← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Nguyen Thi Dung, Αρ. Υπόθεσης: 9171/10, 25/7/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Nguyen Thi Dung, Αρ. Υπόθεσης: 9171/10, 25/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9171/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Nguyen Thi Dung Κατηγορούμενης -------------- Ημερομηνία: 25 Ιουλίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Για Κατηγορούμενη: κα Πιερούδη Κατηγορούμενη παρούσα --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορούμενη, μεταξύ Μαρτίου 2010 και 21ης Απριλίου 2010 στη Λεμεσό, ενώ ήταν υπάλληλος του Ανδρέα Αντωνίου, δηλαδή οικιακή βοηθός, έκλεψε το χρηματικό ποσό των 9000 ευρώ, περιουσία του προαναφερόμενου εργοδότη της. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης, ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο αστ. 2762 Μιχάλης Πιττάλης, του τμήματος μικροπαραβάσεων Λεμεσού, που είναι και ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι στις 22.4.2010 ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης και επισκέφθηκε τη σκηνή, δηλαδή την οικία του παραπονούμενου, όπου διενήργησε εξετάσεις χωρίς αποτέλεσμα. Την ίδια μέρα παρέλαβε από τη Γ/Αστ. Κ. Ευριπίδου του ΤΑΕ Λεμεσού το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ που είχε εντοπιστεί στον στηθόδεσμο της κατηγορούμενης κατά τη σωματική της έρευνα από την εν λόγω αστυφύλακα, Τεκμήριο

  1. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, με τη βοήθεια διερμηνέα, στην οποία αρνείται ανάμειξη στην υπόθεση και ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω ποσό είναι χρήματα που της έδωσε ο εργοδότης της τον Φεβρουάριο για τις αργίες του χρόνου. Η εν λόγω κατάθεση της κατηγορούμενης στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, η πιστή μετάφραση αυτής στα Αγγλικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο
  2. Ο Μ.Κ.1 συνέλαβε την κατηγορούμενη δυνάμει δικαστικού εντάλματος και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «Δεν ξέρω πού είναι τα χρήματα». Ακολούθως, με τη γραπτή συγκατάθεση της κατηγορούμενης, έγινε έρευνα στο υπνοδωμάτιο της στην κατοικία του παραπονούμενου, όπου ο Μ.Κ.1 βρήκε καμουφλαρισμένα μέσα σε σερβιέτες και σε άλλα προσωπικά της αντικείμενα επιπλέον 1040 ευρώ, Τεκμήριο
  3. Ερωτηθείσα η κατηγορούμενη για το συγκεκριμένο ποσό πρόβαλε διάφορους ισχυρισμούς. Ο Μ.Κ.1 είπε ότι ο παραπονούμενος είναι επιχειρηματίας, ασχολείται με πωλήσεις αυτοκινήτων, και κατά διαστήματα παίρνει μεγάλα χρηματικά ποσά στο σπίτι. Διαπίστωσε ότι κατά διαστήματα έλειπαν από την οικία του διάφορα ποσά και θεωρούσε ότι ήταν δικό του λάθος ή ξεχνούσε, εν τούτοις στις 21.4.2010 πήγε σπίτι έχοντας στο παντελόνι του το ποσό των 4000 ευρώ, το κρέμασε στο υπνοδωμάτιο του και την επομένη τα χρήματα εξαφανίστηκαν, έτσι του ηγέρθησαν υποψίες εναντίον της κατηγορούμενης. Σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, το βράδυ της 21ης Απριλίου ήταν έξω με τη σύζυγο του, και το σπίτι του δεν παραβιάστηκε ούτε μπήκε κάποιος άλλος, και μόνο η κατηγορούμενη είχε πρόσβαση στα χρήματα που είχε στο σπίτι. Πριν την έρευνα, η κατηγορούμενη ρωτήθηκε για το ποσό των 4000 ευρώ ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και ανέφερε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε. Αναφορικά με το ποσό των 1040 ευρώ, η κατηγορούμενη είπε αρχικά ότι τα δανείστηκε, μετά είπε ότι της τα έδωσε ο παραπονούμενος και τέλος είπε ότι δεν είναι δικά της. Εφόσον πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι δανείστηκε τα εν λόγω χρήματα, ο Μ.Κ.1 της ζήτησε να του αναφέρει το πρόσωπο που της τα δάνεισε, αλλά αυτή δεν το έπραξε. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο παραπονούμενος είπε ότι την πλήρωνε μόνο το ποσό των 380 μηνιαίως, πλέον τα έξοδα διαμονής και διατροφής της, και ο ιμπρεσάριος της, Ιωάννης Παναγή, είπε ότι αυτή έστελλε υπέρογκα ποσά, 1600 και 1700 ευρώ, στη χώρα της προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι αυτά τα έλαβε από άλλα πρόσωπα ή τα είχε δανειστεί. Αυτό φάνηκε παράξενο στον κ. Παναγή. Την τρίτη φορά που η κατηγορούμενη έστειλε υπέρογκο ποσό, αυτή δεν μπόρεσε να δώσει δικαιολογία. Ο κ. Παναγή επιβεβαίωσε ότι η κατηγορούμενη δεν εργαζόταν αλλού. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ο Μ.Κ.1 είπε ότι αρχικά ο παραπονούμενος κατάγγειλε την κλοπή του ποσού των 4000 ευρώ, ενώ αργότερα προέκυψε και η κλοπή του ποσού των 5000 ευρώ και γι΄ αυτό έδωσε συμπληρωματική κατάθεση. Ο Μ.Κ.1 διαφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη έπαιρνε περισσότερα χρήματα επειδή εργαζόταν στις αργίες, λέγοντας ότι κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από τον εργοδότη της. Επίσης ο Μ.Κ.1 αμφισβήτησε τη θέση της υπεράσπισης ότι γινόταν ομαδικός τρόπος αποστολής χρημάτων και γι΄ αυτό τα ποσά ήταν μεγάλα, λέγοντας ότι αυτό δεν αναφέρθηκε από τον κ. Παναγή ο οποίος δεν είχε συμφέρον για να μην αναφέρει κάτι τέτοιο αν όντως ευσταθεί. Η συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι τα χρήματα δεν ήταν καμουφλαρισμένα, και αυτός είπε ότι εννοούσε ότι βρίσκονταν κρυμμένα μεταξύ των σερβιέτων, εντός του ρουχισμού και των εσωρούχων της κατηγορούμενης, και στο ντουλάπι και ένα μικρό τραπεζάκι, και τα παρέλαβε όλα μαζί. Η συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι δεν έδωσε την ευκαιρία στην κατηγορούμενη να προβάλει την υπεράσπιση της, για να αναφέρει πού βρήκε το ποσό των 1040 ευρώ, και ο Μ.Κ.1 είπε ότι αυτή μπορούσε να το αναφέρει στην κατάθεση της. Επίσης η συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η κατηγορούμενη ανέφερε ότι μάζεψε τα εν λόγω χρήματα αφού εργαζόταν παράνομα σε άλλες δουλειές, και ο Μ.Κ1 διαφώνησε λέγοντας ότι αυτή δεν έδωσε λογική εξήγηση. Ο Μ.Κ.1 πρόσθεσε ότι κατά την έρευνα, με τη βοήθεια διερμηνέα, επιστήθηκε η προσοχή της κατηγορούμενης στο Νόμο και αυτή απάντησε ότι δεν ξέρει και ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά της. Τέλος, η συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι το ανευρεθέν ποσό δεν μπορεί να είναι από το ποσό των 4000 ευρώ για το οποίο έκανε την καταγγελία ο παραπονούμενος, καθότι το εν λόγω ποσό ήταν σε χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, ενώ στην κατοχή της κατηγορούμενης δεν βρέθηκαν τέτοια χαρτονομίσματα. Ο Μ.Κ.1 είπε ότι το Δικαστήριο θα αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία ενώπιον του. Κατά την επανεξέταση του μάρτυρα, αυτός κατέθεσε το έγγραφο της Γραπτής Συγκατάθεσης για Έρευνα που φέρει την υπογραφή της κατηγορούμενης, Τεκμήριο
  4. Ο κ. Ιωάννης Παναγή ήταν ο επόμενος μάρτυρας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του, είναι ο ιδιοκτήτης του γραφείου εξευρέσεως εργασίας Propan Interserve. Περί τον Μάρτιο 2009 ο παραπονούμενος αποτάθηκε στο γραφείο του για οικιακή βοηθό, και τον ίδιο μήνα του έφερε την κατηγορούμενη την οποία ενέγραψε νομότυπα. Από τον καιρό που η κατηγορούμενη πήρε δουλειά στον παραπονούμενο, κατά διαστήματα ενάμιση με δύο μηνών η σύζυγος του παραπονούμενου έπαιρνε την κατηγορούμενη στο σπίτι του Μ.Κ.2, και του έδινε χρήματα να τα στείλει στην οικογένεια της στο Βιετνάμ. Πάντα του έφερνε μεγάλα ποσά και όταν ο Μ.Κ.2 τη ρώτησε γιατί έχει τόσα πολλά χρήματα, αυτή του είπε ότι ήταν φιλοδωρήματα και ότι δανειζόταν από άλλη οικιακή βοηθό. Πριν από ενάμιση μήνα έστειλε το ποσό των 1098 ευρώ, ένα μήνα προηγουμένως έστειλε το ποσό των 880 ευρώ και ένα με ενάμιση μήνα πριν το ποσό των
  5. Όταν ο Μ.Κ.2 πληροφορήθηκε ότι η κατηγορούμενη συνελήφθηκε για κλοπή, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι τα χρήματα αυτά δεν είναι από τον μισθό της αλλά το πιο πιθανό είναι να είναι κλοπιμαία από το σπίτι του παραπονούμενου. Ο Μ.Κ.2 είπε ακόμα ότι ο βασικός μισθός της κατηγορούμενης ήταν 320 ευρώ μηνιαίως, και ότι οι Βιετναμέζες συνηθίζουν να δανείζονται χρήματα μεταξύ τους και κάποτε στέλλουν μεγάλα ποσά, μέχρι 800 ευρώ. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 είπε ότι η βεβαιότητα που εξέφρασε στην κατάθεση του ότι τα εν λόγω ποσά κλάπηκαν από την κατηγορούμενη οφείλεται στην πληροφόρηση που είχε από την αστυνομία και του είπαν μάλιστα ότι αυτή παραδέχθηκε ότι έκλεψε αλλά όχι το συγκεκριμένο ποσό. Ο ίδιος επέμενε ότι η κατηγορούμενη έστειλε τα εν λόγω ποσά στη χώρα της, και αυτά βρίσκονται καταγραμμένα, ενώ είπε ότι ρώτησε την κατηγορούμενη η οποία δεν παραδέχθηκε ότι έκλεψε. Τέλος, ο Μ.Κ.2 είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η κατηγορούμενη εργαζόταν και αλλού, αλλά αν γινόταν αυτό ο εργοδότης της ή η ίδια η κατηγορούμενη θα τηλεφωνούσε στον μάρτυρα και θα του έλεγε. Από την εμπειρία του, το 50 % των αλλοδαπών οικιακών βοηθών κάνει και άλλες δουλειές ενώ το 80 % δεν αμείβεται ποτέ. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Γ/Αστ. 5533 Κούλα Ευριπίδου, η οποία αναγνώρισε την κατηγορούμενη ως το πρόσωπο στο οποίο έκανε την έρευνα και εντόπισε μέσα στον στηθόδεσμο της το ποσό των 200 ευρώ σε διάφορα χαρτονομίσματα. Αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «Δικά μου». Η Μ.Κ.3 είπε ότι εξήγησε στην κατηγορούμενη ότι θα της έκανε έρευνα για εντοπισμό χρηματικού ποσού στην κατοχή της, και αυτή είπε εντάξει, η Μ.Κ.3 τη ρώτησε κατά πόσο έχει χρήματα και αυτή είπε «Όχι». Η Μ.Κ.3 της ζήτησε να γδυθεί, δίστασε να βγάλει τον στηθόδεσμο της και η Μ.Κ.3 της ζήτησε να το πράξει, και εντός του στηθόδεσμου της είχε το ποσό των 200 ευρώ το οποίο η κατηγορούμενη έβγαλε και της παρέδωσε. Το εν λόγω ποσό αποτελείτο από χαρτονομίσματα των 20 ευρώ τυλιγμένα μαζί. Η Μ.Κ.3 είπε ακόμα ότι μιλούσε στα Ελληνικά και η κατηγορούμενη καταλάβαινε τι της έλεγε. Κατά την αντεξέταση της η συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε ότι η κατηγορούμενη καταλαβαίνει Ελληνικά και αυτή το αρνήθηκε, λέγοντας ότι όταν της είπε «Βγάλε αυτό» εννοώντας τον στηθόδεσμο της, αφού δίστασε ενώ έβγαλε τα υπόλοιπα ρούχα της με ευκολία, αυτή από μόνη της έβγαλε τα χρήματα και της τα έδωσε. Η συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε την ειλικρίνεια της μάρτυρα λέγοντας ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο περί δισταγμού της κατηγορούμενης δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, καθότι αυτό δεν αναφέρεται στην κατάθεση της, ενώ η Μ.Κ..3 επέμενε ότι όλα όσα ανέφερε είναι αλήθεια. Ο παραπονούμενος, Αντρέας Αντωνίου, ήταν ο επόμενος μάρτυρας. Αυτός με τη σειρά του υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις του προς την αστυνομία ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Στην πρώτη κατάθεση, ημερ. 22.4.2010 αναφέρονται τα ακόλουθα. Εδώ και ένα χρόνο περίπου εργοδοτεί την κατηγορούμενη ως οικιακή βοηθό. Αυτή διέμενε σε ξεχωριστό δωμάτιο στον 1ο όροφο, όπου διαμένουν και οι 3 κόρες του. Το υπνοδωμάτιο του ιδίου και της συζύγου του είναι στον 2ο όροφο, όπου είναι και το γραφείο του. Στις 21.4.2010 κατά τις 11.30-12.00 το πρωί ο Μ.Κ.4 πέρασε από το γραφείο του και πήρε τα λεφτά από εκεί. Σε αυτά υπήρχαν 8 χαρτονομίσματα των 500 ευρώ τα οποία έβαλε στην αριστερή πίσω τσέπη του παντελονιού του επειδή πάντα στη δεξιά έχει τα υπόλοιπα χαρτονομίσματα. Ο Μ.Κ.4 πήγε στο σπίτι και έβγαλε τα ρούχα του στο δωμάτιο και έβαλε το παντελόνι του σε μία πολυθρόνα μπροστά από το γραφείο του. Κοιμήθηκε και ξύπνησε κατά τις 5.30 το απόγευμα. Φόρεσε άλλο παντελόνι, πήρε τα χαρτονομίσματα από τη δεξιά τσέπη του παντελονιού που είχε αφήσει στην πολυθρόνα, και έφυγαν μαζί με τη σύζυγο του στις 8.30 και επέστρεψαν στις 11.
  6. Ξάπλωσαν και το πρωί γύρω στις 07.30 είδε το παντελόνι του στην πολυθρόνα, ενώ τα υπόλοιπα ρούχα και οι ττόροι έλειπαν διότι η κατηγορούμενη καθημερινώς τα παίρνει κάτω για πλύσιμο είτε για σιδέρωμα, ανάλογα με τις οδηγίες του Μ.Κ.
  7. Όταν είδε εκεί το παντελόνι παραξενεύτηκε, και θυμήθηκε ότι είχε αφήσει μέσα τις 4000 ευρώ και πήρε το παντελόνι για να τις πάρει. Διαπίστωσε ότι τα χρήματα έλειπαν και μαζί με τη σύζυγο του έψαξαν όλο το σπίτι και τα αυτοκίνητα και δεν τα βρήκαν. Το μόνο πρόσωπο που ήταν στο σπίτι την προηγούμενη νύκτα ήταν η κατηγορούμενη και ο Μ.Κ.4 είναι βέβαιος ότι η κατηγορούμενη πήρε τα χρήματα επειδή και σε ακόμα 3-4 περιπτώσεις έλειπαν μικροποσά αλλά επειδή δεν ήταν σίγουρος, δεν έδινε σημασία. Ο Μ.Κ.4 πλήρωνε την κατηγορούμενη 380 ευρώ μηνιαίως, και πήγαινε με τη σύζυγο του και τα έστελνε στη χώρα της. Ο Μ.Κ.4 κάλυπτε επίσης τα υπόλοιπα της έξοδα. Μέχρι τις τηλεκάρτες της τις αγόραζε η σύζυγος του. Ο Μ.Κ.4 δεν τις έδινε άλλα χρήματα. Τα χρήματα που βρέθηκαν στον στηθόδεσμο της πρέπει να είναι από τα λεφτά που αφήνει στο σπίτι και δεν το κατάλαβε. Στη συμπληρωματική του κατάθεση, ημερ. 23.4.2010, ο Μ.Κ.4 αναφέρει τα ακόλουθα. Κατά καιρούς διαπίστωνε ότι έλειπαν χρήματα από συρτάρια του αλλά και από τόπους που είχε χρήματα μέσα στο σπίτι και νόμιζε ότι τα είχε χάσει ή ότι τα είχε ξοδέψει. Συνήθως έλειπαν μικροποσά, όπως χαρτονομίσματα των 10, 20 και 50 ευρώ. Αυτό συνέβαινε επειδή όταν πήγαινε στο σπίτι, είχε μαζί του τις εισπράξεις της δουλειά τους και ήταν δύσκολο να γνωρίζει αν έλειπαν τέτοια μικροποσά. Συνήθως, όταν διαπίστωνε ότι έλειπαν χρήματα νόμιζε ότι έκανε λάθος στο μέτρημα. Τώρα που βρέθηκαν όλα αυτά τα χρήματα στο δωμάτιο της κατηγορούμενης, κατάλαβε ότι τόσο καιρό αυτή τον έκλεβε. Δεν μπορεί να υπολογίσει το ακριβές ποσό που κλάπηκε, αλλά σίγουρα υπερβαίνει τις 5000 ευρώ πέραν των 4000 ευρώ που έκλεψε δύο μέρες προηγουμένως. Ο Μ.Κ.4 αναγνώρισε την κατηγορούμενη και είπε ότι κατά την επίδικη νύκτα κανείς άλλος δεν μπήκε στο σπίτι του και μέσα ήταν τα παιδιά του και η κατηγορούμενη. Δεν μπορεί κανείς να μπει μέσα στο σπίτι επειδή είναι ασφαλισμένο και η πόρτα ανοίγει ηλεκτρικά με σύστημα ασφαλείας. Στο υπνοδωμάτιο του πρόσβαση έχει μόνο η σύζυγος του και η κατηγορούμενη. Ο Μ.Κ.4 επιβεβαίωσε ότι δεν δίνουν στην κατηγορούμενη περισσότερα χρήματα από τον βασικό μισθό της και τα έξοδα της, δεν εργάζεται επιπλέον ώρες και μένει στο σπίτι και τις Κυριακές. Βγαίνει έξω μόνο όταν η σύζυγος του την παίρνει στον πράκτορα για να στείλει τα χρήματα στη χώρα της. Ο Μ.Κ.4 είπε ότι ρώτησε την κατηγορούμενη για τις 4000 ευρώ, χωρίς να είναι βέβαιος αν αυτό έγινε την ίδια μέρα, και αυτή είπε ότι δεν είχε ιδέα. Μάλιστα του είπε αν ήθελε να την ελέγξει και αυτός δεν το έκανε μέχρι που το έκανε η αστυνομία. Η κατηγορούμενη είναι η μόνη που έχει πρόσβαση στο δωμάτιο της και ο Μ.Κ.4 τη χαρακτήρισε ως πολύ σωστή στη δουλειά της. Τέλος, είπε ότι θυμάται ότι το ποσό ήταν 4000 ευρώ επειδή ήταν η είσπραξη από προκαταβολή αυτοκινήτου. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.4 επανέλαβε ότι η κατηγορούμενη εργαζόταν μόνο ως οικιακή βοηθός στο σπίτι του και ο μηνιαίος μισθός της των 380 ευρώ περιλαμβάνει και τις αργίες, όπως ήταν η συμφωνία τους με τον πράκτορα. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο την επίδικη νύκτα τα παιδιά τους έμειναν στο σπίτι ή αν έμειναν σε σπίτι των γονιών του ζεύγους. Ο Μ.Κ.4 είπε επίσης ότι η κατηγορούμενη ασχολείτο με ένα σακάκι που είχε τσέπη τρυπημένη, και είπε προσωπικά στον Μ.Κ.4 ότι πέταξε τα χρήματα στα σκουπίδια, αυτός το ανέφερε στην αστυνομία, όμως τα χρήματα δεν βρέθηκαν στα σκουπίδια. Ο Μ.Κ.4 είπε ότι υπολόγισε το ποσό των 5000 ευρώ, καθότι έλειπαν μικροποσά των 10 και 20 ευρώ, τόσο της συζύγου του όσο και του ίδιου, αλλά δεν έδινε σημασία επειδή ήταν δικά τους τα χρήματα, ενώ δεν ξέχασε τις 4000 ευρώ επειδή ήταν χρήματα της εταιρείας και την επομένη θα τα έπαιρνε για κατάθεση. Ο Μ.Κ.4 είπε ακόμα ότι η κατηγορούμενη έβγαινε έξω από το σπίτι όταν η σύζυγος του την έπαιρνε στο σπίτι του πράκτορα για να στείλει χρήματα, και αυτή έμενε στο αυτοκίνητο της ενώ η κατηγορούμενη πήγαινε να του δώσει τα χρήματα. Σε υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης ότι στην κύρια εξέταση του ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη έδινε τα χρήματα μπροστά στη σύζυγο του, αυτός είπε ότι αποκλείεται να είπε κάτι τέτοιο και πρέπει να έγινε κάποια παρεξήγηση. Τέλος, ο Μ.Κ.4 αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη δεν έκλεψε οποιοδήποτε ποσό από αυτόν. Μετά το πέρας της υπόθεσης και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, την κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση της και της εξήγησε τα δικαιώματα της. Η κατηγορούμενη επέλεξε τη σιωπή. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 και επιπλέον, με βάση τον τρόπο ανεύρεσης των χρημάτων στην κατοχή της κατηγορούμενης, εισηγήθηκε ότι η υπόθεση έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον της κατηγορούμενης. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία ανέφερε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 είναι διάχυτη από αοριστολογίες και ασάφειες και αποτελεί καθαρά την προσωπική του εκτίμηση, έτσι ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ακόμα η κα Πιερούδη επεσήμανε ότι το χρηματικό ποσό που βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορούμενης δεν συνάδει με το ποσό που ο Μ.Κ.4 ισχυρίζεται ότι κλάπηκε, και επομένως ήταν η εισήγηση της ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση στον απαιτούμενο βαθμό. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αρχικά αναφέρω ότι ο Μ.Κ.1 προκάλεσε θετική εντύπωση προς το Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε με λεπτομέρειες όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και τη μαρτυρία που εξασφάλισε και στην οποία στηρίχθηκε για να κατηγορήσει την κατηγορούμενη. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή και λογική και διαφαίνεται ότι ο μάρτυρας ήταν αντικειμενικός κατά την εξέταση της υπόθεσης, έτσι ώστε η μαρτυρία του να κρίνεται αξιόπιστη και να γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.2 με τη σειρά του επίσης άφησε καλή εικόνα και γενικά έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε στη δική του εμπλοκή στη διευθέτηση εργοδότησης της κατηγορούμενης στον Μ.Κ.4 και ακόμα στους όρους της εργοδότησης της και τα χρήματα που η κατηγορούμενη έστελλε μέσω του στη χώρα της, για τα οποία είχε προσωπική γνώση. Παρόλο που ο Μ.Κ.2 ανέφερε στην κατάθεση του ότι όταν πληροφορήθηκε από την αστυνομία ότι η κατηγορούμενη συνελήφθηκε για την κλοπή, είναι βέβαιος ότι τα εν λόγω χρήματα δεν είναι από τον μισθό της αλλά πιθανόν να είναι κλοπιμαία από το σπίτι του Μ.Κ.4, εν τούτοις διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του ότι αυτή η θέση του αποτελεί μόνο την εντύπωση που απεκόμισε τη δεδομένη στιγμή, η κατηγορούμενη αρνήθηκε στον ίδιο ότι έκλεψε, και ακόμα αυτός έδωσε απαντήσεις κατά την αντεξέταση του που δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο τα χρήματα να προήλθαν και από άλλη πηγή. Επομένως ικανοποιούμαι ότι ο Μ.Κ.2 κατέθεσε με ειλικρίνεια, ήταν αντικειμενικός και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Η μαρτυρία της Μ.Κ.3 επίσης γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, καθότι αυτή περιορίστηκε στη διαδικασία της σωματικής έρευνας της κατηγορούμενης, δίνοντας μία συνεπή και λεπτομερή περιγραφή της όλης διαδικασίας, εμμένοντας χαρακτηριστικά στις θέσεις της. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.4 ήταν ο παραπονούμενος και επομένως ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας. Τόσο το περιεχόμενο της κατάθεσης του όσο και η προφορική του μαρτυρία, στο σύνολο της, παρουσιάζει αοριστία και γενικότητα, σε βαθμό που δεν έπεισαν το Δικαστήριο για την αλήθεια και το βάσιμο των ισχυρισμών του. Αρχικά ο Μ.Κ.4 επέμενε ότι θυμόταν χαρακτηριστικά ότι την επίδικη μέρα είχε πάρει το ποσό των 4000 ευρώ σε 8 χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, και ταυτόχρονα τα είχε ξεχάσει τη νύκτα και τα θυμήθηκε μόνο την επομένη το πρωί. Ταυτόχρονα ανέφερε ότι δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στα χρήματα που έπαιρνε στο σπίτι, και δικαιολόγησε ότι θυμόταν το ποσό των 4000 ευρώ καθότι ήταν είσπραξη της εταιρείας του και θα το έκανε κατάθεση την επομένη. Επίσης ο Μ.Κ.4 δικαιολόγησε τον καθορισμό του ποσού των 5000 ευρώ ως το άλλο ποσό που ισχυρίζεται ότι έκλεψε η κατηγορούμενη, με βάση ένα απλό υπολογισμό του, ο οποίος φάνηκε εντελώς πρόχειρος, αυθαίρετος και αβάσιμος. Ο Μ.Κ.4 δεν προσδιόρισε το χρονικό διάστημα της ισχυριζόμενης κλοπής του ποσού των 5000 ευρώ, το οποίο καθορίζεται στις λεπτομέρειες αδικήματος στη χρονική περίοδο μεταξύ Μαρτίου και 21ης Απριλίου
  8. Η εν λόγω αναφορά ουδόλως επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων του Μ.Κ.4, οι οποίες μάλιστα παρουσιάζουν αντίφαση μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, στην πρώτη κατάθεση του ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι σε 3-4 φορές έλειπαν μικροποσά, ενώ στη δεύτερη κατάθεση του ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι κατά καιρούς διαπίστωνε ότι έλειπαν χρήματα από τα συρτάρια του και άλλους χώρους στο σπίτι μικροποσά όπως χαρτονομίσματα των 10, 20 και 50 ευρώ, τα οποία σίγουρα υπερβαίνουν τις 5000 ευρώ. Οι δύο αυτές αναφορές του δεν συνάδουν όσον αφορά τον χρόνο της ισχυριζόμενης κλοπής αλλά κυρίως στο συνολικό ποσό της κλοπής, καθότι η κλοπή των μικροποσών σε 3-4 φορές αναμφίβολα δεν οδηγεί στο ποσό των 5000 ευρώ και ακόμα, έστω και αν θεωρηθεί ότι η κλοπή έγινε εντός της χρονικής περιόδου που καθορίζεται στο κατηγορητήριο, με τη συχνότητα που περιγράφεται στη δεύτερη κατάθεση του μάρτυρα, και πάλι το ποσό των 5000 ευρώ είναι υπέρογκο, υπερβολικό και παράλογο. Περαιτέρω παρουσιάζεται ακόμα μία σημαντική αντίφαση μεταξύ της δεύτερης κατάθεσης του Μ.Κ.4 και της προφορικής του μαρτυρίας. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, αυτός ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που θυμόταν το ποσό των 4000 ευρώ ήταν επειδή είναι ποσό της εταιρείας του ενώ στην εν λόγω κατάθεση του αναφέρει ότι και τα ποσά που έπαιρνε στο σπίτι, από τα οποία κατ΄ ισχυρισμό κλάπηκαν τα μικροποσά που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 5000, ήταν πάλι εισπράξεις της δουλειάς του. Στο σημείο αυτό παραθέτω την αντίφαση με την προφορική του μαρτυρία ότι το εν λόγω ποσό δεν ήταν της εταιρείας αλλά χρήματα του ίδιου και της συζύγου του. Ο Μ.Κ.4 πρόσθεσε στην κατάθεση του ότι θεωρούσε ότι έκανε λάθος στο μέτρημα, επειδή έλειπαν μικροποσά, αλλά είναι δύσκολο για το Δικαστήριο να δεχθεί αυτή τη θέση, καθότι θεωρώ ότι αυτή η αντίληψη του μάρτυρα μπορούσε να ισχύει την πρώτη ή έστω τη δεύτερη φορά αλλά όχι κάθε φορά που έλειπαν χρήματα, σε όποια συχνότητα και αν αυτή αφορά, είτε όπως αναφέρεται στην πρώτη κατάθεση του είτε όπως αναφέρεται στη δεύτερη κατάθεση του. Λογικά θα αναμενόταν ο Μ.Κ.4 σε κάποιο στάδιο να αντιληφθεί ότι ίσως κάτι δεν πήγαινε καλά και να προβαίνει σε έλεγχο του ποσού που έπαιρνε στο σπίτι. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι το ποσό των 5000 ευρώ που ο Μ.Κ.4 ισχυρίζεται ότι του έκλεψε η κατηγορούμενη δεν συνάδει με τα ποσά που η κατηγορούμενη κατείχε και έδωσε στον Μ.Κ.2 για να στείλει στη χώρα της ούτε ακόμα με τη χρονική περίοδο παράδοσης τους σε αυτόν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 η οποία κρίθηκε αξιόπιστη. Τα εν λόγω ποσά συμποσούνται στις 4.078 μόνο, και η χρονική περίοδος κατοχής τους από την κατηγορούμενη και παράδοσης τους στον Μ.Κ.2 είναι πολύ μεγαλύτερη. Επιπλέον, το ποσό που βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορούμενης, τόσο κατά τη σωματική της έρευνα όσο και κατά την έρευνα του δωματίου της, δεν συνάδει με το ποσό των 4000 ευρώ που ο Μ.Κ.4 ισχυρίζεται ότι η κατηγορούμενη του έκλεψε εκείνη τη νύκτα, και ακόμα με το είδος των χαρτονομισμάτων που είχε ο Μ.Κ.
  9. Η εκδοχή του ότι η κατηγορούμενη πρέπει να τα έδωσε σε κάποιον είναι απλή εικασία αλλά δεν συνάδει και πάλι με τη λογική των γεγονότων, καθότι δεν παρέχουν εξήγηση και δικαιολογία για την ανεύρεση του συγκεκριμένου ποσού και του είδους των χαρτονομισμάτων. Ακόμα έκπληξη προκαλεί η αναφορά του Μ.Κ.4 σε ένα σακάκι και ότι η κατηγορούμενη είπε στον ίδιο προσωπικά ότι πέταξε τα χρήματα στα σκουπίδια, και αυτός κοίταξε εκεί και δεν τα βρήκε, κάτι το οποίο παραλείπεται στην πρώτη του κατάθεση. Επίσης ο Μ.Κ.4 είπε ότι ανέφερε κάτι τέτοιο στον Μ.Κ.1, όμως αυτή η θέση του δεν επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Κ.
  10. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αφήνουν εύλογα ερωτήματα και δημιουργούν αμφιβολίες για την αλήθεια των ισχυρισμών του Μ.Κ.4, οι οποίοι κρίνονται αυθαίρετοι, αβάσιμοι και ακόμα επιπόλαιοι. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.4 επέμενε ότι ο μηνιαίος μισθός της κατηγορούμενης ήταν 380 ευρώ, ενώ ο Μ.Κ.2 είπε ότι ο βασικός μισθός της ήταν 320 ευρώ. Ακόμα ο Μ.Κ.4 είπε ότι το εν λόγω ποσό κάλυπτε και τις αργίες και τις Κυριακές, καθότι αυτή δεν έφευγε ποτέ από το σπίτι, κατόπιν συμφωνίας με τον Μ.Κ.2, κάτι το οποίο δεν ανέφερε ο Μ.Κ.2 όταν ρωτήθηκε για τον μισθό της κατηγορούμενης. Αυτή η θέση του Μ.Κ.4 και πάλι δεν πείθει το Δικαστήριο καθότι, σύμφωνα και με όσα ανέφερε ο Μ.Κ.2, η εργοδότηση της κατηγορούμενης διέπεται από συμβόλαιο. Ακόμα ο Μ.Κ.2 δεν απέκλεισε τη δυνατότητα εξεύρεσης των χρημάτων που η κατηγορούμενη έστελλε στη χώρα της από άλλες πηγές. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, η μαρτυρία του Μ.Κ.4 είναι τόσο γενική, αόριστη και αυθαίρετη, ακόμα και αντιφατική από μόνη της ή σε συνάρτηση με τον Μ.Κ.2, που την καθιστά αδύναμη να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια της. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή για να καταλήξει σε ευρήματα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, με βάση τη μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2 και 3 που κρίθηκε αξιόπιστη. Στις 22.4.2010 ο Μ.Κ.1 κατάγγειλε την κλοπή του ποσού των 4000 ευρώ από την κατηγορούμενη, και έτσι ο αστ. 2762 Μιχάλης Πιττάλης, του τμήματος μικροπαραβάσεων Λεμεσού, Μ.Κ.1, ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης και επισκέφθηκε τη σκηνή, δηλαδή την οικία του παραπονούμενου, όπου διενήργησε εξετάσεις χωρίς αποτέλεσμα. Την ίδια μέρα παρέλαβε από τη Γ/Αστ. Κ. Ευριπίδου του ΤΑΕ Λεμεσού, Μ.Κ.3, το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ που είχε εντοπιστεί στον στηθόδεσμο της κατηγορούμενης κατά τη σωματική της έρευνα από την εν λόγω αστυφύλακα, Τεκμήριο
  11. Η Μ.Κ.3 εξήγησε στην κατηγορούμενη ότι θα της έκανε έρευνα για εντοπισμό χρηματικού ποσού στην κατοχή της, και αυτή είπε εντάξει, η Μ.Κ.3 τη ρώτησε κατά πόσο έχει χρήματα και αυτή είπε «Όχι». Η Μ.Κ.3 της ζήτησε να γδυθεί, δίστασε να βγάλει τον στηθόδεσμο της και η Μ.Κ.3 της ζήτησε να το πράξει, και εντός του στηθόδεσμου της είχε το ποσό των 200 ευρώ το οποίο η κατηγορούμενη έβγαλε και της παρέδωσε. Αφού η Μ.Κ.3 της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «Δικά μου». Το εν λόγω ποσό αποτελείτο από χαρτονομίσματα των 20 ευρώ τυλιγμένα μαζί. Η Μ.Κ.3 μιλούσε στα Ελληνικά και η κατηγορούμενη καταλάβαινε τι της έλεγε. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, με τη βοήθεια διερμηνέα, στην οποία αρνείται ανάμειξη στην υπόθεση. Η εν λόγω κατάθεση της κατηγορούμενης στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, η πιστή μετάφραση αυτής στα Αγγλικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο
  12. Ο Μ.Κ.1 συνέλαβε την κατηγορούμενη δυνάμει δικαστικού εντάλματος και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «Δεν ξέρω πού είναι τα χρήματα». Ακολούθως, με τη γραπτή συγκατάθεση της κατηγορούμενης, Τεκμήριο 6, έγινε έρευνα στο υπνοδωμάτιο της στην κατοικία του παραπονούμενου, όπου ο Μ.Κ.1 βρήκε μέσα σε σερβιέτες και σε άλλα προσωπικά της αντικείμενα, καθώς επίσης στο ντουλάπι και σε τραπεζάκι, επιπλέον το ποσό των 1040 ευρώ, Τεκμήριο
  13. Ερωτηθείσα η κατηγορούμενη για το συγκεκριμένο ποσό πρόβαλε διάφορους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, αναφορικά με το ποσό των 1040 ευρώ, η κατηγορούμενη είπε αρχικά ότι τα δανείστηκε, μετά είπε ότι της τα έδωσε ο παραπονούμενος και τέλος είπε ότι δεν είναι δικά της. Εφόσον πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι δανείστηκε τα εν λόγω χρήματα, ο Μ.Κ.1 της ζήτησε να του αναφέρει το πρόσωπο που της τα δάνεισε, αλλά αυτή δεν το έπραξε. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κ. Ιωάννης Παναγή, ιδιοκτήτης του γραφείου εξευρέσεως εργασίας Propan Interserve, Μ.Κ.2, τον Μάρτιο 2009, μεσολάβησε και έφερε την κατηγορούμενη ως οικιακή βοηθό στην οικία του κατηγορούμενου, την οποία ενέγραψε νομότυπα, δυνάμει συμβολαίου με μηνιαίο μισθό 320 ευρώ. Από τον καιρό που η κατηγορούμενη πήρε δουλειά στον παραπονούμενο, κατά διαστήματα ενάμιση με δύο μηνών η σύζυγος του Μ.Κ.4 έπαιρνε την κατηγορούμενη στο σπίτι του Μ.Κ.2, και του έδινε χρήματα να τα στείλει στην οικογένεια της στο Βιετνάμ. Πάντα του έφερνε μεγάλα ποσά και όταν ο Μ.Κ.2 τη ρώτησε γιατί έχει τόσα πολλά χρήματα, αυτή του είπε ότι ήταν φιλοδωρήματα και ότι δανειζόταν από άλλη οικιακή βοηθό. Πριν από ενάμιση μήνα από τις 26.4.2010, η κατηγορούμενη έστειλε το ποσό των 1098 ευρώ, ένα μήνα προηγουμένως έστειλε το ποσό των 880 ευρώ και ένα με ενάμιση μήνα πριν το ποσό των
  14. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το συνολικό ποσό των 1240 ευρώ βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορούμενης την επίδικη μέρα, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω. Το εν λόγω ποσό δεν συνδέθηκε με οποιονδήποτε τρόπο με κλοπιμαία περιουσία του Μ.Κ.4, εφόσον έχω απορρίψει τη μαρτυρία του. Δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου βέβαια η αδυναμία της κατηγορούμενης να αναφέρει επακριβώς την πηγή των χρημάτων, η αρχική της άρνηση ότι κατείχε χρήματα και ακόμα οι αντιφατικές εκδοχές που έδωσε στην αστυνομία για το πώς βρέθηκαν τα εν λόγω χρήματα στην κατοχή της. Αυτά τα δεδομένα εγείρουν κάποιες υποψίες στο Δικαστήριο, όμως δεν είναι ικανά να συνδέσουν την κατηγορούμενη με οποιονδήποτε τρόπο με την κλοπή που της αποδίδεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ή με οποιανδήποτε άλλη παράνομη ή αξιόποινη ενέργεια. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινική / Τελική απόφαση Αναφορά: Κλοπή υπό υπαλλήλου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.