← Κύπρος

Αστυνομίας ν. Αντρέα Τσίβικου, Αρ. Αγωγής: 227/10, 17.2.2012

Αστυνομίας ν. Αντρέα Τσίβικου, Αρ. Αγωγής: 227/10, 17.2.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 227/10 Μεταξύ: Αστυνομίας Αιτήτριας και Αντρέα Τσίβικου Καθ'ου η Αίτηση ------------- Αίτηση Ημερομηνίας 28.1.2011 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.2.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αστυνομία: κα Ξ. Ξενοφώντος Για Καθ' ου η Αίτηση - Αιτήτρια: κ. Β. Πουργουρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 28.12.2010 το Δικαστήριο εξέδωσε μετά από μονομερή αίτηση της Αστυνομίας διάταγμα κράτησης τεκμηρίων με ισχύ μέχρι τις 4.2.2011 εκτός εάν εδίδοντο νέες οδηγίες του Δικαστηρίου. Στις 28.1.2011 καταχωρήθηκε αίτηση εκ μέρους της εταιρείας G & Α COMPUTERS LTD με την οποία ζητούσε: α) Ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 28.12.

  1. β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου όπως επιστρέψει την περιουσία της εταιρείας. Η αίτηση υποστηρίζετο από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κωνσταντίνου στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι από τον Αύγουστο του 2008 η Αστυνομία είχε κατάσχει από τα υποστατικά των πελατών της εταιρείας πάνω από 1.000 υπολογιστές οι οποίοι ανήκουν στην εταιρεία. Μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2009 η Αστυνομία κατακρατούσε περίπου 800 ηλεκτρονικούς υπολογιστές της εταιρείας χωρίς να έχει καταχωρήσει έστω και μια ποινική υπόθεση. Κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων της εταιρείας απέστειλαν προς τον αρμόδιο Αστυνομικό Διευθυντή επιστολή με την οποία του γνωστοποιούσαν την επιθυμία της εταιρείας να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να ακουστεί σε κάθε περίπτωση που προτίθετο να ζητήσει παρόμοιο διάταγμα. Παρά την επιστολή αυτή η Αστυνομία προχώρησε μονομερώς στο αίτημα της και απέκρυψε από το Δικαστήριο τόσο τις επιστολές όσο και την επιθυμία της εταιρείας. Στις 18.2.2011 και για τους λόγους που φαίνονται στο σχετικό πρακτικό το Δικαστήριο κατέληξε ότι το διάταγμα έπαυσε να ισχύει και δεν υπήρχε οτιδήποτε ενώπιον του σε σχέση με αυτό. Η Αστυνομία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα καταχώρισε στο Ανώτατο Δικαστήριο την αίτηση 60/11 για έκδοση προνομιακού εντάλματος της φύσης CERTIORARI και το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση με την αιτιολογία ότι δεν φαινόταν να είναι πρόσφορη θεραπεία η έκδοση προνομιακού εντάλματος CERTIORARI. Παρά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα και κατά συνέπεια η πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη η Αστυνομία συνέχιζε να κατακρατεί τα αντικείμενα που αφορούσε το διάταγμα ημερομηνίας 28.12.2010 το οποίο σύμφωνα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου έπαυσε να ισχύει και καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για επιστροφή των τεκμηρίων στις 8.12.2011 προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους:
  2. Η κατακράτηση των επιδίκων τεκμηρίων από την Αστυνομία είναι νόμιμη και έγινε κατόπιν Δικαστικού Διατάγματος κατακράτησης.
  3. Η αίτηση στερείται αντικειμένου.
  4. Με την απόφαση του ημερομηνίας 28.12.2010, το Δικαστήριο έκρινε αναγκαία την κατακράτηση των επίδικων τεκμηρίων τόσο για σκοπούς εξέτασης τους όσο και για σκοπούς ολοκλήρωσης της ποινικής διαδικασίας που θα εγερθεί σε σχέση με αυτά, διάταγμα το οποίο ίσχυσε μέχρι τις 18.2.2011, όπου το εκδικάζον Δικαστήριο ανέγερε ότι το διάταγμα έπαυσε να ισχύει και έτσι δεν είχε οτιδήποτε ενώπιον του για εκδίκαση.
  5. Έχει καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση 13676/11 αναφορικά με τα αδικήματα που σχετίζονται με τα τεκμήρια τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της αίτησης και με κατηγορούμενους τους Ανδρέα Τσίβικο, G & Α Computers Ltd και Γεώργιο Μιχαήλ οι οποίοι αντιμετωπίζουν τα αδικήματα της κατοχής και ελέγχου 12 μηχανών τυχερού παιγνιδιού.
  6. Τα τεκμήρια στις 21.12.2010 εξετάστηκαν από τον δικανικό εμπειρογνώμονα Αστ. 1341 Μάριο Λεμονιάτη του ΤΕΗΔ και διαπιστώθηκε ότι αυτά είναι μηχανές τυχερού παιγνιδιού.
  7. Τα τεκμήρια αυτά κρίνονται ως απαραίτητα για την διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας 13676/
  8. Δεν αποκαλύπτονται όλα τα πραγματικά γεγονότα στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση του Αιτητή. Δεν θα διαφωνήσω με τον πρώτο λόγο ένστασης ότι η κατακράτηση των τεκμηρίων ήταν νόμιμη. Αυτό όμως μέχρι την ημέρα που το διάταγμα έπαυσε να ισχύει. Η Αστυνομία όχι μόνο συνέχισε να κατακρατεί τα τεκμήρια ακόμη και μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 27.9.2011 αλλά καταχώρησε στις 8.12.2011 ένσταση στο αίτημα για επιστροφή τους. Αυτή η ενέργεια με κάθε σεβασμό αποτελεί περιφρόνηση προς την απόφαση όχι μόνο του Επαρχιακού Δικαστηρίου αλλά και του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφού το διάταγμα με το οποίο η Αστυνομία εξασφάλισε την κράτηση έπαυσε να ισχύει και η υποχρέωση της Αστυνομίας ήταν και εξακολουθεί να είναι όπως επιστρέψει τα τεκμήρια. Ο κ. Πουργουρίδης στην αγόρευση του ανέφερε ότι έστω και αν το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το διάταγμα έπαυσε να ισχύει θα πρέπει να εξετάσει για λόγους αρχής αν εδικαιολογείτο η έκδοση του μονομερώς. Είναι η θέση του κ. Πουργουρίδη ότι η Αστυνομία απέκρυψε στον χρόνο που υπέβαλε το αίτημα της ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου θα μπορούσε να μην εκδώσει το διάταγμα. Σαν τέτοιο γεγονός αναφέρει τις επιστολές ημερομηνίας 21.12.2010 και 22.12.2010 προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου με τις οποίες τον πληροφορούσαν πως αν τα μέλη της διεύθυνσης του προτίθενται να υποβάλουν αίτηση στο Δικαστήριο για κράτηση της περιουσίας τους τότε επιθυμούν να ειδοποιηθούν ώστε να εμφανιστούν στο Δικαστήριο και να ακουστούν. Επισυνάπτεται επίσης σαν τεκμήριο στην αίτηση επιστολή ημερομηνίας 24.9.2010 και πάλι προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου με ίδιο περιεχόμενο. Οι επιστολές που επέστειλε ο κ. Πουργουρίδης εκ μέρους της εταιρείας G & Α COMPUTERS LTD που επισυνάπτονται στην αίτηση και απευθύνονται τόσο προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου όσο και στον Αρχηγό Αστυνομίας αλλά και τον Γενικό Εισαγγελέα καταδεικνύουν ότι για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προϋπήρξαν πολλά γεγονότα. Δυστυχώς τίποτε από αυτά δεν αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο στις 28.12.2010 που η αίτηση τέθηκε ενώπιον του τα οποία ήταν κατά την κρίση μου ουσιαστικά και τα οποία αν το Δικαστήριο γνώριζε θα μπορούσε να μην εκδώσει μονομερώς και ίσως καθόλου το Διάταγμα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου

(1995)1 Α.Α.Δ. 248 αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων στο στάδιο της μονομερούς αίτησης το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ ότι η απόκρυψη των γεγονότων ήταν τέτοια που αν το διάταγμα δεν είχε εκπνεύσει λόγω της μη ανανέωσης του θα έπρεπε να ακυρωθεί λόγω απόκρυψης γεγονότων εκ μέρους της Αστυνομίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου όπως επιστρέψει την περιουσία που αφορά η παρούσα υπόθεση εντός 10 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον της Αστυνομίας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.