← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Abdul Rahman Tabalo, Αρ. Υπόθεσης: 31870/10, 16/7/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Abdul Rahman Tabalo, Αρ. Υπόθεσης: 31870/10, 16/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31870/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Abdul Rahman Tabalo Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 16 Ιουλίου, 2012 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ρ. Θεοφίλου Κατηγορούμενος: Παρών ------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ -------------------------------- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το ακόλουθο κατηγορητήριο: « ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Πλαστογραφία, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 8η Ιουλίου 2008, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή, το Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο με ημερομηνία 08.07.2008, το οποίο εμφανιζόταν ότι ήταν, ό,τι δεν ήταν στην πραγματικότητα. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 10η Σεπτεμβρίου 2008, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, το Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 3 Απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 10η Σεπτεμβρίου 2008, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από την Greta Tabalo, από τη Λεμεσό το ½ μερίδιο του ακινήτου με στοιχεία Φ/Σχ.54/51, τεμάχιο 672, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε στην υπάλληλο του κτηματολογίου Πωλίνα Κουρσάρου το πλαστογραφημένο πληρεξούσιο έγγραφο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ψευδώς προσποιηθείς ότι το πληρεξούσιο ήταν γνήσιο, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένο.» H κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες τους ακόλουθους: τον εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 556 Ανδρέα Αποστόλου (Μ.Κ.1), την Πoλίνα Κουρσάρου (Μ.Κ.2), την παραπονούμενη Greta Tabalo Κonstantinova (M.K.3) και τέλος, το λοχία 837 Γιώργο Χρυσάνθου (Μ.Κ.4). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και στις τρεις κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε τους ακόλουθους μάρτυρες: Το Στέλιο Ξενοφώντος (Μ.Υ.1), τον Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Υ.2), την Έλενα Αλεξάνδρου (Μ.Υ.3) και τέλος, τη Νιόβη Πετρίδου (Μ.Υ.4). Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη στον ουσιώδη χρόνο ήταν ανδρόγυνο. Δεν αμφισβητείται και εν πάση περιπτώσει έχει αποδειχθεί ότι, με τη δήλωση μεταβίβασης Π642/07, ημερομηνίας 12.2.2007 (βλ. το τεκμήριο 21) το ακίνητο με αρ. εγγραφής 12031, Φ/Σχ.54/51, τεμάχιο 672 που βρίσκεται στον Άγιο Αθανάσιο, δυνάμει γραπτής συμφωνίας πώλησης, ημερομηνίας 21.12.2006 μεταβιβάστηκε από την εταιρεία Cymedcon Development Ltd, επ' ονόματι του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης, με μερίδιο ½ στον καθένα τους. Το εν λόγω ακίνητο, στο εξής («επίδικο ακίνητο») αγοράστηκε από το ζεύγος Tabalo για το ποσό των £250,000 και αποτελούσε τη συζυγική τους κατοικία. Ταυτόχρονα με τη μεταβίβασή του υποθηκεύτηκε ολόκληρο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των 875,000 ελβετικών φράγκων (βλ. τη γραπτή κατάθεση του Κυριάκου Πόρακου - τεκμήριο 3 - ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο τμήμα εγγραφής του κτηματολογίου Λεμεσού.) Δεν αμφισβητείται και έχει επίσης αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, στις 10.9.2008 μετέβη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και με τη δήλωση μεταβίβασης Δ.3116/08 (βλ. το τεκμήριο 22) δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου, ημερομηνίας 8.7.2008 (βλ. το τεκμήριο 13 - στο εξής «το επίδικο πληρεξούσιο» -) μεταβίβασε επ' ονόματί του «δυνάμει δωρεάς» το μερίδιο της παραπονούμενης συζύγου του επί του επίδικου ακινήτου οπότε και κατέστη απόλυτος ιδιοκτήτης αυτού. Το βασικό επίδικο θέμα που καλούμαι να επιλύσω αφορά στο κατά πόσο η υπογραφή της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου, δυνάμει του οποίου κατέστη δυνατή η παραπάνω μεταβίβαση του μεριδίου της στο όνομα του κατηγορούμενου είναι γνήσια ή πλαστογραφημένη. Αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι η παραπονούμενη, ουδέποτε υπόγραψε και κατά συνέπεια, ουδέποτε παραχώρησε στον κατηγορούμενο το επίδικο πληρεξούσιο, επομένως, η φερόμενη ως υπογραφή της σ' αυτό, δεν είναι γνήσια, αλλά πλαστογραφημένη. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, ότι όχι μόνο είναι γνήσια η υπογραφή της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου, αλλά και ότι η παραπονούμενη την έθεσε στην παρουσία του, στο γραφείο της πιστοποιούσης υπαλλήλου, η οποία και την πιστοποίησε. Η παραπονούμενη προέβη σε τρεις γραπτές καταθέσεις στην αστυνομία για την παρούσα υπόθεση. Η εκδοχή της, επί της ουσίας είναι η εξής: Με την πρώτη της κατάθεση, ημερομηνίας 14.10.2008 (βλ. τα τεκμήρια 2 - στη μητρική της γλώσσα - και 2Α - πιστή μετάφραση στα ελληνικά -) ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Είναι εγγεγραμμένη επί του επίδικου ακινήτου, με μερίδιο ½. Το υπόλοιπο μερίδιο ανήκει στον κατηγορούμενο σύζυγό της. Πρόκειται για το σπίτι τους το επίδικο ακίνητο και το αγόρασαν το
  3. Πριν από επτά μήνες είχε κάποια προβλήματα με τον κατηγορούμενο, τα οποία την οδήγησαν να εγκαταλείψει το σπίτι μαζί με το παιδί τους, ηλικίας 6 ετών. Πριν από τέσσερις μήνες, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο, με το οποίο θα μπορούσε να μεταβιβάσει οτιδήποτε είναι γραμμένο στο όνομά της, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή και στον ίδιο. Αρνήθηκε να του υπογράψει τέτοιο έγγραφο. Στις 13.10.2008 πήγε στο σπίτι της για να παραλάβει ρούχα για την ίδια και το παιδί και βρήκε στο σαλόνι ένα πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου ακινήτου οπότε και διαπίστωσε, ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ήταν μόνο ο κατηγορούμενος. Δεν έδωσε πληρεξούσιο έγγραφο σε κανένα και πιστεύει ότι για να διαγραφεί το όνομά της από τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της από το σύζυγό της. Με τη δεύτερη της κατάθεση, ημερομηνίας 10.1.2009 (βλ. τα τεκμήρια 4 - στη μητρική της γλώσσα - και 4Α - πιστή μετάφραση στα ελληνικά - ) αναφέρει τα εξής, επί της ουσίας πάντοτε, συμπληρωματικά της προηγούμενης: Της υποδείχθηκε από την αστυνομία το επίδικο πληρεξούσιο και διαπίστωσε ότι η υπογραφή πάνω από το όνομά της (Greta Tabalo) είναι δική της και δεν είναι πλαστογραφημένη. Έκανε λάθος που ανάφερε στην πρώτη της κατάθεση ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της γιατί έπρεπε πρώτα να τη δει. Δεν έχει παράπονο από το σύζυγό της και ζητά όπως μη συνεχιστεί η υπόθεση για την αστυνομία. Με την τρίτη της κατάθεση, ημερομηνίας 14.5.2009 (βλ. τα τεκμήρια 6 - στη μητρική της γλώσσα - και 6Α - πιστή μετάφραση στα ελληνικά - ) ισχυρίζεται τα εξής, μεταξύ άλλων, συμπληρωματικά όσων αναφέρει στις δυο προηγούμενες καταθέσεις: Ουδέποτε υπόγραψε το επίδικο πληρεξούσιο. Ο λόγος που προέβη στη δεύτερη κατάθεση, με την οποία αναφέρει ότι είναι γνήσια η υπογραφή της επί του επίδικου πληρεξουσίου πάνω από το όνομά της είναι γιατί αναγκάστηκε να το κάνει επειδή τη συγκεκριμένη περίοδο δεχόταν απειλές και φοβόταν να μην της κάνει κακό ο κατηγορούμενος σύζυγός της. Την κυρία που είδε στα γραφεία του ΤΑΕ και που της αναφέρθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης ότι είναι η πιστοποιούσα υπάλληλος, πρώτη φορά τη βλέπει και δεν την γνωρίζει. Στις 17.10.2008 καταχώρησε στο δικαστήριο Λεμεσού, την αίτηση με αριθμό 57/08, την οποία, μετά από έντονες πιέσεις του κατηγορούμενου απέσυρε και ο ίδιος ανέλαβε τα έξοδα του δικηγόρου του. Ο κατηγορούμενος, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το τεκμήριο 30). Φυσικά, ενώπιόν μου έχει τεθεί και η ανακριτική του κατάθεση, ημερομηνίας 14.5.2009 (βλ. τα τεκμήρια 9 - στη μητρική του γλώσσα - και 9Α - πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά - ). Η εκδοχή του, επί της ουσίας, σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση είναι η εξής: Αγόρασε το σπίτι του (επίδικο ακίνητο) κατά ή περί το Δεκέμβρη του
  4. Αρχικά συμφώνησε με τους ιδιοκτήτες του να το αγοράσει μόνο στο δικό του όνομα. Αργότερα, όταν πήρε το προσύμφωνο για την αγορά του και το παρουσίασε στην τράπεζα για να πάρει δάνειο, μετά από εισήγηση της τράπεζας αποφάσισε να το εγγράψει επ' ονόματι του καθώς και επ' ονόματι της παραπονούμενης συζύγου του, για δυο λόγους: Πρώτο, επειδή θα πλήρωνε μειωμένα μεταβιβαστικά έξοδα και δεύτερο, επειδή, έχοντας ως συνιδιοκτήτρια την παραπονούμενη και το ακίνητο επιβαρυμένο με υποθήκη λόγω του δανείου, θα προστάτευε το ακίνητο από πιθανές αξιώσεις τρίτων εναντίον του, από τις επιχειρηματικές του συναλλαγές, που δεν πήγαιναν καλά και για τις οποίες τη δεδομένη περίοδο είχε απειληθεί με νομικά μέτρα και δεν ήταν σίγουρος αν θα μπορούσε να αποφύγει τις αξιώσεις, με κάποιο άλλο τρόπο. Στις 20.12.2006 είπε στην παραπονούμενη ότι είχε αγοράσει το σπίτι και πως ήθελε να γράψει προσωρινά το μισό στο όνομά της για τους παραπάνω λόγους και ότι αργότερα, εκείνη θα έπρεπε να μεταφέρει το μερίδιό της και πάλι στο όνομά του οπότε και της ζήτησε να του υπογράψει σχετικό πληρεξούσιο. Ποτέ δεν της είχε πει ότι θα της παραχωρούσε το μισό σπίτι ως δώρο. Την ίδια μέρα, η παραπονούμενη υπόγραψε το πληρεξούσιο εξουσιοδοτώντας τον να αγοράσει το σπίτι και να πάει στο κτηματολόγιο να το γράψει επ' ονόματί τους. Ωστόσο, την επομένη, 21.12.2006 υπόγραψαν μαζί το συμβόλαιο, χωρίς τη χρήση του πληρεξουσίου. Κατά ή περί το Γενάρη, Φλεβάρη του 2008 μετακόμισαν οικογενειακώς στο σπίτι και μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτους, είχαν πραγματικά ήσυχη ζωή. Κατά ή περί την 1η 7.2008 επειδή δεν είχε κανένα λόγο να έχει γραμμένο το επίδικο ακίνητο στο όνομα της παραπονούμενης απευθύνθηκε στο δικηγόρο του, ο οποίος σύνταξε το επίδικο πληρεξούσιο, με το οποίο η παραπονούμενη τον εξουσιοδοτούσε να μεταφέρει το σπίτι στο όνομά του. Ο δικηγόρος του τού απέστειλε το πληρεξούσιο στην ηλεκτρονική του διεύθυνση, το εκτύπωσε και το πήρε στην τράπεζα για έγκριση και υπάλληλος εκεί έκανε διόρθωση με το χέρι πάνω σ' αυτό. Ύστερα το πήρε στο σπίτι και το παρέδωσε στην παραπονούμενη ζητώντάς της να πάει στην πιστοποιούσα υπάλληλο κα Νιόβη (Μ.Υ.4) να το υπογράψει. Είχε ξαναπάει μαζί του μερικές φορές και τη γνώριζε. Την επομένη ρώτησε την παραπονούμενη για το πληρεξούσιο, η οποία του απάντησε ότι δεν ξύπνησε μέχρι και τις 12:00 και επειδή ήρθαν οι φίλες της δεν πήγε να υπογράψει το πληρεξούσιο. Την ίδια μέρα, επειδή είδε μήνυμα στο κινητό της από άνδρα την ημέρα των γενεθλίων της, δεν του άρεσε, είχαν καυγά και για να της δείξει τη δυσαρέσκειά του αποφάσισε να μετακομίσει σε άλλο δωμάτιο. Μετά από τέσσερις-πέντε μέρες και αφού η παραπονούμενη του έλεγε καθημερινά, ότι την επομένη θα πάει να υπογράψει το πληρεξούσιο, τη ρώτησε ευθέως μήπως σκέφτεται για κάποιο λόγο να μην το υπογράψει. Του απάντησε πως δεν υπάρχει πρόβλημα ότι θα το υπογράψει και ότι θέλει να γυρίσει στο δωμάτιο τους. Εν τω μεταξύ άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα στη σχέση τους. Η παραπονούμενη έπαιρνε ύποπτα μηνύματα στο κινητό και ο ίδιος πρόσεξε ότι έλειπαν χρήματα από την τσέπη του. Πρόσεξε ακόμη, ότι η παραπονούμενη είχε τραβήξει από το λογαριασμό του και όλα του τα χρήματα χρησιμοποιώντας την πιστωτική του κάρτα. Στις 8.7.2008 (ουσιώδης χρόνος για την 1η κατηγορία) η παραπονούμενη πήγε στο γραφείο του σε πολύ άσχημη κατάσταση και του ζήτησε €500,00 για να αγοράσει παπούτσια. Της είπε ότι παίζει μαζί του και τη ρώτησε ξανά αν είχε υπογράψει το πληρεξούσιο. Του απάντησε ότι την παρεξήγησε και του είπε ότι τον αγαπά και ότι θέλει να υπογράψει το πληρεξούσιο, το οποίο είχε στην τσάντα της και του το έδειξε. Της είπε «Εντάξει, πάμε τώρα.» και την πήρε στην κα Νιόβη όπου το υπόγραψε. Τις επόμενες μέρες, η συμπεριφορά της, κάθε μέρα γινόταν και χειρότερη. Στις 10.9.2008 περίπου χρησιμοποίησε το επίδικο πληρεξούσιο και μετέφερε το άλλο μισό του σπιτιού στο όνομά του ενημερώνοντας σχετικά την παραπονούμενη. Στις 13.10.2008 ανακάλυψε ότι έλειπαν πέντε σελίδες από το βιβλιάριο επιταγών του ενώ αυτό βρισκόταν στη ζακέτα του. Ρώτησε την παραπονούμενη αν είχε κόψει εκείνη τις επιταγές και αυτή αρνήθηκε οπότε σκέφτηκε μήπως κάποιος άλλος το έκανε από το γραφείο του. Την ίδια μέρα πήγε στην τράπεζά του και μετά από έλεγχο φάνηκε ότι οι δυο από τις πέντε παραπάνω επιταγές είχαν εισπραχθεί σε μετρητά από την παραπονούμενη, η οποία πλαστογράφησε την υπογραφή του. Ζήτησε από την τράπεζα να ακυρώσουν το βιβλιάριο επιταγών επειδή χάθηκε. Ντρεπόταν να πει ότι το έκλεψε η σύζυγός του. Γύρισε στο σπίτι πολύ θυμωμένος και είχε έντονη συζήτηση με την παραπονούμενη. Της είπε πως ήθελε να δηλώσει στην αστυνομία αυτό που έκανε και του απάντησε: «Τι νομίζεις ότι κάνεις για μένα, υπάρχουν και άλλοι άντρες οι οποίοι θα κάνουν πιο πολλά για να είναι μαζί μου» και έφυγε από το σπίτι - η παραπονούμενη - μαζί με το παιδί τους. Κατά ή περί τις 18 ή 19.10.2008 η παραπονούμενη γύρισε στο σπίτι κλαίγοντας και του ζητούσε συγνώμη. Ακολούθησε έρωτας μεταξύ τους και επειδή ο ίδιος αισθάνθηκε άσχημα έφυγε από το σπίτι για μερικές μέρες. Όταν στις 20.10.2008 παρέλαβε από το δικαστήριο την αγωγή που καταχώρησε εναντίον του στις 17.10.2008 η παραπονούμενη και έμαθε για την καταγγελία της στην αστυνομία εναντίον του, το βράδυ τσακώθηκαν και τη ρώτησε τι κάνει. Του ζήτησε συγνώμη και του είπε τρελάθηκε γιατί σκέφτηκε ότι τώρα που πήρε το σπίτι θα θέλει να χωρίσουν. Του παραδέχτηκε ότι είχε κάνει δήλωση στην αστυνομία στις 14.10.2008, λέγοντάς τους ότι δεν υπόγραψε το επίδικο πληρεξούσιο. Άρχισε να κλαίει και τον παρακαλούσε να την καταλάβει και να τη βοηθήσει να τακτοποιήσει τη ζωή της. Του είπε ακόμη ότι θα ακυρώσει τις εναντίον του κατηγορίες. Τις ακύρωσε δυο φορές. Πρώτα στις 10.12.2008, μέσω τηλεφώνου ενώ ήταν στη Βουλγαρία και τη δεύτερη φορά, γραπτώς, προσωπικά, στις 10.1.
  5. Ο ίδιος δεν είχε λόγο να την απειλεί να ακυρώσει κάτι το οποίο πίστευε πως δεν υπάρχει. Ούτε και υπήρχε δυνατότητα να την απειλεί και να τη φοβίζει να δηλώσει στην αστυνομία όσα δήλωσε με τη δεύτερη της κατάθεση, στις 10.1.2009, επειδή ο ίδιος ήταν εκτός Κύπρου. Δεν έχει κανένα λόγο να πλαστογραφήσει την υπογραφή της. Η παραπονούμενη χρησιμοποίησε τις κατηγορίες εναντίον του για να πάρει από αυτό χρήματα και να φύγει έτσι κι αλλιώς με το φίλο της. Δεν έχει πλαστογραφήσει την υπογραφή της. Την μόνη υπογραφή της που έχει δει ήταν στο συμβόλαιο αγοράς του σπιτιού (επίδικου ακινήτου) το οποίο επίσης έχει αρνηθεί στο δικαστήριο ότι υπέγραψε η ίδια. Γιατί πρέπει είτε ο ίδιος είτε κάποιος άλλος να πλαστογραφήσει την υπογραφή της, για να της δώσει (ο ίδιος) το μισό του σπιτιού, διερωτάται. Μόνη της η παραπονούμενη, σκόπιμα παραποίησε την υπογραφή της στο συμβόλαιο και στο επίδικο πληρεξούσιο, για να μπορεί, αν χρειαζόταν, αργότερα, να την αρνηθεί, όπως και έκανε, επειδή είχε αποφασίσει να τον εγκαταλείψει και να πάει να ζήσει με το φίλο της. Οι κύριες θέσεις που προέβαλε ο κατηγορούμενος στην αστυνομία, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 9Α) είναι οι εξής: Έγραψε το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου στην παραπονούμενη και το υπόλοιπο ½ επ' ονόματί του, επειδή αυτό το συμβούλεψε να κάνει ο υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου. Το δεύτερο, το έκανε και για το λόγο ότι φοβήθηκε ότι εάν είχε οικονομικά προβλήματα θα του έπαιρναν το σπίτι. Με την παραπονούμενη συμφώνησαν να της μεταβιβάσει το ½ του σπιτιού για 6 μήνες και στη συνέχεια θα μεταβίβαζε ολόκληρο το σπίτι στον ίδιο. Στις 8.7.2008 (ουσιώδης χρόνος για την 1η κατηγορία) πήγαν μαζί με την παραπονούμενη στην πιστοποιούσα υπάλληλο Νιόβη Πετρίδου (Μ.Υ.4) όπου η παραπονούμενη υπόγραψε το επίδικο πληρεξούσιο στην παρουσία του. Η κα Πετρίδου πιστοποίησε την υπογραφή της. Μετέβηκε στο κτηματολόγιο ο ίδιος στις 10.9.2008 και με τη χρήση του εν λόγω πληρεξουσίου μεταβίβασε το μερίδιο της παραπονούμενης επί του επίδικου ακινήτου στο όνομά του. Η φύση των επίδικων κατηγοριών και η μεταξύ τους σχέση είναι τέτοια, οπότε, η τύχη της υπόθεσης και η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, κατά κύριο λόγο εξαρτώνται από την κρίση μου, αναφορικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των δυο μαρτύρων που κατάθεσαν ως εμπειρογνώμονες σε θέματα γραφολογίας, ένας για κάθε πλευρά. Αναφέρομαι στο λοχία 837 Γιώργο Χρυσάνθου (Μ.Κ.4) που κατάθεσε για την κατηγορούσα αρχή καθώς και στον Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Υ.2) που κατάθεσε για τον κατηγορούμενο. Επισημαίνεται ότι και οι δυο, στο πλαίσιο σχετικής εξέτασης στην οποία αναμφίβολα έχουν προβεί κλήθηκαν να αποφανθούν κατά πόσο η φερόμενη ως η υπογραφή της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου είναι γνήσια ή όχι. Με αυτό ως δεδομένο, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας όσων κατάθεσαν στην υπόθεση, θα εντάξω τη μαρτυρία των δυο γραφολόγων σε μια ενότητα, ακολούθως, σε μια άλλη - δεύτερη ενότητα, θα εντάξω τη μαρτυρία της παραπονούμενης, του κατηγορούμενου και της πιστοποιούσης υπαλλήλου, ενώ στην τρίτη ενότητα, θα εντάξω τους υπόλοιπους μάρτυρες, οι οποίοι κατάθεσαν είτε για την κατηγορούσα αρχή είτε για την υπεράσπιση. Ειδικότερα: Ο λοχίας 837 Γιώργος Χρυσάνθου (Μ.Κ.4) είναι βοηθός υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών (ΥΠ.ΕΓ.Ε.) και υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Είναι ειδικός στην εξέταση εγγράφων, χειρογράφων και δακτυλογραφημένων κειμένων και έχει τύχει εκπαίδευσης από εμπειρογνώμονες της υπηρεσίας του ενώ μετεκπαιδεύτηκε και σε διάφορες χώρες του εξωτερικού. Είναι κάτοχος σχετικού πιστοποιητικού που αφορά στη δικανική εξέταση αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής. Για τα πλούσια, ομολογουμένως προσόντα του σε θέματα γραφολογίας και όχι μόνο, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση παραπέμπω στο βιογραφικό του σημείωμα (βλ. το τεκμήριο 26) καθώς και στο πιστοποιητικό διαπίστευσης με αριθμό 346-2, του Εθνικού Συστήματος Διαπίστευσης Α.Ε., ημερομηνίας 21.9.2011 (βλ. τα τεκμήρια 27 - στα αγγλικά - και 27Α - στα ελληνικά -). Προκύπτει από τη σχετική έκθεση του μάρτυρα, ημερομηνίας 9.9.2009 (βλ. το τεκμήριο 28) ότι, στις 2.7.2009 παρέλαβε για εξέταση το επίδικο πληρεξούσιο - τεκμήριο 13 - με αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα Greta Tabalo, δηλαδή της παραπονούμενης, δέκα φωτοαντίγραφα του εν λόγω εγγράφου, με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στην παραπονούμενη, δέκα φωτοαντίγραφα του ίδιου, επίσης, εγγράφου, με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και ακόμη πέντε έγγραφα, επί των οποίων περιέχονται επτά συνολικά υπογραφές δείγμα της παραπονούμενης. Του ζητήθηκε να γίνει εξέταση και σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής στο επίδικο πληρεξούσιο, τόσο με τα δείγματα γραφής και υπογραφής των προσώπων που υποβλήθηκαν όσο και με τις υπογραφές δείγμα. Αφού εξέτασε την αμφισβητούμενη υπογραφή στο επίδικο πληρεξούσιο και τη σύγκρινε τόσο με τα δείγματα υπογραφής που αποδίδονται στην παραπονούμενη όσο και με τις επτά υπογραφές δείγμα βρήκε ότι μεταξύ τους παρουσιάζουν διαφορές στα γραφολογικά γνωρίσματα καθώς και στις μικρολεπτομέρειες της γραφής οπότε και διαμόρφωσε τη γνώμη, πως δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή της παραπονούμενης η αμφισβητούμενη επί του επίδικου πληρεξουσίου, αλλά, προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή της. Το γεγονός, προστίθεται, ότι πρόκειται για αντιγραφή ή απομίμηση της γνήσιας υπογραφής της παραπονούμενης, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή της καθιστά αδύνατη την εκφορά γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπόγραψε. Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο διενήργησε τη σχετική γραφολογική εξέταση καθώς και στα μέσα που χρησιμοποίησε. Ακόμη παρουσίασε και επεξήγησε το σχετικό συγκριτικό πίνακα (βλ. το τεκμήριο 29) ενώ απάντησε και σε αριθμό ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να αιτιολογήσει πλήρως το συμπέρασμά του, πως δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή της παραπονούμενης, η φερόμενη ως υπογραφή της επί του επίδικου πληρεξουσίου, αλλά, για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησής της από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της. Αντεξεταζόμενος απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, εξήγησε γιατί δεν μπόρεσε να συγκρίνει την αμφισβητούμενη υπογραφή της παραπονούμενης, με την υπογραφή οποιουδήποτε άλλου, πέραν από την υπογραφή της ίδιας. Εξήγησε ακόμη για ποιο λόγο, ένα πρόσωπο που προσπαθεί να αντιγράψει ή μιμηθεί την υπογραφή κάποιου άλλου είναι απαραίτητο να γνωρίζει τον τρόπο υπογραφής του ή να κατέχει γνήσια υπογραφή του. Στην ερώτηση εάν μπορεί κάποιος να μη δώσει στην υπογραφή του την τελειότητα που δίδει συνήθως, απάντησε περίπου ως εξής: «Ένας ο οποίος υπογράφει με σκοπό να αμφισβητήσει την υπογραφή του, η εμπειρία μάς έχει δείξει ότι ξεφεύγει από τη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού της υπογραφής του, σχηματίζοντας κάτι το διαφορετικό και αν εντοπιστούν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αυτά είναι μέρη της γνήσιας υπογραφής, αλλά αυτά είναι αυτούσια. Δεν έχουμε δηλαδή περιπτώσεις όπου κάποιος υπογράφει με σκοπό να αμφισβητήσει την υπογραφή του και να προσπαθεί να σχηματίσει την καλύτερη δυνατή γενικά εικόνα της υπογραφής αυτής. » Επειδή έχει σημασία, όπως θα διαφανεί αργότερα, παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο και των δυο ερωτήσεων που υποβλήθηκαν στο μάρτυρα στη συνέχεια, περιλαμβανομένων και των σχετικών απαντήσεών του. «Ε: Αν πούμε ότι εγώ ή η παραπονούμενη αποφάσισε και δεν αποφάσισε την ίδια στιγμή να υπογράψει, δίσταζε δηλαδή να δώσει την υπογραφή της, θα μπορούσαν να υπάρξουν τα σταματήματα που λέτε; Α: Θεωρώ ότι τα σταματήματα αυτά, τα οποία υπάρχουν στην αμφισβητούμενη υπογραφή και στα σημεία που υπάρχουν, δε μας δίνουν το συμπέρασμα, ότι η υπογραφή αυτή μπορεί να είναι γνήσια υπογραφή της Greta Tabalo. Ε: Μπορείς να αποκλείσεις με βεβαιότητα να είναι δική της η υπογραφή η συγκεκριμένη; Α: Βάσει των χαρακτηριστικών που εντοπίζονται στην αμφισβητούμενη υπογραφή και του γεγονότος ότι πρόκειται για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης, κατά τη γνώμη μου δεν μπορούμε να εκφράσουμε συμπέρασμα και άποψη απόλυτης βεβαιότητας. Όμως, με τα όσα ανάφερα πριν, δηλαδή, ομοιότητα ως προς τη μορφή, την ύπαρξη οπτικής ομοιότητας σε επιμέρους σημεία της υπογραφής, τα σημεία των σταματημάτων της γραφίδας και του τρέμουλου και όλων των χαρακτηριστικών γραφολογικών γνωρισμάτων που εντοπίζονται καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι θεωρώ τελείως απομακρυσμένο το ενδεχόμενο, η υπογραφή να έγινε από την ίδια.» Ο Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Υ.2) δεν υπολείπεται προσόντων σε θέματα γραφολογίας του προηγούμενου μάρτυρα, τα οποία καθιστούν και αυτόν εμπειρογνώμονα επί του προκειμένου. Αυτά δε, που επίσης δεν αμφισβητούνται από την κατηγορούσα αρχή, περιέχονται στις δυο πρώτες σελίδες της σχετικής έκθεσης που ετοίμασε για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης (βλ. το τεκμήριο 33). Προκύπτει από την εν λόγω έκθεση, ότι ο μάρτυρας κλήθηκε να προβεί σε εξέταση και σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου, με τις γνήσιες υπογραφές της στα διάφορα έγγραφα του συγκριτικού υλικού, για να διαπιστωθεί κατά πόσο η πρώτη είναι γνήσια ή όχι. Βασικά και οι δυο μάρτυρες προέβηκαν στην ίδια εξέταση, με τη διαφορά, ότι ο δεύτερος (Μ.Υ.2), για σκοπούς εξέτασης και σύγκρισης, εκτός από τα έγραφα που έλαβε υπόψη ο πρώτος έλαβε υπόψη και διάφορα άλλα έγγραφα, τα οποία φέρουν τη γνήσια υπογραφή ή υπογραφές της παραπονούμενης. Στη σελίδα 5 της έκθεσης του μάρτυρα αναφέρονται τα εξής, μεταξύ άλλων, κάτω από τον τίτλο «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ»: «Μια υπογραφή μπορεί να αποτελείται από το όνομα και το επίθετο, μπορεί να είναι γραφή μικρής έκτασης ή γραφική παράσταση, ή μπορεί επίσης να είναι συνδυασμός γραφής και γραφικής παράστασης. Με την συνεχή επανάληψη αποκτάται μια έντονη ατομικότητα, που εκδηλώνεται με μεγάλο αυτοματισμό. Η δομή της υπογραφής και η ποιότητα της γραμμής (line quality) αποτελούν αναγνωριστικά στοιχεία μιας υπογραφής. Η εξέταση μιας υπογραφής απαιτεί να εξακριβωθεί κατά πόσο αυτή είναι γραμμένη με ταχύτητα, ρυθμό και αυτοματισμό, χωρίς να παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία προσπάθειας απομίμησης, αντιγραφής ή άλλα σημεία ύποπτα. Στη συνέχεια εντοπίζονται τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά που υπάρχουν και επαναλαμβάνονται και συγκρίνονται με τα αντίστοιχα που εντοπίζονται στις υπογραφές δείγματα, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει συνέπεια στη μορφή, τρόπο σχηματισμού, στη δομή και τεχνική τους. Αν μια ύποπτη υπογραφή/γραφή συμφωνεί με τα γραφολογικά χαρακτηριστικά του συγκριτικού υλικού που υποβλήθηκε για εξέταση και σύγκριση, τότε πρέπει να έγινε από το συγκεκριμένο πρόσωπο που ανήκουν τα δείγματα γραφής/υπογραφής. Αντίθετα αν μεταξύ των αμφισβητουμένων υπογραφών/γραφής και των δειγμάτων υπάρχουν διαφορές ουσίας τότε αυτές πρέπει να έγιναν από διαφορετικό πρόσωπο(α). Οποιαδήποτε χαρακτηριστικά και αν έχουν δύο γραφές/υπογραφές όμοια μεταξύ τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν γίνει από το ίδιο πρόσωπο, αν περιέχουν έστω και μια βασική διαφορά η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.» Όπως αναφέρει στη σελίδα 10 της έκθεσής του ο μάρτυρας, αντιπαραβάλλοντας μεταξύ τους τις 29 συνολικά γνήσιες υπογραφές της παραπονούμενης που δόθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους και σε διαφορετικά έγγραφα διαπίστωσε ότι αυτές χαράσσονται: « ● Με τις ίδιες διαστάσεις των επί μέρους στοιχείων Με την ίδια κλίση Με την ίδια ταυτότητα δομής σχηματισμού Με το ίδιο σημείο έναρξης και κατάληξης Με την ίδια ποιότητα γραμμής χάραξης Είναι γραμμένες ελεύθερα με ταχύτητα και αυτοματισμό και φανερώνουν φυσιολογική και μη ελεγχόμενη χάραξη.» Περαιτέρω προστίθεται: «Η ποσότητα των υπογραφών βέβαιης γνησιότητας θεωρείται πολύ ικανοποιητική και η ποιότητα κρίνεται κατάλληλη για γραφολογική εξέταση, ανάλυση και σύγκριση. Οι υπογραφές που δόθηκαν σε διαφορετικά έγγραφα και χρόνους εκτιμάται ότι παρέχουν επαρκή στοιχεία των γραφολογικών τους γνωρισμάτων και προσφέρονται για προσδιορισμό της ταυτότητας του προσώπου που τις έγραψε. Επίσης υπάρχει γραφική συνέπεια μεταξύ όλων των υπογραφών βεβαίας γνησιότητας σε όλα τα γραφολογικά χαρακτηριστικά.» Τα όσα αναφέρει ο μάρτυρας στις σελίδες 19, 20 και 21 της έκθεσής του είναι καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της κρίσης μου για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, που είναι η απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο η φερόμενη ως υπογραφή της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου είναι γνήσια ή πλαστογραφημένη. Επομένως, το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο: «
  6. Σύγκριση αμφισβητούμενης υπογραφής με τις γνήσιες υπογραφές της GRETA TABALO Από την ανάλυση της δομής και των χαρακτηριστικών της αμφισβητούμενης υπογραφής Τεκμήριο 13, σε σύγκριση με τις διατιθέμενες γνήσιες υπογραφές της GRETA TABALO διαπιστώθηκαν τα εξής: · Διαφορά στη μορφή · Διαφορά στον αριθμό των χαρακτικών κινήσεων · Διαφορά στις μορφολογικές λεπτομέρειες οι οποίες είναι χαρακτηριστικές · Διαφορά στις αυξομειώσεις ταχύτητας και γραφικής πίεσης · Διαφορά στις διαστάσεις των επί μέρους στοιχείων · Διαφορά στο ρυθμό χάραξης · Διαφορά στη δομή σχηματισμού · Διαφορά στο σημείο έναρξης και κατάληξης · Διαφορά στην ποιότητα γραμμής χάραξης · Εντοπίζονται ύποπτα στοιχεία πλαστογράφησης/απομίμησης ίχνη αβεβαιότητας, δισταγμού, στατική γραφική κίνηση και επανατοποθετήσεις του γραφικού μέσου. Τα στοιχεία αυτά δεν επισημαίνονται στις υπογραφές βεβαίας γνησιότητας της GRETA TABALO.
  7. Αξιολόγηση ευρημάτων Από τη γραφολογική εξέταση της αμφισβητούμενης υπογραφής που έγινε και σε σύγκριση με τις γνήσιες υπογραφές της GRETA TABALO, προέκυψαν τα στοιχεία που περιγράφονται πιο πάνω δηλαδή · Διαφορά στην εμφάνιση και στη σύνθεση όλων των τμημάτων της με τις γνήσιες υπογραφές της GRETA TABALO · Διαφορά στη δομή σχηματισμού · Διαφορά στο ρυθμό χάραξης · Διαφορά στην έκταση, ύψος, σχέση και αναλογία Οι πιο πάνω διαφορές επισημαίνονται στο συγκριτικό πίνακα που ακολουθεί ο οποίος αποτελεί μέρος της παρούσας εργασίας και είναι πολύ σημαντικές. Με βάση τα στοιχεία αυτά κατά τα οποία η αμφισβητούμενη υπογραφή παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από τις γνήσιες υπογραφές της GRETA TABALO στην εμφάνιση στη δομή και σε όλα τα χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου συμπεραίνεται ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή της GRETA TABALO, αλλά αυτή έχει χαραχθεί με προσπάθεια απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της.
  8. Τελικό Συμπέρασμα Από την ανάλυση και σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής με τις γνήσιες υπογραφές της GRETA TABALO, προκειμένου να διερευνηθεί αν η υπογραφή αυτή είναι γνήσια υπογραφή της ή όχι προέκυψαν τα στοιχεία που περιγράφονται πιο πάνω. Η αμφισβητούμενη υπογραφή παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από τις γνήσιες υπογραφές της GRETA TABALO, στην εμφάνιση στη δομή και σε όλα τα γραφολογικά χαρακτηριστικά. Παρουσιάζει επίσης διαφορές με τις υπογραφές στο CONTRACT OF SALE (Μέρος Τεκμηρίου 21) και BUILDING CONTRACT. Με βάση τα στοιχεία αυτά και από τη γραφολογική αξιολόγηση και ερμηνεία τους διαμορφώθηκε το συμπέρασμα ότι: Η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή της GRETA TABALO, αλλά έχει χαραχθεί με απομίμηση της γνήσιας υπογραφής της. Στις περιπτώσεις απομίμησης υπογραφής δεν μπορεί να καθοριστεί το πρόσωπο που διενήργησε την απομίμηση, γιατί η όλη προσπάθεια επικεντρώνεται στο σχηματισμό ώστε να υπάρχει σχετική ομοιότητα με την υπογραφή του προσώπου, του οποίου μιμείται την υπογραφή. Επίσης μια απομίμηση μπορεί να είναι και εσκεμμένη προσπάθεια αλλοίωσης ή μετατροπής του φυσιολογικού τρόπου γραφής από το ίδιο πρόσωπο με πρόθεση να την αμφισβητήσει εκ των υστέρων. Σε επιστημονικά συγγράμματα των διασήμων γραφολόγων Κωνσταντίνος Βέννης και Δημήτριος Λ. Βαληνδράς αναφέρεται με κάθε λεπτομέρεια ο ορισμός «αυτοπλαστογράφηση-μεταμφιεσμένη» πλαστογραφία «ηθελημένη αλλοίωση» Παρατίθενται πιο κάτω αυτούσια αποσπάσματα των πιο πάνω γραφολόγων. Κωνσταντίνος Βέννης στο σύγγραμμα του με τίτλο «Γραφή με το χέρι και Πλαστογραφία» Τόμος 1, σελίδα 189 και 190 αναφέρει αυτολεξεί τα ακόλουθα: Σελίδα 189 *«Όταν αφορά την υπογραφή συνήθως συναντάται σε ιδιωτικά συμφωνητικά, όπου καταβάλλεται προσπάθεια από ένα εκ των συμβαλλομένων να μεταμφιέσει και ηθελημένα να αλλοιώσει την υπογραφή του για να την αμφισβητήσει αργότερα και να αποστεί των δεσμεύσεων που ανέλαβε λέγοντας «.. αυτή η υπογραφή δεν είναι δική μου.» Σελίδα 190 «.. η προσπάθεια μεταμφίεσης τείνει να πετύχει καλύτερα σε μικρή υπογραφή χωρίς γράμματα ή σε μικρό κείμενο παρά σε μεγάλο, γιατί στο μεγάλο είναι δύσκολο να διατηρηθούν τα αφύσικα, εσκεμμένα στοιχεία. Όσο πιο πολύ γραφή υπάρχει, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες να εντοπιστεί ο γραφέας.» ................................................................ «Λόγω της δυσκολίας της, η μεταμφιεσμένη γραφή συχνά προδίδει στοιχεία σύγκρουσης, κι έτσι γενικά είναι λιγότερο επιδέξια στην παραγωγή της από την κανονική γραφή του ιδίου ατόμου. Μπορεί να δείχνει τραβηγμένη και να περιέχει δισταγμό, μπορεί να χαρακτηρίζεται από ακανονικότητες, αναντιστοιχίες, όπως παραλλαγές στη κλίση και περίεργες ή χονδροειδείς μορφές γραμμάτων» Δημήτριος Λ. Βαλινδρά στο σύγγραμμα του με τίτλο «Η γραφολογία στην Υπηρεσία της Δικαιοσύνης» Σελίδα 70 α) «Είναι ενδεχόμενο οι υπό κρίση υπογραφές να αποτελούν προϊόν απομιμήσεως (δουλικής, ζωγραφικής ή ελεύθερης) των γνήσιων υπογραφών. Στην περίπτωση αυτή η φυσική εξέταση των υπό κρίση υπογραφών και η αντιπαραβολή τους με επαρκή και πρόσφορα δείγματα γνήσιων υπογραφών μπορεί ευχερώς και ασφαλώς να αποδείξει την πλαστότητα. Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι η ασφάλεια του γραφολογικού συμπεράσματος στην περίπτωση αυτή εξαρτάται από την καταλληλότητα και την επάρκεια του συγκριτικού υλικού. β) «Ένα δεύτερο θεωρητικά νοητό ενδεχόμενο που συναντάται συχνότερα στην πράξη είναι να υπογράφεται ένα συγκεκριμένο δημόσιο έγγραφο (όπως π.χ. ένα συμβόλαιο) πράγματι από τα συμβαλλόμενα μέρη, να καταβάλλεται όμως προσπάθεια από ένα ή περισσότερους συμβαλλόμενους ηθελημένης αλλοιώσεως της υπογραφής τους, με την οπισθοβουλία να αμφισβητηθεί αργότερα από τους ίδιους η γνησιότητά της»» Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία των δυο γραφολόγων (Μ.Κ.4 και Μ.Υ.2) παρατηρώ τα εξής: Πρώτο, και οι δυο έχουν θέσει το αναγκαίο υπόβαθρο προκειμένου να με πείσουν ότι είναι ειδικοί σε θέματα γραφολογικής εξέτασης και ότι προς τούτο διαθέτουν αρκετά επιστημονικά προσόντα καθώς και την αναγκαία πείρα. Δεύτερο, και οι δυο με έχουν εφοδιάσει με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια που θα μου επιτρέψουν να καταλήξω σε δικαστική κρίση (βλ. μεταξύ άλλων Pouris & another v. The Republic

(1983)2 C.L.R. 170 και Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Tρίτο, και οι δυο χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο και μέσα και με επαρκή τεκμηρίωση, με έχουν πείσει για την ορθότητα του κοινού τους συμπεράσματος, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου δεν είναι γνήσια αλλά, «.προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή της.» όπως αναφέρει στην έκθεσή του ο Μ.Κ.4 ή όπως αναφέρει στη δική του έκθεση ο Μ.Υ.2 «... αυτή έχει χαραχθεί, με προσπάθεια απομίμησης της γνησίας υπογραφής της.» Απ' εκεί και πέρα, στο βαθμό που ο Μ.Υ.2, έστω έμμεσα άφησε να νοηθεί ότι ενδέχεται να πρόκειται για αυτοπλαστογράφηση ή μεταμφιεσμένη πλαστογραφία (ηθελημένη αλλοίωση), η αμφισβητούμενη υπογραφή της παραπονούμενης, δηλαδή, να έχει τεθεί από την ίδια, λυπούμαι να παρατηρήσω ότι, το μόνο που πέτυχε είναι να εκτεθεί ως εμπειρογνώμονας, ο οποίος, προκειμένου να βοηθήσει τον κατηγορούμενο που τον έχει κλητεύσει στην υπεράσπισή του - κατά μία εκδοχή - επιχείρησε - ανεπιτυχώς - να με παραπλανήσει επιστρατεύοντας μάλιστα και επιστημονικά συγγράμματα, τα οποία, κάθε άλλο παρά τον επιβεβαιώνουν, σε σχέση με το συμπέρασμά του στη σελίδα 20 της έκθεσής του, ότι, μια απομίμηση μπορεί να είναι και εσκεμμένη προσπάθεια αλλοίωσης ή μετατροπής του φυσιολογικού τρόπου γραφής από το ίδιο πρόσωπο, με πρόθεση να την αμφισβητήσει εκ των υστέρων. Εξηγώ αμέσως τι θέλω να πω: Προκειμένου ο μάρτυρας να αιτιολογήσει το ορθό συμπέρασμά του, ότι δεν είναι γνήσια η φερόμενη ως υπογραφή της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου, αλλά, προσπάθεια απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της παραθέτει δέκα σημαντικές διαφορές που παρουσιάζει αυτή, μετά από σύγκρισή της με τις 29 γνήσιες υπογραφές της παραπονούμενης, χωρίς να αναφέρεται σε κανένα κοινό γραφολογικό χαρακτηριστικό. Προηγουμένως μάλιστα καθώς ήδη έχει αναφερθεί κάτω από τον τίτλο «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ» στη σελίδα 5 της έκθεσής του, μεταξύ άλλων αναφέρει και τα ακόλουθα που σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν αφήνουν ίχνος αμφιβολίας, περί της ορθότητας του συμπεράσματος και των δυο γραφολόγων, πως δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή η αμφισβητούμενη υπογραφή επί του επίδικου πληρεξουσίου, αλλά, για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης κ.λ.π.: Πρώτο, ότι αν μια ύποπτη υπογραφή/γραφή συμφωνεί με τα γραφολογικά χαρακτηριστικά του συγκριτικού υλικού που υποβλήθηκε για εξέταση και σύγκριση, τότε πρέπει να έγινε από το συγκεκριμένο πρόσωπο που ανήκουν τα δείγματα γραφής/υπογραφής. Δεύτερο, ότι, αντίθετα, αν μεταξύ των αμφισβητουμένων υπογραφών/γραφής και των δειγμάτων υπάρχουν διαφορές ουσίας, τότε αυτές πρέπει να έγιναν από διαφορετικό πρόσωπο(α). Τρίτο, ότι οποιαδήποτε χαρακτηριστικά και αν έχουν δύο γραφές/υπογραφές όμοια μεταξύ τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν γίνει από το ίδιο πρόσωπο, αν περιέχουν έστω και μια βασική διαφορά, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παρόλα αυτά επιστρατεύοντας και τα δυο συγγράμματα («Η Γραφολογία στην Υπηρεσία της Δικαιοσύνης» του Δημ. Λ. Βαλληνδρά
(1982)το ένα και «Γραφή με το χέρι & Πλαστογραφία» του Κωνσταντίνου Βέννη το δεύτερο - βλ. αντίστοιχα τα τεκμήρια 34 και 35 - ) προσπάθησε να με πείσει ότι μία απομίμηση μπορεί να είναι και εσκεμμένη προσπάθεια αλλοίωσης ή μετατροπής του φυσιολογικού τρόπου γραφής από το ίδιο πρόσωπο, με πρόθεση να την αμφισβητήσει εκ των υστέρων. Η θέση αυτή που προφανώς είναι παράλογη, αυθαίρετη και αντινομική, όχι μόνο στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης, αλλά, αντίθετα καταρρίπτεται ολότελα και από τα δυο συγγράμματα που επικαλείται ο μάρτυρας, για σκοπούς τεκμηρίωσής της. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι, πουθενά στα παραπάνω συγγράμματα αναφέρεται ότι μία απομίμηση μπορεί να είναι και εσκεμμένη αλλοίωση. Απεναντίας, αυτό που ξεκάθαρα προκύπτει από τα εν λόγω συγγράμματα είναι ότι πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικές μορφές πλαστογραφίας η απομίμηση από την εσκεμμένη αλλοίωση της υπογραφής. Θα έλεγα ότι η μια βρίσκεται στον αντίποδα της άλλης, υπό την έννοια ότι, ό,τι επιδιώκει ο πλαστογράφος της υπογραφής στη μία περίπτωση είναι ακριβώς το αντίθετο αυτού που επιδιώκει στην άλλη. Έτσι, στην πρώτη περίπτωση, ο πλαστογράφος, προκειμένου να παραστήσει την υπογραφή ως γνήσια, δηλαδή, ότι ανήκει στο πρόσωπο που του αποδίδεται προσπαθεί να τη σχηματίσει όσο πιο τέλεια γίνεται, σε βαθμό που να φαίνεται ότι πρόκειται για γνήσια υπογραφή. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση, το πρόσωπο που υπογράφει καταβάλλει προσπάθεια να μεταμφιέσει και ηθελημένα αλλοιώσει την υπογραφή του, με την οπισθοβουλία να την αμφισβητήσει αργότερα και να αποστεί των δεσμεύσεων που ανέλαβε λέγοντας «αυτή η υπογραφή δεν είναι δική μου». Φυσικά, ο μάρτυρας, θεωρώ πως, όχι τυχαία παρέλειψε να παραθέσει στην έκθεση του και τα ακόλουθα αποσπάσματα από τα δυο συγγράμματα στα οποία με παρέπεμψε, συναφώς με την περίπτωση αυτοπλαστογράφησης ή ηθελημένης αλλοίωσης της υπογραφής και ιδιαίτερα, για το λόγο που γίνεται κάτι τέτοιο. Ειδικότερα: Από το σύγγραμμα του Βαλληνδρά (τεκμήριο 34): «Το «εγχείρημα» αυτό είναι και επικίνδυνο και επισφαλές (μολονότι επικρατεί η αντίθετη άποψη σε ευρέα λαϊκά στρώματα), και επιχειρείται με την εσφαλμένη αντίληψη ότι μπορεί κανείς να αλλοιώσει την υπογραφή του σε σημείο ώστε να μη μπορεί να διαγνωσθεί αυτή η «αυτοπλαστογράφηση». Από το σύγγραμμα του Βέννη (τεκμήριο 35): «Ο πλαστογράφος αυτής της περίπτωσης δυσκολεύεται ιδιαίτερα να παράγει μια μη-αναγνωρίσιμη, μεταμφιεσμένη γραφή ή υπογραφή που ο εξεταστής Ειδικός Δικαστικός Γραφολόγος να μην μπορεί να την αποκαλύψει. Μόνο, όταν ο εξεταστής δεν έχει την εμπειρία για να την αναγνωρίσει θα παραμείνει μη-αναγνωρίσιμη. Τι μπορεί να κάνει τον πλαστογράφο να αποτύχει στην προσπάθειά του. Ένα σημαντικό γεγονός είναι, ότι ο πλαστογράφος αυτής της περίπτωσης δεν μπορεί να διατηρήσει την αλλοίωση των χαρακτηριστικών της γραφής του για μεγάλο χρονικό διάστημα και ξαναγυρίζει στο δικό του στυλ γραφής. Αλλά μπορεί και να μην είναι σε θέση να εξαφανίσει ή να μεταμφιέσει τα δικά του συνειδητά χαρακτηριστικά γραφής, αυτά που καλλιεργεί σε ολόκληρη τη ζωή του.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να αιτιολογήσω πλήρως το συμπέρασμά μου ότι πρόκειται για μη γνήσια υπογραφή, η φερόμενη ως υπογραφή της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου, αλλά, για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή της. Δηλαδή, ότι πρόκειται για πλαστογραφημένη υπογραφή και περαιτέρω γιατί αποκλείω να πρόκειται για εσκεμμένη προσπάθεια αλλοίωσης ή μετατροπής του φυσιολογικού τρόπου γραφής της από την ίδια την παραπονούμενη, με πρόθεση να την αμφισβητήσει εκ των υστέρων. Δεδομένου του παραπάνω συμπεράσματός μου για το μη γνήσιο της υπογραφής της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου που επιλύει και το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας των υπόλοιπων μαρτύρων, οι οποίοι κατάθεσαν, είτε για την κατηγορούσα αρχή είτε για την υπεράσπιση καθίσταται πολύ πιο απλό και εύκολο. Με αντιπαραβολή της μαρτυρίας της παραπονούμενης Greta Tabalo Konstantinova (Μ.Κ.3), επί της ουσίας, προς την αντίστοιχη μαρτυρία του κατηγορούμενου Abdul Rahman Tabalo και της πιστοποιούσης υπαλλήλου Νιόβης Πετρίδου (Μ.Υ.4) δεν έχω κανένα απολύτως δισταγμό να δεχτώ τη μαρτυρία και κατ' επέκταση την εκδοχή της παραπονούμενης, ως περιέχουσα την αλήθεια για τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, σε αντίθεση με τους άλλους δυο, των οποίων η μαρτυρία, επί του προκειμένου απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Χωρίς να σημαίνει ότι η παραπονούμενη δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, επειδή, πρώτο, η μαρτυρία της, επί της ουσίας και ιδιαίτερα σε σχέση με το βασικό επίδικο θέμα επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της επιστημονικής μαρτυρίας, η οποία, μάλιστα προέρχεται και από μάρτυρα της υπεράσπισης και δεύτερο, επειδή, οι εν λόγω αντιφάσεις αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, κάτι που το θεωρώ και φυσιολογικό να συμβαίνει δεδομένου και του χρονικού διαστήματος των τριών και πλέον ετών που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, επομένως, οι εν λόγω αντιφάσεις, όχι μόνο δεν κλονίζουν την αξιοπιστία της παραπονούμενης, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Αντίθετα, η μαρτυρία του κατηγορούμενου καθώς και της πιστοποιούσης υπαλλήλου Νιόβης Πετρίδου (Μ.Υ.4) επί του βασικού επίδικου θέματος καταρρίπτεται πλήρως από το περιεχόμενο της επιστημονικής μαρτυρίας, η οποία περικλείει και την εξέταση τεκμηρίων, ανάμεσά τους και το επίδικο πληρεξούσιο που μαζί με τα υπόλοιπα τεκμήρια που χρησιμοποίησαν οι δυο γραφολόγοι, για σκοπούς διενέργειας της σχετικής εξέτασης αποτελούν πραγματική μαρτυρία, η οποία καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326, 366): «.συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας.» Πέραν όμως αυτού τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η πιστοποιούσα υπάλληλος υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις τόσο μεταξύ τους όσο και ατομικά, ενώ προέβαλαν και ισχυρισμούς οι οποίοι στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που αιτιολογούν πιστεύω τις παραπάνω διαπιστώσεις μου: Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 30) ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους το Δεκέμβρη του 2006 που αγόρασε το επίδικο ακίνητο αποφάσισε να το εγγράψει και επ' ονόματι της παραπονούμενης συζύγου του ήταν για να το προστατεύσει από πιθανές αξιώσεις τρίτων εναντίον του, από τις επιχειρηματικές του συναλλαγές που δεν πήγαιναν καλά και για τις οποίες - αξιώσεις - τη δεδομένη περίοδο είχε απειληθεί με νομικά μέτρα. Όμως, κατά ή περί την 1.7.2008 επειδή δεν είχε κανένα λόγο να το έχει γραμμένο στο όνομα της παραπονούμενης απευθύνθηκε στο δικηγόρο του, ο οποίος σύνταξε το επίδικο πληρεξούσιο. Ωστόσο, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 9Α) ισχυρίζεται ότι ο λόγος που έγραψε το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της παραπονούμενης ήταν επειδή φοβήθηκε ότι, αν είχε οικονομικά προβλήματα, θα του έπαιρναν το σπίτι. Μάλιστα συμφώνησαν τότε, όπως ισχυρίζεται με την παραπονούμενη, να της μεταβιβάσει το ½ μερίδιο του σπιτιού για 6 μήνες οπότε αυτή θα το επαναμεταβίβαζε στο όνομά του. Το μέγεθος της αντίφασης, αναφορικά με το λόγο για τον οποίο υποτίθεται ότι ο κατηγορούμενος μεταβίβασε το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου, επ' ονόματι της παραπονούμενης είναι ολοφάνερο. Η εκδοχή του όμως επί του προκειμένου διίσταται σε σχέση και με το τι θα γινόταν και/ ή έγινε στη συνέχεια. Με τη γραπτή του δήλωση ισχυρίζεται ότι, επειδή, κατά ή περί την 1.7.2008, δηλαδή, ενάμιση και πλέον χρόνο μετά την αγορά του επίδικου ακινήτου δεν είχε κανένα λόγο να το έχει γραμμένο στο όνομα της παραπονούμενης πήγε στο δικηγόρο του, ο οποίος του ετοίμασε το επίδικο πληρεξούσιο. Με την ανακριτική του κατάθεση ισχυρίζεται ότι με την παραπονούμενη, συμφώνησαν εξ υπαρχής, ότι θα της μεταβιβάσει το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου για έξι μήνες και ότι στη συνέχεια αυτή θα του το επαναμεταβίβαζε. Δεν μπορεί ασφαλώς να ισχύουν και τα δύο και αυτή είναι η δεύτερη σοβαρή αντίφαση που εντοπίζω σε σχέση με το ίδιο θέμα. Βέβαια είτε τη μια εκδοχή λάβω υπόψη, είτε την άλλη, εξ αντικειμένου ανακύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα: Εάν ο λόγος που μεταβίβασε αρχικά όπως λέει το ½ μερίδιο του επί του ακινήτου επ' ονόματι της παραπονούμενης ήταν αυτός που ανάφερε είτε στη γραπτή του δήλωση είτε στην ανακριτική του κατάθεση, γιατί δεν μεταβίβασε ολόκληρο το ακίνητο επ' ονόματι της παραπονούμενης συζύγου του, παρά μόνο το μισό; Πώς θα προστάτευε το άλλο μισό μερίδιο, δεδομένου και του συνολικού τιμήματος αγοράς του (£250.000) είτε από τις αξιώσεις των τρίτων που τον απειλούσαν με νομικά μέτρα είτε από τα οικονομικά προβλήματα που αν είχε θα του έπαιρναν το ακίνητο; Έπειτα, πώς ήξερε όταν συμφωνούσε με την παραπονούμενη να του επαναμεταβιβάσει το μερίδιό της, έξι μήνες μετά, ότι τότε δεν θα είχε τα οικονομικά προβλήματα που αν είχε, όπως αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση, θα του έπαιρναν το σπίτι; Ισχυρίζεται ακόμη ο κατηγορούμενος στη γραπτή του δήλωση, ότι, όταν ο δικηγόρος του τού απέστειλε το επίδικο πληρεξούσιο στην ηλεκτρονική του διεύθυνση, το εκτύπωσε και το πήρε στην τράπεζα για έγκριση, εκεί, κάποιος υπάλληλος έκανε διόρθωση με το χέρι σ' αυτό. Ύστερα το πήρε στο σπίτι και το παρέδωσε στην παραπονούμενη ζητώντας της να πάει στην πιστοποιούσα υπάλληλο Νιόβη Πετρίδου να το υπογράψει. Ερώτημα. Αφού του το έστειλε στην ηλεκτρονική του διεύθυνση ο δικηγόρος του το επίδικο πληρεξούσιο, γιατί δεν του είπε να του το στείλει εκ νέου διορθωμένο, περιλαμβανομένης δηλαδή σ' αυτό και της χειρόγραφης προσθήκης από τον υπάλληλο της τράπεζας, και το πήρε στην παραπονούμενη με τη χειρόγραφη διόρθωση; Όταν στις 13.10.2008, όπως αναφέρει και πάλι στη γραπτή του δήλωση, ανακάλυψε ότι η παραπονούμενη του έκλεψε από το βιβλιάριο επιταγών τις πέντε επιταγές και αφού πλαστογράφησε την υπογραφή του σε δυο απ' αυτές, τις εισέπραξε σε μετρητά, γιατί δεν την κατάγγειλε στην αστυνομία, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, μεταξύ 1ης και 8ης 7.2008, του έκλεψε και χρήματα από τη τσέπη, ενώ είχε τραβήξει και όλα του τα χρήματα χρησιμοποιώντας την πιστωτική του κάρτα; Έπειτα, γιατί δεν παρουσίασε σχετική μαρτυρία από την τράπεζα που να επιβεβαιώνει όσους από τους παραπάνω ισχυρισμούς του μπορούσαν να επιβεβαιωθούν; Και πόσο λογικό είναι για να το πιστέψω, ότι, όταν γύρισε στο σπίτι από την τράπεζα πολύ θυμωμένος και είπε στην παραπονούμενη ότι ήθελε να δηλώσει στην αστυνομία αυτό που έγινε με τις επιταγές, αυτή του απάντησε με τη φράση: «Τι νομίζεις ότι κάνεις για μένα, υπάρχουν και άλλοι άντρες οι οποίοι θα κάνουν πιο πολλά για να είναι μαζί μου» και ενώ μετά από αυτό που υποτίθεται του είπε έφυγε από το σπίτι η ίδια μαζί με το παιδί, χωρίς ο ίδιος ακόμη και τότε να αισθανθεί την ανάγκη να την καταγγείλει στην αστυνομία; Σε συνέχεια των προηγούμενων, επειδή ο δικηγόρος του υπόβαλε στην παραπονούμενη, ότι η αρχική της καταγγελία εναντίον του στις 14.10.2008 (τεκμήριο 2) έγινε σε αντιπερισπασμό των απειλών του προς την ίδια την προηγούμενη μέρα ότι θα την κατάγγελλε στην αστυνομία για την πλαστογραφία των επιταγών, γιατί δεν το ανάφερε και ο ίδιος αυτό στην ανακριτική του κατάθεση; Έπειτα, αυτός είναι ο λόγος που η παραπονούμενη τον κατάγγειλε στην αστυνομία ή αυτό που αναφέρει ο ίδιος στη γραπτή του δήλωση και συγκεκριμένα, ότι η παραπονούμενη χρησιμοποίησε την καταγγελία εναντίον του για να πάρει χρήματα απ' αυτόν και να φύγει έτσι και αλλιώς με το φίλο της; Και πότε υποβλήθηκε το τελευταίο στην παραπονούμενη, για να της δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσει; Ακολούθως, επειδή και πάλι με τη γραπτή του δήλωση ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τη μόνη υπογραφή της παραπονούμενης που έχει δει είναι αυτή στο συμβόλαιο αγοράς του επίδικου ακινήτου (μέρος του τεκμηρίου 21), επομένως, όπως άφησε να νοηθεί, δεν είχε μα ούτε και μπορούσε να πλαστογραφήσει την υπογραφή της, θα ήθελα να πω δυο πράγματα, προκειμένου να καταρρίψω και αυτό τον ισχυρισμό του καθώς και για να αναδείξω ακόμη μια σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε. Καταρχήν, ο ίδιος, με την παράγραφο 3 της γραπτής του δήλωσης ισχυρίζεται ότι στις 20.12.2006, η παραπονούμενη, εκτός από το αγοραπωλητήριο έγγραφο υπόγραψε και πληρεξούσιο, εξουσιοδοτώντας τον να αγοράσει το επίδικο ακίνητο και να πάει στο κτηματολόγιο να το γράψει επ' ονόματι και των δυο. Έπειτα, όπως προκύπτει από την έκθεση του Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Υ.2) στη σελίδα 5, ανάμεσα στα διάφορα έγγραφα που έλαβε υπόψη για σκοπούς διεξαγωγής της σχετικής γραφολογικής εξέτασης είναι και η πρωτότυπη συμφωνία (building contract), ημερομηνίας 21.12.2006, με δείγματα υπογραφής τόσο του κατηγορούμενου όσο και της παραπονούμενης. Πρόκειται για το τελευταίο έγγραφο που επισυνάπτεται στην έκθεση του μάρτυρα το υπό αναφορά, επί του οποίου, στην τελευταία σελίδα υπάρχει και η υπογραφή της παραπονούμενης στη θέση των συμβαλλομένων μερών. Επομένως, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η μόνη υπογραφή της παραπονούμενης που έχει δει είναι αυτή στο συμβόλαιο αγοράς του επίδικου ακινήτου. Ο ισχυρισμός του πως δεν έχει κανένα λόγο να πλαστογραφήσει την υπογραφή της παραπονούμενης, χωρίς να σημαίνει ότι αποτελεί εύρημά μου ότι αυτός πλαστογράφησε την υπογραφή της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου προκαλεί θυμηδία, αν ληφθεί υπόψη, ότι, στον ουσιώδη χρόνο, οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν τεταμένες, ουσιαστικά ήταν σε διάσταση, ενώ ο ίδιος, στο δικαστήριο ανάλωσε σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του επιστρατεύοντας και δυο μάρτυρες, προκειμένου να με πείσει ότι το επίδικο ακίνητο, αγοραίας αξίας £250.000 ανήκει αποκλειστικά στον ίδιο, έστω κι αν αυτό γράφτηκε μόνο κατά το ήμισυ επ' ονόματί του. Ο ισχυρισμός του ότι είναι η παραπονούμενη από μόνη της που παραποίησε την υπογραφή της στο αγοραπωλητήριο έγγραφο καθώς και στο επίδικο πληρεξούσιο, για να μπορεί αργότερα, αν χρειαζόταν, να την αρνηθεί, όπως και έκανε, επειδή είχε αποφασίσει να τον εγκαταλείψει και να πάει να ζήσει με το φίλο της καταρρίπτεται για τους εξής, μεταξύ άλλων, λόγους: Καταρχήν, αυτός αποτελεί νέα εκδοχή, αναφορικά με το κίνητρο που αποδίδει στην παραπονούμενη να τον καταγγείλει που έρχεται σε αντίθεση με την υποβολή του δικηγόρου του προς την ίδια, ότι στις 14.10.2008 τον κατάγγειλε στην αστυνομία, σε αντιπερισπασμό, επειδή την προηγούμενη μέρα, την απείλησε ότι θα την κατάγγελλε αυτός στην αστυνομία, επειδή του έκλεψε τις πέντε επιταγές και πλαστογραφώντας την υπογραφή του σε δυο από αυτές απόσπασε το προϊόν τους από την τράπεζα σε μετρητά. Έπειτα, ο παραπάνω όψιμος ισχυρισμός του κατηγορούμενου, ουδέποτε υποβλήθηκε στην παραπονούμενη, για να της δοθεί η ευκαιρία αν μη τι άλλο να σχολιάσει. Ακολούθως, ο ίδιος, δεν ισχυρίστηκε κάτι ανάλογο στην αστυνομία. Τέλος, καθώς ήδη έχει αναφερθεί σύμφωνα με το κοινό συμπέρασμα και των δυο γραφολόγων πρόκειται για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης της υπογραφής της παραπονούμενης, η φερόμενη ως υπογραφή της στο επίδικο πληρεξούσιο και όχι για προσπάθεια αλλοίωσης, ενώ, ειδικά για το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21.12.2006 (μέρος του τεκμηρίου 21) διερωτώμαι πώς μπορεί ο κατηγορούμενος να ισχυρίζεται ότι η παραπονούμενη παραποίησε την υπογραφή της, τη στιγμή που σύμφωνα με τον Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Υ.2), δηλαδή το μάρτυρα του, η αμφισβητούμενη υπογραφή επί του επίδικου πληρεξουσίου παρουσιάζει σημαντικές διαφορές και με τις υπογραφές επί του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 21.12.2006, που είναι γνήσιες. Τέλος θεωρώ κορυφαίο ψέμα, τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου από την ανακριτική του κατάθεση, ότι στις 8.7.2008 μαζί με την παραπονούμενη πήγαν στην πιστοποιούσα υπάλληλο Νιόβη Πετρίδου (Μ.Υ.4) όπου η παραπονούμενη στην παρουσία του υπόγραψε το επίδικο πληρεξούσιο, ενώ η πιστοποιούσα υπάλληλος πιστοποίησε την υπογραφή της. Επί του προκειμένου, το περιεχόμενο της επιστημονικής μαρτυρίας δεν μου επιτρέπει να πω κάτι διαφορετικό, συναφώς με τον παραπάνω ισχυρισμό του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος ωστόσο, προκειμένου να με πείσει για το αληθές της εκδοχής του επί του βασικού επίδικου θέματος επιστράτευσε ως μάρτυρα και την πιστοποιούσα υπάλληλο Νιόβη Πετρίδου (Μ.Υ.4) η οποία, προφανώς είχε κάθε λόγο να καταθέσει προς υπεράσπισή του, αφού, με αυτό τον τρόπο προέβαλλε και τη δική της υπεράσπιση, για το γεγονός, ότι πιστοποίησε ψευδώς, ότι η παραπονούμενη υπόγραψε στην παρουσία της το επίδικο πληρεξούσιο. Τα παραδείγματα που ακολουθούν από τη μια αναδεικνύουν το μέγεθος της σύγκρουσης μεταξύ των δυο, δηλαδή, του κατηγορούμενου και της Μ.Υ.4 σε ουσιώδη πτυχή της μαρτυρίας τους και από την άλλη, ότι η Μ.Υ.4 υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και σε σχέση με όσα ανάφερε η ίδια. Ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος αντεξεταζόμενος ότι είναι η παραπονούμενη που συμπλήρωσε την ημερομηνία στο επίδικο πληρεξούσιο. Ωστόσο, η Μ.Υ.4 αντεξεταζόμενη κι αυτή, ερωτηθείσα αν η συμπλήρωση της ημερομηνίας στο επίδικο πληρεξούσιο της θυμίζει κάτι, «εν τα γράμματα μου» απάντησε. Και τι να πω για τον ισχυρισμό της, ότι για να πιστοποιήσει ένα πληρεξούσιο έγγραφο θα πρέπει αυτό να είναι συμπληρωμένο ή αν έχει λάθος, εκτός εάν γίνει η σχετική διόρθωση στην παρουσία της και τεθεί η υπογραφή της καθώς και τα αρχικά αυτού που υπογράφει το πληρεξούσιο, δεν πιστοποιεί την υπογραφή του τελευταίου, τη στιγμή που επί του επίδικου πληρεξουσίου υπάρχει ολόκληρη χειρόγραφη πρόταση και ενώ συμφώνησε πως δεν υπάρχουν τα αρχικά της παραπονούμενης, η οποία υποτίθεται υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο στην παρουσία της, εντούτοις πιστοποίησε την «υπογραφή της». Δεν νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας τόσο του κατηγορούμενου όσο και της πιστοποιούσης υπαλλήλου ως μαρτύρων. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 556 Ανδρέα Αποστόλου (Μ.Κ.1), δεδομένου του συμπεράσματος μου αναφορικά με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, καθίσταται εντελώς επουσιώδους σημασίας. Εν πάση περιπτώσει, για τις ενέργειές του, παραπέμπω στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 1) που υιοθετήθηκε από αυτόν ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα ο υπό αναφορά, του οποίου η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή. Δέχομαι και τη μαρτυρία της Πολίνας Κουρσάρου (Μ.Κ.2). Η μάρτυρας είναι κτηματολογική λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και συγκεκριμένα ελέγκτρια στον κλάδο αποδοχής μεταβιβάσεων. Προκύπτει από το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 20) ότι στις 10.9.2008 προσήλθε στο τμήμα της ο κατηγορούμενος, ο οποίος, με τη χρήση του επίδικου πληρεξουσίου το οποίο παρουσίασε μεταβίβασε επ' ονόματί του το μερίδιο της παραπονούμενης επί του επίδικου ακινήτου που ήταν υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου. Η μαρτυρία του Στέλιου Ξενοφώντος (Μ.Υ.1) επί της ουσίας απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής, με μόνο λόγο, ότι ο μάρτυρας, που προφανώς επιστρατεύτηκε από τον κατηγορούμενο, προκειμένου να τον επιβεβαιώσει σε σχέση με μερικούς από τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο ίδιος, επιχείρησε να τον επιβεβαιώσει και ως προς τους λόγους για τους οποίους υποτίθεται θα αποκτούσε προσωρινά με την παραπονούμενη το επίδικο ακίνητο, για τους οποίους κρίθηκε αναξιόπιστος. Η μαρτυρία της Έλενας Αλεξάνδρου (Μ.Υ.3) υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου, μολονότι εξ ακοής γίνεται αποδεκτή. Εν πάση περιπτώσει, η αξία της έγκειται στο γεγονός, ότι αποκαλύπτει το κίνητρο που είχε ο κατηγορούμενος, προκειμένου να θέλει να αποσπάσει με οποιοδήποτε τρόπο το μερίδιο της παραπονούμενης επί του επίδικου ακινήτου, για το οποίο, κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες να με πείσει, ότι, παρότι αυτό αγοράστηκε και γράφτηκε εξ ημισείας επ' ονόματι τόσο του ιδίου όσο και της παραπονούμενης, ουσιαστικά ανήκει μόνο στον ίδιο. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, συγκεφαλαιώνοντας βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Η παραπονούμενη Greta Tabalo Konstantinova από τη Βουλγαρία και ο κατηγορούμενος Abdul Rahman Tabalo ήταν αντρόγυνο. Παντρεύτηκαν το 2001 και από το γάμο του απέκτησαν ένα παιδί, ηλικίας 10 ετών σήμερα. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 21.12.2006 το ζεύγος Tabalo αγόρασε από την εταιρεία Cymedcon Development Ltd από τη Λεμεσό το επίδικο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 12031, Φ./Σχ. 54/51, τεμάχιο 672, που βρίσκεται στον Άγιο Αθανάσιο. Πρόκειται για την οικία τους αυτό και το αγόρασαν για το συνολικό ποσό των £250.000, ενώ, στις 12.2.2007, με τη σχετική δήλωση μεταβίβασης Π642/07 μεταβιβάστηκε εξ ημισείας στην παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο. Το 2008, επειδή οι σχέσεις ανάμεσα στο ζεύγος Tabalo είχαν διαταραχθεί σε βαθμό που υπήρξε διάσταση μεταξύ τους, με αποτέλεσμα το χωρισμό τους το 2009 με την έκδοση διαζυγίου, ο κατηγορούμενος που θεωρούσε ότι το επίδικο ακίνητο, έστω κι αν είχε γραφτεί επ' ονόματι και της παραπονούμενης, εντούτοις ανήκε μόνο στον ίδιο, κατά ή περί των Ιούνιο του 2008 ζήτησε από την παραπονούμενη να του υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο, προκειμένου να μπορεί ο ίδιος να μεταβιβάσει οτιδήποτε ήταν γραμμένο επ' ονόματι της σε οποιοδήποτε πρόσωπο, του ιδίου περιλαμβανομένου. Η παραπονούμενη αρνήθηκε να του υπογράψει τέτοιο έγγραφο, ωστόσο, όταν στις 13.10.2008 μετέβη στο επίδικο ακίνητο για να πάρει ρούχα για την ίδια και το παιδί βρήκε νέο τίτλο ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου, από τον οποίο προέκυπτε ότι αυτό, ολόκληρο ήταν γραμμένο επ' ονόματι μόνο του κατηγορούμενου. Επειδή δεν είχε παραχωρήσει σε κανένα πληρεξούσιο έγγραφο θεώρησε ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της για να διαγραφεί το όνομά της από τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, έτσι, την επομένη, 14.10.2008 κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Προέκυψε από τις αστυνομικές εξετάσεις, ότι ο κατηγορούμενος, στις 10.9.2008 μετέβη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, όπου με τη χρήση του επίδικου - πλαστού - πληρεξουσίου εγγράφου, ημερομηνίας 8.7.2008, το οποίο παρουσίασε, με τη δήλωση μεταβίβασης Δ.3116/08 μεταβίβασε το μερίδιο της παραπονούμενης επί του επίδικου ακινήτου δυνάμει δωρεάς, επ' ονόματί του οπότε και κατέστη απόλυτος ιδιοκτήτης του. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα σχετικής γραφολογικής εξέτασης προέκυψε ότι η φερόμενη ως η υπογραφή της παραπονούμενης στη θέση πάνω από το όνομά της, επί του επίδικου πληρεξουσίου, με το οποίο κατέστη δυνατή η παραπάνω μεταβίβαση δεν είναι γνήσια, αλλά, προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη, επειδή δεχόταν απειλές από τον κατηγορούμενο και φοβόταν να μην της κάνει κακό, αφότου αυτός έλαβε γνώση της αρχικής της καταγγελίας στην αστυνομία, στις 10.1.2009, με τη γραπτή της κατάθεση (τεκμήριο 4Α) ανάφερε στην αστυνομία, ότι η υπογραφή της επί του επίδικου πληρεξουσίου είναι γνήσια και όχι πλαστογραφημένη. Yπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πλαστογραφίας (1η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 336 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 331: «Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης.» Το άρθρο 333(α) προνοεί ότι: «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα.» Τέλος, το άρθρο 334 ορίζει πότε τεκμαίρεται η πρόθεση καταδολίευσης, σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας. Πότε ένα έγγραφο είναι πλαστό απορρέει από το περιεχόμενο του άρθρου 333 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο ορίζει τις περιπτώσεις όπου κάποιος θεωρείται ότι καταρτίζει πλαστό έγγραφο. Αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να θεωρηθεί πλαστό ένα έγγραφο παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από το σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice & Evidence
(2003)p. 357, par. B6.2.: Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it ´tells a lie´ about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original). Συνάγεται από τα παραπάνω ότι για να χαρακτηριστεί πλαστό ένα έγγραφο θα πρέπει να εμφανίζει γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και να είναι δυνατό να εξαπατηθεί οποιοδήποτε πρόσωπο έρθει σε επαφή μαζί του. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: Πρώτο, ο καταρτισμός εγγράφου, δεύτερο, που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα, τρίτο, με σκοπό καταδολίευσης. Καταλογίζεται στον κατηγορούμενο με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 1ης κατηγορίας, ότι στις 8.7.2008, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή, το επίδικο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με ημερομηνία 8.7.2008, το οποίο εμφανιζόταν ότι ήταν, ό,τι δεν ήταν στην πραγματικότητα. Παρατηρώ τα εξής: Ότι πρόκειται για πλαστό έγγραφο το επίδικο πληρεξούσιο έχει αποδειχθεί. Και είναι πλαστό, επειδή, η φερόμενη ως η υπογραφή της παραπονούμενης σ' αυτό, πάνω από το όνομά της δεν είναι γνήσια αλλά προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της. Απ' εκεί και πέρα λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και τη νομική του εμβέλεια είναι φανερό, ότι αυτό καταρτίστηκε με πρόθεση καταδολίευσης της παραπονούμενης, η οποία, χωρίς να έχει οποτεδήποτε εξουσιοδοτήσει είτε τον κατηγορούμενο και εν διαστάσει σύζυγό της κατά τον ουσιώδη χρόνο είτε τη Νίκη Παντελή - που επίσης ορίζεται ως αντιπρόσωπός της με το επίδικο πληρεξούσιο -, για να προβούν εκ μέρους της σε οποιαδήποτε από τις πράξεις που αναφέρονται σ' αυτό, συναφώς με το επίδικο ακίνητο, με τη χρήση του εν λόγω εγγράφου αποξενώθηκε παράνομα του μεριδίου της επί του επίδικου ακινήτου. Ό,τι απομένει είναι απόφανση για το πρόσωπο που κατάρτισε το επίδικο πληρεξούσιο και αν πρόκειται για τον κατηγορούμενο αυτό. Για λόγους που έχουν αναφερθεί και οι δυο γραφολόγοι που κατάθεσαν ως μάρτυρες στην παρούσα υπόθεση δεν μπορούν να αποφανθούν κατά πόσο η πλαστογραφημένη υπογραφή της παραπονούμενης επί του επίδικου πληρεξουσίου τέθηκε από τον κατηγορούμενο. Το γεγονός ότι αυτός είναι το πρόσωπο που με τη χρήση του μεταβίβασε επ' ονόματί του το μερίδιο της παραπονούμενης επί του επίδικου ακινήτου, σε συνδυασμό και με διάφορα άλλα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, καθιστά πολύ πιθανόν το ενδεχόμενο, αυτός είτε να κατάρτισε το πλαστό έγγραφο είτε να ανάθεσε σε κάποιο άλλο να πλαστογραφήσει την υπογραφή της παραπονούμενης, την οποία ο ίδιος και γνώριζε και κατείχε. Για να υπενθυμίσω, η παραπονούμενη έθεσε την υπογραφή της σε δυο έγγραφα τα οποία υπόγραψε και ο κατηγορούμενος. Αυτά δε μαζί με άλλα λήφθηκαν υπόψη από το γραφολόγο Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Υ.2) κατά την εξέταση και σύγκριση της υπογραφής επί του επίδικου πληρεξουσίου, με τις γνήσιες υπογραφές της παραπονούμενης, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο η πρώτη είναι γνήσια ή όχι. Μολονότι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη του αδικήματος και θεωρείται ότι είναι ένοχος γι' αυτό και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός: «(α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα. (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον. (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλο ή που παρακινεί αυτό κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος.» εντούτοις, η αδυναμία μου να προσδιορίσω κατά συγκεκριμένο τρόπο, τον τρόπο συμμετοχής του κατηγορούμενου στον καταρτισμό του επίδικου πλαστού εγγράφου, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, σε ποινική δίκη, υποθέσεις όσο εύλογες κι αν είναι δεν επιτρέπονται (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) η σχετική - 1η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε με τη 2η κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα που το δημιουργεί στοιχειοθετείται όταν κάποιος: Πρώτο, εν γνώσει του ότι ένα έγγραφο είναι πλαστό, δεύτερο, το θέτει σε κυκλοφορία και τρίτο, με δόλιο τρόπο. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι για να καταδικαστεί κάποιος στην κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να είναι και το πρόσωπο που κατάρτισε το πλαστό έγγραφο. (βλ. Γερμανού v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 127). Τέλος, το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, για το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την 3η κατηγορία δημιουργούν τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Από το συνδυασμό τους προκύπτει ότι το αδίκημα στοιχειοθετείται όταν κάποιος: Πρώτο, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, δεύτερο και με σκοπό καταδολίευσης, τρίτο, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής κ.λ.π. Παρατηρώ τα εξής: Η 3η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη, με μόνο λόγο, ότι το μερίδιο της παραπονούμενης επί του επίδικου ακινήτου που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, δε δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Συνάγεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, ότι, αντικείμενο κλοπής αποτελεί μόνο κινητό πράγμα και όχι ακίνητη ιδιοκτησία. Εξού και το περιεχόμενο του εδαφίου 3 του άρθρου 255, σύμφωνα με το οποίο: «
(3)δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ό,τι απομένει να κριθεί είναι κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στη 2η κατηγορία, με την οποία, για να επαναλάβω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος αυτής τού καταλογίζεται ότι στις 10.9.2008 έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το επίδικο πληρεξούσιο. Ότι ο κατηγορούμενος στις 10.9.2008 παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και με τη χρήση του επίδικου πληρεξουσίου μεταβίβασε επ' ονόματι του το μερίδιο της παραπονούμενης επί του επίδικου ακινήτου έχει αποδειχθεί. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι το εν λόγω έγγραφο είναι πλαστό, αφού φέρει την παραπονούμενη να εξουσιοδοτεί τον κατηγορούμενο να προβεί στη συγκεκριμένη συναλλαγή, κάτι που για λόγους που έχουν αναφερθεί δεν αποτελεί γεγονός. Επομένως, το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος (η κυκλοφορία του εγγράφου) και μέρος του πρώτου (ότι αυτό είναι πλαστό) έχουν αποδειχθεί. Τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, όταν έθετε σε κυκλοφορία το επίδικο πλαστό πληρεξούσιο, πρώτο είχε γνώση ότι αυτό είναι πλαστό και δεύτερο, το έθεσε σε κυκλοφορία με δόλιο τρόπο. Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων άμεσης, πραγματικής, επιστημονικής, περιστατικής και ενισχυτικής μαρτυρίας καταλήγω στο μόνο ασφαλές συμπέρασμα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι, όταν ο κατηγορούμενος παρουσίαζε στο κτηματολόγιο το επίδικο πληρεξούσιο και με τη χρήση του αποσπούσε από την παραπονούμενη το μερίδιό της επί του επίδικου ακινήτου μεταβιβάζοντάς το επ' ονόματι του, δυνάμει δωρεάς, υποτίθεται, γνώριζε ότι αυτό ήταν πλαστό και το έκανε με δόλιο τρόπο. Ακολουθεί το σκεπτικό: Το επίδικο ακίνητο αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης και γράφτηκε επ' ονόματί τους εξ ημισείας. Παρόλα αυτά ο κατηγορούμενος θεωρούσε ότι στην πραγματικότητα ανήκε μόνο στον ίδιο, επειδή, όπως προσπάθησε να με πείσει είχε αγοραστεί με δικά του μόνο χρήματα. Στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα το 2008, όταν ζήτησε από την παραπονούμενη να του υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο, με το οποίο θα μπορούσε να μεταβιβάσει οτιδήποτε ήταν γραμμένο επ' ονόματί της σε οποιοδήποτε τρίτο και/ή στον ίδιο, οι δυο τους ήταν σε διάσταση. Η παραπονούμενη αρνήθηκε να του υπογράψει τέτοιο έγγραφο και αυτός της είπε ότι, είτε του υπογράψει είτε όχι θα βρει τρόπο να πάρει το επίδικο ακίνητο επ' ονόματί του. Όταν η παραπονούμενη έμαθε ότι διαγράφηκε το όνομά της από τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, το οποίο ανήκε πια αποκλειστικά στον κατηγορούμενο, στην ερώτησή της πώς μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο, αφού το μισό ακίνητο ήταν δικό της, αυτός της απάντησε ότι είναι ολόκληρο δικό του και ότι το αγόρασε αποκλειστικά με δικά του χρήματα οπότε η ίδια δεν είχε δικαίωμα σ' αυτό. Κατά τη δίκη, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να με πείσει πως είχε αγοράσει αποκλειστικά με δικά του χρήματα το επίδικο ακίνητο, πέραν όσων ανάφερε ο ίδιος παρουσίασε και την υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου Έλενα Αλεξάνδρου (Μ.Υ.3). Όταν έμαθε ότι η παραπονούμενη τον είχε καταγγείλει στην αστυνομία, με διάφορες απειλές, την ανάγκασε να αποσύρει την καταγγελία. Εάν η επίδικη συναλλαγή ήταν γνήσια και νόμιμη και ο κατηγορούμενος προέβαινε σ' αυτή με καθαρά χέρια δεν είχε κανένα λόγο να ανησυχεί για την εναντίον του καταγγελία της παραπονούμενης και να την απειλεί να την αποσύρει. Για λόγους που έχουν αναφερθεί ο κατηγορούμενος είχε λόγο, δηλαδή κίνητρο να θέλει να αποσπάσει με κάθε τρόπο και μέσο το μερίδιο της παραπονούμενης επί του επίδικου ακινήτου, σε αντίθεση με την ίδια, η οποία και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής δε νομίζω ότι θα επέλεγε να του παραχωρήσει δυνάμει δωρεάς το μερίδιο της επί του επίδικου ακινήτου, το 2008 που ήταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο και οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν τεταμένες. Τέλος, ο κατηγορούμενος που είναι και το πρόσωπο που επωφελήθηκε από τη χρήση του πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου, όταν ισχυριζόταν είτε στην αστυνομία είτε στο δικαστήριο, ότι η παραπονούμενη υπόγραψε το επίδικο πληρεξούσιο στην παρουσία του και ακολούθως ότι η πιστοποιούσα υπάλληλος Νιόβη Πετρίδου (Μ.Υ.4) πιστοποίησε την υπογραφή της σ' αυτό, έλεγε ψέματα. Και έλεγε ψέματα στο πλέον ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης το οποίο έχει αποδειχθεί όχι απλώς με ανεξάρτητη μαρτυρία, αλλά, με επιστημονική μαρτυρία, η οποία συνιστά και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αποδεικτική της αξία. Και, με δεδομένη την εμβέλεια της συγκεκριμένης μαρτυρίας είναι φανερό ότι τα ψέματα του κατηγορούμενου ήταν ηθελημένα, ενώ, το κίνητρό του να ψευστεί ήταν η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας, δεδομένων των επιπτώσεων στην υπεράσπισή του, αν έλεγε την αλήθεια. Τα παραπάνω ψέματα του κατηγορούμενου, δεν είναι ασφαλώς χωρίς συνέπειες. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Kωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου κ.ά., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 94/10, 95/10, 96/10, 97/10, 98/10 και 99/10, ημερομηνίας 16.12.2011) αυτά αποτελούν στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας σε βάρος του κατηγορούμενου, ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στη 2η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάτι που απέτυχε να κάνει σε σχέση με την 1η και την 3η κατηγορία. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη 2η κατηγορία, ενώ στις κατηγορίες 1 και 3 αθωώνεται. (Υπ.).............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ./MΠ, ΓΚ (Subject/Criminal/General/Interim Judgment) (Αναφορά: πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις - συστατικά στοιχεία του αδικήματος - , μαρτυρία - άμεση, περιστατική, επιστημονική, πραγματική, ενισχυτική -, ψέματα κατηγορούμενου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.