Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Κυριάκου Ηλιάδη , Αρ. Υπόθεσης: 15880/10, 3/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15880/10 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Κυριάκου Ηλιάδη Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 3/9/2012 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου (κα Α. Αναστασίου για την απαγγελία της απόφασης) Για τον κατηγορούμενο: κ. Λ. Κληρίδης Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας (1η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 5/12/2009 στη Λεμεσό, παράνομα και άσεμνα, επιτέθηκε εναντίον της Natalias Goncharova από την Ουκρανία. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η Γ/Αστυφ. 4782 Ν. Παπανικολάου, ο αστυφ. 2719 Χρ. Τσεκούρας και η Natalia Goncharova (Μ.Κ.1 έως 3 αντίστοιχα). Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως ενώ μετά από άδεια του Δικαστηρίου κλήθηκε και αντεξετάσθηκε από την κατηγορούσα αρχή ο Κρίστης Πετρίδης του οποίου δήλωση (Τεκμήριο 3) προσήγαγε ως εξ' ακοής μαρτυρία ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήθηκαν δύο διαφορετικές εκδοχές. Αυτή της παραπονούμενης η οποία επέμενε στη θέση ότι αναγνώρισε οπτικά τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο της επιτέθηκε άσεμνα στις 5/12/2009 και ενώ περπατούσε σε πεζόδρομο και αυτή του κατηγορούμενου ο οποίος πρόεβαλε ότι δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το επεισόδιο αφού τη συγκεκριμένη ημέρα δεν βρισκόταν στο χώρο του περιστατικού αλλά στην μονάδα του όπου υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Οι Μ.Κ. 1-3 και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Τα όσα ανάφεραν οι Μ.Κ.1 και 2, οι οποίοι είναι οι αστυφύλακες που ενεπλάκησαν στην υπόθεση κατά τη διερεύνηση της γίνονται πλήρως αποδεκτά αφού και οι δύο κατάθεσαν με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα έπραξαν μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να αλλοιώσει την εντύπωση μου αυτή. Να σημειωθεί μάλιστα ότι ο Μ.Κ.2 καθόλου δεν αμφισβητήθηκε και δεν αντεξετάσθηκε από την υπεράσπιση. Η Μ.Κ.3, είναι η παραπονούμενη. Η μαρτυρία αυτής γίνεται αποδεκτή εκτός μόνο από του μέρος που σχετίζεται με την αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του προσώπου που προέβη στην άσεμνη επίθεση εναντίον της για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω. Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Αγγλική απόφαση R.v. Turnbull and others [1976] 3 All ER 549, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου σε σχέση με αναγνώριση κατηγορούμενου, υιοθετήθηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε διάφορες υποθέσεις όπως η Αναστασιάδης v. Δημοκρατίας
(1977)2 ΑΑΔ 97, Κατσιαμάλης v. Δημοκρατίας
(1980)2 ΑΑΔ 107, Ρωσσίδης Δημοκρατίας
(1983)2 ΑΑΔ 391, Ι. Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, Φώτος Χ΄ Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1998)2 AAΔ 104 και Δ. Δημητρίου άλλως «Πόμπος» v. Αστυνομίας
(2006)2 AAΔ 302. Με βάση τις καθιερωμένες αυτές νομολογιακά αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσον θα αποδεχθεί ή όχι αναγνώριση προσώπου πρέπει να λάβει υπόψη του διάφορα στοιχεία σε συσχετισμό πάντα με την ανάγκη σχετικής προειδοποίησης για τους κινδύνους που εμπεριέχει η στήριξη σε αναγνώριση στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Τέτοια στοιχεία είναι: (α) για πόσο χρονικό διάστημα διήρκησε η οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο (β) από πόση απόσταση (γ) από ποιές συνθήκες (ορατότητα, φωτισμός, κ.λ.π.) (δ) αν το πρόσωπο που αναγνώρισε τον κατηγορούμενο τον γνώριζε ή όχι, πόσες φορές τον είχε δει προηγουμένως κ.λ.π. (ε) εάν η αναγνώριση στηρίχθηκε σε παρατεταμένη ή παροδική μόνο ματιά (fleeting glance) Αν η αναγνώριση είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με ασφάλεια και να κρίνει την αξιοπιστία της, έστω και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Όταν όμως η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο εκτός εάν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο που αναγνωρίστηκε από τον μάρτυρα είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Στην παρούσα υπόθεση η υπόθεση της κατηγορίας βασίζεται αποκλειστικά στην αναγνώριση του κατηγορούμενου από την παραπονούμενη. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να εξετασθεί με ιδιαίτερη προσοχή κατά πόσον το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί σε αυτήν. Όπως η ίδια η παραπονούμενη ανάφερε, δεν είδε τον δράστη πριν αυτός προβεί στην άσεμνη επίθεση εναντίον της, ούτε ήταν πρόσωπο γνωστό σε αυτήν, αλλά η οπτική επαφή που η παραπονούμενη είχε μαζί του διήρκησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα και ενόσω η ίδια σύμφωνα πάλι και με τη δική της μαρτυρία ήταν σοκαρισμένη και πολύ φοβισμένη. Κατά το χρόνο επίσης της επίθεσης έβρεχε και η παραπονούμενη κρατούσε ομπρέλα την οποία έκλεισε όταν ο δράστης περπάτησε και ήλθε μπροστά της. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία ιδωμένα σωρευτικά εκμηδενίζουν την ποιότητα και την αξία της αναγνώρισης, η οποία θα πρέπει να σημειωθεί δεν συνοδεύεται από ενισχυτική μαρτυρία. Η πιθανότητα λάθους, έστω και καλόπιστου, στην αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του προσώπου που προέβη στην άσεμνη επίθεση εναντίον της παραπονούμενης εντείνεται περαιτέρω ενόψει και του άλλοθι που προέβαλε ο κατηγορούμενος ότι την ημέρα του περιστατικού ο ίδιος βρισκόταν στην μονάδα του όπου υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία. Για το θέμα της παραμονής ή όχι του κατηγορούμενου την ημέρα του περιστατικού στη μονάδα του εκτός από τον ίδιο τον κατηγορούμενο κλήθηκε και αντεξετάσθηκε ο διοικητής της 31ης μοίρας καταδρομών στο Ζύγι στην οποία ο κατηγορούμενος υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτός αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως έγγραφο που συνέταξε, υπόγραψε και σφράγισε ο ίδιος μετά από έλεγχο των αρχείων του στρατοπέδου και μέσω των οποίων διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος την ημέρα εκείνη βρισκόταν στην μονάδα του. Παρόλο που δεν απέκλεισε ως ενδεχόμενο την πιθανότητα ο κατηγορούμενος να είχε φύγει «σκαστός» από την μονάδα του, εν τούτοις εξέφρασε την άποψη ότι το ενδεχόμενο τούτο είναι κατά την άποψη του απομακρυσμένο για τους λόγους που εξέθεσε και τους οποίους θεωρώ αχρείαστο να επαναλάβω. Ο μάρτυρας αυτός μαρτύρησε με άμεσο, σταθερό και θετικό τρόπο για τις ενέργειες που έκαμε ο ίδιος για το θέμα που μαρτύρησε και έτσι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Όπως προαναφέρεται ο κατηγορούμενος επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρακολουθώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του θεωρώ ότι μαρτύρησε την αλήθεια και τούτο παρά τις κάποιες μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία του. Για τους λόγους αυτούς αποδέχομαι τη μαρτυρία του η οποία και όπως προαναφέρεται επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του διοικητή της μονάδας του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χ΄ Δημητρίου πιο πάνω, «..... το ζήτημα του άλλοθι με βάση την καθιερωμένη νομολογιακή αρχή ότι η ανατροπή του άλλοθι βαρύνει πάντοτε την Κατηγορούσα Αρχή και ότι η τυχόν αποδοχή του άλλοθι, ή, έστω, η ύπαρξη εύλογης αμφιβολίας ως προς την ύπαρξη του οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου (βλ. Adamos Charitonos and others v. the Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Katsiamalis v. Republic
(1980)2 C.L.R. 107, Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 231)». Όπως είναι προφανές μετά την απόρριψη της αναγνώρισης της παραπονούμενης αλλά και της αποτυχίας της κατηγορούσας αρχής να ανατρέψει το άλλοθι του κατηγορούμενου, η υπόθεση της κατηγορίας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού και σύμφωνα με τη νομολογία όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, έτσι και στην παρούσα, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Σχετική για το θέμα είναι και η υπόθεση R.V. Sawyer CAR Vol. 43, p. 187. Είναι πάντως ευρήματα του Δικαστηρίου ότι στις 5/12/2009 η παραπονούμενη και ενώ περπατούσε στον πεζόδρομο που υπάρχει στην περιοχή της Αμαθούντας στη Λεμεσό υπέστη άσεμνη επίθεση από νεαρό άνδρα ο οποίος ήλθε από πίσω της, έβαλε το χέρι του κάτω από τα ρούχα της και άγγιξε το στήθος της για μερικά δευτερόλεπτα. Όταν η ίδια αντέδρασε και άρχισε να φωνάζει ο άνδρας αυτός προχώρησε και στάθηκε μπροστά της και την ρώτησε αν φοβάται. Η παραπονούμενη του απάντησε θετικά και του ζήτησε να φύγει και ο άνδρας εγκατέλειψε το μέρος. Κατά το χρόνο της επίθεσης έβρεχε και η παραπονούμενη κρατούσε ομπρέλα την οποία έκλεισε όταν ο δράστης περπάτησε και ήλθε μπροστά της. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Criminal/final Αναφορά: Άσεμνη επίθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο