Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτη Μαυρουδή, Αρ. Υπόθεσης: 9358/2009, 3/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9358/2009 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτη Μαυρουδή Κατηγορούμενου ---------------- Ημερομηνία: 3 Μαΐου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Λουιζίδης --------------- Π Ο Ι Ν Η Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης, και συγκεκριμένα μόλις ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου και άλλαξε απάντηση δηλώνοντας παραδοχή στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αυτές αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία από τον εκδότη της, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορουμένη, περί τα μέσα Ιουνίου 2007, στη Λεμεσό, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση των επιταγών με αρ. 52300757 και 52300764 της Universal Bank, τις οποίες εξέδωσε στον Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων, για τα ποσά των Λ.Κ. 25,990,06 σ. και Λ.Κ. 20,000 αντίστοιχα, και οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 3.7.2007 και 6.7.2007 αντίστοιχα. Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 17.12.2007 λήφθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού αλληλογραφία προερχόμενη από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, με την οποία ζητούσαν τη διενέργεια εξετάσεων σχετικά με τον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε εκδώσει τις επίδικες επιταγές και αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες από την τράπεζα με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της». Ο κατηγορούμενος όφειλε διάφορα ποσά ως φορολογίες στο κράτος, και εναντίον του είχαν ληφθεί δικαστικά μέτρα από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων λόγω της μη πληρωμής τους και η περιουσία που είχε στο όνομα του δεσμεύτηκε. Στις 15.6.2007 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το Τμήμα μαζί με τον λογιστή τους και ζήτησε να ξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά για να μπορέσει να αποδεσμευτεί η περιουσία του και να τη μεταβιβάσει στην κόρη του και σε άλλα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος έδωσε 3 επιταγές, η πρώτη εκ των οποίων πληρώθηκε, και οι άλλες δύο είναι οι επίδικες. Όταν κατατέθηκαν στην τράπεζα αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες με την προαναφερόμενη ένδειξη. Μετά από αυτή την εξέλιξη έγιναν προσπάθειες για εντοπισμό του κατηγορούμενου αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κατόπιν της σχετικής γραπτής καταγγελίας που έγινε από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, έγιναν προσπάθειες εκ μέρους της αστυνομίας για τον εντοπισμό του κατηγορούμενου, χωρίς πάλι αποτέλεσμα, και έτσι εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Στις 23.1.2008 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε, αυτός επισκέφθηκε το ΤΑΕ Λεμεσού όπου και συνελήφθηκε. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Έχουμε κάμει συμφωνία». Ακολούθως λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στην οποία αναφέρει ότι έγινε συμφωνία μεταξύ του και της υπαλλήλου του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων Δομνίκης Αγαθοκλέους, Μ.Κ.2, ότι θα ξοφλούσε το οφειλόμενο ποσό μέχρι τις 14.6.2007 που ήταν Λ.Κ. 75,705,15 σ. Αρχικά, λόγω του ότι η περιουσία του ήταν δεσμευμένη από το Τμήμα, ο κατηγορούμενος έδωσε μία επιταγή ως εγγύηση και στη συνέχεια αφού εξασφάλισε την αποδέσμευση της περιουσίας του, προχώρησε σε μεταβίβαση της. Με τη Μ.Κ.2 ο κατηγορούμενος είχε συνεχή επικοινωνία, και της έδωσε και άλλες επιταγές, η μία εκ των οποίων είχε πληρωθεί, ενώ για τις υπόλοιπες ο κατηγορούμενος ζήτησε αυτές να μην κατατεθούν στην τράπεζα γιατί δεν είχε τα απαραίτητα κεφάλαια για την πληρωμή τους. Επειδή η μία επιταγή είχε ήδη παρουσιαστεί στην τράπεζα για εξαργύρωση, ο κατηγορούμενος έδωσε οδηγίες στην τράπεζα να αναστείλει την πληρωμή των δύο επίδικων επιταγών. Επίσης στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι σ τις 25.7.2007 ο κατηγορούμενος έλαβε επιστολή από το Τμήμα με την οποία του ζητούσαν να ξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό και αυτός, με δύο απαντητικές επιστολές, ζήτησε την επιστροφή των επιταγών και συνάντηση για διευθέτηση του όλου θέματος, και δεν υπήρχε ανταπόκριση. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Τις επόμενες μέρες κλήθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού η Μ.Κ.2, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος όφειλε φορολογίες στο κράτος μαζί με τον πατέρα και τον αδελφό του ύψους Λ.Κ. 75,705,15 σ. για τα έτη 1992-2006. Το Τμήμα έλαβε δικαστικά μέτρα εναντίον του κατηγορούμενου και η περιουσία στο όνομα του δεσμεύτηκε. Περί τα μέσα Ιουνίου 2007, ο κατηγορούμενος μαζί με τον ελεγκτή του επισκέφθηκαν το γραφείο της Μ.Κ.2 και εκεί συμφώνησαν την αποδέσμευση της περιουσίας του κατηγορούμενου με την πλήρη εξόφληση των οφειλόμενων φόρων, η οποία έγινε με την έκδοση μίας επιταγής για το οφειλόμενο ποσό. Στις 18.6.2007 ο κατηγορούμενος προχώρησε σε μεταβίβαση της περιουσίας του και ακολούθως επισκέφθηκε τη Μ.Κ.2 και της ζήτησε να μην καταθέσει την εν λόγω επιταγή καθότι δεν υπήρχαν τα απαραίτητα χρήματα, και η Μ.Κ.2 αποδέχθηκε την πρόταση του. Αυτή του έδωσε την εν λόγω επιταγή και ο κατηγορούμενος της έδωσε 3 επιταγές. Η πρώτη επιταγή ποσού Λ.Κ. 30,000 πληρώθηκε, ενώ η δεύτερη για το πόσο των Λ.Κ. 20,000 επιστράφηκε απλήρωτη. Ο κατηγορούμενος την αντικατέστησε με την πρώτη επίδικη επιταγή, ενώ η τρίτη επιταγή που ήταν κενή δόθηκε στον κατηγορούμενο, κατόπιν παράκλησης του, και αντικαταστάθηκε από τον ίδιο με τη δεύτερη επίδικη επιταγή. Οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν, η Μ.Κ.2 προσπάθησε να εντοπίσει τον κατηγορούμενο χωρίς αποτέλεσμα, η ίδια δεν προέβη σε συμφωνία με τον κατηγορούμενο και σε ανταλλαγή των επιστολών μεταξύ τους, αυτή ζητούσε την πλήρη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, και ειδικότερα την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ του κατηγορούμενου και της Μ.Κ.2, η οποία έχει κατατεθεί στο πλαίσιο της ακρόασης της υπόθεσης και από την οποία διαφαίνεται το πλέγμα των γεγονότων και κυρίως τα διαβήματα του κατηγορούμενου για να προβεί σε συμφωνία με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, χωρίς βέβαια να αναιρείται η ποινική του ευθύνη για τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κ. Λουιζίδης απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων είναι πλέον εξασφαλισμένο για την είσπραξη της οφειλής του και του ποσού των επίδικων επιταγών, εφόσον έχει προβεί σε δέσμευση της περιουσίας του κατηγορούμενου, η αξία της οποίας ξεπερνά κατά πολύ το εν λόγω ποσό. Επομένως, το Τμήμα θα εισπράξει τα χρήματα του είτε μέσω της πληρωμής αυτών από τον κατηγορούμενο είτε μέσω της εκποίησης της περιουσίας του και της πληρωμής στον ίδιο του περισσεύματος. Ο κ. Λουιζίδης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι το Τμήμα ουσιαστικά δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά με την απώλεια του οφειλόμενου ποσού αλλά την καθυστέρηση στην είσπραξη του, και μάλιστα μέσω της όλης διαδικασίας συμφωνιών που έγιναν μεταξύ του και του Τμήματος, το οποίο δεν επέμενε στην άμεση αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού. Ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η παραδοχή του κατηγορούμενου δεν έγινε εξ αρχής, αλλά αφού ακούστηκε η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, και ειδικότερα της Μ.Κ.2, η οποία ανέφερε πολύ περισσότερα πράγματα για την υπόθεση από όσα αναφέρει στην κατάθεση της, και η οποία κατέθεσε, κατά την αντεξέταση της, όλα τα απαραίτητα έγγραφα και τη σχετική αλληλογραφία, ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει την ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που περιγράφει αναλυτικά τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη την κατάσταση της υγείας της συζύγου του κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό μητρώο του και κυρίως ότι αυτός εκτίει ποινή φυλάκισης από τον Ιανουάριο 2012, κατόπιν καταδίκης του σε ιδιωτική ποινική υπόθεση, ενώ θα αποφυλακιστεί σύντομα. Τέλος, ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο δεν θα εξυπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό, καθότι αυτός δεν χρήζει αναμόρφωσης, και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως τον κρίνει με κάθε δυνατή επιείκεια. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και τον τρόπο αντιμετώπισης τους, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Λεωνίδου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663: «Στην περίπτωση των αδικημάτων τα οποία εξετάζουμε η νομολογία τονίζει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φυλάκισης ακριβώς για το σκοπό που η ποινή φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις επιδιώκει να εξυπηρετήσει, όπως είπε ο Βασιλειάδης, Π., δηλαδή την καταστολή της ευρύτατης εκδήλωσης τέτοιων αδικημάτων τα οποία και πλήττουν τη θεμελιακή ασφάλεια και εντιμότητα των συναλλαγών (ίδε Ισιδώρου ν. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. ανωτέρω, Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd.
(2002)2 Α.Α.Δ. 368). Να αναφερθούμε όμως και ιδιαιτέρως στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd.
(2004)2 Α.Α.Δ. 546 και στα λεχθέντα από τον Αρτεμίδη Π., ο οποίος έδωσε την απόφαση (σελίδα 548): «Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο μου δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης είναι στην υπόθεση Λούτσιου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.
- Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω αρχικά υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε η διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, οι οποίες παρουσιάζουν κάποια ιδιαιτερότητα. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος προέβη σε μία διευθέτηση με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων για την εξόφληση του συνόλου του οφειλόμενου ποσού με την έκδοση σε κάποιο στάδιο 3 επιταγών εις ανταλλαγή της αποδέσμευσης της περιουσίας του για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση αυτής σε τρίτα πρόσωπα από αυτόν. Αυτή η διευθέτηση είχε ως αποτέλεσμα την εξασφάλιση του Τμήματος της είσπραξης της οφειλής του. Η πρώτη επιταγή ύψους Λ.Κ. 30,000 πληρώθηκε ενώ έγινε αντικατάσταση της δεύτερης επιταγής η οποία δεν τιμήθηκε όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα με την έκδοση της μίας επίδικης επιταγής και εκδόθηκε και η δεύτερη επίδικη επιταγή, οι οποίες δεν πληρώθηκαν λόγω της ανάκλησης πληρωμής τους από τον εκδότη τους που ήταν ο κατηγορούμενος. Αυτή η διαδικασία καταδεικνύει ότι η έκδοση των επιταγών έγινε με τη σύμφωνη γνώμη και τη συγκατάθεση του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, και μάλιστα σε κατοπινό στάδιο ο κατηγορούμενος με σχετική επιστολή του ημερ. 20.8.2007, η οποία κατατέθηκε στο πλαίσιο της ακρόασης της υπόθεσης ως Τεκμήριο 6, εξηγούσε τον λόγο ανάκλησης τους και την προθυμία του να επισκεφθεί προσωπικά το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και ειδικότερα την κα Αγαθοκλέους, με την οποία έκανε όλες τις επαφές και διευθετήσεις, για τη ρύθμιση της εν λόγω εκκρεμότητας, η οποία όμως ποτέ δεν έλαβε χώρα. Αξίζει να σημειωθεί βέβαια ότι ακολούθησαν δύο επιστολές του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων προς τον κατηγορούμενο, ημερ. 24.8.2007 και 12.9.2007, Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα, με τις οποίες ο κατηγορούμενος καλείτο να διευθετήσει την πληρωμή των ποσών των επιταγών ή να κανονίσει συνάντηση με τον Διευθυντή του Τμήματος για τελική διευθέτηση των υπολοίπων. Παρόλη τη μη επίτευξη συνάντησης μεταξύ του κατηγορούμενου και του αρμόδιου ατόμου από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι μετέπειτα το Τμήμα εξασφαλίστηκε πλήρως για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού των δύο επίδικων επιταγών, καθότι ακολούθησαν δικαστικές διαδικασίες, στις οποίες ο κατηγορούμενος συναίνεσε και δεσμεύτηκε περιουσία του πολύ μεγάλης αξίας προς όφελος του Τμήματος. Αυτό συνεπάγεται ότι είτε με την εκποίηση της περιουσίας του κατηγορούμενου, είτε με την αποπληρωμή του ποσού με άλλο τρόπο προς το Τμήμα, αυτό δεν έχει χάσει το λαβείν του. Αυτά τα δεδομένα, που δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, θεωρώ ότι ισοδυναμούν με την πλήρη ικανοποίηση του παραπονούμενου για την είσπραξη της οφειλής του δυνάμει των επίδικων επιταγών. Δεν παραγνωρίζω τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων καθώς επίσης το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη αυτών μέχρι το στάδιο επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν περί τα μέσα Ιουνίου 2007, ενώ η υπόθεση καταγγέλθηκε περί τα μέσα Δεκεμβρίου
- Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 5.5.
- Σύμφωνα με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, προηγήθηκε η καταχώρηση της υπόθεσης αρ. 6361/2009 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης στις 24.2.2009, και ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, η οποία και επιδόθηκε στον κατηγορούμενο μέχρι τον Ιούλιο
- Δεν έχει διαφανεί από τα γεγονότα της υπόθεσης η οποιαδήποτε αδυναμία ή καθυστέρηση εντοπισμού του κατηγορούμενου, εφόσον αυτός εντοπίστηκε από την αστυνομία και παρουσιάστηκε στα γραφεία του ΤΑΕ στις 23.1.2008, και την ίδια μέρα του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και κατηγορήθηκε γραπτώς. Επομένως, υπό το φως αυτών των δεδομένων, αδυνατώ να αποδώσω ευθύνη στον κατηγορούμενο για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, στην οποία ο κατηγορούμενος αρχικά δήλωσε μη παραδοχή και έτσι η υπόθεση προχώρησε προς εκδίκαση. Μάλιστα με μίαν ανάγνωση του περιεχομένου του φακέλου και των σχετικών πρακτικών του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν οφείλεται στην καθυστέρηση της έναρξης της ακρόασης της υπόθεσης, η οποία και δεν ήταν μακρά αφότου ξεκίνησε. Ο κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου έδωσε την εξήγηση του για την καθυστέρηση στην αλλαγή απάντησης του κατηγορούμενου, όμως θεωρώ ότι αυτή θα ληφθεί υπόψη ως ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειας του κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων, έστω και στο στάδιο που έγινε, σε συνδυασμό βέβαια με την αποζημίωση του Τμήματος. Το εν λόγω χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα είναι παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση όπου έχουν παρέλθει σχεδόν 5 χρόνια από τη διάπραξη των αδικημάτων. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ.
- Τέλος, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, όπως αυτές περιέχονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη την επαγγελματική σταδιοδρομία του κατηγορούμενου και την κατάσταση της υγείας τόσο της συζύγου όσο και της κόρης του, που απαιτούν μεγάλη οικονομική δαπάνη για την αντιμετώπιση τους. Ακόμα δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης και τις συνέπειες αυτού τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του, όπως και πάλι περιγράφεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα και με κύριο γνώμονα τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, την πλήρη ικανοποίηση του παραπονούμενου όσον αφορά το ποσό των επίδικων επιταγών, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και τις προσωπικές του συνθήκες, καταλήγω ότι η κατάλληλη ποινή είναι η χρηματική ποινή. Αυτή ταυτόχρονα βέβαια δεν θα στερείται της απαιτούμενης αυστηρότητας εν όψει του στοιχείου της αποτροπής που προέχει σε τέτοιας φύσης αδικήματα. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία χρηματική ποινή €2,
- Στη δεύτερη κατηγορία χρηματική ποινή €2,
- Επίσης ο κατηγορούμενος θα καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας που ανέρχονται στο ποσό των €
- (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινή Αναφορά: Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο