Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Olga Dubrovska κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 25243/10, 24/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B61 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25243/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Olga Dubrovska
- Inna Varchuk Iakovidou Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Στυλιανού Για την Κατηγορούμενη 2: κα Αδάμου Κατηγορούμενες 1 και 2 παρούσες Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 6.8.2012, οι κατηγορούμενες κλήθηκαν σε απολογία στις πρώτες δύο κατηγορίες, που αφορούν τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος και της διατήρησης οίκου ανοχής. Επιπλέον η πρώτη κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία στην πέμπτη κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της. Το σύνολο της μαρτυρίας που προσάχθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή παρατίθεται στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, και απλώς επαναλαμβάνεται για τον σκοπό έκδοσης της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου αναφορικά με τις υπό κρίση κατηγορίες. Η πρώτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Γ/Αστ. 3712 Μαρία Καδή, του ΤΑΕ Λεμεσού. Η Μ.Κ.1 υιοθέτησε την κατάθεση της ημερ. 10.9.2010 ως μέρος της κύριας εξέτασης της. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα. Στις 6.9.2010 και περί ώρα 19.15, μετέβη στο Sun Sea Apts, Διαμ. 21, στη Λεωφ. Αμαθούντος στη Λεμεσό, κατόπιν πληροφορίας ότι εκεί διεξάγεται πορνεία, με επικεφαλής τον Β΄ Υπεύθυνο του ΟΠΕ Λεμεσού Υπ/μο Α. Ηροδότου, τον Λοχ. 2576, τους αστ. 2817 και 4080 του ΟΠΕ Λεμεσού και τον αστ. 2061 του ΤΑΕ Λεμεσού. Εκεί παρέμειναν πλησίον του διαμερίσματος και ανέμεναν τον αστ. 1686 ο οποίος εισήλθε λίγα λεπτά ενωρίτερα εντός του διαμερίσματος για να τους ειδοποιήσει να εισέλθουν για τη σχετική έρευνα. Την ώρα 19.37 εισήλθαν εντός του διαμερίσματος αφού προηγουμένως κτύπησαν το κουδούνι και τους άνοιξε ο αστ. 1686, όπου εντόπισαν δύο αλλοδαπές οι οποίες κατά την είσοδο τους προσπαθούσαν να φορέσουν τα ενδύματα τους. Αφού η Μ.Κ.1 τους υπέδειξε την αστυνομική της ταυτότητα, διαπίστωσε ότι πρόκειται για τις κατηγορούμενες, και ακολούθησε έρευνα στο διαμέρισμα μεταξύ των ωρών 19.53-20.
- Ο αστ. 2691 παρέδωσε στη Μ.Κ.1 ένα έντυπο με φωτοτυπημένα χαρτονομίσματα, ενώ κατά τη διάρκεια της έρευνας ο αστ. 2061 έβγαζε φωτογραφίες. Κατά τη διάρκεια της έρευνας η ώρα 19.53 η Μ.Κ.1 εντόπισε πάνω σε τραπεζάκι του υπνοδωματίου 3 χαρτονομίσματα των 20 ευρώ με αρ. V19707652984, U29338219868 και V21232590475 και ένα χαρτονόμισμα των 10 ευρώ με αρ. U
- Η Μ.Κ.1 επέστησε την προσοχή της πρώτης κατηγορούμενης στο Νόμο και αυτή απάντησε στα Αγγλικά «I don't know nothing». Η ώρα 19.55 η Μ.Κ.1 εντόπισε πάνω στο ερμάρι του υπνοδωματίου ένα προφυλακτικό μάρκας durex μέσα στο ανοικτό χάρτινο κουτί του. Αφού η Μ.Κ.1 επέστησε την προσοχή της δεύτερης κατηγορούμενης στο Νόμο, αυτή απάντησε στα Αγγλικά «I don't know». Η ώρα 20.00 η Μ.Κ.1 εντόπισε μέσα στο ερμάρι του υπνοδωματίου ένα τετράδιο με διάφορες σημειώσεις και τηλέφωνα. Η Μ.Κ.1 επέστησε εκ νέου την προσοχή της πρώτης κατηγορούμενης στο Νόμο και αυτή απάντησε στα Αγγλικά «It isn't mine». Στις 7.9.2010 η Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη δεύτερη κατηγορούμενη, με τη βοήθεια διερμηνέα, στην οποία αρνήθηκε ενοχή. Η κατάθεση της στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ακολούθως η Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την πρώτη κατηγορούμενη, με τη βοήθεια διερμηνέα, στην οποία αυτή είπε ότι είχε διαλέξει τη δεύτερη κατηγορούμενη για να κάνουν σεξ οι τρεις τους αφού πριν από δύο μήνες η τελευταία της ανέφερε ότι είχε ανάγκη από χρήματα ζητώντας της να της βρει κάποιον για να έρθει σε συνουσία μαζί της έναντι αμοιβής. Η κατάθεση της στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η Μ.Κ.1 συνέλαβε την πρώτη κατηγορούμενη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Μετά την πληροφόρησε για τα δικαιώματα της και συμπλήρωσε το σχετικό έντυπο. Οι φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την έρευνα κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5 και η Μ.Κ.1 προέβη σε περιγραφή αυτών. Τα τρία χαρτονομίσματα των 20 ευρώ και το ένα χαρτονόμισμα των 10 ευρώ κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 6, μία κόλλα με φωτοτυπημένα χαρτονομίσματα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, ένα τετράδιο το οποίο περιέχει σημειώσεις και τηλέφωνα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 και ένα προφυλακτικό που βρέθηκε σε ανοικτό κουτί στο πάνω μέρος του κρεβατιού κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο της πρώτης κατηγορούμενης η Μ.Κ.1 αρχικά αναγνώρισε ότι παρέλειψε να γράψει τις ώρες της έρευνας στην κατάθεση της. Εισήλθαν εντός του διαμερίσματος κατόπιν εντάλματος έρευνας το οποίο είχε εκδοθεί στις 20.8.2010 και ώρα 12.
- Η Μ.Κ.1 αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου ότι παραβίασαν την πόρτα του διαμερίσματος για να εισέλθουν εντός αυτού, επαναλαμβάνοντας ότι κτύπησαν το κουδούνι και τους άνοιξε ο αστ.
- Η Μ.Κ.1 είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο με την είσοδο τους στο διαμέρισμα είτε ο αστ. 1686 είτε οι δύο κατηγορούμενες ήταν γυμνές ή ντυμένες, και είπε ότι η πρώτη κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι άγγιξε τα χαρτονομίσματα, ενώ δεν χρειάστηκε να γίνουν επιστημονικές εξετάσεις σε αυτά για αποτυπώματα. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στη Μ.Κ.1 ότι η πρώτη κατηγορούμενη δεν διέμενε στο εν λόγω διαμέρισμα, και η Μ.Κ.1 απάντησε ότι αυτή βρέθηκε εκεί κατά την ώρα της έρευνας και υπήρχε μαρτυρία ότι αυτή διέμενε εκεί. Επίσης ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στη μάρτυρα ότι η πρώτη κατηγορούμενη δεν είναι πόρνη ούτε ζούσε από κέρδη πορνείας και ότι αυτή παγιδεύτηκε από τον αστυνομικό, και η Μ.Κ.1 είπε ότι το μέρος παρακολουθείτο και μπαινόβγαιναν συχνά άντρες, και γι΄ αυτό ο αστ. 1686 τηλεφώνησε και μίλησε με την Άννα, πήγε στο μέρος για να κάνει σεξ με την πρώτη κατηγορούμενη και της έδωσε χρήματα για τον σκοπό αυτό. Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στη Μ.Κ.1 ότι η Επίτροπος Διοικήσεως και ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών εξέφρασαν τη θέση ότι η ακύρωση της άδειας παραμονής της πρώτης κατηγορούμενης είναι παράνομη και η άδεια όφειλε να ανανεωθεί, και η Μ.Κ.1 είπε ότι αυτή περιορίστηκε στις εξετάσεις μέσω της ΥΑΜ για το καθεστώς παραμονής της στην Κύπρο. Κατά την αντεξέταση της από τη συνήγορο της δεύτερης κατηγορούμενης η Μ.Κ.1 είπε ότι δεν εξασφάλισε μαρτυρία ότι η δεύτερη κατηγορούμενη πήγε ποτέ ξανά στο εν λόγω διαμέρισμα, ούτε και εξέτασε τον ισχυρισμό στην κατάθεση της ότι πρώτη φορά πήγε εκεί. Η συνήγορος της υπέβαλε ότι αυτή ισχυρίστηκε ότι πήγε εκεί για να περάσει ωραία, ενώ η Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στην κατάθεση της πρώτης κατηγορούμενης η οποία είπε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη είχε ανάγκη από χρήματα. Η Μ.Κ.1 είπε επίσης ότι κάλεσε διερμηνέα να της διαβάσει το περιεχόμενο του τετραδίου, Τεκμήριο 8, αλλά δεν θυμόταν κατά πόσο κατέγραψε τι της ανέφερε η διερμηνέας. Επιβεβαίωσε τη θέση της συνηγόρου ότι η πρώτη κατηγορούμενη δεν κατονόμασε τη δεύτερη κατηγορούμενη ως μία εκ των κοπέλων με τις οποίες ενοικίαζαν το εν λόγω διαμέρισμα. Η συνήγορος αμφισβήτησε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη είχε ανάμειξη με αγοραίο έρωτα ή χρήματα, αλλά ήθελε μόνο να περάσει καλά, ενώ η Μ.Κ.1 επανέλαβε ότι ο αστυνομικός έδωσε χρήματα στην πρώτη κατηγορούμενη για αγοραίο έρωτα μαζί με τις δύο κατηγορούμενες, και μάλιστα η πρώτη κατηγορούμενη διάλεξε τη δεύτερη επειδή είχε ανάγκη από χρήματα. Ο επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Α/Αστ. 1686 Μάριος Παναγίδης, του ΟΠΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του ημερ. 7.9.2010, που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του, στις 26.8.2010 δόθηκε πληροφορία στον Υπ/μο Α. Ηροδότου ότι στο διαμ. 21, Sun Sea Apts, στη Λεωφόρο Αμαθούντας, διεξάγεται πορνεία/μαστρωπεία μέσω αρ. τηλ.
- Την ίδια μέρα και ώρα 18.00, κατόπιν οδηγιών του Υπ/μου Ηροδότου, και ενώ ο Μ.Κ.2 ήταν εκτός υπηρεσίας, συναντήθηκε με τον αστ. 2691 με τον οποίο μίλησαν τηλεφωνικώς για το θέμα αυτό. Στην εν λόγω πολυκατοικία εισήλθε ο αστ. 2691 και συνομίλησε με μία κοπέλα. Αυτός παρέμεινε στο διαμέρισμα για 10 λεπτά, ενώ ο Μ.Κ.2 στεκόταν πλησίον της σκάλας που οδηγούσε στα διαμερίσματα και είχε οπτική επαφή με το διαμέρισμα. Αργότερα ο αστ. 2691 του είπε ότι μία κοπέλα, αλλοδαπή, με το όνομα Άννα, γύρω στα 47, ξανθή, του άνοιξε και του πρότεινε να έρθουν σε συνουσία μαζί με μία κοπέλα που ήταν στο διαμέρισμα της για το ποσό των 40 ευρώ ή με τις δύο κοπέλες για το πόσο των 70 ευρώ. Στη συνέχεια αναχώρησαν από το διαμέρισμα και ενημέρωσαν τον υπεύθυνο τους. Σε κατοπινό στάδιο τέθηκε υπό παρακολούθηση ξανά το εν λόγω διαμέρισμα και διαπιστώθηκε ότι άντρες διαφόρων ηλικιών και εθνικοτήτων παρέμειναν σε αυτό για λίγη ώρα και εξέρχονταν. Στις 6.9.2010 και ώρα 14.00 ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στον εν λόγω αριθμό και μία αλλοδαπή του απάντησε στα Αγγλικά. Ο Μ.Κ.2 της είπε «τι κάνεις;» και αυτή απάντησε «καλά, εσύ; ποιος είσαι, έλα να διασκεδάσουμε». Ο Μ.Κ.2 της είπε ότι ονομάζεται Μάριος και ότι θα πάει κατά τις 19.00, οπότε αυτή του είπε «έλα αλλά πρώτα τηλεφώνα μισή ώρα προηγουμένως». Τότε ο Μ.Κ.2 ενημέρωσε τον Υπ/μο Ηροδότου. Την ίδια μέρα και ώρα 16.30 ανέλαβε καθήκον μέχρι τις 07.00 της επομένης. Στις 6.9.2010 και ώρα 19.00 ο Μ.Κ.2 μίλησε τηλεφωνικώς μαζί της και αυτή του είπε να περιμένει 20 λεπτά. Αυτός περίμενε έξω από το διαμέρισμα μέχρι τις 19.30 κρυμμένος πίσω από τον τοίχο της σκάλας. Σε αυτό αφίχθηκαν δύο αλλοδαπές, γύρω στα 47, μπήκαν στο διαμέρισμα και τότε αυτή με την οποία ο Μ.Κ.2 μίλησε κατά τις 14.00 του τηλεφώνησε και του είπε να πάει στο διαμέρισμα. Όταν ο Μ.Κ.2 κτύπησε την πόρτα, άνοιξε μία κοπέλα με ξανθά τετράγωνα μαλλιά την οποία ο Μ.Κ.2 ρώτησε αν είναι η Άννα. Αυτή απάντησε «yes, come» και του σύστησε μία άλλη κοπέλα, με το όνομα Sveta, που βρισκόταν μέσα στο διαμέρισμα. Αυτή ήταν ξανθή, ψηλή με μακριά μαλλιά. Η Άννα του είπε να καθίσει στον καναπέ και αυτός της είπε ότι βιάζεται να φύγει, και τότε του είπε «make sex with me or with her 40 euro and with both 70 euro». Στη συνέχεια του έδωσε μία πετσέτα μπάνιου και του είπε «make a bath upstairs». Στο διαμέρισμα βρισκόταν μία μεταλλική σκάλα που οδηγούσε σε άλλο πάτωμα όπου βρισκόταν ένα αποχωρητήριο και ένα δωμάτιο με κρεβάτι. Εκεί ο Μ.Κ.2 άνοιξε το νερό υποδυόμενος ότι έκανε μπάνιο και επέστρεψε πίσω κοντά τους. Εκεί ο Μ.Κ.2 έβγαλε 70 ευρώ από το παντελόνι του, τα οποία ο αστ. 2691 του έδωσε στις 16.50 στον Κεντρικό στον ΟΠΕ, και τους τα υπέδειξε. Τότε η Άννα τα πήρε και τα τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι. Οι δύο γυναίκες έβγαλαν όλα τα ρούχα τους και κάθισαν πάνω στο κρεβάτι. Η Άννα του τράβηξε το παντελόνι προσπαθώντας να του το βγάλει, και αυτός αρνήθηκε. Τότε η Άννα πήρε τα χρήματα από το τραπέζι και του τα έδωσε πίσω. Ο Μ.Κ.2 δεν τα πήρε τότε. Στις 19.35 ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στον αστ. 2691 για να εισέλθει. Στις 19.37 ο αστ. 2691 κτύπησε το κουδούνι και ο Μ.Κ.2 άνοιξε την πόρτα. Εντός του διαμερίσματος εισήλθαν ο Υπ/μος Ηροδότου, ο Λοχ. 2817 και η Γ/Αστ.
- Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τους επέστησε την προσοχή στο Νόμο, και αυτές δεν απάντησαν. Ακολούθησε έρευνα ενώ ο Μ.Κ.2 παρέμεινε έξω από το διαμέρισμα. Οι δύο κοπέλες οδηγήθηκαν στο ΤΑΕ. Κατόπιν εξετάσεων που ο Μ.Κ.2 διενήργησε, διαπίστωσε ότι οι δύο κοπέλες είναι οι κατηγορούμενες, τις οποίες αναγνώρισε στο εδώλιο των κατηγορουμένων, λέγοντας ότι κατά τον επίδικο χρόνο η πρώτη κατηγορούμενη είχε τετράγωνα μαλλιά, ενώ τώρα τα μαλλιά της ήταν μακριά. Ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε το διαμέρισμα και περιέγραψε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5, καθώς επίσης τα χρήματα του Τεκμηρίου
- Το εν λόγω διαμέρισμα δεν είχε αριθμό, όμως είχαν τα υπόλοιπα και έτσι αυτό ήταν το
- Επίσης, ο Μ.Κ.2 εισηγήθηκε ότι η Άννα του έδωσε τα χρήματα πίσω επειδή αυτός αρνήθηκε να βγάλει το παντελόνι του. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 είπε ότι δεν προέβη σε έλεγχο του εν λόγω αριθμού του τηλεφώνου ούτε συμμετείχε στην έρευνα, ούτε ακόμα γνώριζε για την ύπαρξη εντάλματος έρευνας του διαμερίσματος, καθότι ο ρόλος του ήταν επιχειρησιακός. Επέμενε ότι έθεσαν υπό παρακολούθηση το εν λόγω διαμέρισμα μεταξύ 26.8.2010 και 6.9.2010, αλλά δεν κατέγραψε πουθενά τις ενέργειες του σε σχέση με την παρακολούθηση, ούτε και τηρεί σημειωματάριο. Κατά τις παρακολουθήσεις, είδε διάφορους άντρες να μπαίνουν και να βγαίνουν από το διαμέρισμα, τόσο Κύπριους όσο και αλλοδαπούς. Οι ίδιοι στέκονταν πίσω από τοίχο και δεν ήταν ορατοί από τα άτομα που έμπαιναν και έβγαιναν από το διαμέρισμα. Στις 26.8.2010, όταν ο αστ. 2691 εισήλθε εντός του διαμερίσματος, ο Μ.Κ.2 έμεινε στη σκάλα, και δεν μπορούσε να δει εντός του διαμερίσματος και ποιες κοπέλες ήταν μέσα σε αυτό. Εκείνη τη μέρα οι αστυνομικοί δεν εκτέλεσαν το ένταλμα έρευνας, καθότι έπρεπε να γίνει πιο συντονισμένη επιχείρηση. Ο Μ.Κ.2 επανέλαβε ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως αυτά περιγράφονται στην κατάθεση του, και αρνήθηκε τις θέσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο ίδιος για 3 μέρες πίεζε τηλεφωνικώς φορτικά την πρώτη κατηγορούμενη να συναντηθούν όχι για πορνεία, λέγοντας της ότι του την σύστησε κάποιος φίλος του Γιώργος. Αργότερα ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι 2-3 μέρες προηγουμένως πήγε στο διαμέρισμα και πίεζε την πρώτη κατηγορούμενη να κάνουν σεξ και αυτή αρνήθηκε, και ο Μ.Κ.2 είπε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε. Ο Μ.Κ.2 είπε ότι μόνο η ίδια η πρώτη κατηγορούμενη γνωρίζει τον λόγο που αυτή ήθελε να επιστρέψει τα χρήματα σε αυτόν, και δεν έκανε σεξ με τις κατηγορούμενες καθότι ο σκοπός του ήταν να εξετάσει κατά πόσο στο διαμέρισμα διεξαγόταν πορνεία, ενώ η πρώτη κατηγορούμενη πήρε τα χρήματα και τα τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε επίσης τη θέση της υπεράσπισης ότι οι αστυνομικοί παραβίασαν την πόρτα του διαμερίσματος για να εισέλθουν σε αυτό, λέγοντας ότι ο αστ. 2691 κτύπησε την πόρτα και αυτός τους άνοιξε, και όταν έμπαιναν στο διαμέρισμα οι κατηγορούμενες ξεκίνησαν να ντύνονται. Ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι παγίδευσε την πρώτη κατηγορούμενη και ότι αυτός έβαλε τα χρήματα στο τραπεζάκι, και ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε αυτή τη θέση παραπέμποντας στα γεγονότα όπως ο ίδιος τα περιγράφει στην κατάθεση του. Κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο της δεύτερης κατηγορούμενης, ο Μ.Κ.2 είπε ότι δεν έκανε έρευνα για τον ιδιοκτήτη ή ένοικο ή τη χρήση του εν λόγω διαμερίσματος, και δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τη θέση ότι η δεύτερη κατηγορούμενη επισκέφθηκε το εν λόγω διαμέρισμα μόνο την επίδικη μέρα. Ο ίδιος δεν μίλησε με αυτή ούτε συμφώνησε με αυτή για να του προσφέρει υπηρεσίες σεξ. Ακόμα ο Μ.Κ.2 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο η δεύτερη κατηγορούμενη ήταν παρούσα όταν αυτός μπήκε στο διαμέρισμα, όταν η συνήγορος υπεράσπισης του υπέβαλε ότι αυτή ήταν στην τουαλέτα. Επίσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η δεύτερη κατηγορούμενη πήγε εκεί για να περάσει όμορφα με την πρώτη κατηγορούμενη και ένα άντρα, ως ο δικός της ισχυρισμός. Όμως αυτή έβγαλε τα ρούχα της μαζί με την πρώτη κατηγορούμενη. Ο Μ.Κ.2 είπε ότι μεταξύ 26.8.2010 και 6.9.2010 έκαναν 5-6 παρακολουθήσεις, διάρκειας δύο ωρών περίπου, δεν τήρησαν σημειώσεις αλλά ενημέρωναν τον υπεύθυνο τους. Δεν προσέγγισαν τους άντρες που έμπαιναν και έβγαιναν, καθότι θα κατέστρεφαν την όλη επιχείρηση. Η συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε τη διεξαγωγή της παρακολούθησης, όμως ο Μ.Κ.2 επέμενε ότι οι παρακολουθήσεις έγιναν και ανέφερε τα γεγονότα όπως ακριβώς έχουν. Ο αστ. 2691 Ανδρέας Θεοφίλου, του ΟΠΕ Λεμεσού, υιοθέτησε με τη σειρά του την κατάθεση του ημερ. 7.9.2010, ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Σε αυτή επαναλαμβάνει όσα αναφέρονται στην κατάθεση του Μ.Κ.2, και προσθέτει τα ακόλουθα. Στις 26.8.2010 και περί ώρα 14.00 ο Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στον εν λόγω αριθμό και του απάντησε μία κοπέλα με το όνομα Άννα στα Αγγλικά, και αυτός της συστήθηκε ως Αντρέας, και ότι τον στέλνει κάποιος φίλος, Γιώργος, και της ζήτησε να του διευθετήσει ραντεβού. Η Άννα του είπε να πάει στο εν λόγω διαμέρισμα και να φέρει μία κοπέλα μαζί της για σεξ έναντι αμοιβής 40 ευρώ, ενώ αν θέλει να κάνει σεξ και με τις δύο να πληρώσει στην Άννα τα ποσό των 70 ευρώ. Η Άννα του εξήγησε πού είναι το διαμέρισμα και του είπε όταν φθάσει στο μέρος να την πάρει τηλέφωνο. Ο Μ.Κ.3 ήταν εκτός υπηρεσίας και ενημέρωσε τον Υπ/μο Ηροδότου. Ο Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 και πήγαν εκεί στις 18.00, τηλεφώνησε στην Άννα και της είπε ότι ήταν κοντά στο διαμέρισμα. Αυτή του είπε ότι διαμένει στο διαμέρισμα αρ. 21, και η πόρτα δεν έχει αριθμό. Ο Μ.Κ.3 κτύπησε το κουδούνι, και άνοιξε μία κοπέλα και αυτός ζήτησε την Άννα. Η πρώτη κατηγορούμενη του συστήθηκε ως Άννα και του είπε να περάσει μέσα. Του πρότεινε, αν θέλει και του αρέσει, να κάνει σεξ με τη φίλη της η οποία βρισκόταν και αυτή εντός του διαμερίσματος λέγοντας του πάλι για την αμοιβή. Η δεύτερη κοπέλα ήταν γύρω στα 30 χρονών με καστανά μαλλιά. Ο Μ.Κ.3 της είπε ότι θα πάει άλλη φορά που θα έχει χρόνο, και αναχώρησε από εκεί με τον Μ.Κ.
- Ενημέρωσε σχετικά τον Υπ/μο Ηροδότου. Έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση, και στις 27.8.2010 ο Μ.Κ.3 βρήκε αναπάντητη κλήση στο κινητό του από τον εν λόγω αριθμό. Αμέσως πήρε τηλέφωνο και του απάντησε η Άννα και τον ρώτησε πότε θα πήγαινε στο διαμέρισμα για να κάνουν σεξ. Ο Μ.Κ.3 τη ρώτησε αν έχει άλλες κοπέλες και αυτή του είπε ότι έχει πολλές και ωραίες. Τότε αυτός της είπε να φέρει μία ωραία κοπέλα και κανόνισαν ραντεβού στις 28.8.2010 και ώρα 11.
- Εκείνη τη μέρα και ώρα 10.30 η Άννα τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3 και τον ρώτησε αν είναι ok και αυτός της είπε ότι δεν μπορούσε και να το κανονίσουν άλλη μέρα. Στις 6.9.2010 και ώρα 14.00, κατόπιν συνεννόησης με τον Μ.Κ.2 ότι είχε ήδη κλείσει ραντεβού μαζί με την Άννα για σεξ στις 19.00, ο Μ.Κ.3 πήρε το χρηματικό ποσό των 70 ευρώ από τον Υπ/μο Ηροδότου, φωτοτύπησε τα χαρτονομίσματα, τα πιστοποίησε και τα υπέγραψε στις 14.40 στην ΑΔΕ Λεμεσού. Στις 16.50 ο Μ.Κ.3 παρέδωσε τα εν λόγω χαρτονομίσματα στον Μ.Κ.
- Στις 19.00 της ίδιας μέρας, ο Μ.Κ.3 μαζί με τους Υπ/μο Ηροδότου, Λοχ. 2576, αστ. 2817 και 4080 και Γ/Αστ. 3127, καθώς επίσης τον αστ. 2061, φωτογράφο του ΤΑΕ, μετέβησαν κοντά στο διαμέρισμα και αυτός περίμενε τον ΜΚ.2 να του τηλεφωνήσει. Όταν ο Μ.Κ.3 εισήλθε εντός του διαμερίσματος, είχε το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε στις 27.8.2010, και τη φωτοτυπία των χαρτονομισμάτων. Κατά την είσοδο του στο διαμέρισμα είδε τις δύο κατηγορούμενες γυμνές πάνω στο κρεβάτι. Ο Μ.Κ.2 του είπε ότι η Άννα πήρε τα χρήματα και ακολούθησε η έρευνα και η λήψη φωτογραφιών. Ο Μ.Κ.3 είπε ότι πρώτη φορά έβλεπε τη δεύτερη κατηγορούμενη στο διαμέρισμα στις 6.9.2010, ενώ αναγνώρισε και επεξήγησε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
- Ο Μ.Κ.3 έδωσε τόσο το ένταλμα έρευνας ότι και τη φωτοτυπία των χαρτονομισμάτων στη Γ/Αστ.
- Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του από τον συνήγορο του πρώτου κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.3 είπε ότι έχει σημειωματάριο αλλά δεν κατέγραψε τις ενέργειες του σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, όμως ενημέρωνε τον υπεύθυνο του. Η πρώτη κατηγορούμενη τον ρώτησε ποιος είναι ο Γιώργος, και αυτός της είπε ότι είναι κάποιος φίλος του, το όνομα του οποίου σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή. Ο Μ.Κ.3 είπε ότι στις 26.8.2010 δεν συνέλαβε την πρώτη κατηγορούμενη γιατί εκείνη τη μέρα έπρεπε να διαπιστώσει αν η πληροφορία ήταν αληθής ενώ η επιχείρηση θα διεξαγόταν άλλη μέρα. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι όσα είπε δεν είναι αλήθεια, και ότι η πρώτη κατηγορούμενη ουδέποτε του ζήτησε χρήματα ή του πρότεινε να κάνουν σεξ έναντι χρημάτων, και ότι ο Μ.Κ.3 την πίεζε να συναντηθούν όχι για σεξ, και ο Μ.Κ.3 επανέλαβε ότι η πρώτη κατηγορούμενη του έκανε πρόταση και του ανέφερε και τις τιμές. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε τον όρκο που συνόδευσε το αίτημα για έκδοση του εντάλματος έρευνας, ημερ. 27.8.2010, Τεκμήριο 10, καθώς επίσης το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε και εκτελέστηκε στις 6.9.2010, Τεκμήριο
- Το ένταλμα φέρει ημερομηνία έκδοσης του 20.8.2010, ενώ ο Μ.Κ.3 επέμενε ότι αυτό έχει εκδοθεί στις 27.8.
- Ο Μ.Κ.3 αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι παγίδευσε την πρώτη κατηγορούμενη με το να της τηλεφωνεί και να χρησιμοποιεί όνομα γνωστού της, παραπέμποντας στο περιεχόμενο της κατάθεσης του. Είπε ότι έκαναν 5-6 παρακολουθήσεις μεταξύ 26.8.2010 και 6.9.2010, και είδαν 2 ή 3 άντρες να μπαίνουν και να βγαίνουν από το διαμέρισμα, Κύπριους και αλλοδαπούς, και αυτοί δεν είχαν οπτική επαφή με τους Μ.Κ.2 και 3 οι οποίοι στέκονταν πίσω από ένα τοίχο. Αυτός δεν φαίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5, ενώ ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι τέτοιο μέρος δεν υπήρχε, κάτι το οποίο ο Μ.Κ.3 δεν δέχθηκε. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον Μ.Κ.3 ότι όταν μπήκαν στο διαμέρισμα, οι κατηγορούμενες δεν ήταν γυμνές, και αυτός είπε ότι ήταν και προσπαθούσαν να ντυθούν. Κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο της δεύτερης κατηγορούμενης, ο Μ.Κ.3 είπε ότι δεν αναμείχθηκε στην έρευνα του διαμερίσματος και δεν έλεγξε τον ιδιοκτήτη ή ενοικιαστή αυτού. Ο Μ.Κ.3 είπε ότι στις 26.8.2010 δεν προσέγγισαν κανένα από τους άντρες που έμπαιναν και έβγαιναν στο διαμέρισμα, καθότι τότε ήθελαν να μάθουν τι γινόταν εκεί, και τότε πήγε ως πελάτης. Πριν μπει, μπήκαν δύο άντρες και βγήκαν τρεις. Τέλος, η συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η παρακολούθηση του διαμερίσματος δεν έγινε ούτε και διεξαγόταν πορνεία την επίδικη μέρα, και ο Μ.Κ.3 επέμενε στις θέσεις του και στην αναφορά του στην όλη επιχείρηση, λέγοντας ότι όταν μπήκε στο διαμέρισμα οι δύο κατηγορούμενες ήταν γυμνές πάνω στο κρεβάτι. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο αστ. 2061 Δημήτρης Σαζός, του Κλάδου Φωτογραφιών και Αποτυπωμάτων του ΤΑΕ Λεμεσού. Στην κατάθεση του που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του, ο Μ.Κ.4 επιβεβαιώνει ότι στις 6.9.2010 και ώρα 19.59, στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη της Μ.Κ.1, φωτογράφησε το ποσό των 70 ευρώ και μία συσκευασία προφυλακτικού μάρκας durex, και περιγράφει τη διαδικασία που ακολούθησε μέχρι την εκτύπωση των 24 φωτογραφιών, που αναγνώρισε ως το Τεκμήριο
- Σε ερώτηση του συνηγόρου της πρώτης κατηγορούμενης κατά πόσο η Μ.Κ.1 του υπέδειξε να φωτογραφήσει τον τοίχο από όπου έγινε η παρακολούθηση του διαμερίσματος και η πόρτα αυτού, η οποία, κατ΄ ισχυρισμό της υπεράσπισης παραβιάστηκε, ο Μ.Κ.4 απάντησε αρνητικά. Στην επανεξέταση του, ο Μ.Κ.4 αναγνώρισε την πόρτα του διαμερίσματος στη φωτογραφία 7 του Τεκμηρίου 5, και είπε ότι σε αυτή δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε παραβίαση της πόρτας. Ο αστ. 1923 Γιαννάκης Ταμανής, κατέθεσε ότι ο ίδιος συνέταξε τον όρκο και το ένταλμα έρευνας, Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα, και αυτός υπέγραψε τον όρκο και τα πήρε στο Δικαστήριο στις 27.8.2010 στις 12.30 ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή. Ο Μ.Κ.5 είπε ακόμα ότι η ημερομηνία 20.8.2010 που αναγράφεται στο ένταλμα έρευνας είναι τυπογραφικό λάθος, και αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο ίδιος δεν εργαζόταν στις 20.8.2010 αλλά στις 27.8.2010, και προς τούτο παρουσίασε και κατέθεσε αντίγραφα των Ημερολογίων Καθηκόντων ΟΠΕ, για τις δύο ημερομηνίες, Τεκμήρια 13 και 12 αντίστοιχα. Ο συνήγορος της πρώτης κατηγορούμενης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ψεύδεται καθότι εργαζόταν στις 20.8.2010, όπως μαρτυρεί το Τεκμήριο 12, ενώ ο Μ.Κ.5 τόνισε ότι αυτός δεν εργαζόταν το πρωί της μέρας εκείνης αλλά ξεκίνησε καθήκον στις 6.30 το απόγευμα και εργάστηκε τη νύκτα κατά την εν λόγω ημερομηνία. Ο Μ.Κ.5 επέμενε ότι ο ίδιος ετοίμασε το κείμενο του όρκου του και του εντάλματος έρευνας, έγραψε λανθασμένα την ημερομηνία στο ένταλμα, ο ίδιος αποτάθηκε στο Δικαστήριο για την έκδοση αυτού, και ότι πιστεύει ότι ο Δικαστής που το εξέδωσε δεν πρόσεξε την ημερομηνία για να τη διορθώσει, όπως και ο ίδιος. Ο συνήγορος υπεράσπισης επέμενε ότι το ένταλμα έρευνας, Τεκμήριο 11, που φέρει σφραγίδα και ημερομηνία 20.8.2010 αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι αυτό εκδόθηκε στις 20.8.2010, ενώ ο Μ.Κ.5 είπε ότι αυτό είναι αδύνατο καθότι εκείνη τη μέρα και ώρα ο μάρτυρας ήταν στο σπίτι του στο Όμοδος, και δεν γίνεται να πήγε στο Δικαστήριο να ζητά την έκδοση του εντάλματος. Η τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Χριστιάνα Σταύρου, του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η Μ.Κ.6 κατείχε τον φάκελο που αφορά την πρώτη κατηγορούμενη και ανέφερε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα. Η πρώτη κατηγορούμενη υπέβαλε αίτηση το 2004 ως σύζυγος Ευρωπαίου πολίτη, και της παραχωρήθηκε έγγραφο διαμονής της στην Κύπρο με ημερομηνία λήξης 30.10.
- Στις 9.7.2007, ο σύζυγος της απέστειλε επιστολή, μέσω δικηγόρου, προς το Τμήμα με την οποία ενημέρωνε το Τμήμα ότι οι σχέσεις του με τη σύζυγο του δεν είναι καλές από τον καιρό που είναι παντρεμένοι και ότι καταχώρησε αίτηση διαζυγίου, ισχυριζόμενος ότι η αίτηση αναβαλλόταν συνεχώς κατόπιν αιτήματος της συζύγου του με σκοπό την παράταση της παραμονής της στην Κύπρο. Μέλη της ΥΑΜ Λεμεσού διεξήγαγαν έρευνες για τον τόπο διαμονής της και διαπίστωσαν ότι αυτή δεν διέμενε με τον σύζυγο της από το 2004, κάτι το οποίο επιβεβαίωσε και ο σύζυγος της με κατάθεση του στην αστυνομία. Η εν λόγω επιστολή ημερ. 9.7.2007 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 και η εν λόγω κατάθεση ημερ. 6.12.2010 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Έτσι, το Τμήμα με επιστολή του ημερ. 19.11.2007, ενημερώνει την πρώτη κατηγορούμενη ότι η άδεια που της παραχωρήθηκε ακυρώνεται και αυτή θα πρέπει να αναχωρήσει για τη χώρα της εντός 14 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής. Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 15.1.2008 το όνομα της πρώτης κατηγορούμενης τοποθετήθηκε στο Στοπ Λιστ. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.6 κατέθεσε δύο επιστολές του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 19.3.2009 και 22.4.2009, Τεκμήρια 18 και 17 αντίστοιχα, προς τη Διευθύντρια του Τμήματος αναφορικά με την ακύρωση της άδειας παραμονής της πρώτης κατηγορούμενης, και η Μ.Κ.6 επέμενε στη θέση της ότι η Διευθύντρια προέβη στην ακύρωση της άδειας κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, και είχε το δικαίωμα να το πράξει. Η Διευθύντρια δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια αναφορικά με την άδεια παραμονής της πρώτης κατηγορούμενης κατόπιν της λήψης των εν λόγω επιστολών. Επίσης η Μ.Κ.6 κατέθεσε Σημείωμα της ΥΑΜ Λεμεσού ημερ. 17.12.2006, δυνάμει του οποίου διαφαίνονται οι ενέργειες της ΥΑΜ, για τον εντοπισμό της πρώτης κατηγορούμενης και εξέταση της γνησιότητας του γάμου της, Τεκμήριο 19, και παρέπεμψε και πάλι στην κατάθεση του συζύγου της. Ακόμα η Μ.Κ.6 είπε ότι γνωρίζει ότι δεν εκδόθηκε διαζύγιο στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης διαζυγίου που καταχωρήθηκε από τον σύζυγο της. Η Μ.Κ.6 επιβεβαίωσε τη θέση του συνηγόρου της πρώτης κατηγορούμενης ότι αυτή διαμένει στην οδό Ονησίλου, πολυκατοικία ΡΙΤΑ Α, διαμ. 108, και με βάση το Τεκμήριο 19, μόνη της, και αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι αυτή διαμένει νόμιμα στη Δημοκρατία καθότι η Διευθύντρια με απόφαση της ακύρωσε την άδεια παραμονής της. Η πρώτη κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά την οποία υιοθέτησε την κατάθεση της προς την αστυνομία, Τεκμήριο 3, αρνούμενη ότι διατηρούσε το επίδικο διαμέρισμα ως οίκο ανοχής. Η πρώτη κατηγορούμενη πρόσθεσε ότι ζήτησε το κλειδί του διαμερίσματος για να πηγαίνει μία φορά τη βδομάδα με τον Γιαννάκη Δαμιανού για να μπορούν να έχουν προσωπική επαφή, καθότι κατά το εν λόγω διάστημα αυτή ήταν σε διάσταση με τον σύζυγο της, εκκρεμούσε αίτηση διαζυγίου ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου και διέμενε με τον ανήλικο γιο της. Για την υπεράσπιση της πρώτης κατηγορούμενης κατέθεσε ο Γιαννάκης Δαμιανού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα. Διατηρεί περίπτερο στην τουριστική περιοχή Γερμασόγειας και είναι διαζευγμένος από το 2008 με δύο ενήλικα παιδιά. Γνωρίζει την πρώτη κατηγορούμενη από το καλοκαίρι του 2009 και από τότε συζούν. Έχουν αρραβωνιαστεί και έγινε σχετική δημοσίευση στην εφημερίδα Σημερινή στις 19.6.2012, Τεκμήριο 20, και έχουν προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα και προτίθενται να συνάψουν γάμο στην Οδησσό πολύ σύντομα. Ο Μ.Υ.1 γνωρίζει το επίδικο διαμέρισμα, καθότι πήγαινε εκεί με την πρώτη κατηγορούμενη μία φορά τη βδομάδα για τις προσωπικές τους στιγμές, επειδή ο γιος της ήταν ανήλικος και άρρωστος. Οι φίλες της πρώτης κατηγορούμενης της παραχωρούσαν το διαμέρισμα, και εκεί έμεναν για 4-5 ώρες. Το διαμέρισμα δεν χρησιμοποιείτο ως οίκος ανοχής, αλλά ήταν καθαρό και επιπλωμένο. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 είπε ότι διέμενε μαζί με την πρώτη κατηγορούμενη στο διαμέρισμα της όπου διέμενε και ο γιος της, ο οποίος γνώριζε για τη σχέση τους αλλά είχε ψυχολογικά προβλήματα και δεν μπορούσε να καταλάβει και αντιδράσει για τη σχέση τους. Εκεί ο μάρτυρας δεν είχε επαφή με την πρώτη κατηγορούμενη, παρόλο που διέμενε εκεί και κάποιες νύκτες, και πήγαιναν στο επίδικο διαμέρισμα μία φορά τη βδομάδα για τις προσωπικές τους στιγμές. Ο Μ.Υ.1 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο πήγε στο επίδικο διαμέρισμα στις 26.8.2010 ή στις 6.9.2010, όμως είπε ότι δεν πιστεύει ότι το εν λόγω διαμέρισμα χρησιμοποιείτο ως οίκος ανοχής και ότι η πρώτη κατηγορούμενη έχει οποιαδήποτε σύνδεση με αυτό, παρόλο που δεν γνωρίζει τι γινόταν στο εν λόγω διαμέρισμα. Η δεύτερη κατηγορούμενη επίσης επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, στην οποία υιοθέτησε την κατάθεση της προς την αστυνομία, Τεκμήριο 1, και είπε ότι είναι αθώα και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Κατά την αγόρευση του, ο συνήγορος της πρώτης κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ικανή να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά των αδικημάτων που αφορούν τις πρώτες δύο κατηγορίες. Επίσης ο κ. Στυλιανού εξέφρασε τη θέση ότι ούτε και η πέμπτη κατηγορία αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό καθότι η απόφαση απόρριψης της αίτησης διαζυγίου από το Οικογενειακό Δικαστήριο καταρρίπτει τη θέση ότι ο γάμος της ήταν εικονικός και το Τεκμήριο 18 επιβεβαιώνει το λανθασμένο και αβάσιμο της απόφασης της Διευθυντρίας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για την ακύρωση της άδειας παραμονής της πρώτης κατηγορούμενης στη Δημοκρατία. Η συνήγορος της δεύτερης κατηγορούμενης έκανε αναφορά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και εισηγήθηκε ότι αυτή είναι γενική και αόριστη και δεν είναι ικανή να αποδείξει τη χρήση του επίδικου διαμερίσματος ως οίκου ανοχής. Ειδικότερα η κα Αδάμου ισχυρίστηκε ότι η εκδοχή της δεύτερης κατηγορούμενης, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3 ότι αυτή πρώτη φορά πήγε στο επίδικο διαμέρισμα, δεν αποδεικνύει ότι αυτή είχε κατοχή του διαμερίσματος και ότι βρισκόταν εκεί εν γνώσει της ότι αυτό διατηρείτο ως οίκος ανοχής. Ήταν η θέση και των δύο συνηγόρων υπεράσπισης ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον των κατηγορουμένων. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί πλήρως τη μαρτυρία που προσάχθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας, και ειδικότερα τους Μ.Κ.2 και 3, εκφράζοντας τη θέση ότι αυτή είναι ικανή να αποδείξει τις πρώτες δύο κατηγορίες στον απαιτούμενο βαθμό. Επίσης η κα Δανιηλίδου εισηγήθηκε ότι η απόφαση της Διευθυντρίας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για την ακύρωση της άδειας παραμονής της πρώτης κατηγορούμενης στη Δημοκρατία αποτελεί διοικητική πράξη, η νομιμότητα της οποίας δεν μπορεί να ελεγχθεί από το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, και επομένως η πρώτη κατηγορούμενη πρέπει να κριθεί ένοχη και στην πέμπτη κατηγορία. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ.1 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο το οποίο ικανοποιήθηκε ότι αυτή κατέθεσε με ειλικρίνεια για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η Μ.Κ.1 υιοθέτησε την κατάθεση της χωρίς να διστάσει να αναφέρει τις παραλείψεις της σε αυτή, ενώ ταυτόχρονα περιορίστηκε στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά περιέπεσαν στην αντίληψη της. Ακόμα, ως εξεταστής της υπόθεσης, αναφέρθηκε στη μαρτυρία που είχε στην κατοχή της για να δικαιολογήσει τη θέση της για τη στοιχειοθέτηση υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων, καταδεικνύοντας έτσι την αντικειμενικότητα της στη διερεύνηση της υπόθεσης, αποκαλύπτοντας ακόμα και ενέργειες στις οποίες δεν προέβη, όπως η εξέταση του ιδιοκτήτη ή ενοίκου του επίδικου διαμερίσματος. Γενικά η Μ.Κ.1 ήταν ιδιαίτερα σαφής και άμεση στις απαντήσεις της, και παρέμεινε σταθερή καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, και επομένως κρίνεται αξιόπιστη από το Δικαστήριο το οποίο αποδέχεται τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.2 επίσης δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Αυτός έδωσε πλήρη και λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων της υπόθεσης, και επέμενε με σταθερότητα στις θέσεις του, ειδικότερα στις αντίθετες υποβολές των συνηγόρων υπεράσπισης. Ακόμα, ο Μ.Κ.2 κατέθεσε με αμεροληψία ενώπιον του Δικαστηρίου, διευκρινίζοντας τη συμμετοχή της δεύτερης κατηγορούμενης, καθότι δεν δίστασε να αποδεχθεί τη θέση της υπεράσπισης ότι αυτή πρώτη φορά πήγε στο διαμέρισμα και ότι δεν συμμετείχε στη συμφωνία που έκανε με την πρώτη κατηγορούμενη. Επίσης ο Μ.Κ.2 είπε ότι δεν θυμάται αν η δεύτερη κατηγορούμενη ήταν παρούσα όταν αυτός μπήκε στο διαμέρισμα. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε ευθαρσώς στον δικό του ρόλο στην όλη επιχείρηση, δίνοντας μάλιστα ικανοποιητικές απαντήσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τις ενέργειες της αστυνομίας στο πλαίσιο παρακολούθησης του διαμερίσματος μέχρι την είσοδο του σε αυτό την επίδικη μέρα. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.3 με τη σειρά του κατέθεσε με σαφήνεια, σταθερότητα, αμεσότητα και λεπτομέρεια για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του συνάδει με τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2, και ως εκ τούτου και αυτός κρίνεται αξιόπιστος από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο αποδέχεται επίσης τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 ως αξιόπιστη, καθότι αυτή περιορίζεται στη λήψη των φωτογραφιών, και το περιεχόμενο των οποίων ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε σαφώς ότι έβγαλε τις φωτογραφίες καθ΄ υπόδειξη της Μ.Κ.1 και ότι αυτές διαψεύδουν τη θέση της υπεράσπισης ότι υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση της πόρτας του διαμερίσματος. Ο Μ.Κ.5 επίσης ικανοποίησε το Δικαστήριο για την αλήθεια των θέσεων του. Η επιμονή του για το θέμα της ημερομηνίας έκδοσης του εντάλματος έρευνας, Τεκμήριο 11, ήταν χαρακτηριστική και επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα που αφορούν τις ώρες υπηρεσίας του, Τεκμήρια 12 και
- Αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και ταυτόχρονα δεν αφήνουν αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι ο ισχυρισμός του για το λάθος στην καταγραφή της ημερομηνίας έκδοσης του εντάλματος έρευνας είναι ορθός. Επί του εν λόγω θέματος παρατηρείται κάποια διαφοροποίηση μεταξύ της μαρτυρίας των Μ.Κ.1, 2 και 3, την οποία κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω στο σημείο αυτό. Η Μ.Κ.1, κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο της πρώτης κατηγορούμενης, είπε ότι το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε στις 20.9.2010, ενόσω συμβουλευόταν τον φάκελο της υπόθεσης εν όψει της αδυναμίας της να θυμηθεί όλα τα γεγονότα. Με δεδομένο το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της ημερομηνίας έκδοσης του εντάλματος έρευνας και της κατάθεσης της μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι λογικό και αναμενόμενο αυτή να μην είναι σε θέση να θυμάται την ημερομηνία έκδοσης του εντάλματος έρευνας, και έτσι να μεταφέρει αυτή στο Δικαστήριο όπως αναγράφεται επί του εντάλματος. Ο Μ.Κ.2 δεν έκανε αναφορά στην ημερομηνία του εντάλματος και δεν είχε ανάμειξη στη διαδικασία του αιτήματος για την έκδοση του. Η απάντηση του προς τον συνήγορο της πρώτης κατηγορούμενης ότι στις 26.8.2010 δεν εκτέλεσαν το ένταλμα έρευνας αφήνει να νοηθεί ότι αυτό είχε ήδη εκδοθεί. Όμως αυτή η απάντηση του μάρτυρα παρέμεινε μετέωρη καθότι ο ίδιος σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ρωτήθηκε ή ακόμα αναφέρθηκε στην ημερομηνία έκδοσης του, επομένως είναι εύλογο ο μάρτυρας να έδωσε την απάντηση του χωρίς να έχει υπόψη του την ημερομηνία έκδοσης αυτού. Άλλωστε στην κατάθεση του μάρτυρα, που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του, αναφέρεται ότι η πληροφορία δόθηκε στις 26.8.2010, και έτσι δεν ήταν δυνατό η αστυνομία να αποταθεί και το ένταλμα έρευνας να εκδοθεί σε προγενέστερη ημερομηνία. Αντίθετα, ο Μ.Κ.3 έκανε ρητή αναφορά στην ημερομηνία έκδοσης του εντάλματος, 27.8.2010, και αυτό λόγω της ανάμειξης του μάρτυρα στην επιχείρηση και του πρωταρχικού ρόλου στην όλη οργάνωση της. Με αυτά τα δεδομένα, είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο ο Μ.Κ.3 να θυμάται με ακρίβεια την ημερομηνία έκδοσης του, σε αντίθεση με τους Μ.Κ.1 και 2, και η θέση του επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Τέλος, η Μ.Κ.6 δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Η μαρτυρία της βασίστηκε στο περιεχόμενο του φακέλου του Τμήματος που είχε στην κατοχή της και στα έγγραφα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε με ειλικρίνεια καθότι περιορίστηκε στα στοιχεία που είχε ενώπιον της και μάλιστα επέμενε σταθερά στις θέσεις της. Η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Αναφορικά τώρα με την αξιολόγηση των ανώμοτων δηλώσεων των κατηγορουμένων 1 και 2, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι αυτές εξετάζονται και αξιολογούνται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν εξομοιώνονται όμως με ένορκη μαρτυρία που υπόκειται σε έλεγχο από αντεξέταση. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 199, Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Καντάρ ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 97, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και R. v. Frost
(1964)48 Cr. App. R. 284. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ
(1983)του Κακογιάννη, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι η δήλωση του κατηγορούμενου έγινε χωρίς όρκο και ότι, επομένως, δεν μπήκε στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο, όμως, έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Στην υπόθεση R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελίδα 17 το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι οι ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων 1 και 2, συμπεριλαμβανομένου του περιεχομένου των καταθέσεων τους, παρέμειναν χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική ή πειστική αξία, ως απλές δηλώσεις. Γι΄ αυτό, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτές. Ο Μ.Υ.1 δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν παντελώς ασαφής αλλά και αντιφατική. Κατά την κύρια εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι από το 2009 που διατηρεί σχέση με την πρώτη κατηγορούμενη συζούν και συναντιούνταν στο επίδικο διαμέρισμα μία φορά τη βδομάδα για τις προσωπικές τους στιγμές καθότι η κατηγορούμενη ζούσε με τον γιο της. Στην αντεξέταση του, κληθείς να εξηγήσει αυτή την εκδοχή και τις συνθήκες διαμονής και συναντήσεων του με την πρώτη κατηγορούμενη, ο Μ.Υ.1 παρουσίασε μία εικόνα που δημιούργησε σύγχυση αλλά και διαφοροποίηση από την προαναφερόμενη εκδοχή. Συγκεκριμένα, ο Μ.Υ.1 αρχικά ανέφερε ότι διαμένει μαζί με την πρώτη κατηγορούμενη στο διαμέρισμα της, για να πει σε κατοπινό στάδιο ότι κάποτε διέμενε εκεί και μάλιστα και κάποιες νύκτες. Ακολούθως είπε ότι για τις προσωπικές τους στιγμές βρίσκονταν στο επίδικο διαμέρισμα, λόγω της παρουσίας του γιου της κατηγορούμενης στο διαμέρισμα, εκδοχή που ομολογουμένως δεν παρουσιάζει λογική και είναι αντιφατική. Επομένως, το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες για την αλήθεια της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, ο οποίος φαίνεται ότι έδωσε μαρτυρία για να βοηθήσει την υπεράσπιση της πρώτης κατηγορούμενης εν όψει της σχέσης τους. Ακόμα ο Μ.Υ.1 είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο επισκέφθηκε το επίδικο διαμέρισμα στις 6.9.2010, ούτως ώστε να υπάρχει εξήγηση και δικαιολογία για την παρουσία αυτής εκεί, και ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει τι γινόταν σε αυτό. Τέλος, η θέση του ότι δεν πιστεύει ότι το εν λόγω διαμέρισμα χρησιμοποιείτο ως οίκος ανοχής και μάλιστα από την πρώτη κατηγορούμενη είναι απλώς η δική του προσωπική άποψη. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αδυνατεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία του. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, εφόσον αποδέχθηκα τη μαρτυρία που προσάχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή στο σύνολο της και στηριζόμενη σε αυτή, καταλήγω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. Στις 26.8.2010 δόθηκε πληροφορία στον Υπ/μο Α. Ηροδότου ότι στο διαμ. 21, Sun Sea Apts, στη Λεωφόρο Αμαθούντας, διεξάγεται πορνεία/μαστρωπεία μέσω αρ. τηλ.
- Την ίδια ημερομηνία και περί ώρα 14.00 ο Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στον εν λόγω αριθμό και του απάντησε μία κοπέλα με το όνομα Άννα στα Αγγλικά, και αυτός της συστήθηκε ως Αντρέας, και ότι τον στέλνει κάποιος φίλος, Γιώργος, και της ζήτησε να του διευθετήσει ραντεβού. Η Άννα του είπε να πάει στο εν λόγω διαμέρισμα και να φέρει μία κοπέλα μαζί της για σεξ έναντι αμοιβής 40 ευρώ, ενώ αν θέλει να κάνει σεξ και με τις δύο να πληρώσει στην Άννα τα ποσό των 70 ευρώ. Η Άννα του εξήγησε πού είναι το διαμέρισμα και του είπε όταν φθάσει στο μέρος να την πάρει τηλέφωνο. Ο Μ.Κ.3 ήταν εκτός υπηρεσίας και ενημέρωσε τον Υπ/μο Ηροδότου. Ο Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 και πήγαν εκεί στις 18.00, ο Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στην Άννα και της είπε ότι ήταν κοντά στο διαμέρισμα. Αυτή του είπε ότι διαμένει στο διαμέρισμα αρ. 21, και η πόρτα δεν έχει αριθμό. Ο Μ.Κ.3 κτύπησε το κουδούνι, και άνοιξε μία κοπέλα και αυτός ζήτησε την Άννα. Η πρώτη κατηγορούμενη του συστήθηκε ως Άννα και του είπε να περάσει μέσα. Του πρότεινε, αν θέλει και του αρέσει, να κάνει σεξ με τη φίλη της η οποία βρισκόταν και αυτή εντός του διαμερίσματος λέγοντας του πάλι για την αμοιβή. Η δεύτερη κοπέλα ήταν γύρω στα 30 χρονών με καστανά μαλλιά. Ο Μ.Κ.3 της είπε ότι θα πάει άλλη φορά που θα έχει χρόνο, και αναχώρησε από εκεί με τον Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.3 παρέμεινε στο διαμέρισμα για 10 λεπτά, ενώ ο Μ.Κ.2 στεκόταν πλησίον της σκάλας που οδηγούσε στα διαμερίσματα και είχε οπτική επαφή με το διαμέρισμα. Ακολούθως ο Μ.Κ.3 ενημέρωσε σχετικά τον Υπ/μο Ηροδότου. Οι Μ.Κ.2 και 3 έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση, και στις 27.8.2010 ο Μ.Κ.3 βρήκε αναπάντητη κλήση στο κινητό του από τον εν λόγω αριθμό. Αμέσως πήρε τηλέφωνο και του απάντησε η Άννα και τον ρώτησε πότε θα πήγαινε στο διαμέρισμα για να κάνουν σεξ. Ο Μ.Κ.3 τη ρώτησε αν έχει άλλες κοπέλες και αυτή του είπε ότι έχει πολλές και ωραίες. Τότε αυτός της είπε να φέρει μία ωραία κοπέλα και κανόνισαν ραντεβού στις 28.8.2010 και ώρα 11.
- Εκείνη τη μέρα και ώρα 10.30 η Άννα τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3 και τον ρώτησε αν είναι ok και αυτός της είπε ότι δεν μπορούσε και να το κανονίσουν άλλη μέρα. Οι Μ.Κ.2 και 3 έθεσαν το εν λόγω διαμέρισμα υπό παρακολούθηση μεταξύ των ημερομηνιών 26.8.2010 και 6.9.2010 5-6 φορές, διάρκειας δύο ωρών περίπου η καθεμία, και διαπιστώθηκε ότι άντρες διαφόρων ηλικιών και εθνικοτήτων εισέρχονταν σε αυτό, παρέμειναν εκεί για λίγη ώρα και εξέρχονταν. Στις 6.9.2010 και ώρα 14.00 ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στον προαναφερόμενο αριθμό και μία αλλοδαπή του απάντησε στα Αγγλικά. Ο Μ.Κ.2 της είπε «τι κάνεις;» και αυτή απάντησε «καλά, εσύ; ποιος είσαι, έλα να διασκεδάσουμε». Ο Μ.Κ.2 της είπε ότι ονομάζεται Μάριος και ότι θα πάει κατά τις 19.00, οπότε αυτή του είπε «έλα αλλά πρώτα τηλεφώνα μισή ώρα προηγουμένως». Τότε ο Μ.Κ.2 ενημέρωσε τον Υπ/μο Ηροδότου. Έτσι οργανώθηκε η επιχείρηση. Στις 14.00, αφού ο Μ.Κ.2 είχε ήδη κλείσει ραντεβού μαζί με την Άννα για σεξ στις 19.00, ο Μ.Κ.3 πήρε το χρηματικό ποσό των 70 ευρώ από τον Υπ/μο Ηροδότου, φωτοτύπησε τα χαρτονομίσματα, τα πιστοποίησε και τα υπέγραψε στις 14.40 στην ΑΔΕ Λεμεσού. Στις 16.50 ο Μ.Κ.3 παρέδωσε τα εν λόγω χαρτονομίσματα στον Μ.Κ.
- Τα εν λόγω χαρτονομίσματα είναι 3 των 20 ευρώ με αρ. V19707652984, U29338219868 και V21232590475, και ένα χαρτονόμισμα των 10 ευρώ με αρ. U24533023712, Τεκμήριο
- Η φωτοτυπία αυτών είναι το Τεκμήριο
- Στις 19.00 της ίδιας μέρας, ο Μ.Κ.3 μαζί με τους Υπ/μο Ηροδότου, Λοχ. 2576, αστ. 2817 και 4080, τη Μ.Κ.1 καθώς επίσης τον Μ.Κ.4, μετέβησαν κοντά στο διαμέρισμα και αυτός περίμενε τον Μ.Κ.2 να του τηλεφωνήσει. Η ώρα 19.00 ο Μ.Κ.2 μίλησε τηλεφωνικώς μαζί με την κοπέλα και αυτή του είπε να περιμένει 20 λεπτά. Αυτός περίμενε έξω από το διαμέρισμα μέχρι τις 19.30 κρυμμένος πίσω από τον τοίχο της σκάλας. Σε αυτό αφίχθηκαν δύο αλλοδαπές, γύρω στα 47, μπήκαν στο διαμέρισμα και τότε αυτή με την οποία ο Μ.Κ.2 μίλησε κατά τις 14.00 του τηλεφώνησε και του είπε να πάει στο διαμέρισμα. Όταν ο Μ.Κ.2 κτύπησε την πόρτα, άνοιξε μία κοπέλα με ξανθά τετράγωνα μαλλιά την οποία ο Μ.Κ.2 ρώτησε αν είναι η Άννα. Αυτή απάντησε «yes, come» και του σύστησε μία άλλη κοπέλα, με το όνομα Sveta, που βρισκόταν μέσα στο διαμέρισμα. Αυτή ήταν ξανθή, ψηλή με μακριά μαλλιά. Η Άννα του είπε να καθίσει στον καναπέ και αυτός της είπε ότι βιάζεται να φύγει, και τότε του είπε «make sex with me or with her 40 euro and with both 70 euro». Στη συνέχεια του έδωσε μία πετσέτα μπάνιου και του είπε «make a bath upstairs». Στο διαμέρισμα βρισκόταν μία μεταλλική σκάλα που οδηγούσε σε άλλο πάτωμα όπου βρισκόταν ένα αποχωρητήριο και ένα δωμάτιο με κρεβάτι. Εκεί ο Μ.Κ.2 άνοιξε το νερό υποδυόμενος ότι έκανε μπάνιο και επέστρεψε πίσω κοντά τους. Εκεί ο Μ.Κ.2 έβγαλε τα 70 ευρώ από το παντελόνι του, τα οποία ο Μ.Κ.3 του είχε δώσει προηγουμένως, τους τα υπέδειξε και η Άννα τα πήρε και τα τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι. Οι δύο γυναίκες έβγαλαν όλα τα ρούχα τους και κάθισαν πάνω στο κρεβάτι. Η Άννα του τράβηξε το παντελόνι προσπαθώντας να του το βγάλει, και αυτός αρνήθηκε. Τότε η Άννα πήρε τα χρήματα από το τραπέζι και του τα έδωσε πίσω. Ο Μ.Κ.2 δεν τα πήρε τότε. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 την οποία έχω αποδεχθεί στο σύνολο της, αδυνατώ να προβώ σε εύρημα ότι όταν ο Μ.Κ.2 μπήκε στο διαμέρισμα παρούσα ήταν και η δεύτερη κατηγορούμενη, ενώ αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Κ.2 δεν μίλησε ή συμφώνησε απ΄ ευθείας με τη δεύτερη κατηγορούμενη για να του προσφέρει υπηρεσίες σεξ. Στις 19.35 ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3 για να εισέλθει. Στις 19.37 ο Μ.Κ.3 κτύπησε το κουδούνι και ο Μ.Κ.2 άνοιξε την πόρτα. Εντός του διαμερίσματος εισήλθαν ο Υπ/μος Ηροδότου, ο Λοχ. 2817 και η Μ.Κ.1, ενώ οι κατηγορούμενες βρίσκονταν γυμνές πάνω στο κρεβάτι και προσπαθούσαν να φορέσουν τα ρούχα τους. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τους επέστησε την προσοχή στο Νόμο, και αυτές δεν απάντησαν. Ακολούθησε έρευνα στο διαμέρισμα μεταξύ των ωρών 19.53-20.05, κατόπιν εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας, Τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.5 συνέταξε τον όρκο που συνόδευσε το αίτημα για έκδοση του εντάλματος έρευνας, ημερ. 27.8.2010, Τεκμήριο 10, καθώς επίσης το ένταλμα έρευνας. Το ένταλμα φέρει ημερομηνία έκδοσης του 20.8.2010, ενώ αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτό εκδόθηκε στις 27.8.
- Ο Μ.Κ.3 παρέδωσε στη Μ.Κ.1 ένα έντυπο με φωτοτυπημένα χαρτονομίσματα, ενώ κατά τη διάρκεια της έρευνας ο Μ.Κ.4 έβγαζε φωτογραφίες, καθ΄ υπόδιειξη της Μ.Κ.1, Τεκμήριο
- Κατά τη διάρκεια της έρευνας η ώρα 19.53 η Μ.Κ.1 εντόπισε πάνω σε τραπεζάκι του υπνοδωματίου τα προαναφερόμενα χαρτονομίσματα, Τεκμήριο
- Η Μ.Κ.1 επέστησε την προσοχή της πρώτης κατηγορούμενης στο Νόμο και αυτή απάντησε στα Αγγλικά «I don't know nothing». Η ώρα 19.55 η Μ.Κ.1 εντόπισε πάνω στο ερμάρι του υπνοδωματίου ένα προφυλακτικό μάρκας durex μέσα στο ανοικτό χάρτινο κουτί του, Τεκμήριο
- Αφού η Μ.Κ.1 επέστησε την προσοχή της δεύτερης κατηγορούμενης στο Νόμο, αυτή απάντησε στα Αγγλικά «I don't know». Η ώρα 20.00 η Μ.Κ.1 εντόπισε μέσα στο ερμάρι του υπνοδωματίου ένα τετράδιο με διάφορες σημειώσεις και τηλέφωνα, Τεκμήριο
- Η Μ.Κ.1 επέστησε εκ νέου την προσοχή της πρώτης κατηγορούμενης στο Νόμο και αυτή απάντησε στα Αγγλικά «It isn't mine». Οι δύο κοπέλες οδηγήθηκαν στο ΤΑΕ. Κατόπιν εξετάσεων που ο Μ.Κ.2 διενήργησε, διαπιστώθηκε και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Άννα είναι η πρώτη κατηγορούμενη ενώ η άλλη κοπέλα που ήταν στο εν λόγω διαμέρισμα με το όνομα Sveta είναι η δεύτερη κατηγορούμενη. Στις 7.9.2010 η Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη δεύτερη κατηγορούμενη, με τη βοήθεια διερμηνέα. Η κατάθεση της στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ακολούθως η Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την πρώτη κατηγορούμενη. Η κατάθεση της στη μητρική της γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η Μ.Κ.1 συνέλαβε την πρώτη κατηγορούμενη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Μετά την πληροφόρησε για τα δικαιώματα της και συμπλήρωσε το σχετικό έντυπο. Αναφορικά με το καθεστώς παραμονής της πρώτης κατηγορούμενης στην Κύπρο, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτή υπέβαλε αίτηση το 2004 ως σύζυγος Ευρωπαίου πολίτη, και της παραχωρήθηκε έγγραφο διαμονής της στην Κύπρο με ημερομηνία λήξης 30.10.
- Στις 9.7.2007, ο σύζυγος της απέστειλε επιστολή, μέσω δικηγόρου, προς το Τμήμα με την οποία ενημέρωνε το Τμήμα ότι οι σχέσεις του με τη σύζυγο του δεν είναι καλές από τον καιρό που είναι παντρεμένοι και ότι καταχώρησε αίτηση διαζυγίου, ισχυριζόμενος ότι η αίτηση αναβαλλόταν συνεχώς κατόπιν αιτήματος της συζύγου του με σκοπό την παράταση της παραμονής της στην Κύπρο. Μέλη της ΥΑΜ Λεμεσού διεξήγαγαν έρευνες για τον τόπο διαμονής της και διαπίστωσαν ότι αυτή δεν διέμενε με τον σύζυγο της από το 2004, κάτι το οποίο επιβεβαίωσε και ο σύζυγος της με κατάθεση του στην αστυνομία. Με βάση τις έρευνες των μελών της ΥΑΜ, η πρώτη κατηγορούμενη διαμένει στην οδό Ονησίλου, πολυκατοικία ΡΙΤΑ Α, διαμ. 108, μόνη της. Σημείωμα της ΥΑΜ Λεμεσού ημερ. 17.12.2006, στο οποίο διαφαίνονται οι ενέργειες της ΥΑΜ για τον εντοπισμό της πρώτης κατηγορούμενης και εξέταση της γνησιότητας του γάμου της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19, η εν λόγω επιστολή του συζύγου της πρώτης κατηγορούμενης ημερ. 9.7.2007 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 και η εν λόγω κατάθεση του ημερ. 6.12.2010 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης διαζυγίου που καταχωρήθηκε από τον σύζυγο της πρώτης κατηγορούμενης δεν εκδόθηκε διαζύγιο. Με βάση τα εν λόγω δεδομένα, το Τμήμα με επιστολή του ημερ. 19.11.2007, ενημερώνει την πρώτη κατηγορούμενη ότι η άδεια που της παραχωρήθηκε ακυρώνεται και αυτή θα πρέπει να αναχωρήσει για τη χώρα της εντός 14 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής. Η εν λόγω επιστολή που περιέχει την απόφαση της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 15.1.2008 το όνομα της πρώτης κατηγορούμενης τοποθετήθηκε στο Στοπ Λιστ. Το Υπουργείο Εσωτερικών απέστειλε δύο επιστολές ημερ. 19.3.2009 και 22.4.2009, Τεκμήρια 18 και 17 αντίστοιχα, προς τη Διευθύντρια του Τμήματος αναφορικά με την ακύρωση της άδειας παραμονής της πρώτης κατηγορούμενης, όμως η Διευθύντρια δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια αναφορικά με την άδεια παραμονής της πρώτης κατηγορούμενης κατόπιν της λήψης των εν λόγω επιστολών. Το άρθρο 156
(1)(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, στο οποίο στηρίζεται η δεύτερη κατηγορία προνοεί τα ακόλουθα: «156.-
(1)Όποιος ή όποια - .. (β) είναι ο ενοικιαστής, μισθωτής, κάτοχος ή υπεύθυνος υποστατικού, σε γνώση του επιτρέπει να χρησιμοποιηθεί αυτό ή μέρος αυτού ως οίκος ανοχής ή για τη συστηματική άσκηση πορνείας, .. είναι ένοχος πλημμελήματος.» Η ερμηνεία του όρου «οίκος ανοχής» δίδεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου
(1999)2 Α.Α.Δ. 644, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Υποστατικό που χρησιμοποιείται μόνο από μία γυναίκα για σκοπούς πορνείας δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου 'οίκος ανοχής': Singleton v. Ellison
(1985)1 Q.B. 607. Στην Caldwell V. Leech
(1913)23 Cox 510, κρίθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί σε υποστατικό ο χαρακτηρισμός αυτός αν χρησιμοποιείται από δύο ή περισσότερες γυναίκες για τον παραπάνω σκοπό. Βλέπε επίσης Strath v. Foxon
(1955)3 All E.R. 398. Επισημαίνεται όμως ότι το άρθρ. 156 δεν απαιτεί να ασκείται πορνεία επ΄ αμοιβή: Winter v. Woolfe
(1931)1 K.B. 549 και Kelly v. Purvis 76 Cr. App. R.
- Δεν είναι ανάγκη το υποστατικό να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα από δύο ή περισσότερες γυναίκες για να ικανοποιηθεί το κριτήριο εφόσον γίνεται μεμονωμένη χρήση από ομάδα γυναικών: Stevens & Stevens v. Christy 85 Cr. App. R.
- Όπως, τέλος, αναφέρει ο Archbold, έκδοση 1995, παρ. 20-181 στη σελ. 2/353, είναι θέμα πραγματικό και θέμα βαθμού κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση το υποστατικό αποτελεί οίκο ανοχής.» Στην υπόθεση Abbott and Another v. Smith
(1964)3 All E.R. 762, ο αντίστοιχος αγγλικός όρος 'brothel', όπως περιέχεται στο άρθρο 33 του Sexual Act Offences 1956, ερμηνεύεται ως εξής: «... the essence of a brothel, or bawdy house, is that there must be premises resorted to or used by more than one woman for the purposes of illicit sexual intercourse or other sexual lewdness(.) with more than one man, and it matters not that the premises so used are the home of one of the women concerned.» Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 2009, σελ. 2074, παρ. 20-233, αναφέρονται τα ακόλουθα: « Whether premises constitute a brothel is a question of fact and degree: they are not precluded from being a brothel by the fact that, on any one day, only one prostitute is present. Where there is a joint use of premises by a team of women (albeit involving only one of them using the premises on any particular day) for the purpose of prostitution, the premises constitute a brothel: Stevens v. Christy, 85 Cr. App. R. 249, DC. Conversely, premises which are used by only one woman for prostitution are not a brothel: ibid., and Gorman v. Standen; Palace-Clark v. Standen
(1964)1 Q.B. 294, 48 Cr. App. R. 30, DC. It is not essential to show that the premises are in fact used for the purpose of prostitution (which involves payment for services rendered), since a brothel exists where women offer sexual intercourse without charging; nor is it necessary to prove that the women are known to police as prostitutes: see Winter v. Woolfe
(1931)1 K.B. 549, DC, and Kelly v Purvis
(1983)Q.B. 663, 76 Cr. App. R. 165, DC.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2004, σελ. 250, παρ. Β3.99: «A brothel is defined as a place where people are permitted to resort for the purposes of unlawful sexual intercourse (Winter v. Woolfe
(1931)1 K.B. 549, per, Avory J). It is not necessary that full sexual intercourse be offered there....Nor, semble, is it necessary that payment for such services be offered (Kelly v. Purvis
(1983)AC 663).» Με βάση την πιο πάνω ανάλυση, προκύπτει ότι για την απόδειξη του οίκου ανοχής είναι αναγκαίο να αποδειχθεί μόνο ότι το υποστατικό χρησιμοποιείται για έκνομες σεξουαλικές πράξεις, χωρίς να είναι αναγκαίο αυτές να γίνουν επ΄ αμοιβής ούτε να επέλθει πλήρης σεξουαλική πράξη. Οι συνήγοροι υπεράσπισης απέδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στην ερμηνεία του όρου «κάτοχος», που περιέχεται και στις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, και ισχυρίστηκαν ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενες κατείχαν το επίδικο διαμέρισμα, ειδικότερα εφόσον δεν έγιναν οποιεσδήποτε εξετάσεις προς τούτο από την αστυνομία και η δεύτερη κατηγορούμενη πήγε εκεί για πρώτη φορά. Δεν υιοθετώ αυτή τη θέση της υπεράσπισης. Η λέξη «κάτοχος» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 156
(1)(β) του Κεφ. 154 δεν αφορά τη νομική έννοια του όρου, αλλά τη συνήθη και φυσική έννοια της λέξης, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου ολόκληρου του εν λόγω άρθρου και των λέξεων που χρησιμοποιούνται σε αυτό. Στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται επίσης οι λέξεις «ενοικιαστής», «μισθωτής», «υπεύθυνος υποστατικού», και ακόμα στο εδάφιο (γ) οι λέξεις «εκμισθωτής ή ιδιοκτήτης ή αντιπρόσωπος του», επομένως είναι πρόδηλο ότι η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να διαχωρίσει την έννοια της λέξης «κάτοχος» από τις υπόλοιπες και να της αποδώσει τη συνήθη έννοια της. Ως εκ τούτου η λέξη «κάτοχος» σημαίνει ότι κάποιος κατέχει, δηλαδή βρίσκεται εκεί και ασκεί κάποιου είδους εξουσία και έλεγχο επί αυτού και κυρίως αναφορικά με το ποιος δικαιούται να εισέλθει εντός αυτού. Όπως είναι διατυπωμένο το άρθρο 156
(1)(β) του Κεφ. 154, το αδίκημα της διατήρησης οίκου ανοχής διαπράττεται με δύο διαζευκτικούς τρόπους από τον ενοικιαστή, μισθωτή, κάτοχο ή υπεύθυνο υποστατικού με το να επιτρέπει εν γνώσει του να χρησιμοποιηθεί αυτό ή μέρος αυτού, είτε ως οίκος ανοχής είτε για τη συστηματική άσκηση πορνείας. Η λέξη «συστηματική» χρησιμοποιείται μόνο για τον δεύτερο τρόπο διάπραξης του αδικήματος, ενώ οι λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας αναφέρονται ρητά στον πρώτο τρόπο διάπραξης του αδικήματος. Επομένως, θεωρώ ότι η συστηματική άσκηση πορνείας που επικαλέστηκε ο συνήγορος υπεράσπισης της πρώτης κατηγορούμενης ότι πρέπει να αποδειχθεί, δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος όταν αυτό διαπράττεται με τον πρώτο τρόπο που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο. Αναφορικά με το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, αυτό συντελείται από τη στιγμή που 2 ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να πετύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Για τη συμπλήρωση του αδικήματος το μόνο που είναι απαραίτητο είναι να υπάρχει συμφωνία μεταξύ αυτών που συνωμοτούν για την επίτευξη οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους στόχους. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 και Eminyet κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 216. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 2009, σελ. 3000, παρ, 33-14, η συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί με τον συνήθη τρόπο ή με την απόδειξη τέτοιων συνθηκών από τις οποίες οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) μπορούν να το συμπεράνουν. Επίσης αναφέρεται ότι «Proof of the existence of a conspiracy is generally a "matter of inference, deduced from certain criminal acts of the parties accused, done in pursuance of an apparent criminal purpose in common between them".» Περαιτέρω, για το αδίκημα της συνομωσίας θα πρέπει να αποδειχθεί και η ένοχη σκέψη. Το ακόλουθο απόσπασμα από το ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 3001, παρ. 33-15, είναι διαφωτιστικό: «Mens rea is an essential element in conspiracy only in that there must be an intention to be a party to an agreement to do an unlawful act. In R. v. Anderson
(1986)A.C. 27, Lord Bridge said: "But beyond the mere fact of agreement, the necessary mens rea of the crime is, in my opinion, established if, and only if, it is shown that the accused when he entered into the agreement, intended to play some part in the agreed course of conduct in furtherance of the criminal purpose which the agreed course of conduct was intended to achieve. Nothing less will suffice; nothing more is required" (at p. 39E).» Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η ένοχη σκέψη για τη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος δεν υποστηρίζει απαραίτητα και την κατηγορία για συνομωσία προς διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Σχετικά παραπέμπω στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 3002, παρ. 33-
- Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, και με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως εκτίθενται πιο πάνω, προκύπτουν τα ακόλουθα. Κατά την επίδικη ημερομηνία, στις 6.9.2010, και γύρω στις 19.35 ο Μ.Κ.2 επισκέφθηκε το επίδικο διαμέρισμα και εντός αυτού βρίσκονταν οι δύο κατηγορούμενες. Ενωρίτερα της ίδιας μέρας, και γύρω στις 14.00, όταν ο Μ.Κ.2 πήρε τηλέφωνο και του απάντησε η Άννα, αυτή του είπε να πάνε να διασκεδάσουν και έκλεισαν ραντεβού για τις 19.00 της ίδιας μέρας, και του είπε να την πάρει τηλέφωνο μισή ώρα προηγουμένως. Στις 19.00 ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στην Άννα και αυτή του είπε να πάει στο διαμέρισμα σε 20 λεπτά. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, οι δύο κατηγορούμενες έφθασαν στο διαμέρισμα, και στις 19.35 ο Μ.Κ.2 κτύπησε την πόρτα και του άνοιξε η Άννα, η οποία του επιβεβαίωσε ότι είναι η Άννα, δηλαδή η πρώτη κατηγορούμενη. Στο εν λόγω διαμέρισμα βρισκόταν και η δεύτερη κατηγορούμενη, και η Άννα του είπε να κάνει σεξ μαζί με τη μία για 40 ευρώ και μαζί με τις δύο για 70 ευρώ. Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.2 μίλησε με την πρώτη κατηγορούμενη, αυτή του είπε για τις κοπέλες και τις υπηρεσίες που προσφέρουν και ακόμα για την αμοιβή, και επιπλέον αυτή διευθέτησε τη συνάντηση του Μ.Κ.2 στο εν λόγω διαμέρισμα. Ακόμα δεν μου διαφεύγει το γεγονός της παρακολούθησης του επίδικου διαμερίσματος, μεταξύ των ημερομηνιών 26.8.2010 και 6.9.2010, όπως περιγράφεται πιο πάνω, και ειδικότερα την τηλεφωνική επικοινωνία του Μ.Κ.3 με την πρώτη κατηγορούμενη, την ενημέρωση προς αυτόν για τις υπηρεσίες που προσφέρονταν στο εν λόγω διαμέρισμα, τη διευθέτηση ραντεβού με τον Μ.Κ.3 προς τον σκοπό αυτό, την επίσκεψη του Μ.Κ.3 στο εν λόγω διαμέρισμα, και την παρουσία τόσο της πρώτης κατηγορούμενης όσο και δεύτερης κοπέλας εκεί. Στις 6.9.2010, αφού ο Μ.Κ.2 προσποιήθηκε ότι έκανε μπάνιο, ως ήταν η υπόδειξη της πρώτης κατηγορούμενης, αυτός, στην παρουσία και των δύο κατηγορουμένων, έβγαλε το ποσό των 70 ευρώ από το παντελόνι του και τα υπέδειξε στις κατηγορούμενες. Τότε η πρώτη κατηγορούμενη τα πήρε και τα τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι. Οι δύο γυναίκες έβγαλαν τα ρούχα τους και κάθισαν στο κρεβάτι, και η πρώτη κατηγορούμενη του τράβηξε το παντελόνι προσπαθώντας να του το βγάλει. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε και τότε η πρώτη κατηγορούμενη του έδωσε τα χρήματα πίσω, όμως αυτός δεν τα πήρε και ειδοποίησε τον Μ.Κ.
- Μετά την είσοδο των υπόλοιπων αστυνομικών στο διαμέρισμα, κατά την έρευνα που διενήργησαν, βρέθηκαν τα τεκμήρια που αναφέρονται πιο πάνω και οι κατηγορούμενες έδωσαν τις απαντήσεις τους προς τη Μ.Κ.
- Η όλη στάση και συμπεριφορά της πρώτης κατηγορούμενης από τις 26.8.2010 μέχρι και τις 6.9.2010 καταδεικνύει ότι το επίδικο διαμέρισμα χρησιμοποιείτο από την ίδια μαζί με άλλη κοπέλα για τον σκοπό παροχής σεξουαλικών υπηρεσιών με διάφορους άντρες, έναντι αμοιβής. Επομένως, προκύπτει αβίαστα ότι το επίδικο διαμέρισμα χρησιμοποιείτο ως οίκος ανοχής. Η παρουσία των 2 κατηγορουμένων στο διαμέρισμα την επίδικη ημερομηνία είναι δεδομένη. Ο σκοπός της παρουσίας τους εκεί, με βάση τα όσα ανέφερε η πρώτη κατηγορούμενη προς τον Μ.Κ.2, τις ενέργειες αυτής όταν ο Μ.Κ.2 πήγε στο διαμέρισμα και τη στάση της δεύτερης κατηγορουμένης προς τον Μ.Κ.2, είναι πρόδηλος. Αυτές βρίσκονταν στο επίδικο διαμέρισμα με πρόθεση να κάνουν και οι δύο σεξ με κάποιον άντρα. Η συνήγορος της δεύτερης κατηγορούμενης αμφισβήτησε τη γνώση της για τη χρήση του εν λόγω διαμερίσματος ως οίκου ανοχής. Τα πιο πάνω δεδομένα, και ειδικότερα ότι η δεύτερη κατηγορούμενη πήγε μαζί με την πρώτη κατηγορούμενη στο εν λόγω διαμέρισμα λίγο πριν την προκαθορισμένη συνάντηση που διευθέτησε η πρώτη κατηγορούμενη, με τον προαναφερόμενο σκοπό, και μάλιστα η δεύτερη κατηγορούμενη ήταν παρούσα όταν ο Μ.Κ.2 παρουσίασε τα χρήματα, τα οποία έλαβε η πρώτη κατηγορούμενη, η δεύτερη κατηγορούμενη δεν αντέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο, και αμέσως μετά και οι δύο έβγαλαν τα ρούχα τους και ήταν έτοιμες να κάνουν σεξ με τον Μ.Κ.2, θεωρώ ότι οδηγούν στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι η δεύτερη κατηγορούμενη γνώριζε τη χρήση του εν λόγω διαμερίσματος και ακόμα δέχθηκε να προσφέρει υπηρεσίες σεξ έναντι αμοιβής. Το γεγονός ότι αυτή πρώτη φορά πήγε στο επίδικο διαμέρισμα δεν διαφοροποιεί την εν λόγω κατάληξη του Δικαστηρίου, και ακόμα το γεγονός ότι με την άρνηση του Μ.Κ.2 να κάνει σεξ με τις κατηγορούμενες η πρώτη του πρόσφερε πίσω τα χρήματα δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Το γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 δεν μίλησε ποτέ με τη δεύτερη κατηγορούμενη και πάλι δεν ενέχει σημασία καθότι τα πιο πάνω γεγονότα καταδεικνύουν ότι οι κατηγορούμενες ήταν πρόθυμες και έτοιμες να παρέχουν σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι αμοιβής, ανάλογα με την επιλογή του πελάτη, ενώ η πρώτη κατηγορούμενη είχε την ευθύνη της επικοινωνίας με τον πελάτη, την ενημέρωση για την προσφορά των υπηρεσιών και την αμοιβή, τη διευθέτηση στη μετάβαση του πελάτη στο διαμέρισμα, και αυτή λάμβανε τα χρήματα που εισέπραττε από τον πελάτη. Η διευθέτηση της συνάντησης τους με τον Μ.Κ.2 στο επίδικο διαμέρισμα, ο σκοπός αυτής και η πληρωμή αμοιβής από τον Μ.Κ.2 ήταν όλα εν γνώσει της δεύτερης κατηγορούμενης. Με αυτά τα δεδομένα, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι και οι 2 κατηγορούμενες, κατά την επίδικη ημερομηνία, χρησιμοποιούσαν το εν λόγω διαμέρισμα ως οίκο ανοχής. Οι συνήγοροι υπεράσπισης ανέφεραν ότι δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με την κατοχή, έλεγχο ή ευθύνη του επίδικου διαμερίσματος. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την ίδια θέση. Και οι 2 κατηγορούμενες πήγαν τη συγκεκριμένη ώρα και βρίσκονταν στο εν λόγω διαμέρισμα, και μάλιστα έτοιμες να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε άντρα, υπήρχε έλεγχος εισόδου σε αυτό και ακόμα η πρώτη είχε τον έλεγχο και τη ρύθμιση των επισκέψεων στο διαμέρισμα, ακόμα και την παραλαβή των χρημάτων. Επομένως, βρίσκω ότι η κατοχή του εν λόγω διαμερίσματος από τις κατηγορούμενες έχει αποδειχθεί, και ακόμα ο ρόλος και η συμμετοχή και των 2 κατηγορουμένων στην όλη διαδικασία υπηρεσίας σεξουαλικών υπηρεσιών έναντι αμοιβής καταδεικνύει ότι κατείχαν το επίδικο διαμέρισμα. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι κατηγορούμενες γνώριζαν αλλά και είχαν συντονισμένο σχέδιο στην προσφορά των υπηρεσιών τους, και έτσι υπήρχε οργανωμένη κατάσταση πραγμάτων μεταξύ τους. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι κατηγορούμενες ενεργούσαν βάσει σχεδίου το οποίο ήταν πρόθυμες να υλοποιήσουν, επομένως ικανοποιούμαι ότι αυτές συνωμότησαν και συμφώνησαν όπως προβούν στη διατήρηση του εν λόγω διαμερίσματος ως οίκου ανοχής. Η όλη συμπεριφορά τους καταδεικνύει ότι αυτές δεν βρίσκονταν στο διαμέρισμα τυχαία ή ακόμα ανεξάρτητα η καθεμία, αλλά βρίσκονταν εκεί με τον κοινό σκοπό τους, την προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών έναντι αμοιβής. Αυτή η συμπεριφορά τους οδηγεί στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενες ενήργησαν προσχεδιασμένα και βρίσκονταν σε συνεννόηση μεταξύ τους, και επομένως βρίσκονταν εκεί αφού συνωμότησαν να προβούν στον παράνομο αυτό σκοπό τους. Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι εφόσον τα δύο αδικήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι σεξουαλικής φύσης, σύμφωνα με την καθιερωμένη νομολογία και τις αρχές του κοινοδικαίου, ως θέμα πρακτικής, είναι ορθό να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την καταγγελία που προβάλλεται. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, Θεοδώρου v. Αστυνομίας
(1971)2 C.L.R. 245 και Χ''Λούκα v. Δημοκρατίας
(1961)C.L.R. 57. Με βάση τα πιο πάνω νομικά δεδομένα και σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έχοντας αποδεχθεί τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, και ειδικότερα των Μ.Κ.2 και 3, πλήρως και ανεπιφύλακτα, είμαι διατεθειμένη να βασιστώ στην εν λόγω μαρτυρία χωρίς ενισχυτική μαρτυρία, αφού έχω βέβαια προειδοποιήσει τον εαυτό μου κατάλληλα και για τους σχετικούς κινδύνους. Η θέση της υπεράσπισης για παγίδευση των κατηγορουμένων δεν ευσταθεί, καθότι στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι η αστυνομία που ώθησε τις κατηγορούμενες στην αξιόποινη πράξη τους, στην οποία θα προέβαιναν εν πάση περιπτώσει. Η συμπεριφορά των κατηγορουμένων ήταν ανεξάρτητη από, και δεν αποδίδεται στην, οποιαδήποτε στάση εκ μέρους της αστυνομίας, και επομένως το Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό περί παγίδευσης των κατηγορουμένων. Τέλος, επιθυμώ να σχολιάσω το περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορουμένων. Η πρώτη κατηγορούμενη παραδέχεται ότι ενοικίαζε το επίδικο διαμέρισμα με άλλες κοπέλες και μοιράζονταν το ενοίκιο, το χρησιμοποιούσαν για προσωπικές τους στιγμές κατόπιν συνεννόησης μεταξύ τους, ενώ η ίδια πήγαινε εκεί με τον φίλο της. Την επίδικη μέρα η πρώτη κατηγορούμενη διευθέτησε τη συνάντηση μαζί με τη δεύτερη κατηγορούμενη για να κάνουν παρτούζα με ένα άντρα στο επίδικο διαμέρισμα. Η δεύτερη κατηγορούμενη γνώριζε πού βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα καθότι είχαν κάνει ξανά εκεί παρτούζα χωρίς να πάρουν χρήματα. Την επίδικη μέρα η πρώτη κατηγορούμενη γνώριζε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη είχε ανάγκη από χρήματα, η ίδια δεν πήρε χρήματα ούτε και δέχθηκε τα χρήματα από τον εν λόγω άντρα, και δεν την πείραζε αν η δεύτερη κατηγορούμενη τα έπαιρνε. Η ίδια δεν είχε σκοπό να πάρει χρήματα παρά μόνο να διασκεδάσει με τον άντρα, ενώ ουδέποτε έκανε σεξ με άντρα έναντι αμοιβής ούτε και χρησιμοποίησε το επίδικο διαμέρισμα για τον σκοπό αυτό. Η δεύτερη κατηγορούμενη αναφέρει ότι αποδέχθηκε την πρόταση της πρώτης κατηγορούμενης να κάνουν παρτούζα, επειδή δεν είχε ξανακάνει και ήθελε να δοκιμάσει, είδε τον άντρα που έβγαλε τα χρήματα, τα έδωσε στην πρώτη κατηγορούμενη και αυτή τα πήρε και τα έβαλε στο τραπεζάκι χωρίς να του πει οτιδήποτε, ενώ μόλις αυτές έβγαλαν τα ρούχα τους η πρώτη κατηγορούμενη πέταξε τα χρήματα προς το μέρος του θυμωμένη. Η δεύτερη κατηγορούμενη είδε την αστυνομία και τότε κατάλαβε ότι η πρώτη κατηγορούμενη πήρε τα χρήματα για να κάνει σεξ με τον άντρα, ενώ δεν είπε στη δεύτερη κατηγορούμενη για χρήματα καθότι δεν έχει οικονομικό πρόβλημα, ούτε και συμφώνησαν γι΄ αυτό μεταξύ τους. Η πρώτη κατηγορούμενη απλώς της ζήτησε να κάνουν παρτούζα για να διασκεδάσουν. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι καταθέσεις όσο και οι απαντήσεις που δίνει ένας κατηγορούμενος όταν κατηγορηθεί γραπτώς, στον βαθμό που περιέχουν παραδοχές, αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου ο οποίος προέβη σε αυτές, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιηθεί τόσο για τη θεληματικότητα αυτών όσο και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13. Επισημαίνω βέβαια ότι η γραπτή κατάθεση της καθεμίας των κατηγορουμένων στην αστυνομία δεν αποτελεί μαρτυρία εναντίον της συγκατηγορούμενης της, εφόσον αυτές δεν έδωσαν προφορική μαρτυρία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ευριπίδου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.
- Επομένως, η κατάθεση της καθεμίας των κατηγορουμένων αποτελεί μαρτυρία μόνο εναντίον της ίδιας, αλλά το περιεχόμενο αυτών δεν είναι τέτοιο που να αποτελεί παραδοχή για τη διάπραξη οποιουδήποτε των αδικημάτων που περιέχονται στις κατηγορίες 1 και
- Έτσι, η κατάθεση της καθεμίας των κατηγορουμένων δεν περιέχει παραδοχή εναντίον αυτής που την έδωσε για να μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον της και να αποτελέσει τη βάση για την καταδίκη αυτής στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πριν προβώ στην τελική μου κατάληξη, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος και των δύο κατηγοριών, η διάπραξη του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας φέρεται να έγινε μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 6ης Σεπτεμβρίου 2010 και η διάπραξη του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας φέρεται να έγινε μεταξύ της 26ης Αυγούστου και της 6ης Σεπτεμβρίου
- Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά την εν λόγω χρονική περίοδο από την πρώτη κατηγορούμενη, ενώ τα αδικήματα διαπράχθηκαν από τη δεύτερη κατηγορούμενη μόνο στις 6.9.
- Εφόσον η εν λόγω ημερομηνία που αφορά τη δεύτερη κατηγορούμενη εμπίπτει εντός της χρονικής περιόδου που αναγράφεται στο κατηγορητήριο, και οι δύο κατηγορούμενες θα κριθούν ένοχες στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν χωρίς οποιαδήποτε τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει τις δύο πρώτες κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων στον απαιτούμενο βαθμό. Αναφορικά με την πέμπτη κατηγορία, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η άδεια παραμονής της πρώτης κατηγορούμενης στην Κύπρο ακυρώθηκε από τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στις 19.11.2007, Τεκμήριο
- Η εν λόγω απόφαση της Διευθύντριας αποστάληκε στη δεύτερη κατηγορούμενη, στη διεύθυνση διαμονής της, την οποία και η υπεράσπιση αποδέχθηκε ως την ορθή, επομένως ικανοποιούμαι ότι η εν λόγω απόφαση της Διευθύντριας της κοινοποιήθηκε δεόντως και αυτή έλαβε γνώση της απόφασης. Άλλωστε η γνωστοποίηση της απόφασης ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ο συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε τη νομιμότητα της εν λόγω απόφασης, με παραπομπή στο Τεκμήριο 17 και την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου για τη μη έκδοση του διαζυγίου. Η απόφαση της Διευθύντριας αποτελεί διοικητική πράξη και η αμφισβήτηση της νομιμότητας της μπορεί να γίνει μόνο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, μέχρι την ακύρωση μίας διοικητικής πράξης αυτή παραμένει ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα. Επομένως, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί με τη νομιμότητα της εν λόγω απόφασης, και εφόσον αυτή εξακολουθεί να ισχύει, αυτή είναι δεσμευτική. Ως εκ τούτου, με βάση την απόφαση της Διευθύντριας ημερ. 19.11.2007, Τεκμήριο 14, με την οποία η άδεια παραμονής της 1ης κατηγορούμενης έχει ακυρωθεί, η 1η κατηγορούμενη έκτοτε διαμένει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει και την πέμπτη κατηγορία εναντίον της πρώτης κατηγορούμενης στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενες κρίνονται ένοχες στις κατηγορίες 1 και 2, η μεν πρώτη αναφορικά με τη χρονική περίοδο μεταξύ 26.8.2010 και 6.9.2010 και η δεύτερη αναφορικά με τις 6.9.2010. Επίσης η πρώτη κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην πέμπτη κατηγορία. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινική / Απόφαση Αναφορά: Συνομωσία / Διατήρηση οίκου ανοχής / Παράνομη Παραμονή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο