήθος και προσπαθώντας να το χαϊδέψει συνέχισε να της ζητά να τον φιλήσει. Η Παραπονούμενη τραβήχτηκε πίσω και είπε στον Κατηγορούμενο «θέλω να φύγω τωρά από δω μέσα». Βρισκόμενη σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση ξεκίνησε να πηγαίνει προς την πόρτα, οπόταν ο Κατηγορούμενος την προέτρεψε να προσέξει να μην τη δει ο υποδιοικητής. Σοκαρισμένη εξήλθε από το γραφείο του Κατηγορούμενου. Λίγες μέρες αργότερα, στις 13.6.2012, η Παραπονούμενη μετέβη για πρώτη φορά σε στρατιωτικό ψυχίατρο, ο οποίος διέγνωσε οξύ στρες μετά από ψυχοτραυματικό γεγονός και της χορήγησε δεκαπενθήμερη αναρρωτική άδεια. Ακολούθησαν άλλες δύο επισκέψεις της και λήψη φαρμακευτικής αγωγής λόγω έντονων δυσκολιών που παρουσίαζε στον ύπνο. Μετά το συμβάν, και κατόπιν σχετικών οδηγιών του Υπουργού Άμυνας, η Παραπονούμενη μετατέθηκε σε άλλο τμήμα της εθνικής φρουράς. Στις 17.6.2012 προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, ένα περίπου μήνα αργότερα, απάντησε: «Έλαβα νομική συμβουλή να μην αναφέρω επί του παρόντος οτιδήποτε γι΄ αυτά που κατηγορούμαι». Η αγόρευση της υπεράπισης κάλυψε κατά τρόπο υποδειγματικό τον κάθε παράγοντα που προσμετρά για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Αρχικά, κινήθηκε εξαντλητικά γύρω από τα γεγονότα που περιβάλλουν την έκνομη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, προκειμένου να εισηγηθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι το όλο επεισόδιο μπορεί να χαρακτηριστεί ως στιγμιαίο και από πλευράς διαβάθμισης της σοβαρότητάς του θα μπορούσε να ενταχθεί στις πιο ήπιες μορφές άσεμνης επίθεσης. Προεκτείνοντας, έθεσε ότι δεν εντοπίζεται οποιασδήποτε φύσης προσχεδιασμός, ούτε παρατηρείται οποιασδήποτε μορφής βία ή επιμονή εκ μέρους του Κατηγορούμενου. Επικαλούμενος στην πορεία το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου - ο οποίος είναι 57 χρονών, οικογενειάρχης και πατέρας δύο θυγατέρων - τη μέχρι τώρα έντιμη και άμεμπτη συμπεριφορά του, την παραδοχή ενοχής στο Δικαστήριο, με ταυτόχρονη έκφραση ειλικρινούς μετάνοιας και απολογίας προς την Παραπονούμενη, τις επιπτώσεις που η όλη υπόθεση επέφερε και αναμένεται να επιφέρει στην οικογενειακή αλλά και επαγγελματική ζωή του Κατηγορούμενου, κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει με κάθε δυνατή επιείκεια, εισηγούμενος ότι, υπό τις περιστάσεις, αρμόζουσα είναι η επιβολή χρηματικής ποινής. Πριν την τροποποίηση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, το προβλεπόμενο αδίκημα ενέπιπτε στα πλημμελήματα. Με την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 3 του Τροποποιητικού Νόμου 64(I)/2009 η έκνομη αυτή συμπεριφορά κατατάσσεται στα κακουργήματα και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια. Η ανάγκη λοιπόν αναβάθμισης της κατηγορίας της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και το ύψος της προβλεπόμενης ποινής, αντανακλά και τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού. Πάγια γραμμή της νομολογίας είναι ότι αδικήματα σεξουαλικής φύσης τιμωρούνται από τα Δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο γιατί στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και γιατί συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κυριάκου Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562, 568). Όπως έχει επίσης εντοπιστεί νομολογιακά, τα εγκλήματα άσεμνης επίθεσης τυγχάνουν αυστηρής αντιμετώπισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Παύλου
(1997)2 ΑΑΔ 170, 174). Στην υπόθεση Andreas Antoniades v. The Police
(1988)2 C.L.R. 146, ο κατηγορούμενος, 60 ετών, διευθυντής δημοτικής εκπαίδευσης, αντιμετώπιζε κατηγορία άσεμνης επίθεσης, κατά παράβαση των άρθρων 151 και 35 του Ποινικού Κώδικα. Θύμα ήταν κορίτσι 12 ετών. Τα γεγονότα ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικά, αφού η παραπονούμενη ήταν μαθήτρια στο σχολείο όπου ήταν διευθυντής ο κατηγορούμενος, ο οποίος τη βοηθούσε με την παράδοση ιδιαιτέρων μαθημάτων λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Τη μέρα διάπραξης του αδικήματος ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το σπίτι της θείας της παραπονούμενης, στο οποίο η τελευταία διέμενε, και με την άδεια της θείας τη μετέφερε στο γραφείο του προκειμένου να την προμηθεύσει με φωτοτυπίες των μαθημάτων της. Στο χώρο αυτό, και αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος έκλεισε την πόρτα και το παράθυρο, πλησίασε την παραπονούμενη και για μισή περίπου ώρα τη χάιδευε σε διάφορα μέρη του σώματος ανασηκώνοντας τα ρούχα της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επισημαίνοντας τη σοβαρότητα των γεγονότων, την ιδιότητα του κατηγορούμενου, την ηλικία της παραπονούμενης, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς του, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Στην υπόθεση Παύλου (ανωτέρω), ποινή προστίμου Λ.Κ.300 και εγγύηση Λ.Κ.5.000 για δύο χρόνια τήρησης του νόμου και των κανονισμών, για εγκλήματα παράνομης εισόδου σε κατοικία και άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση των άρθρων 280, 151 και 35 του Ποινικού Κώδικα, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκε με συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης τεσσάρων μηνών. Σημαντικά στοιχεία στην πιο πάνω κατάληξη συνιστούσαν η παράνομη είσοδος του κατηγορούμενου σε μεταμεσονύκτιες ώρες στις οικίες όπου διέμεναν γυναίκες, με σκοπό να τις παρενοχλήσει σεξουαλικά. Τα δύο εγκληματικά επεισόδια που κάλυπταν οι κατηγορίες χαρακτηρίστηκαν ως εξαιρετικά σοβαρά, λόγω ακριβώς της παράνομης εισόδου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, σχολιάζοντας, στη σελ. 175, τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος δεν είναι διαδεδομένα, τόνισε: «Αυτό, δε μειώνει τη σοβαρότητά τους ούτε δικαιολογεί χαλάρωση στην αντιμετώπισή τους εκτός, στο βαθμό που η αποτρεπτικότητα έχει ως λόγο την καταστολή αδικημάτων τα οποία βρίσκονται σε έξαρση». Τέλος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χαράλαμπου Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638, ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορία άσεμνης επίθεσης με βάση το πιο πάνω άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα και παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία, κατ΄ αντιστοιχία του άρθρου 280 του εν λόγω κώδικα. Η δεύτερη αυτή κατηγορία αποσύρθηκε, όταν ο κατηγορούμενος προέβη σε αλλαγή απάντησης και παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία για άσεμνη επίθεση, την οποία αρχικά είχε αρνηθεί. Πρωτόδικα του επιβλήθηκε χρηματική ποινή Λ.Κ.375. Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την πιο πάνω ποινή ως έκδηλα ανεπαρκή, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη ήταν ανάπηρη. Η αναπηρία της αφορούσε τα κάτω άκρα και διακινείτο με αναπηρικό καροτσάκι. Η οικογένειά της διέμενε σε γειτονικό της οικογένειας του κατηγορούμενου σπίτι. Ο τελευταίος, εκμεταλλευόμενος την οικειότητα που αναπτύχθηκε, λόγω των φιλικών σχέσεων των δύο οικογενειών, πήγε στο σπίτι της, στις 2.12.1996, νωρίς το βράδυ και σε χρόνο που ο άντρας της παραπονούμενης απουσίαζε και της πρότεινε να συνάψουν ερωτικές σχέσεις. Αυτός ήταν και ο μόνος σκοπός της επίσκεψής του. Η παραπονούμενη, 28 ετών τότε, απέκρουσε την πρόταση και θορυβημένη του ζήτησε να φύγει. Ο κατηγορούμενος συμμορφώθηκε, αλλά επανήλθε την επόμενη ημέρα, την ίδια περίπου ώρα. Η παραπονούμενη βρισκόταν στο αποχωρητήριο. Παρά την προτροπή της να περιμένει, ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Η αντίδραση της παραπονούμενης τον εξανάγκασε να περιμένει στο χωλ. Στη συνέχεια επανέλαβε φορτικά την απαίτησή του για σύναψη ερωτικού δεσμού. Και πάλι η παραπονούμενη αρνήθηκε, αλλά αυτός αγνοώντας τις επανειλημμένες παρακλήσεις της να φύγει, της έδειξε τα γεννητικά του όργανα και απαίτησε να δει το στήθος της. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της παραπονούμενης να τον αποφύγει και να τον διώξει, ο κατηγορούμενος την πλησίασε από πίσω και της έπιασε το στήθος μέσα από την πυτζάμα. Τελικά η παραπονούμενη κατάφερε να τον απωθήσει με τα χέρια της και ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι γιατί στο μεταξύ η κοπέλα άρχισε να φωνάζει. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν συνιστούσε κάποια στιγμιαία απερισκεψία, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Αντίθετα, υπήρξε εμμονή στο στόχο, παρά τις αντιρρήσεις του θύματος και την πλήρη έλλειψη ενθάρρυνσης. Τόνισε δε ως πιο σημαντικό το βιασμό της προσωπικότητας της παραπονούμενης, ο οποίος καθίστατο εντονότερος λόγω της αναπηρίας της και της συνακόλουθης αδυναμίας που είχε να προστατεύσει τον εαυτό της. Η ποινή προστίμου κρίθηκε ως ανεπαρκής από κάθε σκοπιά. Ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης τριών μηνών. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σχολιάζοντας το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, σημείωσε ότι έχει σημασία, αλλά δεν αποτελεί λόγο για να μην επιβληθεί η σωστή ποινή. Παρέθεσε δε, σχετικά, το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Townsend
(1995)16 Cr. App. R. (S.) 553, που υιοθετήθηκε στην Mete Tanyildiz
(1998)1 Cr. App. R. (S.) 362, 363: «Nevertheless we have concluded that the Court in Neem was wrong in saying that as a matter of principle an indecent assault of this kind, for the first conviction, should not carry a sentence of custody. We think it is open to a sentencing court in its discretion to impose a custodial sentence for such an offence. We are not saying of course that it must do so; in many cases it is properly dealt with by a non-custodial sentence». Οι πιο πάνω υποθέσεις είναι προγενέστερες της τροποποίησης του άρθρου 151 από τον τροποποιητικό Νόμο 64(I)/
  1. Όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω εγκληματική συμπεριφορά κατατασσόταν στα πλημμελήματα και αντιμετωπιζόταν με τη γενική ποινή του άρθρου 35 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι μέχρι δύο χρόνια φυλάκιση και/ή πρόστιμο μέχρι Λ.Κ.1.
  2. Στις περιπτώσεις άσεμνης επίθεσης η ποινή θα πρέπει να αντανακλά τη σοβαρότητα της πράξης που συνιστά το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας. Παράλληλα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης έχουν επίσης κυρίαρχη σημασία (Michalakis A. Xirishis v. R
(1969)2 C.L.R. 125). Όπως είναι και καθήκον μας, εστιάσαμε την προσοχή μας στα γεγονότα που καλύπτουν την παρούσα περίπτωση, έχοντας κατά νου ότι τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης συνιστούν, κατά πάγια νομολογία, αποφασιστικό παράγοντα στην προσπάθεια ανίχνευσης της σοβαρότητας ενός αδικήματος. Καταγράφεται, χαρακτηριστικά, στην υπόθεση Αδαμάντιος Μιχαηλίδης v. Της Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 391, 402-3: «Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης». Δεν μας διαφεύγει ότι η άσεμνη επίθεση εναντίον της Παραπονούμενης έλαβε χώρα στο μέρος όπου εργαζόταν. Στο χώρο που κάθε γυναίκα θα πρέπει να αισθάνεται απόλυτη ασφάλεια, χωρίς το φόβο ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος προσβολής της προσωπικότητας και εξευτελισμού της. Η συμπεριφορά βεβαίως του Κατηγορούμενου, ανώτατου αξιωματικού της εθνικής φρουράς, δεν συνάδει με το αξίωμα και το επίπεδο που αναμένεται και θα πρέπει να χαρακτηρίζει τη θέση που κατέχει. Τα αδιαμφισβήτητα όμως γεγονότα επιμαρτυρούν ότι το όλο επεισόδιο εξαντλήθηκε στα πλαίσια μιας παρορμητικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, χωρίς να εντοπίζεται οποιοδήποτε στοιχείο προσχεδιασμού ή, όπως αποτελεί κοινό έδαφος, εκμετάλλευσης της θέσης του. Η είσοδος της Παραπονούμενης στο γραφείο του Κατηγορούμενου δεν ήταν αποτέλεσμα πρωτοβουλίας του τελευταίου, αλλά εντάσσετο στα όρια της πορείας διεκπεραίωσης των καθηκόντων της. Στη συνέχεια το όλο γεγονός εκτυλίχθηκε σε πολύ περιορισμένα χρονικά πλαίσια, τέτοια που δεν παρείχετο επαρκής χρόνος ιδιαίτερου προγραμματισμού ή αναλογισμού των συνεπειών. Η άσεμνη δε επίθεση οριοθετείται και περιορίζεται στο φίλημα του χεριού και το άγγιγμα, πάνω από τα ρούχα, των οπισθίων και του στήθους της Παραπονούμενης. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας στιγμιαίας απερισκεψίας, η οποία οδήγησε βέβαια στην ταπείνωση και τη συντριβή του ψυχικού κόσμου της Παραπονούμενης. Ταυτόχρονα στιγμάτισε τον προηγούμενο έντιμο βίο του Κατηγορούμενου και την καθόλα άμεμπτη, μέχρι τότε, στρατιωτική του πορεία. Τα ενώπιόν μας λοιπόν γεγονότα επιβεβαιώνουν και τη διαφοροποίησή τους από τα όσα επιβαρυντικά στοιχεία κάλυπταν τις προαναφερθείσες αποφάσεις, τα οποία και οδήγησαν στην κατάταξη των κατηγοριών από το Ανώτατο Δικαστήριο στις σοβαρότερες μορφές άσεμνων επιθέσεων και στη συνακόλουθη ανάγκη επιβολής στερητικών της ελευθερίας ποινών. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος ως μετριαστικό στοιχείο την παραδοχή του Κατηγορούμενου. Η νομολογία αναγνωρίζει την παραδοχή ενοχής και τη μεταμέλεια ως ελαφρυντικούς παράγοντες. Βέβαια, ο παράγοντας αυτός δεν είναι απόλυτος. Πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης. Διαφορετική είναι η σημασία του στις περιπτώσεις όπου εκ των πραγμάτων δεν υπάρχουν περιθώρια άλλης επιλογής για τον Κατηγορούμενο, π.χ. «επ΄ αυτοφώρω» σύλληψης και άλλη η βαρύτητά του όπου η απόδειξη ενοχής είναι δύσκολη και προβληματική. Να σημειώσουμε ότι στις περιπτώσεις ύπαρξης συντριπτικής μαρτυρίας για την ενοχή ενός Κατηγορούμενου, το Δικαστήριο μπορεί ακόμη και να μην λάβει υπόψη την παραδοχή και να επιβάλει την ποινή η οποία αντανακλά πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος (Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, 454). Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Κατηγορούμενος στις 13.6.2012, προτού προβεί δηλαδή σε καταγγελία η Παραπονούμενη, την επισκέφθηκε στην οικία της προκειμένου να της απολογηθεί. Εκεί συνάντησε το σύζυγό της, στον οποίο ανέφερε: «Πήρα το θάρρος και ήλθα σπίτι σας να σας ζητήσω συγνώμη. Θέλω να σου μιλήσω άντρας προς άντρας για το τι έγινε. Ήταν μια στιγμή αδυναμίας για μένα και σαν άντρας θέλω να με καταλάβεις. Πάλι θέλω να σας ζητήσω συγνώμη για το τι έκαμα στην οικογένειά σας, για την αναστάτωση που σας προκάλεσα ........ πάλι συγνώμη και ελπίζω να με συγχωρέσετε». Παρά ταύτα, η παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο δεν ήταν άμεση. Προηγήθηκε άρνηση της κατηγορίας, η παροχή της κυρίως εξέτασης της Παραπονούμενης και η εξαντλητική αντεξέτασή της για δύο μέρες. Στοιχεία που αφαιρούν βεβαίως από τη σημασία που θα μπορούσε να προσδώσει το Δικαστήριο στον παράγοντα της παραδοχής και μεταμέλειας. Με την επιφύλαξη αυτή δεν παραβλέπουμε, και ανάλογα θα προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου, το γεγονός ότι η παραδοχή έλαβε χώρα προτού συμπληρωθεί η αντεξέταση, περιορίζοντας έτσι την ταλαιπωρία και τον περαιτέρω εξευτελισμό της Παραπονούμενης. Δεν παραβλέπουμε επίσης την απολογία του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη, που έλαβε χώρα στο Δικαστήριο αμέσως μετά την παραδοχή του και τη θέση της Παραπονούμενης «θέλω να πω ότι τον συγχωρώ». Καταγράφουμε επίσης ως μετριαστικό στοιχείο, στα πλαίσια αυτού του παράγοντα, τη φύση της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής δυσκολίας απόδειξης της κατηγορίας. Η επιμέτρηση της ποινής είναι διαδικασία εξισορρόπησης όλων των σχετικών στοιχείων: Γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου και μέγιστης ποινής που προνοείται από το νόμο. Μελετήσαμε με προσοχή όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το αδίκημα στην παρούσα υπόθεση και όλα τα σχετικά δεδομένα. Λάβαμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, συμπεριλαμβανομένου του λευκού ποινικού μητρώου του, την έμπρακτη μεταμέλειά του και την αποδοχή της συγνώμης του από την Παραπονούμενη, Δεν παραβλέπουμε επίσης τις επιπτώσεις που η έκνομη συμπεριφορά του επέφερε στο πρόσωπο και στην οικογένειά του. Το σύνολο όλων των δεδομένων, και ιδιαίτερα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεπράχθη το αδίκημα, η έκταση και τα γεγονότα που το περιβάλλουν, δικαιολογούν αποφυγή επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό στην καθόλα αψεγάδιαστη προσωπική και επαγγελματική πορεία του Κατηγορουμένου. Αρμόζουσα, υπό τις συνθήκες, είναι η επιβολή χρηματικής ποινής, τέτοιας βεβαίως έκτασης που να αντικατοπτρίζει τα δεδομένα που καλύπτουν την υπό κρίση περίπτωση, περιλαμβανομένων των οικονομικών δυνατοτήτων του συγκεκριμένου Κατηγορουμένου. Συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες που συνθέτουν το μέτρο της ποινής, καταλήξαμε στην επιβολή χρηματικής ποινής €4.000, στην οποία και καταδικάζουμε τον Κατηγορούμενο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. [Υπ.] Λ. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.