HLB AFXENTIOU LIMITED ν. C A NICOLAIDIS BAKERIES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6836/11, 9/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B6 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ.K.Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6836/11 Μεταξύ: HLB AFXENTIOU LIMITED από τη Λεμεσό -v-
- C & A NICOLAIDIS BAKERIES LTD
- AΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ ---------- Ημερομηνία: 9 Μαίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ο. Κωνσταντίνου για κ. Σπ. Μιχαηλίδη Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη 1 βρέθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή στην κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα ΚΕφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ενώ ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παροχής συνδρομής και/ή παρακίνησης της κατηγορουμένης 1 σύμφωνα με το άρθρο 20 του Κεφ. 154 στην έκδοση της επιταγής υπ΄αριθμό 12707926 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μόρφου για το ποσό των €1000 η οποία αφού παρουσιάστηκε εντός εύλογου χρόνου κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης της χωρίς εύλογη αιτία από τον εκδότη της. Υιοθετώντας τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ως γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ουδεμία συμμόρφωση υπήρξε μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα ολόκληρο το ποσό της επιταγής των να είναι οφειλόμενο. Επίσης η κυρία Κωνσταντίνου ανάφερε πως οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Από την άλλη ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε στο Δικαστήριο πως έχει δώσει €200 έναντι της επιταγής με αποτέλεσμα να υπάρχει μερική συμμόρφωση και έτσι σήμερα να υπολείπεται το ποσό των €800 για πλήρη συμμόρφωση. Αδικήματα τέτοιας φύσεως όπως με την παρούσα υπόθεση βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και γ' αυτό θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60, η οποία αν και αναφέρεται σε ακάλυπτες επιταγές εντούτοις το νόημα και η σημασία της απευθύνεται σε κάθε είδους μη τιμηθείσες επιταγές περιλαμβανομένου και αυτών που ο εκδότη τους προκαλεί τη μη πληρωμή τους χωρίς εύλογη αιτία: "Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις." Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο ομιλεί από μόνο σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας, το νόημα και η σημασία και πάλι αγγίζει κάθε είδους επιταγής που δεν έχει τιμηθεί, περιλαμβανομένης και της περίπτωσης όπου ο εκδότης της προκάλεσε τη μη εξόφληση της χωρίς εύλογη αιτία: "Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια." Βέβαια έκτοτε, όπως προαναφέρθηκε, ο νομοθέτης με τον τροποποιητικό νόμο Ν.70(Ι)/2008αύξησε το μέγιστο όριο χρηματικής ποινής σε €10.000,00 ενώ παρέμεινε η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή και οι δυο ποινές. Στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 79, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι βαρύ επειδή έχει καταλυτικές συνέπειες στα συναλλακτικά ήθη και την εμπορική πίστη. Στην ίδια απόφαση υποδείχθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το αδίκημα αυτό κατάντησε η μάστιγα της εμπορικής ζωής του τόπου αφού ένας κοινότατος τρόπος συναλλαγής μεταβλήθηκε από τους επιτήδειους σε όργανο εξαπάτησης Στη δε υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 663 ποινή άμεσης φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε άτομο που έκδωσε ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού €44.748,27 (ισότιμο σε Λ.Κ.£26.190) αφού λήφθηκε υπόψη η παραδοχή και συνεργασία του, η εξόφληση των επιταγών σε μεταγενέστερο στάδιο, η έλλειψη καταδικών και οι οικογενειακές του συνθήκες, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως το ότι οι επιταγές τελικά εξοφλήθηκαν λίγες μέρες πριν από την επιβολή της ποινής, αν και δεν μειώνει τη σημασία της εξόφλησης τους ως ένδειξης έμπρακτης μεταμέλειας, σίγουρα δεν μπορούσε βεβαίως και να τη χαρακτήριζε ως άμεση τέτοια. Περαιτέρω, τονίστηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως την παρούσα, η νομολογία υποδεικνύει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φυλάκισης ακριβώς για το σκοπό που η ποινή φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις επιδιώκει να εξυπηρετήσει, δηλαδή την καταστολή της ευρύτατης εκδήλωσης τέτοιων αδικημάτων τα οποία και πλήττουν τη θεμελιακή ασφάλεια και εντιμότητα των συναλλαγών (βλέπε Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd
(2002)2 Α.Α.Δ. 368). Περαιτέρω, στην υπόθεση Νέλλυ Λούτσιου v. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343 το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου, επέβαλε στην κατηγορούμενη ποινές φυλάκισης 10 μηνών σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε αναφορικά με την έκδοση τριών επιταγών χωρίς αντίκρισμα για την αγορά μετοχών συνολικής αξίας Λ.Κ.£1.738.282. Στην υπόθεση Ηλίας Λάζος Λτδ v. Πετεβίνου
(1994)2 Α.Α.Δ 61 ποινή φυλάκισης δύο μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο ποινικού μητρώου με σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω ασθένειας της συζύγου του και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών και αφού λήφθηκαν υπόψη δύο προηγούμενες υποθέσεις που διαπράχθηκαν 2 χρόνια πριν από την καταδίκη του επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ 108 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου που διέπραξε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής των κατηγορουμένων 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι το αδίκημα αυτό βρίσκεται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το σχετικά μεγάλο ποσό που σημειώνεται που αφορά την επίδικη επιταγή. Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (β) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, όπως αυτές αναφέρονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ένα άλλο σημείο το οποίο θα λάβω προς όφελος των Κατηγορούμενων 1 και 2 είναι το επίδικο ποσό των €200, υιοθετώντας έτσι την εκδοχή του κατηγορούμενου 2 και θα δεχθώ την εν λόγω πληρωμή ως έναντι του οφειλόμενου ποσού. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη είναι αυτή της χρηματικής ποινής ενώ στον κατηγορούμενο 2 η ποινή φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς των σχετικών με τα αδικήματα νόμων και κανονισμών αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της. Καταληκτικά επιβάλλεται στην κατηγορούμενη 1 στην πρώτη κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €500. Στον Κατηγορούμενο 2 στην δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα ένα η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των γεγονότων και περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικονομικών, επαγγελματικών και οικογενειακών συνθηκών του κατηγορούμενου 2, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε. (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου 2 θα αρχίσει από σήμερα (09.05.12). Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούσας αρχής και εναντίον της κατηγορούμενης 1 μειωμένα όμως κατά το ήμισυ. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Sentence Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Ανάκληση πληρωμής επιταγής/Άρθρο 305Α
(2)και
(3)Κεφ.154/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο