ΙΟΝΕΛΑ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ ν. ΕΥΑΓΟΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 6654/11, 05/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6654/11 ΙΟΝΕΛΑ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ v. ΕΥΑΓΟΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 05.07.12 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Παναγιώτου Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παροχής στην κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι εντός του έτους 2010 στη Λεμεσό εξέδωσε προς όφελος και εις διαταγή της παραπονούμενης την επιταγή υπ' αριθμό 17362213 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Ελλήνων Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως Κύπρου (Σ.Τ.Ε.Λ.Μ.Ε.Κ.) Λτδ πληρωτέα στις 20.07.10 για το ποσό των €2.000,00 προερχόμενη από το λογαριασμό υπ' αριθμό 10051-40-04367-2, η οποία όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκε επειδή ο πιο πάνω λογαριασμός έκλεισε φέροντας την ένδειξη 'Ο λογαριασμός έκλεισε' και αφού παρήλθε περίοδος 15 ημερών από της παρουσιάσεως της στην τράπεζα παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Κατά την έκθεση των γεγονότων ο κατηγορούμενος διαφώνησε με τον ισχυρισμό του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση του θύματος υποστηρίζοντας πως πλήρωσε το ποσό των €1.500,00 ως έναντι του συνολικού πληρωτέου ποσού των €2.000,00 της πιο πάνω επιταγής με αποτέλεσμα να υπάρξει μερική συμμόρφωση. Νομική πτυχή: Ενόψει των διιστάμενων εκδοχών επί αυτού του κεφαλαιώδους σημασίας θέματος, καθοριστικό της σοβαρότητας του αδικήματος, του είδους και/ή ύψους της ποινής που επιβάλλεται, διέταξα τη διεξαγωγή δίκης για τη διαπίστωση των γεγονότων σχετικών με το πιο πάνω αμφισβητούμενο ζήτημα, γνωστής ως Newton Hearing. Το ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην παρούσα περίπτωση είναι η ενδεδειγμένη επιβεβαιώνεται από το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Criminal Procedure in Cyprus' των Λοΐζου και Πική όπου στη σελίδα 86 σημειώνονται τα εξής: "If, however, there is a conflict between the version of the prosecution and the version of the defence regarding the circumstances under which the offence was committed, not going to the plea but merely to some of the facts of the case, the proper course for the Judge is to hear evidence from both sides and resolve the question, always bearing in mind that it is for the prosecution to prove any allegations which may tend to aggravate the case with the necessary certainty required in a criminal case, beyond reasonable doubt." Η επιλογή της πιο πάνω διαδικασίας στην διαπίστωση γεγονότων, καθοριστικών της σοβαρότητας του αδικήματος και κατ' επέκταση της ποινής, αναγνωρίστηκε επίσης μέσα από νομολογία. Στην υπόθεση Robert John Newton 77 Cr. App. R. 13 [1984], από όπου και η διαδικασία πήρε το όνομα της, υποδείχτηκε ότι η πιο πάνω προσέγγιση για τη διαπίστωση γεγονότων ουσιωδών για τον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος και, επακόλουθα, της ποινής, προκρίνεται ως μια από τις επιλογές που παρέχονται στο επιδικάζον την υπόθεση δικαστήριο. Περαιτέρω, στην υπόθεση Vryoni v. The Police
(1986)2 C.L.R. 102 τονίστηκαν τα ακόλουθα: "Where there is a plea of guilty, but a sharp divergence or substantial conflict of issues of fact which are relevant to the sentence and not to plea, the Court should either listen to submissions from both sides and proceed on the basis that the version of the accused should as far as possible be accepted, or if the Court is not prepared to do that, then it must hear the evidence before forming its own view in respect of the matter in dispute." Επιπλέον, στην Haggag v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 52 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι στην περίπτωση απόδειξης αμφισβητουμένων γεγονότων σε ποινική δίκη το βάρος της απόδειξης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής φέρει η κατηγορούσα αρχή το οποίο πρέπει να αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σχετικές ακόμη είναι και οι υποθέσεις Τζένιφερ Ανν Κάρτερ v. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 78, Pirikkis v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 232 και Sari v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ.
- Προσαχθείσα μαρτυρία: Κατά την δίκη, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα την παραπονούμενη, Ιονέλα Ονησιφόρου (ΜΚ1) και το σύζυγο της Περικλή Ονησιφόρου (ΜΚ2) ενώ η υπεράσπιση παρουσίασε επίσης δύο μάρτυρες, ήτοι τον κατηγορούμενο και τον κύριο Άριστο Αριστοκλέους (ΜΥ1). Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Στην κυρίως εξέταση της η παραπονούμενη (ΜΚ1) ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι με τον κατηγορούμενο ανέπτυξε φιλικές σχέσεις όπως και ο σύζυγος της. Στα πλαίσια της φιλικής σχέσης τους ο κατηγορούμενος ζήτησε και δανείστηκε από την παραπονούμενη το ποσό των €2.000,00 και ως εξασφάλιση έδωσε την επίδικη επιταγή. Ακολούθως, η παραπονούμενη κατάθεσε την επιταγή για πληρωμή πλην όμως αυτή δεν τιμήθηκε και παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς εξόφληση. Αντεξεταζόμενη η παραπονούμενη δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν γνωρίζει κατά πόσο: (α) Τον Νοέμβριο 2010 ημέρα Παρασκευή και μεταξύ των ωρών 18:00-19:00 ο κουμπάρος της Άριστος Αριστοκλέους έδωσε στο σύζυγο της το ποσό των €1.000,00, και (β) Μετά πάροδο δύο εβδομάδων ο κατηγορούμενος έδωσε στο σύζυγο της το επιπλέον ποσό των €500,00 το οποίο δανείστηκε από τον αδελφό του, και (γ) Μετά πάροδο άλλων δύο εβδομάδων ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο σύζυγο της λέγοντας του να έλθει και να λάβει το υπόλοιπο ποσό που αρχικά ήταν €500,00 και στη συνέχεια €600,00 κατ' απαίτηση του συζύγου της παραπονούμενης. ΜΚ2 ήταν ο σύζυγος της παραπονούμενης, Περικλής Ονησιφόρου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι δημιούργησε φιλική σχέση με τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, ο κατηγορούμενος ζήτησε να του δοθούν χρήματα υπό τη μορφή δανείου, τα οποία και πήρε δίνοντας την επίδικη επιταγή, η οποία όμως δεν τιμήθηκε επειδή όπως του είπαν ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα ως έναντι της επιταγής. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, ανάμεσα σ' άλλα, απέρριψε κατηγορηματικά τις θέσεις του κατηγορουμένου ότι: (α) Τον Νοέμβριο 2010 ο κουμπάρος του Άριστος Αριστοκλέους του έδωσε το ποσό των €1.000,00, και (β) Μετά πάροδο δύο εβδομάδων ο κατηγορούμενος του έδωσε το επιπλέον ποσό των €500,00, και (γ) Μετά πάροδο άλλων δύο εβδομάδων ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε λέγοντας του να έλθει και να λάβει το υπόλοιπο ποσό που αρχικά ήταν €500,00 και στη συνέχεια €600,00 κατ' απαίτηση του ιδίου του μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι τον Νοέμβριο 2010, ημέρα Παρασκευή και μεταξύ των ωρών 18:00-19:00, έδωσε στον Άριστο Αριστοκλέους, στην παρουσία κάποιου Γιαννάκη Δημοσθένους, το ποσό των €1.000,00, οι οποίοι ανέλαβαν να το παραδώσουν στον ΜΚ
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, το βράδυ της ίδιας ημέρας και περί ώρα 22:00 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ΜΚ2 ο οποίος του είπε ότι το υπόλοιπο ποσό ήταν άλλα €1.000,
- Όπως περαιτέρω ανάφερε ο κατηγορούμενος, επειδή στο μεταξύ ο ΜΚ2 τον πίεζε ζητώντας του και το υπόλοιπο ποσό, σε διάστημα 1-2 εβδομάδες επικοινώνησε με τον αδελφό του, ο οποίος τον δάνεισε με το ποσό των €500,00 σε περίπτερο δίπλα από πυροσβεστική υπηρεσία. Το εστιατόριο του ΜΚ2 απείχε 100 μέτρα από την πυροσβεστική υπηρεσία και σύμφωνα με τον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα συναντήθηκε στο περίπτερο με τον ΜΚ2 όπου και του έδωσε στο χέρι ένα χαρτονόμισμα των €500,
- Όπως ο κατηγορούμενος σημείωσε, κατά τη συνάντηση του με τον ΜΚ2 ζήτησε να του επιστραφεί η επίδικη επιταγή όμως ο τελευταίος του είπε ότι αυτό θα γίνει με την εξόφληση της. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2010 επικοινώνησε με τον ΜΚ2 και του είπε ότι υπόλοιπο ποσό βρισκόταν στη μητέρα του από όπου και θα μπορούσε να το παραλάβει. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος δεν πήρε το ποσό των €1.000,00 στον ΜΚ2 επειδή ο ξάδελφος του Αριστοκλέους του είπε ότι εάν τα έπαιρνε δεν θα είχε μάρτυρα γι' αυτό. Σε ερώτηση γιατί ο Αριστοκλέους δεν ζήτησε απόδειξη ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν θεώρησε ότι έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο επειδή ο Αριστοκλέους και ο ΜΚ2 ήταν κουμπάροι και έτσι δεν υπήρχε οτιδήποτε μεμπτό. Επ' αυτού ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε ότι έδωσε στον Αριστοκλέους το ποσό των €1.000,00 σε μετρητά και μία επιταγή ισοδύναμου ποσού με τον ΜΚ2 να αποδέχεται τα μετρητά αντίς την νέα επιταγή και χωρίς να του επιστρέψει την επίδικη επιταγή λέγοντας του ότι θα το έπραττε μόλις τον εξοφλούσε. Όσον αφορά το χαρτονόμισμα των €500,00, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι το έδωσε στον ΜΚ2 έξω από το κατάστημα του τελευταίου. Είναι ακόμη η θέση του κατηγορουμένου ότι στην ίδια συνάντηση πρότεινε στον ΜΚ2 να του δώσει μια νέα επιταγή και να του δώσει πίσω την επίδικη επιταγή χωρίς όμως ο ΜΚ2 να αποδεχτεί την εισήγηση του επιμένοντας πως θα πράξει κάτι τέτοιο όταν ο κατηγορούμενος του εξοφλούσε την επίδικη επιταγή. Σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι ενημέρωσε τον ΜΚ2 ότι εξασφάλισε τα €600,00 και να έλθει να τα πάρει από τη μητέρα του αλλά αυτός δεν προσήλθε. ΜΥ1 ήταν ο Άριστος Αριστοκλέους, κουμπάρος του ΜΚ2 και πρώτος ξάδελφος του κατηγορουμένου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε το ποσό των €1.000,00 για να το δώσει στον ΜΚ2, πράγμα που έπραξε χωρίς να γνωρίζει πότε και για ποιο σκοπό. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε ανάμεσα σ' άλλα, πως ο λόγος που πήρε αυτός τα χρήματα στον ΜΚ2 ήταν επειδή ο κατηγορούμενος είχε δουλειά εκείνη την ημέρα και δεν μπορούσε να το πράξει ο ίδιος μιας και θα μετέφερνε επείγον κάπου το παιδί του. Κατόπιν σχετικής ερώτησης, ο ΜΥ1 είπε ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε €1.000,00 μετρητά σε 'πενηντάρικα', όπως χαρακτηριστικά είπε. Το γνωρίζει αυτό επειδή τα μέτρησε. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, μετέβηκε μαζί με τον Γιαννάκη Δημοσθένους στο μαγαζί του ΜΚ2 αλλά ο Δημοσθένους παρέμεινε στο αυτοκίνητο. Έδωσε τα χρήματα στον ΜΚ2 και έφυγε χωρίς να πάρει απόδειξη και χωρίς να θυμάται αν ο κατηγορούμενος του είπε να πάρει τέτοια απόδειξη. Ο ίδιος δεν ζήτησε απόδειξη επειδή εκείνη τη στιγμή ο ΜΚ2 προέβαινε σε ανακαίνιση του μαγαζιού του και θεώρησε ότι δεν θα είχε το βιβλιάριο αποδείξεων μαζί του. Αγορεύσεις: Αγορεύοντας ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου δεν θα πρέπει να γίνει πιστευτή επειδή περιέχει αντιφάσεις ενώ αυτή του Μυ1 είναι τυπικής φύσεως. Από την άλλη ο κατηγορούμενος επέμεινε στις δικές του θέσεις αναφέροντας πως κατέβαλε συνολικά το ποσό των €1.500,00 ως έναντι της επίδικης επιταγής. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισμένα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικρές ανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία της παραπονούμενης (ΜΚ1) ήταν σαφής και ειλικρινής και δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας της. Αυτό που ξεκάθαρα προκύπτει μέσα από αυτή είναι ότι η ίδια δεν έλαβε οποιαδήποτε χρήματα από ή εκ μέρους και για λογαριασμό του κατηγορουμένου σε σχέση με την επίδικη επιταγή που εκδόθηκε στο όνομα της από τον κατηγορούμενο για τα χρήματα που του δάνεισε. Χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις και δίχως να επιδείξει τάση υπεκφυγής απαντούσε ευθέως. Το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να μην την αποδεχτεί ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Στο ίδιο ακριβώς επίπεδο κυμαίνεται και η μαρτυρία του συζύγου της παραπονούμενης, ΜΚ2, η οποία επίσης γίνεται αποδεχτή για τους ίδιους λόγους που έγινε δεκτή η μαρτυρία της ΜΚ
- Αντίθετα, ο κατηγορούμενος άφησε μία φτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Παρουσίασε μία εκδοχή η οποία στερείται λογικής και ταυτόχρονα διακατέχεται από ερωτηματικά που παρέμειναν μέσα από τη διαδικασία αναπάντητα. Χαρακτηρίζεται ακόμη από ανακολουθίες και διαφοροποιήσεις ενώ δε σε μερικά σημεία της συγκρούεται με τη μαρτυρία που έδωσε ο ΜΥ1 δείχνοντας έτσι κλονισμό και αστάθεια στην υπερασπιστική γραμμή του. Δεν δίστασε ακόμη άλλες φορές να αποφύγει να απαντήσει σε ερωτήματα που του υπεβλήθηκαν δείχνοντας έτσι τάση υπεκφυγής και απόκρυψης της αλήθειας. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια παρουσίασης των θέσεων του ο κατηγορούμενος υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες μοιραία μόλυναν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Είναι προφανές ότι ήλθε στο Δικαστήριο όχι για να πει την αλήθεια αλλά για αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του που δημιουργήθηκαν από την παραδοχή της διάπραξης του αδικήματος. Συγκεκριμένα:
- Ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που έδωσε τα χρήματα στον ΜΥ1 για να τα πάρει στο σύζυγο της παραπονούμενης και δεν πήγε ο ίδιος προσωπικά να το πράξει ήταν επειδή, όπως του είπε ο ΜΥ1, αν τα μετέφερνε αυτός δεν θα είχε μάρτυρα, ο ΜΥ1 στη δική του κατάθεση ανάφερε ότι εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος του έφερε τα χρήματα για να τα πάρει αυτός στον ΜΚ2 επειδή ο ίδιος του είπε ότι δεν μπορούσε να μεταβεί καθότι είχε ειλημμένη υποχρέωση που έπρεπε να διεκπεραιώσει και συγκεκριμένα ότι θα έπαιρνε επείγον το παιδί του κάπου.
- Η δικαιολογία που πρόβαλε ως προς το για ποιο λόγο δεν θεώρησε να ζητήσει να λάβει απόδειξη για το ποσό των €1.000,00 που ισχυρίζεται ότι πλήρωσε στο σύζυγο της παραπονούμενης μέσω του ΜΥ1 στερείται παντελώς λογικής.
- Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος απέφυγε να απαντήσει στο ερώτημα που του υπέβαλε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής και αφορούσε το κατά πόσο ο ίδιος ζήτησε απόδειξη για το ποσό των €500,00 που όπως ισχυρίζεται επιπρόσθετα κατέβαλε.
- Παραμένει ανεξήγητο από μέρους του κατηγορουμένου γιατί ο ίδιος όντως δεν ζήτησε από τον σύζυγο της παραπονούμενης να του δώσει απόδειξη για το ποσό των €500,00 που όπως ισχυρίζεται επιπλέον πλήρωσε υπό τη μορφή ενός χαρτονομίσματος.
- Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι έδωσε το ποσό των €500,00 στον ΜΚ2 υπό τη μορφή ενός χαρτονομίσματος σε περίπτερο δίπλα από πυροσβεστική υπηρεσία σε απόσταση 100 μέτρων από το εστιατόριο του συζύγου της παραπονούμενης, στην αντεξέταση του ελίχθηκε και διαφοροποιήθηκε αναφέροντας ότι η συνάντηση διεξήχθη έξω από το κατάστημα του ΜΚ
- Το Δικαστήριο διερωτάται πως μπορεί να σταθεί στη βάσανο της λογικής και κατ' επέκταση να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, όπως αυτός διατυπώθηκε τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση του, ότι ο σύζυγος της παραπονούμενης τον πίεζε να πληρώσει ολόκληρο το πληρωτέο ποσό της επίδικης επιταγής σε βαθμό μάλιστα που σύμφωνα με τον κατηγορούμενο του τηλεφωνούσε πέντε φορές την εβδομάδα τη στιγμή που είναι βασική θέση του κατηγορουμένου ότι περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2010 αφού κατάφερε να συγκεντρώσει το ποσό που υπολειπόταν για εξόφληση της εν λόγω επιταγής αφήνοντας το στην οικία της μητέρας του και αφού έθεσε το γεγονός αυτό εις γνώση του ΜΚ2 έτσι ώστε να μεριμνήσει για την είσπραξη του ο τελευταίος δεν ενδιαφέρθηκε και συνεπώς δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του με αποτέλεσμα το εν λόγω ποσό να παραμείνει ανείσπρακτο.
- Στο στάδιο της αντεξέτασης ο κατηγορούμενος πρόβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι προτού πληρώσει τα ποσά των €1.000,00 και €500,00 αντίστοιχα πρόσφερε μία νέα επιταγή με ταυτόχρονη επιστροφή της επίδικης, κάτι που όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δεν αποδέχτηκε ο σύζυγος της παραπονούμενης επιλέγοντας την είσπραξη των χρημάτων κάθε φορά, στοιχείο που δείχνει ελιγμό και διαφοροποίηση από μέρους του κατηγορουμένου, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή περιοριζόταν στη θέση ότι πληρώθηκαν τα προαναφερόμενα ποσά ως ήταν ο σκοπός των συναντήσεων χωρίς έτσι να τίθεται οποιοδήποτε θέμα παροχής άλλης νέας επιταγής.
- Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου στην αντεξέταση του ότι έδωσε στον ΜΥ1 το ποσό των €1.000,00 μαζί με μία άλλη νέα επιταγή που θα προτιμούσε να γίνει αποδεκτή από τον σύζυγο της κατηγορουμένης αντί των μετρητών έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΥ1 ο οποίος ανάφερε ότι εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος του έδωσε μόνο μετρητά ύψους €1.000,00 σε χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ. Στη βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Ούτε ο ΜΥ1 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε μαρτυρία η οποία μέρος της συγκρούεται με αυτή του κατηγορουμένου σε τέτοιο βαθμό που αλληλοαναιρούνται. Το Δικαστήριο έχει ήδη αναφερθεί στο θέμα αυτό πιο πάνω και προς αποφυγή αχρείαστης επανάληψης παραπέμπει στα σχετικά σημεία. Θα πρόσθετα όμως εδώ την επιλεκτική μνήμη του εν λόγω μάρτυρα που ενώ θυμάται ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε €1.000,00 μετρητά σε χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ για να τα δώσει στον σύζυγο της παραπονούμενης δεν θυμόταν εάν ο κατηγορούμενος του είχε πει να ζητήσει από τον ΜΚ2 απόδειξη για την πληρωμή, ένα τόσο κρίσιμο και ουσιαστικό στοιχείο. Δεν περνά ακόμη απαρατήρητη από το Δικαστήριο η εύκολη αλλά φτηνή και παράλογη δικαιολογία που ο μάρτυρας αυτός επικαλέστηκε για να απαντήσει στην ερώτηση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ως προς το ποια δυσκολία υπήρχε για να ζητήσει ο ίδιος απόδειξη για τα χρήματα που μετέφερε και παρέδωσε στον σύζυγο της παραπονούμενης. Ο ισχυρισμός του ότι επειδή εκείνη τη στιγμή ο ΜΚ2 προέβαινε σε εργασίες ανακαίνισης στο μαγαζί του θεώρησε ότι δεν θα είχε μαζί του βιβλιάριο αποδείξεων είσπραξης χρημάτων και γι' αυτό δεν του ζήτησε απόδειξη μόνο λογική και αληθής δεν μπορεί να είναι. Με γνώμονα τα προαναφερόμενα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του ΜΥ1 ως αξιόπιστη για να βασιστεί σ' αυτή και να εξάγει έτσι ασφαλή συμπεράσματα. Ευρήματα και Συμπεράσματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου καταλήγω στο εύρημα ότι κανένα ποσό πληρώθηκε από και/ή εκ μέρους και για λογαριασμό του κατηγορουμένου ως αποζημίωση του θύματος αναφορικά με την επίδικη επιταγή. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την εκδοχή της αναφορικά με το υπό κρίση θέμα. Το προαναφερόμενο εύρημα θα ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή της ποινής μαζί με τα άλλα γεγονότα που έχουν ήδη εκτεθεί και μετριαστικούς παράγοντες που πλαισιώνουν και συνθέτουν την υπόθεση και θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/Έκδοση Επιταγής χωρίς αντίκρισμα/ Άρθρα 305Α
(1)Κεφ.154/Ακρόαση Newton/Ενδιάμεση Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο