← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ροδοσθένης Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5833/11, 04/5/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ροδοσθένης Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5833/11, 04/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5833/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν

  1. Ροδοσθένης Μιχαηλίδης
  2. Λεωνίδας Μιχαηλίδης Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 04 Μαϊου
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Β. Ερωτοκρίτου. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Αμελής Οδήγηση. 2η Κατηγορία: Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. 3η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. 4η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος καθ' ον χρόνο η αναλογία στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο. Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος στην ακόλουθη κατηγορία: 5η Κατηγορία: Επέτρεψε τη Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: Στις 30.10.10 και περί ώρα 03.10 ο κατηγορούμενος αρ. 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KUM 391 στην οδό 28ης Οκτωβρίου στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση. Τηρούσε την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ακολουθούσε τον ΜΚ.1 ο οποίος οδηγούσε το ταξί με αρ. εγγραφής ΤΕΒΖ121 στην ίδια λωρίδα και κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο, λόγω μέθης, ο κατηγορούμενος χτύπησε το όχημα του ΜΚ.1 στην πίσω αριστερή γωνιά με αποτέλεσμα αυτό να κινηθεί δεξιότερα, να κτυπήσει στην διαχωριστική νησίδα και ακολούθως με το μπροστινό αριστερό μέρος κτύπησε σε φοινικόδεντρο και ακυβέρνητο το όχημα του ΜΚ.1 εισήλθε ξανά στις λωρίδες κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚEP617 που οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα στην ίδια κατεύθυνση ο ΜΚ.
  4. Ακολούθως τα δύο οχήματα ακινητοποιήθηκαν (βλ. επίσης και σχετικό σχεδιάγραμμα της σκηνής τεκμήριο Α). Ο κατηγορούμενος αντί να σταματήσει, έβαλε πισινή ταχύτητα, εισήλθε σε χώρο στάθμευσης, εισήλθε ξανά στον δρόμο και εγκατέλειψε την σκηνή χωρίς να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια. Ο ΜΚ.1 είχε τραυματιστεί και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λεμεσού με εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος και εγκεφαλική διάσειση όπου κρατήθηκε για περίθαλψη. Στη συνέχεια, ενώ ο ΜΚ.5 ήταν στην σκηνή πήρε μήνυμα μέσω ασυρμάτου ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 είχε ανακοπεί από περίπολο και συγκεκριμένα από τον ΜΚ.3 και σε προκαταρκτικό έλεγχο η ένδειξη ήταν 78 εκατομμυριοστά αντί
  5. Ακολούθως, τον υπέβαλε σε τελικό έλεγχο με ένδειξη 71 εκατομμυριοστά. Κατά την διερεύνηση προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 οδηγούσε χωρίς ασφάλεια και διαφάνηκε ότι το όχημα ανήκε στον 2ον κατηγορούμενο που είναι ο πατέρας του και ο οποίος του είχε επιτρέψει να το οδηγήσει. Κατηγορήθηκε γραπτώς ο 1ος κατηγορούμενος και απάντησε παραδέχομαι. Στη συνέχεια κατηγορήθηκε και ο 2ος κατηγορούμενος και απάντησε παραδέχομαι. Τα τρία ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν υλικές ζημιές. Υπάρχουν 2 βαθμοί ποινής για τον 1ον κατηγορούμενο και 0 βαθμοί ποινής για τον 2ον κατηγορούμενο. O ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, εξέφρασε την απολογία των κατηγορουμένων και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την ομολογία τους στις Αστυνομικές Αρχές και την παραδοχή τους στο Δικαστήριο. Είναι λευκού ποινικού μητρώου και έχουν μεταμελήσει. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο αρ. 1, ανέφερε ότι η πρόκληση του δυστυχήματος οφειλόταν στη μέθη του Κατηγορουμένου και ο λόγος που εγκατέλειψε τη σκηνή ήταν διότι φοβήθηκε. Ακολούθως, όταν του υπεδείχθη από το περίπολο για να σταματήσει, το έπραξε και δεν επιχείρησε να διαφύγει. Οι ζημιές των οχημάτων έχουν αποζημιωθεί από το Μ.I.F. το οποίο θα στραφεί εναντίον του κατηγορούμενου αρ. 1 για να επανακτήσει τα ποσά που κατέβαλε. Αναφορικά με την μη ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης ανέφερε ότι το όχημα άνηκε στον πατέρα του Κατηγορούμενου αρ. 1, υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη η οποία όμως είχε λήξει 10 μέρες πριν το συμβάν. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 δεν είχε πάρει μέχρι τότε οποιαδήποτε επιστολή από την ασφαλιστική του εταιρεία ότι δεν θα ανανεωνόταν η ασφαλιστική κάλυψη και μετά το συμβάν διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω εταιρεία ακύρωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 2 είχε προβεί στο παρελθόν σε δύο απαιτήσεις και θεωρήθηκε ασύμφορο από την ασφαλιστική εταιρεία η συνέχιση της ισχύς του. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορουμένων υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου αρ.
  6. Σε αυτή αναφέρεται ότι αυτός είναι ηλικίας 23 ετών, άνεργος και διαμένει με τους γονείς του και τον αδελφό του σε ιδιόκτητη κατοικία. Οι γονείς του είναι άνεργοι και η οικογένεια του δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα και τους ενισχύει οικονομικά ο παππούς του μέχρι να εξεύρουν εργασία. Αποφοίτησε κανονικά από το Λύκειο και ακολούθως μετέβηκε στην Ελλάδα για σπουδές όπου φοίτησε μέχρι το δεύτερο έτος και κατόπιν εγκατέλειψε τις σπουδές λόγω οικονομικών δυσκολιών. Απαλλάχτηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο δημιούργησε δική του επιχείρηση με ρούχα. Ωστόσο δεν ήταν αποδοτική και έκλεισε αφήνοντας χρέος το οποίο οφείλει μέχρι σήμερα. Ακολούθως εργάστηκε περιστασιακά σε νυχτερινό κέντρο και στο παρόν στάδιο είναι άνεργος. Περαιτέρω, ο κ. Ερωτοκρίτου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο και την απολογία του 2ου κατηγορούμενου σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα της ανέφερε, καθότι ο ίδιος εργαζόταν στις Αγγλικές Βάσεις ως Αστυνομικός. Είναι πατέρας του 1ου κατηγορούμενου και ακόμη ενός παιδιού που φοιτά στην Γ τάξη Λυκείου, άνεργος τους τελευταίους έξι μήνες και με χρέη γύρω στις €250,000 για τα οποία δεν καταβάλλονται οι δόσεις λόγω του ότι δεν υπάρχουν εισοδήματα. Τέλος, ανέφερε ότι η άδεια οδήγησης και των δύο κατηγορουμένων είναι απαραίτητη καθότι αυτοί είναι άνεργοι και προσπαθούν να εξεύρουν εργασία. Αναμφίβολα, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και ειδικότερα ο κατηγορούμενος 1, είναι ιδιαίτερα σοβαρές έχοντας υπόψη μου και τις περιστάσεις διάπραξης τους. Όπως αναφέρεται στις Κατηγορίες που αναφέρονται στο Κατηγορητήριο αλλά και διαφάνηκε από τα γεγονότα που ανέφερε στο Δικαστήριο η Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια υπέρ κινδύνου τρίτου, υπό την επήρεια αλκοόλης και μη καταβάλλοντας την δέουσα προσοχή και φροντίδα προσέκρουσε στο προπορευόμενο του όχημα και ακολούθως αυτό σε άλλο όχημα και παρά το γεγονός ότι προκάλεσε τραυματισμό στον Μ.Κ.1, εγκατέλειψε την σκηνή χωρίς την παροχή οιασδήποτε βοήθειας. Έχοντας υπ' όψη και τις πιθανές συνέπειες που μπορούσαν να προκληθούν από την συμπεριφορά αυτή του Κατηγορουμένου, σε μία περίοδο που τα σοβαρά ατυχήματα βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα μέσω των επιβληθεισών ποινών ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας,

(2003)2 Α.Α.Δ. 220 , το αυτοκίνητο αποτελεί, ως υποδεικνύει το Δικαστήριο με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Σοβαρότερη από τις κατηγορίες, είναι η 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αρ. 1. Το άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2).................................
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο». Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, είναι δε από τα πλέον σοβαρά τροχαία αδικήματα. Η όλη συμπεριφορά ατόμου που, μετά από ατύχημα, εγκαταλείπει την σκηνή χωρίς να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζόμενων και χωρίς την παροχή σε αυτούς οιασδήποτε βοήθειας, αποτελεί αντικοινωνική και εγωιστική συμπεριφορά. Στην Ανδρέας Πουμπουρής v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε και στο Άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω διάταξη είναι προφανής και νομίζουμε πως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξειδίκευση. Ωστόσο, επιγραμματικά θα επαναλάβουμε το αυτονόητο ότι δηλαδή κάθε οδηγός οχήματος που εμπλέκεται σε τροχαίο δυστύχημα έχει νομική και ηθική υποχρέωση να σταματά και να προσφέρει βοήθεια στο θύμα του δυστυχήματος. Η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει τη ζωή του θύματος ενώ η εγκατάλειψη του μπορεί ακόμη να οδηγήσει και στο θάνατο. Συνιστά άκρως εγωιστική συμπεριφορά η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου δυστυχήματος χωρίς βοήθεια, όταν μάλιστα, είναι τέτοιες οι συνθήκες ώστε να καθίσταται απομακρυσμένη η παροχή βοήθειας μέσα σε σύντομο χρόνο.» Αναφέρω περαιτέρω, σε σχέση με την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας υπέρ κινδύνου τρίτου μέρους ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Hλίας Σ. Πουλλής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα βρίσκονται σε συνεχή άνοδο. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου, πράγμα που αποτελεί υποχρέωση του κατηγορουμένου να φέρει εις προσοχή του Δικαστηρίου, επιβάλλεται η στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών. Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος οδηγώντας αμελώς ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα προκαλώντας ζημίες και τραυματισμούς, σε σχέση με τους οποίες δεν καλύπτετο από ασφαλιστική κάλυψη και εγκατάλειψε τη σκηνή. Σωρευτικά ιδωμένα τα πιο πάνω καθιστούν την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου αρ. 1 απαράδεκτη και το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη του και την ανάγκη για αποτροπή. Πρέπει να σταλεί το μήνυμα ότι η οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος σε δημόσιο δρόμο εξυπακούει υποχρεώσεις. Ένας οδηγός πρέπει να τηρεί τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας και τους νόμους αλλά και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο τόσο η ασφάλεια του ιδίου αλλά και τρίτων ανυποψίαστων οδηγών που χρησιμοποιούν το δρόμο. Ιδιαίτερα επιβαρυντικό επίσης, είναι και η αιτία πρόκλησης του εν λόγω δυστυχήματος, που δεν ήταν άλλη από την μέθη του κατηγορούμενου στοιχείο που καταδεικνύει παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για την ασφάλεια τόσο του ιδίου αλλά και των άλλων τρίτων ανυποψίαστων οδηγών που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Η όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος αρ. 1 μόνο εγωιστική και άκρως αντικοινωνική μπορεί να χαρακτηριστεί και ανάλογες θα πρέπει να είναι και επιβαλλόμενες ποινές οι οποίες θα πρέπει να αντανακλούν την ανάγκη για αποτροπή. Η επιβολή ποινής όμως, είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Έχω ακούσει τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το λόγο που ο κατηγορούμενος αρ. 1 εγκατάλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος. Ο λόγος αυτός όμως και το γεγονός ότι φοβήθηκε, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο κατηγορούμενος όφειλε και είχε υποχρέωση, τόσο ηθική όσο και νομική, να σταματήσει και να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζόμενων, αν ληφθεί υπόψη και η ώρα που έγινε το εν λόγω δυστύχημα. Οι μετριαστικοί παράγοντες στους οποίους αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο, θα ληφθούν υπ' όψη. Λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αρ. 1, την παραδοχή και μεταμέλεια του καθώς επίσης και την αποζημίωση του θύματος από το Μ.Ι.F. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ο οποίος να σημειωθεί ότι δεν είναι τέτοιος που να μπορεί να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όπως αυτές φαίνονται από την σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς επίσης και το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου. Να σημειωθεί όμως, ότι το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου δεν μπορεί να επενεργήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής καθότι σε τέτοιας φύσεως αδικήματα ακριβώς είναι τα άτομα νεαρής ηλικίας που θα πρέπει να συνετιστούν (βλ. Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 54/2011, Ημερ. 28/12/2011). Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, το είδος της ποινής που θα επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας. Οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής αλλά απλά το εύρος της. Σε μια περίοδο που τα τροχαία δυστυχήματα έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις στο τόπο μας, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να επιβάλλει αποτρεπτικές ποινές. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο αρ.1 στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης ενός μηνός και 8 βαθμούς ποινής. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται περαιτέρω του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο
(8)οκτώ μηνών από σήμερα στην ίδια Κατηγορία. Οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος είναι αρκετά σοβαρές αφού επιδείχθηκε πλήρης αδιαφορία από τον κατηγορούμενο για την τύχη του Μ.Κ.1 και τις συνέπειες της πράξης του. Στην 1η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 15 ημερών η οποία να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης της 2ης κατηγορίας. Στην 3η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 15 ημερών η οποία να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης της 2ης κατηγορίας. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο
(2)δύο μηνών. Έλαβα υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος αυτού και συγκεκριμένα το γεγονός ότι υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη η οποία είχε λήξει 10 μέρες πριν τη διάπραξη του αδικήματος και δεν είχε ανανεωθεί. Επίσης, έλαβα υπόψη μου και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου αρ.
  1. Η στέρηση να αρχίζει από σήμερα και να συντρέχει με την στέρηση που επιβλήθηκε στην 2η κατηγορία. Στην 4η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 15 ημερών η οποία να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης της 2ης κατηγορίας. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλακίσεως, παρόλο που δεν αποτέλεσε εισήγηση του συνηγόρου για τον Κατηγορούμενο αρ.
  2. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/03, και το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 3. Επίσης, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του για να εκδώσει ή όχι σχετικό διάταγμα. Έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην παρούσα περίπτωση, είναι γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Πέραν τούτου όμως, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι ιδιαίτερα σοβαρές και ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες μόνο αφού είχε εντοπιστεί και ανακοπεί από άλλο περίπολο της Αστυνομίας. Επίσης, τα θύματα των πράξεων δεν αποζημιώθηκαν από τον ίδιο αλλά από το Μ.I.F. σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και θα χρειαστεί να ακολουθήσει νομική διαδικασία ανάκτησης των ποσών αυτών από τον Κατηγορούμενο. Λαμβάνω υπόψη μου επίσης, τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, αλλά δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιες που να δικαιολογούν αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλακίσεως, έχουν δε ήδη ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση του εύρους αυτών. Των πιο πάνω δεδομένων, βρίσκω ότι δεν συντρέχουν λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο
  1. Αναφορικά με το Κατηγορούμενο αρ. 2, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, την μη ύπαρξη βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του κάτι που καταδεικνύει την καλή οδική του συμπεριφορά μέχρι σήμερα καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλεια του. Πέραν τούτου, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές του περιστάσεις, το γεγονός ότι είναι άνεργος και προσπαθεί να εξεύρει εργασία, πατέρας δύο παιδιών με χρέη και γενικά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και το γεγονός ότι υπήρχε εν ισχύ ασφαλιστική κάλυψη η οποία είχε λήξει προ 10 ημερών της διάπραξης του αδικήματος. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, επιβάλλεται στον 2ο Κατηγορούμενο στην 5η κατηγορία ποινή προστίμου €
  2. Επιπρόσθετα, αυτός αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδηγού για περίοδο 2 μηνών από αύριο. Κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου και εν όψει της οικονομικής του κατάστασης το πρόστιμο να καταβληθεί δια μηνιαίων δόσεων ύψους €50 έκαστη από 31/05/2012 και ακολούθως της 31ης ημέρα εκάστου επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. ....................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.