Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού ν. Άγγελου Μαυρομμάτη, Αρ. Υπόθεσης: 27225/10, 09/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27225/10 Μεταξύ: Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού v. Άγγελου Μαυρομμάτη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09.07.12 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Πούγιουρος Για κατηγορούμενο: κος Χρ. Πουργουρίδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράλειψης συμπεριφοράς σε πελάτη με άκρα ευγένεια κατά παράβαση διατάξεων του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου, Ν.29/85μετά των συναφών τροποποιήσεων, καθώς και συναφών Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 265/86). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 23.07.10 ενώ ήταν επιχειρηματίας και διευθυντής του κέντρου αναψυχής High Chapparal Restaurant που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α' 46 στον Ποταμό Γερμασόγειας στη Λεμεσό συμπεριφέρθηκε απρεπώς σε πελάτη του κέντρου όταν ο τελευταίος παραπονέθηκε ως προς κάποιο έδεσμα που είχε παραγγείλει φωνασκώντας ενώπιον άλλων πελατών και λέγοντας 'αν δεν σας αρέσει να φύγετε' και 'εγώ δεν θέλω τέτοια άτομα στο κέντρο μου και να φύγετε.' Μέσα από το κατηγορητήριο υπάρχει και δεύτερη κατηγορία στην οποία όμως ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχτηκε με ενδιάμεση απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.04.12. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ήτοι τον κύριο Χαρίλαο (Χάρη) Χριστοδούλου (ΜΚ1), ο οποίος ασκεί καθήκοντα επιθεωρητή στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (στο εξής καλείται ο 'Κ.Ο.Τ'). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου στην πρώτη μόνο κατηγορία του κατηγορητηρίου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας και ένα μάρτυρα υπεράσπισης, ήτοι τον ανώτερο υπαστυνόμο Ιωάννη Γεωργίου (ΜΥ1), υπεύθυνο του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού (στο εξής καλείται το 'Τ.Α.Ε.'). Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν από κοινού δύο τεκμήρια με το Τεκμήριο 1 να είναι η υποβολή γραπτού παραπόνου υπό τη μορφή επιστολής ημερομηνίας 30.07.10 από κάποιο Παναγιώτη Κωνσταντίνου και το Τεκμήριο 2 να είναι το έντυπο του Κ.Ο.Τ. για δελτίο επιθεώρησης επιχείρησης υπ' αριθμό 032309. Επιπροσθέτως, τα μέρη εκ συμφώνου κατέθεσαν τα εξής παραδεχτά γεγονότα: (α) Το εστιατόριο γνωστό ως High Chapparal Restaurant στην οδό Γεωργίου Α' 46 στη Λεμεσό ήταν στις 23.07.10 και 13.08.10, ημερομηνίες οι οποίες αφορούν τις κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα και εξακολουθεί να είναι κέντρο αναψυχής δυνάμει του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου. (β) Ο κατηγορούμενος τόσο στις 23.07.10 όσο και στις 13.08.10 ήταν ο δηλωμένος στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού επιχειρηματίας και διευθυντής του ρηθέντος κέντρου αναψυχής High Chapparal Restaurant. (γ) Το εν λόγω κέντρο αναψυχής στις 23.07.10 και 13.08.10 και κατά το χρόνο τον οποίον αφορούν οι κατηγορίες 1 και 2 λειτουργούσε ως εστιατόριο. (δ) Ο Παναγιώτης Κωνσταντίνου ο οποίος προέβη σε καταγγελία ημερομηνίας 30.07.10 αναφορικά με την κατηγορία 1 στις 23.07.10 και κατά τον χρόνο που αφορά η κατηγορία 1 μετέβη στο ρηθέν κέντρο αναψυχής ως πελάτης. (ε) Ο Χάρης Χριστοδούλου ο οποίος συνέταξε και υπογράφει το δελτίο επιθεώρησης υπ' αριθμό 032309 ήταν στις 13.08.10 επιθεωρητής του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού και μετέβη εντεταλμένα από τον Κ.Ο.Τ. στο ρηθέν κέντρο στο χρόνο που αφορά η δεύτερη κατηγορία με την ιδιότητα του επιθεωρητή του Κ.Ο.Τ. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. ΜΚ1 ήταν ο κύριος Χαρίλαος (Χάρης) Χριστοδούλου, ο οποίος ασκεί καθήκοντα επιθεωρητή στον Κ.Ο.Τ. Ο μάρτυρας αυτός ανάφερε, μεταξύ άλλων ότι, στις 13.08.10 και περί ώρα 19:45 μετέβηκε στο εστιατόριο High Chapparal Restaurant στη Λεμεσό για να προβεί σε επιθεώρηση στα πλαίσια διερεύνησης ενός γραπτού παραπόνου από πελάτη του εν λόγω κέντρου αναψυχής. Όπως ο ίδιος ανάφερε παρέμεινε στο χώρο εκεί μέχρι τις 20:20 χωρίς να μπορέσει να προβεί σε ελέγχους, μεταξύ των οποίων και της ταμειακής μηχανής για να διαπιστώσει εάν εκδόθηκε απόδειξη πληρωμής του λογαριασμού του ατόμου που προέβηκε στην καταγγελία λέγοντας ότι μετέβηκε ως πελάτης στο εν λόγω εστιατόριο στις 23.07.10 και να διερευνήσει έτσι το παράπονο του πελάτη αυτού εξαιτίας της απρεπούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, η οποία εκδηλώθηκε στην παρουσία ατόμων που εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στο εστιατόριο ως πελάτες. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, μόλις ανακοίνωσε το λόγο επίσκεψης του ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει, ήταν έντονος και νευρικός, βγαίνοντας εκτός εαυτού και συμπεριφερόμενος με τον τρόπο του εκτός λογικών ορίων. Ο μάρτυρας κατηγορίας ένιωσε πως αν πίεζε περισσότερο την κατάσταση θα δημιουργείτο επεισόδιο. Ο κατηγορούμενος ακόμη αρνήθηκε, ως επιχειρηματίας και διευθυντής της πιο πάνω επιχείρησης, να υπογράψει το δελτίο επιθεώρησης που εκδόθηκε, συντάχτηκε και υπογράφηκε από τον μάρτυρα κατηγορίας ως επιθεωρητή του Κ.Ο.Τ. Προτού μεταβεί στο πιο πάνω κέντρο αναψυχής, ο μάρτυρας είχε τηλεφωνική επικοινωνία με το άτομο που υπέβαλε στον Κ.Ο.Τ. γραπτό παράπονο, ήτοι τον Παναγιώτη Κωνσταντίνου, ο οποίος του εξήγησε πως κατά τη γνώμη του διαδραματίστηκε το επίδικο συμβάν. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ ο Κωνσταντίνου την επίδικη ημέρα βρισκόταν στο εστιατόριο μαζί με την παρέα του άλλο άτομο που ήταν επίσης πελάτης παραπονέθηκε στον κατηγορούμενο ότι ο Κωνσταντίνου μαζί με την παρέα του προέβαιναν δημόσια σε ερωτικές περιπτύξεις. Αμέσως, όπως εξήγησε ο κατηγορούμενος, προέβηκε σε παρατήρηση στον Κωνσταντίνου και την παρέα του λέγοντας τους 'Εγώ κύριοι αυτά δεν τα θέλω στο μαγαζί μου. Εάν είναι δυνατό να πληρώσετε και να φύγετε.' Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, μετά πάροδο πέντε λεπτών του πιο πάνω περιστατικού ο Κωνσταντίνου ήλθε και τον βρήκε στην κουζίνα, η οποία είναι μακριά από το χώρο που διασκεδάζουν οι πελάτες του εστιατορίου και εντός της οποίας εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν μόνο μέλη του προσωπικού του, παραπονούμενος για την ποιότητα γαριδοσαλατών που αυτός και η παρέα του είχαν παραγγείλει. Είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι ο Κωνσταντίνου φώναζε και όχι αυτός. Σύμφωνα πάντοτε με τον κατηγορούμενο, μετέβηκε στο τραπέζι τους και στην παρουσία τους εξέφρασε την προθυμία του να έλθει η αστυνομία και να παραλάβει τις γαριδοσαλάτες για έλεγχο. Τους ζήτησε έτσι να παραμείνουν στο χώρο του εστιατορίου μέχρι να έλθει η αστυνομία, της οποίας είχε τηλεφωνήσει στην παρουσία τους. Μετά από πάροδο 15-20 λεπτών εισήλθαν στο εστιατόριο δύο αστυνομικοί όμως ο Κωνσταντίνου και η παρέα του είχαν στο μεταξύ πληρώσει το λογαριασμό και αποχώρησαν από το μέρος. Ο κατηγορούμενος αρνείται κατηγορηματικά ότι είπε στον Κωνσταντίνου και στην παρέα του τις επίμαχες φράσεις που σημειώνεται στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας ή οποιαδήποτε εξύβριση. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος επισήμανε πως ότι ο Κωνσταντίνου και η παρέα του κατανάλωσαν στο εστιατόριο του και τι ακριβώς πλήρωσαν βρίσκονται καταγραμμένα στο αρχείο της ταμειακής μηχανής. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι άτομο ευυπόληπτο που εκείνη τη στιγμή ήταν πελάτης στο εστιατόριο του παραπονέθηκε ότι ο Κωνσταντίνου και η παρέα του προέβαιναν μεταξύ τους σε ερωτικές περιπτύξεις. Είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι αφού προέβηκε σε συστάσεις στον Κωνσταντίνου και στην παρέα του σε σχέση με το προαναφερόμενο θέμα και αφού κατανάλωσαν τη μισή ποσότητα των γαριδοσαλάτων που παράγγειλαν, ο Κωνσταντίνου ήλθε και παραπονέθηκε μεγαλοφώνως. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ειδοποιήθηκε η αστυνομία να έλθει για να ενημερώσουν τις υγειονομικές υπηρεσίες να ελέγξουν την ποιότητα των γαριδοσαλάτων όμως όταν ήλθαν οι αστυνομικοί ο Κωνσταντίνου και η παρέα του είχαν ήδη αποχωρήσει από το μέρος αφού προηγουμένως πλήρωσαν το λογαριασμό χωρίς να ολοκληρώσουν την κατανάλωση των εδεσμάτων που είχαν παραγγείλει. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, οι αστυνομικοί εγκατέλειψαν το εστιατόριο θωρώντας ότι πλέον δεν υπήρχε οποιαδήποτε υπόθεση για διερεύνηση. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος επέμεινε στη θέση του ότι ουδέποτε ύψωσε τη φωνή του, ότι ουδέποτε είπε τις επίμαχες φράσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορία και ότι ουδέποτε συμπεριφέρθηκε απρεπώς ή εξύβρισε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον Κωνσταντίνου και/ή την παρέα του. ΜΥ1 ήταν ο ανώτερος υπαστυνόμος και υπεύθυνος του Τ.Α.Ε. Λεμεσού Ιωάννης Γεωργίου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι τον Ιούλιο 2010 δέχτηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο που του είπε ότι μία παρέα ατόμων που βρίσκονταν στο εστιατόριο του φιλιόνταν μεταξύ τους και όταν κάποιος άλλος θαμώνας που εκείνη τη στιγμή ήταν με την οικογένεια του στην οποία υπήρχαν ανήλικα παιδιά του έκανε παρατήρηση διαπληκτίστηκαν μεταξύ τους. Όπως περαιτέρω του εξήγησε ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος παρενέβη και προέβηκε σε παρατηρήσεις στην ομάδα ανδρών με αποτέλεσμα να υπάρξει έντονη συζήτηση. Ακολούθως, είπε ο εν λόγω μάρτυρας, η ομάδα των ανδρών παραπονέθηκε στον κατηγορούμενο για την ποιότητα κάποιων εδεσμάτων που από ότι μπορούσε να θυμηθεί ήταν γαρίδες ή όστρακα με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να επιθυμεί την παρουσία της αστυνομίας στο εστιατόριο του για να αποφευχθεί οποιαδήποτε συμπλοκή αλλά και για να επιλύσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τα εδέσματα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, όταν μέλη της αστυνομίας μετέβησαν στο εστιατόριο η παρέα των ανδρών είχε ήδη εγκαταλείψει το χώρο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε στον προσωπικό αριθμό τηλεφώνου του και με ύφος έντονο του είπε αυτά που ανάφερε στην κυρίως εξέταση του. Ο επί καθήκον λοχίας που μετέβηκε στο εστιατόριο επιθεώρησε το φαγητό για το οποίο υποβλήθηκε παράπονο ότι ήταν χαλασμένο πλην όμως αυτό είχε καταναλωθεί πλήρως. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αφού παρέπεμψε στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος δήλωσε πως μέσα από την υποχρέωση του επιχειρηματία για επίδειξη ευγένειας στον υπέρτατο βαθμό της σκοπός του νομοθέτη είναι η προώθηση του τουρισμού στην Κύπρο. Είναι η νομική θέση του κυρίου Πούγιουρου ότι ο Κωνσταντίνου που φέρει την ταυτότητα του παραπονούμενου εξαναγκάστηκε να φύγει από το εστιατόριο λόγω της παράλογης και παράνομης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, η οποία υποχρέωσε τον παραπονούμενο να πληρώσει εδέσματα που δεν είχε καταναλώσει. Είναι ακόμη η νομική θέση του κυρίου Πούγιουρου ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για ερωτικές περιπτύξεις δεν πρέπει να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο επειδή πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία για την οποία δεν κλήθηκε να καταθέσει το άμεσα εμπλεκόμενο πρόσωπο καθώς επίσης πρόκειται για ισχυρισμό που δεν σχετίζεται με το αδίκημα αλλά με συμπεριφορά του παραπονούμενου και άλλων προσώπων. Περαιτέρω, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υπέδειξε την ύπαρξη, κατά την άποψη του, αντιφάσεων μεταξύ της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και του ΜΥ1 και στη βάση αυτών αλλά και των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού συνόψισε την εκδοχή του κατηγορουμένου με δεδομένο ότι είναι διευθυντής κέντρου αναψυχής και ο παραπονούμενος ήταν πελάτης του κατηγορουμένου, ευσεβάστως υπενθύμισε ότι εφόσον τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 31
(2)της Κ.Δ.Π. 265/86 το κρίσιμο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει επιδείξει συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από άκρα ευγένεια. Παράλληλα, αποτελεί νομική θέση του κυρίου Πουργουρίδη ότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου είναι η μοναδική που ουσιαστικά το Δικαστήριο έχει για να αξιολογήσει σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Ο δε ΜΥ1 θα πρέπει, σύμφωνα με τον κύριο Πουργουρίδη, να θεωρηθεί ως ανεξάρτητος μάρτυρας. Επίσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε πως η μαρτυρία που σχετίζεται με την υποβολή παραπόνου από άλλο θαμώνα στον κατηγορούμενο και αφορά τη συμπεριφορά του παραπονούμενου παρέμεινε αναντίλεκτη. Σύμφωνα με τον κύριο Πουργουρίδη είναι πάνω σ' αυτή τη βάση που θα πρέπει να αντικριστεί η επίμαχη φράση, η οποία ενισχύει την εκδοχή του κατηγορουμένου καθότι για ποιο λόγο να εκστομίσει αυτή τη φράση και να καλέσει στο χώρο την αστυνομία εάν το μόνο που υπήρχε ήταν το θέμα της γαριδοσαλάτας. Ενόψει των πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Κατ' αρχήν με μία πρώτη παρατήρηση στη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής (ΜΚ1) διαπιστώνω ότι αυτή σχεδόν εξ' ολοκλήρου αναλώνεται στο περιστατικό που εμπλάκηκε ο λειτουργός του Κ.Ο.Τ. όταν επισκέφτηκε το εστιατόριο του κατηγορουμένου στα πλαίσια διερεύνησης ενός παραπόνου που υπεβλήθηκε από τον Κωνσταντίνου, που ήταν πελάτης στο εν λόγω εστιατόριο σε προγενέστερο χρονικό διάστημα, το οποίο όμως περιστατικό αφορά τη δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου στην οποία, όπως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχτηκε κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.04.12. Συνεπώς, το Δικαστήριο αξιολογώντας την μαρτυρία αυτή εξακριβώνει ότι έχει μηδενική αξία αφού ουδεμία σχέση έχει με την ουσία του αντικειμένου της πρώτης κατηγορίας, της μοναδικής κατηγορίας που παρέμεινε να αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος μέσα από την υπόθεση αυτή. Το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο 2, στο οποίο δεν προσδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα. Ωστόσο μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αναφορά στη διερεύνηση ενός γραπτού παραπόνου που υπεβλήθηκε από τον Κωνσταντίνου ως πελάτη του πιο πάνω εστιατορίου μέσω επιστολής του ημερομηνίας 30.07.10 (Τεκμήριο 1). Στην ουσία ο ΜΚ1 απλά μεταφέρει στο Δικαστήριο την εκδοχή του Κωνσταντίνου, ο οποίος ας σημειωθεί δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να την στηρίξει ή έστω ενισχύσει με δική του ένορκη προφορική μαρτυρία, η οποία εκδοχή του αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο στην ολότητα της κατά τρόπο έντονο και κατηγορηματικό. Τόσο το μέρος της προφορικής κατάθεσης του ΜΚ1 που αφορά το θέμα αυτό όσο και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία σε όλη την έκταση της αφού ο ΜΚ1 ουδέποτε ήταν εμπλεκόμενος στο περιστατικό που περιγράφεται ότι διαδραματίστηκε στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας. Με τον τροποποιητικό νόμο 32(Ι)/2004 μαρτυρία που είναι εξ' ακοής είναι αποδεκτή σε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου[5], ωστόσο κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε τέτοιου είδους μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύκολα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας[6] αλλά και σε συγκεκριμένες παραμέτρους, οι οποίες περιγράφονται μέσα από το άρθρο 27
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούσα αρχή που προσήγαγε την εξ' ακοής μαρτυρία δεν έδωσε καμία ικανοποιητική εξήγηση ή δικαιολογία για τη μη κλήτευση του Κωνσταντίνου, ο οποίος προέβηκε σε καταγγελία του κατηγορουμένου στον Κ.Ο.Τ. και την εκδοχή του ανέλαβε να μεταφέρει στο Δικαστήριο ο ΜΚ1, αλλά και ο οποίος (Κωνσταντίνου) συνέταξε το Τεκμήριο 1. Το Δικαστήριο δεν βλέπει το λόγο που δεν θα μπορούσε να είναι εύλογη και εφικτή μία τέτοια κλήση. Εν πάσει περιπτώσει, το κατά πόσο ήταν ή όχι εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ο Κωνσταντίνου είναι κάτι που θα έπρεπε να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή, η οποία επέλεξε να μην τον παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Με την μη προσαγωγή του Κωνσταντίνου η εκδοχή του, ένεκα της οποίας προέκυψε η πρώτη κατηγορία, δεν υπέστηκε τη βάσανο της αντεξέτασης. Παράλληλα, αφαιρεί από την μαρτυρία του ΜΚ1 την όποια ουσιαστική υπόσταση και αξία που θα μπορούσε να είχε σε σχέση με το υπό εκδίκαση ζήτημα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει δεδομένη την αλήθεια της ιδιαίτερα όταν αυτή απορρίπτεται επί της ουσίας της στην ολότητα της από την εκδοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος αντεξετάστηκε γι' αυτήν. Τα πράγματα ενδεχομένως να ήταν διαφορετικά εάν παρουσιαζόταν ως μάρτυρας ο Κωνσταντίνου που ήταν το άλλο εμπλεκόμενο μέρος στην υπόθεση αυτή ή εναλλακτικά ένα πρόσωπο που ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο επίδικο περιστατικό, είτε αυτό ήταν ένας μέλος της παρέας του Κωνσταντίνου είτε οποιοσδήποτε από τους υπόλοιπους θαμώνες του εστιατορίου, πράγμα που επίσης δεν έγινε χωρίς η κατηγορούσα αρχή να δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση ή δικαιολογία για τη μη κλήτευση τους. Σε τέτοια περίπτωση η μαρτυρία του Κωνσταντίνου ή του οποιουδήποτε άλλου αυτόπτη μάρτυρα, έχοντας υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης, θα μπορούσε να συγκριθεί και αντιπαραβληθεί με τη μαρτυρία του κατηγορουμένου στα πλαίσια κρίσης κατά πόσο θα μπορούσε να είναι πειστική. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα τόσο η μαρτυρία του ΜΚ1 στο εν λόγω επίδικο ζήτημα όσο και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 έχουν μηδενική αξία και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν τους προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, παρατηρώντας το Τεκμήριο 1 εντοπίζω τρία σημεία καθοριστικά για την αξιοπιστία της εκδοχής του Κωνσταντίνου και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής. Συγκεκριμένα:
(1)Για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος να εκστομίσει την επίμαχη φράση και να αφήσει έτσι σαφείς αιχμές για τη σεξουαλική συμπεριφορά του Κωνσταντίνου και της παρέας του τη στιγμή που μόνο ένα παράπονο του είχε γίνει αναφορικά με την ποιότητα κοκτέιλ που είχαν παραγγείλει από άτομα άγνωστα σ' αυτόν. Αυτό από μόνο του μόνο λογικό δεν φαντάζει.
(2)Εφόσον ο κύριος Κωνσταντίνου ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε κατ' επανάληψη στο εστιατόριο τότε για ποιο λόγο δεν κατέφυγε σε αστυνομικό σταθμό για να τον καταγγείλει για εξύβριση ή εναλλακτικά γιατί δεν καταχώρησε ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του.
(3)Εφόσον ο κύριος Κωνσταντίνου επιθυμούσε την παρουσία αστυνομίας στο χώρο και όπως ισχυρίζεται τηλεφώνησε στην αστυνομία λόγω της ανεπιθύμητης κατάστασης που δημιουργήθηκε στο εστιατόριο του κατηγορουμένου μέλη της οποίας όμως του είπαν ότι δεν μπορούσαν να έλθουν, γιατί δεν ανέμενε να έλθουν οι αστυνομικοί που τους είχε καλέσει ο κατηγορούμενος, γεγονός που παρέμεινε αναντίλεκτο, είτε αυτό οφειλόταν στην ποιότητα των γαριδοσαλάτων είτε στη φωνασκούσα και ανησυχητική συμπεριφορά του κυρίου Κωνσταντίνου είτε λόγω συνδυασμό και των δύο. Ο κατηγορούμενος έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ήταν ειλικρινής. Απαντούσε αυθόρμητα στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επεκτεινόταν στις απαντήσεις του αχρείαστα χωρίς ασφαλώς να αγγίζει όρια υπερβολής αλλά αυτό αποδίδεται στην έντονη επιθυμία του να εξωτερικεύσει όλα όσα γνώριζε και πίστευε ότι θα τον δικαίωναν. Αυτό όμως δεν αφαιρεί οτιδήποτε από την ειλικρίνεια και τον αυθορμητισμό που τον διακατείχαν. Η θέση της κατηγορούσας αρχής που τέθηκε στον κατηγορούμενο ότι εξαιτίας του παραπόνου του κυρίου Κωνσταντίνου βγήκε εκτός εαυτού, φώναζε και έβριζε στερείται λογικής καθότι δεν συνέτρεχε κανένας λόγος για κάτι τέτοιο. Κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου αφού οτιδήποτε άλλο πέραν από λεπτό, διακριτικό και ευγενικό χειρισμό του ζητήματος αυτού θα ζημίωνε ανεπανόρθωτα τη φήμη του ιδίου αλλά και του εστιατορίου του. Αντίθετα, η εκδοχή που προβάλλει είναι αληθοφανής. Μικρές διαφορές που παρατηρήθηκαν μέσα από την μαρτυρία του, όπως για παράδειγμα το εάν το παράπονο για την ποιότητα των γαριδοσαλάτων υποβλήθηκε από τον κύριο Κωνσταντίνου στον κατηγορούμενο στην κουζίνα του εστιατορίου ή στην κυρία Ντάνα που εργαζόταν ως σερβιτόρα, εκεί ήταν επουσιώδεις και δεν σχετίζονταν με την ουσία της υπόθεσης και τα βασικά επίδικα θέματα αλλά και τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν το κατ' ισχυρισμό αδίκημα και επομένως, χωρίς να φέρουν την ετικέτα των ουσιωδών αντιφάσεων, δεν κατάφεραν να κλονίσουν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ως εκ τούτου, αγνοούνται από το Δικαστήριο. Παράλληλα, αρκετή μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη, στοιχείο που ενισχύει την αξιοπιστία της στα μάτια του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, μέσα από την κατάθεση του παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία ότι του έγινε παράπονο από άλλο θαμώνα ότι ο κύριος Κωνσταντίνου με την παρέα του προέβαιναν σε απρεπείς ενέργειες καθώς και το γεγονός ότι ο ίδιος τηλεφώνησε και απαίτησε την παρουσία μελών της αστυνομίας στο εστιατόριο του, πράγμα που επιτεύχθηκε. Παρέμεινε ακόμη αδιαμφισβήτητη η μαρτυρία του κατηγορουμένου για το ότι προέβηκε σε παρατηρήσεις στον Κωνσταντίνου και την παρέα του ένεκα του παραπόνου που δέχθηκε από τον άλλο θαμώνα του εστιατορίου του. Αν ο κατηγορούμενος όντως εξύβρισε τον κύριο Κωνσταντίνου και την παρέα του, ως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής τότε για πιο λόγο να αναλάβει ο ίδιος πρωτοβουλία και να ζητήσει την παρουσία αστυνομικών στο χώρο του εστιατορίου του κατά τον ουσιώδη χρόνο που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό αφού σε τέτοια περίπτωση θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο καταγγελίας για εξύβριση. Ένα ερώτημα που παρέμεινε αναπάντητο και μία θέση της κατηγορούσας αρχής που δεν βρίσκει έρεισμα λογικής και ως εκ τούτου απορρίπτεται καθιστώντας έτσι ακόμη πειστικότερη την εκδοχή του κατηγορουμένου. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε το ότι το παράπονο του Κωνσταντίνου για την ποιότητα της γαριδοσαλάτας έγινε από τον τελευταίο μεγαλοφώνως και φωνασκώντας και μεταγενέστερα της συζήτησης που είχε με τον κατηγορούμενο για το θέμα που δημιουργήθηκε με τον άλλο θαμώνα, όπως ούτε αμφισβητήθηκε το ότι ο κατηγορούμενος κάλεσε τηλεφωνικώς την αστυνομία να μεταβεί στο χώρο. Δεν αμφισβητήθηκε ακόμη το ότι ενώ αναμενόταν η άφιξη της αστυνομίας στο εστιατόριο και ο Κωνσταντίνου και η παρέα του γνώριζαν για την επικείμενη άφιξη τους αυτοί φρόντισαν να εγκαταλείψουν το χώρο προτού μέλη της μεταβούν στο εστιατόριο. Στη βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη και εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Ο ΜΥ1 ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Ήλθε και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση. Απαντούσε με ευθύτητα και σαφήνεια χωρίς προσχεδιασμό και τάση υπερβολής. Η μαρτυρία του είναι εξ' ολοκλήρου εξ' ακοής και ουσιαστικά επιβεβαιώνει την μαρτυρία του κατηγορουμένου, ο οποίος έδωσε δια ζώσης ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε σ' αυτή. Παράλληλα, δεν έχω εντοπίσει ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του, παράμετρος που ενισχύει την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού. Το ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε στην προφορική κατάθεση του ότι μια παρέα ανδρών φιλιόνταν μεταξύ τους ενώ ο κατηγορούμενος έκανε αναφορά για ερωτικές περιπτύξεις δεν αποτελεί ουσιώδης διαφορά αφού ο κάθε μέσος λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος αντιλαμβάνεται τη σημασία της συμπεριφοράς του Κωνσταντίνου και της παρέας του. Ούτε και διαπιστώνω να υπάρχει αντίφαση μεταξύ του κατηγορουμένου και του ΜΥ1 ως προς το λόγο μετάβασης μελών της αστυνομίας στο εστιατόριο. Μέσα από την μαρτυρία και των δύο αναδύεται ως λόγοι η ανάγκη επίλυσης του προβλήματος που δημιουργήθηκε με την ποιότητα των γαριδοσαλάτων και την πρόληψη πιθανών συμπλοκών στο εστιατόριο προερχόμενη κυρίως από τον Κωνσταντίνου ο οποίος με τη συμπεριφορά του διαπληκτίστηκε με άλλο θαμώνα του εστιατορίου και παράλληλα είχε έντονη συζήτηση με τον κατηγορούμενο. Όλα αυτά δείχνουν σταθερότητα και συνέπεια στην γραμμή υπεράσπισης, στοιχεία απαραίτητα, ανάμεσα σ' άλλα, για να μπορέσουν να καταστήσουν την εκδοχή του κατηγορουμένου αξιόπιστη και πειστική. Χωρίς να υιοθετήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου και προσεκτικός στον τρόπο που κατάθετε την μαρτυρία του ο εν λόγω μάρτυρας απλά ανάφερε αυτά που του είπε ο κατηγορούμενος και αυτά που του είπε ότι διαπίστωσε ο υφιστάμενος του που μετέβηκε στο εστιατόριο του κατηγορουμένου κατόπιν δικών του εντολών, φροντίζοντας πάντοτε να αποκαλύπτει την πηγή της μαρτυρίας του. Αυτό που παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση μέσα από την μαρτυρία του, αφού καμία υποβολή για προώθηση περί του αντιθέτου θέσεως υποβλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, είναι ότι ο θαμώνας που παραπονέθηκε στον κατηγορούμενο για απρεπείς ενέργειες μεταξύ του κυρίου Κωνσταντίνου και των μελών της παρέας του είχε προηγουμένως διαπληκτιστεί με τον κύριο Κωνσταντίνου για το συγκεκριμένο θέμα που φαίνεται ότι διαδραματίστηκε μπροστά σε ανήλικους. Ενόψει αυτών το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε λόγο για να μην αποδεχτεί την μαρτυρία του ΜΥ1 ως αξιόπιστη και ταυτόχρονα ενισχυτική της εκδοχής του κατηγορουμένου ως προς την ορθότητα και αλήθεια της. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής, τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Κατά τον ουσιώδη για το κατηγορητήριο χρόνο ο κατηγορούμενος ασκούσε το ρόλο επιχειρηματία αφού ήταν διευθυντής του κέντρου αναψυχής High Chapparal Restaurant, το οποίο λειτουργούσε ως εστιατόριο στην οδό Γεωργίου Α' 46 στη Λεμεσό. Στις 23.07.10 ο Παναγιώτης Κωνσταντίνου μαζί με φίλους του μετέβησαν ως πελάτες στο πιο πάνω εστιατόριο. Επειδή προέβαιναν μεταξύ τους σε απρεπείς ενέργειες του έγινε παρατήρηση από άλλο θαμώνα του εστιατορίου, οποίος εκείνη τη στιγμή διασκέδαζε μαζί με την οικογένεια του στην οποία περιλαμβάνονταν και ανήλικα παιδιά. Η πιο πάνω εξέλιξη οδήγησε σε διαπληκτισμό του Κωνσταντίνου με τον άλλο θαμώνα. Ακολούθως, ο άλλος θαμώνας παραπονέθηκε στον κατηγορούμενο, ως διευθυντή του εστιατορίου, τις απρεπείς ενέργειες του Κωνσταντίνου κα της παρέας τους με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να προβεί σε συστάσεις προς τν Κωνσταντίνου και την παρέα του, πράγμα που προκάλεσε έντονη συζήτηση μεταξύ τους. Συνεπεία της απρεπής συμπεριφοράς του κυρίου Κωνσταντίνου και της παρέας του, ο κατηγορούμενος τους κάλεσε να πληρώσουν για τα εδέσματα που είχαν παραγγείλει και να φύγουν. Αμέσως μετά το προαναφερόμενο περιστατικό, ο Κωνσταντίνου ήλθε στην κουζίνα του εστιατορίου και παραπονέθηκε μεγαλοφώνως (φωνάζοντας) για την ποιότητα δύο γαριδοσαλάτων που είχαν παραγγείλει. Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε συμπλοκή στο εστιατόριο ένεκα της συμπεριφοράς του Κωνσταντίνου και της παρέας του αλλά και για να διαπιστωθεί μέσω των υγειονομικών υπηρεσιών κατά πόσο η ποιότητα των συγκεκριμένων γαριδοσαλάτων ήταν ή όχι η δέουσα, ο κατηγορούμενος έκρινε ότι έπρεπε να ειδοποιήσει την αστυνομία, πράγμα που έκανε. Ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο τραπέζι και είπε στον κύριο Κωνσταντίνου και την παρέα του ότι είχε ειδοποιήσει την αστυνομία και έτσι θα έπρεπε να περιμένουν την άφιξη μελών της. Παρά την σύσταση αυτή του κατηγορουμένου, ο Κωνσταντίνου και η παρέα του επέλεξαν να εγκαταλείψουν το εστιατόριο προτού μέλη της αστυνομίας μεταβούν στο χώρο του εστιατορίου αφού πρώτα κατανάλωσαν την μισή ποσότητα των γαριδοσαλάτων και πλήρωσαν για τα εδέσματα που είχαν παραγγείλει και χωρίς να ολοκληρώσουν την κατανάλωση των υπόλοιπων εδεσμάτων τους. Στη συνέχεια ο κύριος Κωνσταντίνου με γραπτή επιστολή του ημερομηνίας 30.07.10 προς το γενικό διευθυντή του Κ.Ο.Τ. υπέβαλε παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου ότι ενώ στις 23.07.10 βρισκόταν μαζί με άλλα πέντε άτομα στο πιο πάνω εστιατόριο και έγινε παράπονο για την ποιότητα κάποιων κοκτέιλ ο κατηγορούμενος αντίς να συνεργαστεί συμπεριφέρθηκε απρεπώς φωνάζοντας μπροστά σε άλλους πελάτες του εστιατορίου και λέγοντας τους εάν δεν τους αρέσει να φύγουν και εκστομίζοντας εναντίον τους διάφορες βρισιές όπως 'δεν θέλω τιούτους εγώ στο μαγαζί μου και να φύγετε'. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αδικήματα που σχετίζονται με τη λειτουργία κέντρων αναψυχής εδράζονται στον Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμο, Ν.29/85 μετά των συναφών τροποποιήσεων, καθώς και στους συναφείς Κανονισμούς με τη δυνατότητα έκδοσης τους να παρέχεται μέσα από το άρθρο 20 της πιο πάνω νομοθεσίας. Η Κ.Δ.Π. 265/86 η οποία περιέχει τους Περί Κέντρων Αναψυχής Κανονισμούς, όπως αυτοί θεσπίστηκαν και δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 28.11.86, είναι σχετική με το υπό εξέταση στην παρούσα υπόθεση αντικείμενο. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 32 της Κ.Δ.Π. 265/86, όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε από τις διατάξεις των κανονισμών αυτών ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς αυτή, εκτός εάν άλλως πως προνοείται στους εν λόγω κανονισμούς, είναι ένοχος αδικήματος και στην περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €512,58 ή και στις δύο αυτές ποινές. Βέβαια με την θέσπιση του Περί Αυξήσεως Χρηματικών Ποινών Νόμου του 1987, Ν.166/87που τέθηκε σε ισχύ στις 10.07.87, η χρηματική ποινή αυξήθηκε σε €768,87. Η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αφορά το αδίκημα της παράλειψης συμπεριφοράς σε πελάτη με άκρα ευγένεια. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 31
(2)της Κ.Δ.Π. 265/86 προνοεί τα εξής: "Ο διευθυντής του κέντρου και το προσωπικόν αυτού οφείλουσιν όπως συμπεριφέρωνται μετ' άκρας ευγενείας έναντι οποιουδήποτε πελάτου του κέντρου, επιδεικνύωσι δε προθυμίαν και ενεργητικότητα κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων αυτών." Μέσα από τον πιο πάνω κανονισμό δημιουργείται υποχρέωση στο διευθυντή αλλά και στο προσωπικό του κάθε κέντρου αναψυχής να συμπεριφέρονται με απόλυτη ευγένεια στους πελάτες τους. Η θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι η νομοθεσία απαιτεί την επίδειξη συμπεριφοράς ευγένειας σε υπερθετικό βαθμό με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Τυχόν παραβίαση της υποχρέωσης αυτής οδηγεί με βάση το Ν.29/85στη διάπραξη αδικήματος. Από το λεκτικό του πιο πάνω κανονισμού συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) διευθυντής, (β) κέντρου αναψυχής, (γ) συμπεριφέρεται με άκρα ευγένεια και επιδεικνύει προθυμία και ενεργητικότητα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, (δ) σε πελάτη. Το ότι το εστιατόριο υπό την επωνυμία High Chapparal Restaurant που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α' 46 στη Λεμεσό ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου και εξακολουθεί να είναι κέντρο αναψυχής δυνάμει του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου είναι παραδεκτό γεγονός. Το ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου, δηλαδή στις 23.07.10, ήταν ο δηλωμένος στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού επιχειρηματίας και διευθυντής του ρηθέντος κέντρου αναψυχής είναι επίσης παραδεκτό γεγονός. Είναι ακόμη παραδεκτό γεγονός ότι στις 23.07.10 ο κύριος Κωνσταντίνου επισκέφτηκε το προαναφερόμενο εστιατόριο ως πελάτης. Επομένως, στοιχειοθετούνται το πρώτο, δεύτερο και τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Παραμένει για εξέταση το τρίτο συστατικό στοιχείο, ήτοι συμπεριφορά με άκρα ευγένεια, με το οποίο ασχολούμαι ευθύς. Προς εξέταση του ζητήματος αυτού έχω μελετήσει ενδελεχώς όλα τα ενώπιον μου στοιχεία και δεν έχω εντοπίσει αξιόπιστη μαρτυρία με αποδειχτική αξία που να με οδηγεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο αγενώς ή απρεπώς ή ανάρμοστα στον κύριο Κωνσταντίνου και/ή σε οποιοδήποτε μέλος της παρέας του. Ειδικότερα, το ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον κύριο Κωνσταντίνου και την παρέα του να αποχωρήσουν από το εστιατόριο του δεν θεωρείται αγενής ή απρεπής ή ανάρμοστη συμπεριφορά από μέρους του υπό το φως των γεγονότων που προηγήθηκαν. Αν αναλογιστεί κάποιος ότι προγενέστερα ο κύριος Κωνσταντίνου και η παρέα του προέβαιναν μεταξύ τους σε απρεπείς ενέργειες, το ότι σημειώθηκε διαπληκτισμός του κυρίου Κωνσταντίνου με άλλο θαμώνα του εστιατορίου μπροστά σε άλλους πελάτες του εστιατορίου κατόπιν παρατήρησης του δευτέρου προς τον πρώτο εξαιτίας των προαναφερομένων απρεπών ενεργειών, το παράπονο που έγινε στον κατηγορούμενο από τον πιο πάνω θαμώνα του κέντρου, το ότι ο κύριος Κωνσταντίνου παραπονέθηκε για την ποιότητα δύο γαριδοσαλάτων σε έντονο ύφος και φωνάζοντας πάλι μπροστά στα μάτια πελατών του εστιατορίου καθώς και η έντονη συζήτηση που ο κύριος Κωνσταντίνου είχε με τον κατηγορούμενο, εύκολα συμπεραίνεται ότι ο κύριος Κωνσταντίνου με τη συμπεριφορά του έθεσε τον εαυτό τους εκτός εστιατορίου. Μπροστά στην αποφυγή συμπλοκής και προς αποκατάσταση του κλίματος ηρεμίας στο εστιατόριο αλλά και προστασίας της φήμης του κέντρου και της ψυχαγωγίας των υπολοίπων πελατών, ο κατηγορούμενος δεν είχε άλλη επιλογή από το να ζητήσει από τον κύριο Κωνσταντίνου και την παρέα του να εγκαταλείψουν το χώρο του εστιατορίου, χωρίς να υπάρχει μαρτυρία ότι αυτό έγινε κατά τρόπο αγενές, απρεπή ή ανάρμοστο. Εν πάσει περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το εύρημα του ότι εκ των υστέρων και μετά την υποβολή παραπόνου από τον κύριο Κωνσταντίνου σχετικά με την ποιότητα των γαριδοσαλάτων και την κλήση στην αστυνομία ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον κύριο Κωνσταντίνου και την παρέα του να παραμείνουν στο χώρο μέχρι να έλθουν μέλη της αστυνομίας στο εστιατόριο. Ωστόσο, αυτοί εθελοντικά επέλεξαν να αποχωρήσουν μη αναμένοντας την μετάβαση μελών της αστυνομίας στο χώρο, παρόλο ότι ο κύριος Κωνσταντίνου ισχυρίστηκε μέσα από το Τεκμήριο 1 ότι και ο ίδιος επιθυμούσε την παρουσία αστυνομικών στο χώρο εκείνο. Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κύριος Κωνσταντίνου και η παρέα του δεν εξαναγκάστηκαν στο να αποχωρήσουν από το εστιατόριο αλλά οι ίδιοι επέλεξαν εθελοντικά να εγκαταλείψουν το χώρο. Ούτε το ότι ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην αστυνομία και ζήτησε την παρουσία μελών της στο εστιατόριο οδηγεί σε συμπέρασμα αγενούς, ανάρμοστης ή απρεπούς συμπεριφοράς από μέρους του καθότι αυτό, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έγινε στα πλαίσια αποτροπής πιθανού επεισοδίου συμπλοκής μεταξύ θαμώνων και ταυτόχρονα προς αποκατάσταση της ηρεμίας και τάξης στο εστιατόριο αλλά και για να επιλυθεί το ζήτημα που προέκυψε αναφορικά με το παράπονο του κυρίου Κωνσταντίνου για την ποιότητα δύο γαριδοσαλάτων. Το ίδιο ισχύει και για την έντονη συζήτηση του κατηγορουμένου με τον κύριο Κωνσταντίνου αφού αυτή από μόνη της δεν σημαίνει αυτόματα ότι άγγιξε τα όρια της αγενούς, ανάρμοστης ή απρεπούς συμπεριφοράς από μέρους του κατηγορουμένου, πάντοτε χωρίς να παραγνωρίζεται το πλέγμα των γεγονότων και των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτή πραγματοποιήθηκε καθώς επίσης λαμβάνοντας υπόψη την απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας που να υποδεικνύει τον τρόπο, τόνο, ύφος και περιεχόμενο στη βάση των οποίων έγινε η εν λόγω συζήτηση. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, δεν τεκμηριώνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Με δεδομένο πλέον ότι δεν πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του κατηγορουμένου και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/ Απρεπής συμπεριφορά διευθυντή κέντρου αναψυχής σε πελάτη και παράλειψη παροχής διευκολύνσεων σε επιθεωρητή του Κ.Ο.Τ./Άρθρα 20 και 21
(4)του Ν.29/85και Κανονισμός 31
(2)της Κ.Δ.Π.265/86/ Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 [6] Άρθρο 27
(1)Κεφ.9 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο