← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Aθανάσης Ερωτοκρίτου , Αρ. Υπόθεσης: 12713/10, 24/9/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Aθανάσης Ερωτοκρίτου , Αρ. Υπόθεσης: 12713/10, 24/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12713/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Aθανάσης Ερωτοκρίτου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 24/09/2012. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Δημητρίου Για τον κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής. Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες ως ακολούθως: 1) Αμελής οδήγηση 2) Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. 3) Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. 4) Χρήση μη εγγεγραμμένου μηχανοκίνητου οχήματος. 5) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ άδειας κυκλοφορίας. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε άμεση παραδοχή στις κατηγορίες 3), 4) και 5) και αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1) και 2) και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο για τις κατηγορίες αυτές. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστυφ. 1611 Μάρκος Χρυσάνθου (Μ.Κ.1) και την κα Άντρη Αγαθαγγέλου (Μ.Κ.2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1) και 2) αλλά και την εκδοχή που προωθήθηκε στο Δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος στις 23/10/2009 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΧ 631 στη Λεωφόρο Ομονοίας στη Λεμεσό και τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση, επιχείρησε να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του για να εισέλθει σε παρακείμενο βενζινάδικο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα με αρ. εγγραφής KVN 521 που οδηγείτο από την παραπονούμενη στη ίδια οδό και κατεύθυνση στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας χτυπώντας στο πίσω μέρος αυτού. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του, εισήλθε εντός του βενζινάδικου όπου έκανε επαναστροφή και στη συνέχεια εγκατέλειψε τη σκηνή χωρίς να παράσχει βοήθεια στην παραπονούμενη η οποία είχε σταματήσει τελικά το όχημα της σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Η εκδοχή του κατηγορούμενου είναι ότι ενώ αυτός οδηγούσε στη Λεωφ. Ομονοίας με νότια κατεύθυνση τηρώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, σε κάποιο σημείο του εν λόγω δρόμου, προτού αυτός αρχίσει να στρίβει δεξιά για να κατευθυνθεί προς το παρακείμενο βενζινάδικο, η κατηγορούμενη τον προσπέρασε από τα δεξιά με ιλιγγιώδη ταχύτητα και στην προσπάθεια της να επαναφέρει το όχημα της στην λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση κτύπησε στο όχημα του και συνέχισε την πορεία της χωρίς να σταματήσει. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός του βενζινάδικου, έβαλε βενζίνη στο όχημα του και ακολούθως έφυγε από το μέρος αφού η ζημιά του δεν ήταν τόσο μεγάλη και δεν είχε πάρει τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος της παραπονούμενης και η ίδια είχε εγκαταλείψει τη σκηνή. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη στα πλαίσια της κατωτέρω αξιολόγησης όλων μαρτύρων που κατέθεσαν για να διαφανεί και η λεπτομερής θέση τους. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 ήταν ο Αστυνομικός ο οποίος εξέτασε το επίδικο δυστύχημα. Ανέφερε ότι στις 23/10/2009 και περί ώρα 21:20 προσήλθε στην τροχαία Λεμεσού στο Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων η παραπονούμενη και κατάγγειλε ότι ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΧ
  1. Αφού εντόπισε τον οδηγό του άλλου οχήματος, αργότερα επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος όπου ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 2) και αργότερα συμμετρικό (τεκμήριο 3). Στα πιο πάνω σχέδια απεικονίζεται η Λεωφόρος Ομονοίας παρά το πρατήριο βενζίνης LUKOIL το οποίο βρίσκεται στα δεξιά της εν λόγο οδού με νότια κατεύθυνση. Η λεωφόρος αυτή αποτελείται από τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, δύο για κάθε κατεύθυνση. Η πορεία των ενεχόμενων στο δυστύχημα ήταν νότια. Η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση έχει πλάτος 3,40 μέτρα ενώ η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας 3,30 μέτρα. Η πιο πάνω απεικόνιση του δρόμου και οι μετρήσεις που εμφαίνονται στο σχέδιο δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε που να δείχνει ότι είναι λανθασμένες. Πέραν τούτου, σημειώνεται με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορουμένου με το όχημα της παραπονουμένης. Το σημείο αυτό απέχει 7,00 μέτρα από το δεξιό πεζοδρόμιο σύμφωνα με τη πορεία των ενεχομένων και βρίσκεται 0,30 εκατοστά εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορία με νότια κατεύθυνση. Το σημείο αυτό υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο. Με το γράμμα Χ1 σημειώνεται το σημείο σύγκρουσης των ενεχομένων που υποδείχθηκε από την παραπονούμενη. Αυτό απέχει 9,00 μέτρα από το δεξιό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία των ενεχομένων και βρίσκεται 2,30 μέτρα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση. Τα εν λόγω σημεία σύγκρουσης βρίσκονται απέναντι και λίγο πιο πίσω, σε απόσταση 4,20 μέτρα από την είσοδο του πρατηρίου LUKOIL. Πέραν των πιο πάνω, στο τεκμήριο 3, σημειώνονται οι πορείες των ενεχομένων. Με το γράμμα Α σημειώνεται η πορεία του οχήματος της παραπονουμένης σύμφωνα με δική της υπόδειξη και αυτή είναι στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση. Με το γράμμα Β σημειώνεται η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου σύμφωνα με υπόδειξη της παραπονουμένης και αυτή βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση έχοντας δεξιά κλίση. Ο κατηγορούμενος υπέδειξε την πορεία του η οποία σημειώνεται με το γράμμα Α1 επί του σχεδιαγραφήματος και βρίσκεται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση. Με το γράμμα Β1 σημειώθηκε η πορεία της παραπονουμένης με βάση υπόδειξη του κατηγορουμένου και η οποία βρίσκεται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση, πιο πίσω από την πορεία Α1 και έχοντας κλίση προς τα δεξιά, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση. Ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν βρήκε οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία ούτε οποιαδήποτε άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τα πιο πάνω σημεία. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει στην ορθότητα των πιο πάνω σημείων αξιολογώντας την μαρτυρία των εμπλεκόμενων στο δυστύχημα οδηγών αφού είναι καθ' υπόδειξη τους που σημειώθηκαν. Από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν μπορεί να προκύψει η ορθότητα των εν λόγο σημείων. Σε σχέση με τα πιο πάνω σχέδια της σκηνής του δυστυχήματος, ο μάρτυρας αντεξετάστηκε κατά πόσο του υποδείχθηκε από την παραπονούμενη το σημείο όπου ισχυρίστηκε ότι σταμάτησε το όχημα της μετά τη σύγκρουση και κατά πόσο αυτό σημειώθηκε στα εν λόγω σχέδια. Όπως έχει προκύψει από την μαρτυρία του δεν διερευνήθηκε περαιτέρω ο ισχυρισμός της ότι σταμάτησε περί τα 100 μέτρα από το σημείο συγκρούσεως αλλά ούτε τοποθετήθηκε και επί του σχεδίου το εν λόγω σημείο και η περαιτέρω διαμόρφωση του δρόμου στην απόσταση αυτή. Αναφορικά με το πίσω μέρος του τεκμηρίου 2, όπου υπάρχει ένα στερεότυπο έντυπο σε σχέση με τα στοιχεία των ενεχομένων καθώς επίσης και οι ισχυρισμοί τους, παρατηρείται ότι αυτό περιέχει τα στοιχεία της παραπονούμενης και τη θέση της για τα γεγονότα αλλά όχι αυτοί του κατηγορούμενου. Το μόνο που αναφέρεται για τον κατηγορούμενο είναι οι ζημιές στο όχημα του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης λήφθηκαν στο σταθμό όταν προσήλθε για την καταγγελία όταν ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών. Στη συνέχεια όταν ο μάρτυρας επισκέφθηκε τη σκηνή μαζί με τους εμπλεκόμενους δεν θεώρησε σωστό να σημειώσει τη θέση του κατηγορούμενου στο εν λόγω έντυπο αλλά να του λάβει λεπτομερή κατάθεση. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει κάτι μεμπτό στο σημείο αυτό ούτε ότι υπήρχε κάποια σκοπιμότητα από πλευράς του μάρτυρα αυτού. Περαιτέρω, δεν έχω διαπιστώσει κατά την μαρτυρία του ότι ο μάρτυρας αυτός είχε σκοπό να βοηθήσει τη εκδοχή της παραπονουμένης κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος ή ήταν μεροληπτικός όπως αφέθηκε να νοηθεί από την υπεράσπιση. Δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε γεγονότα, πέραν των γενικών θέσεων και υποβολών, ότι η εμπλοκή του μάρτυρα στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος αποσκοπούσε στη μη παρουσίαση στο Δικαστήριο των ορθών γεγονότων από πλευράς του. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, αποδέχομαι τόσο το πρόχειρο όσο και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος εκτός των πιο πάνω σημείων που ανέφερα, η ορθότητα των οποίων θα πρέπει να ανευρεθεί από την υπόλοιπη μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι και τα σχετικά έντυπα ζημιών των ενεχόμενων οχημάτων (τεκμήρια 4 και 5) τα οποία ετοίμασε ο μάρτυρας. Στο τεκμήριο 4 απεικονίζεται η ζημιά του οχήματος της παραπονουμένης η οποία ήταν στην αριστερή πίσω πόρτα και φτερό στα οποία υπήρχε τρίψιμο ενώ στο τεκμήριο 5 δεικνύεται η ζημιά του οχήματος του κατηγορουμένου η οποία ήταν στο μπροστινό δεξιό φτερό, τροχό και προφυλακτήρα στα οποία υπήρχε κτύπημα. Πέραν των πιο πάνω σε υποβολή του μάρτυρα ότι οι πιο πάνω ζημιές συνάδουν και με τις δύο εκδοχές των εμπλεκομένων, αυτός συμφώνησε προχωρώντας όμως να πει ότι εφόσον το όχημα του κατηγορούμενου είχε κτύπημα ενώ της παραπονούμενης τρίψιμο, αυτό υποδηλώνει ότι το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε επί αυτού της παραπονούμενης. Η θέση αυτή δεν έχει περαιτέρω εξηγηθεί από το μάρτυρα στο Δικαστήριο ούτε ανέφερε για το πώς κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό. Ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα τα εχέγγυα έτσι ώστε το ίδιο του Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό. Κρίνω ότι δεν παρέχεται ασφαλές υπόβαθρο έτσι ώστε να αποδεκτώ τη θέση του μάρτυρα ότι το όχημα του κατηγορούμενου κτύπησε επί αυτού της παραπονουμένης κάτι το οποίο προκύπτει, όπως ήταν η θέση του, από τις ζημιές στα δύο ενεχόμενα οχήματα. Επομένως, καταλήγω ότι οι ζημιές στα οχήματα δεν αποδεικνύουν πως έγινε το επίδικο δυστύχημα ούτε συνηγορούν υπέρ της μιας ή της άλλης εκδοχής των εμπλεκομένων. Επιπρόσθετα, αποδέχομαι και τη θέση του μάρτυρα ότι στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπάρχει αρκετός φωτισμός, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού σε συνδυασμό με τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και το γεγονός ότι μου έχει δημιουργήσει την εντύπωση ενός ειλικρινούς και ανεξάρτητου μάρτυρα που σκοπό είχε να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της με τις πιο πάνω διευκρινήσεις που ανέφερα. Επίσης, στα μέρη της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού που αφορούν γεγονότα αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα και ενέργειες των οδηγών δεν θα δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι αυτός επαναλάμβανε τις θέσεις των οδηγών όπως του τις ανέφερα. Πρόκειται περί εξ' ακοής μαρτυρία στην οποία δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα, αφού οι εμπλεκόμενοι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και θα κριθεί κατωτέρω η μαρτυρία τους. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη και η οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής KVN
  2. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μάρτυρα αυτή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχοντας υπόψη μου τον τρόπο που το έπραττε αλλά ειδικότερα το περιεχόμενο της μαρτυρίας της διαπιστώνω ότι υπάρχουν κάποιες σοβαρές αδυναμίες σε αυτήν σε ουσιαστικά της μέρη που αφορούν τον τρόπο πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος και την μετέπειτα συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Η θέση που ουσιαστικά πρόβαλε η παραπονούμενη ήταν ότι ενώ οδηγούσε στην Λεωφ. Ομονοίας έχοντας νότια κατεύθυνση και τηρώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, είδε το όχημα του κατηγορουμένου που προπορευόταν από το δικό της σε απόσταση 5-6 μέτρων και τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με την ίδια κατεύθυνση, να ελαττώνει ταχύτητα απότομα χωρίς καμία ένδειξη και μόλις το μπροστινό μέρος του οχήματος της πέρασε πιο μπροστά από το εν λόγο όχημα, ο κατηγορούμενος έστριψε προς τα δεξιά κτυπώντας στο δεξιό πίσω μέρος του οχήματος της. Ακολούθως, το όχημα της κινήθηκε λίγο δεξιότερα και συνέχισε την πορεία της όπου τελικά σταμάτησε σε απόσταση περίπου 100 μέτρα πιο κάτω, στην αριστερή μεριά του δρόμου μπροστά από ένα άλλο όχημα. Τότε ήρθε κοντά της και σταμάτησε ένα άγνωστο όχημα και της έδωσε τα νούμερα του οχήματος του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μετά τη σύγκρουση και προτού σταματήσει είδε το όχημα του κατηγορουμένου να στρίβει στον παρακείμενο σταθμό βενζίνης, να κάνει επαναστροφή και αμέσως να βγαίνει από αυτόν και αναπτύσσοντας ταχύτητα να εγκαταλείπει το μέρος. Στη συνέχεια ειδοποίησε τον αδελφό της όπου ήρθε στη σκηνή, τηλεφώνησαν στην Αστυνομία όπου αργότερα την ίδια νύκτα μετέβησαν και έκαναν καταγγελία. Κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας ρωτήθηκε να εξηγήσει τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα και συγκεκριμένα κατά πόσο την ώρα της σύγκρουσης το όχημα του κατηγορούμενου ήταν σταματημένο ή όχι. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε αυτήν την ερώτηση παρόλο που στη μαρτυρία της διαφάνηκε ότι προσπαθούσε να προβεί σε μια λεπτομερή παρουσίαση των γεγονότων. Το γεγονός αυτό είναι σημαντικό και ουσιώδες σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα έχοντας υπόψη και τη θέση του κατηγορούμενου. Προκύπτει από προηγούμενες αναφορές της αλλά και από την κατάθεση της ότι η θέση της ήταν ότι ο κατηγορούμενος ελάττωσε απότομα ταχύτητα και ακολούθως έκανε προσπάθεια να στρίψει δεξιά και την κτύπησε. Από αυτό προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε κίνηση όταν αυτή περνούσε από δίπλα του όπως ανέφερε και μάλιστα τον είδε που επιχείρησε να στρίψει προς τα δεξιά. Πιο κάτω στην μαρτυρία της όμως, είπε ότι δεν ξέρει αν αυτός ήταν σταματημένος την ώρα της σύγκρουσης. Αφού δεν ξέρει αν ήταν σταματημένος πώς τον είδε να στρίβει δεξιά και να κάνει την εν λόγω κίνηση. Αυτό προϋποθέτει ότι αυτός βρισκόταν σε κίνηση κάτι που δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει η παραπονούμενη. Επίσης, προκύπτει από τη μαρτυρία της ότι πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και μετά ένιωσε το κτύπημα στο δεξιό πίσω μέρος του οχήματος. Άρα λογικά ο κατηγορούμενος προέβηκε σε κίνηση προς τα δεξιά όπως η μάρτυρας είπε μετά που αυτή πέρασε από δίπλα του και δεν θα μπορούσε να ήταν σε θέση να δει την κίνηση που ο κατηγορούμενος έκανε. Περαιτέρω, στην γραπτή της κατάθεση (τεκμήριο 8) που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης αναφέρει ότι αφού το μπροστινό μέρος του οχήματος της πέρασε μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου, τότε ένιωσε ένα κτύπημα στο δεξιό πίσω μέρος του οχήματος της. Πουθενά στην κατάθεση της αυτή αναφέρει ότι είδε τον κατηγορούμενο να κάνει οποιαδήποτε κίνηση προς τα δεξιά προτού νιώσει το κτύπημα σε αντίθεση με την προφορικής της μαρτυρία που παρέθεσα ανωτέρω και στην οποία αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να στρίψει δεξιά και την κτύπησε. Οι πιο πάνω αναφορές της μάρτυρας σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα δεν παρέχουν ασφαλές έρεισμα για το Δικαστήριο να βασιστεί επί αυτών και να προβεί σε σχετικά ευρήματα γεγονότων. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας είπε ότι μετά από το κτύπημα η ίδια δεν σταμάτησε και συνέχισε την πορεία της και τελικά σταμάτησε στα αριστερά του δρόμου μπροστά από ένα σταθμευμένο όχημα σε απόσταση περίπου 100 μέτρων. Απέδωσε την ενέργεια της αυτή στην απειρία της ως οδηγού και γενικά δεν μπορούσε να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν σταμάτησε ακριβώς εκεί στη σκηνή που έγινε το δυστύχημα αφού η ίδια μετά τη σύγκρουση είχε φοβηθεί. Παρόλα αυτά, ανέφερε ότι μετά το κτύπημα κοίταξε από το καθρεφτάκι του οδηγού και είδε το όχημα του κατηγορουμένου που ήταν χρώματος μαύρου, να στρίβει στο σταθμό βενζίνης, να κάνει επαναστροφή και μετά να αναπτύσσει ταχύτητα και να φεύγει. Όλα αυτά έγιναν είπε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η θέση αυτή της παραπονουμένης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ούτε συνάδει με την κοινή λογική. Θα μπορούσε να ισχύει αυτό που ανέφερε αν ο κατηγορούμενος έκανε επαναστροφή εντός του δρόμου και όχι αφού πρώτα εισήλθε στο σταθμό βενζίνης. Το σημείο Χ1 που υπέδειξε η παραπονούμενη απέχει 9 μέτρα από το δεξιό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία των ενεχομένων οχημάτων. Το εν λόγω πεζοδρόμιο επίσης έχει πλάτος άλλα 3 μέτρα και μετά από αυτό είναι ο σταθμός βενζίνης. Η είσοδος του σταθμού βενζίνης μέχρι την έξοδο του απέχει πέραν των 28 μέτρων. Επομένως, είναι λογικό ότι για να διανυθεί αυτή απόσταση απαιτείται κάποιος χρόνος και όχι κλάσματα δευτερολέπτου όπως είπε η παραπονούμενη. Επίσης, δεν έχει προκύψει ότι η ίδια έβλεπε συνεχώς από το καθρεφτάκι της το όχημα του κατηγορούμενου ούτε ότι αυτή είχε ορατότητα και εντός του σταθμού βενζίνης που εισήλθε και έκανε επαναστροφή. Η θέση της αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε δύο αυτοκίνητα, ο οδηγός του ενός την πλησίασε εκεί πού ήταν σταματημένη και της έδωσε τους αρ. εγγραφής του οχήματος του κατηγορούμενου ενώ ο άλλος ανέφερε, έτρεξε πίσω από τον κατηγορούμενο για να τον ανακόψει αφού ο τελευταίος με βάση τη θέση της παραπονούμενης εγκατέλειψε τη σκηνή. Η παραπονούμενη δεν γνώριζε κανένα από τους εν λόγω οδηγούς ούτε είχε οποιαδήποτε στοιχεία γι αυτούς για να αναφέρει στο Δικαστήριο και στην Αστυνομία. Πέραν τούτου όμως, εγείρεται το ερώτημα πώς η ίδια γνωρίζει για τον άλλο οδηγό που όπως είπε έτρεξε πίσω από τον κατηγορούμενο; Η ίδια ουδέποτε επέστρεψε πίσω στη σκηνή ή στο βενζινάδικο ούτε αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο που της ανέφερε το πιο πάνω συμβάν. Επιπρόσθετα, σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της η παραπονούμενη ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα ήταν πολύ συγχυσμένη και δεν μπορούσε να πει με κάθε λεπτομέρεια τι έγινε ούτε και τί ακολούθησε κατά τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος από την Αστυνομία. Η αναφορά αυτή της μάρτυρας προσθέτει περαιτέρω αμφιβολίες στο Δικαστήριο αναφορικά με την ορθότητα των όσων αναφέρει στην κατάθεση της αλλά και επιχείρησε να πει και στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, όταν της ζητήθηκε να πει πότε έδωσε την κατάθεση της στην Αστυνομία (τεκμήριο 8) δεν θυμόταν να πει κάτι το οποίο δεν θεωρώ ότι είναι μεμπτό εν όψει και του χρονικού διαστήματος που παρήλθε από την ημέρα του δυστυχήματος μέχρι σήμερα. Στην πορεία όμως, όταν επιχείρησε η υπεράσπιση να της υποβάλει ότι τα όσα αναφέρει είναι αυτά που της είπε ο αδελφός της και ο πατέρας της να πει στην Αστυνομία ανέφερε ότι μια κατάθεση έδωσε στην Αστυνομία και αυτό έγινε την ίδια ημέρα του δυστυχήματος, αμέσως μετά και δεν είχε χρόνο κάποιος από τους πιο πάνω να την επηρεάσει. Φαίνεται όμως από το τεκμήριο 8 ότι αυτό δόθηκε στις 27/10/2009 και όχι στις 23/10/2009 όπως στο τέλος επέμενε η μάρτυρας ότι έγινε. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της παραπονούμενης κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτήν ούτε το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. Από τη αντίπερα όχθη ούτε ο κατηγορούμενος με έπεισε για την εκδοχή του όπως την πρόβαλε στο Δικαστήριο υιοθετώντας την γραπτή του κατάθεση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης αλλά και προφορικά. Επίσης, δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα, αργούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και υπάρχουν ορισμένες σημαντικές αναφορές στην προφορική του μαρτυρία που δεν περιλαμβάνονται στην γραπτή του κατάθεση. Πέραν τούτου, η αναφορά του σε σχέση με το πού το όχημα της παραπονούμενης κτύπησε στο δικό του δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Συγκεκριμένα, ενώ ανέφερε ότι αυτός τηρούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας καθότι από την αρχή που εισήλθε στη Λεωφόρο Ομονοίας στην αριστερή άκρη του δρόμου είχε σταματημένα αυτοκίνητα που εμπόδιζαν τη διέλευση στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στην πορεία και σε υποβολή της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ότι την ώρα εκείνη δεν είχε σταματημένα αυτοκίνητα εκεί, απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι αυτός τηρούσε την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του επί του σημείου αυτού είπε ότι υπήρχαν δύο αυτοκίνητα σταματημένα στην αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του παρά το ζαχαροπλαστείο Ερμής, ύστερα ανέφερε δεν θυμάται να υπήρχαν και ακολούθως ότι τα είδε μετά όταν μπήκε στο πρατήριο βενζίνης και δεν ξέρει αν σταμάτησαν μετά ή ήταν από πριν εκεί. Επίσης, ο κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του ότι το άλλο όχημα τον προσπέρασε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και στην προσπάθεια του να μπει στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του, τον κτύπησε στο μπροστινό φτερό δεξιά και πόρτα του οδηγού με την αριστερή του πλευρά. Στην προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου διευκρίνισε ότι στην πόρτα του οδηγού ήταν πιο ελαφριά η ζημιά του, γδαρσίματα ενώ η περισσότερη ζημιά ήταν στο δεξιό φτερό. Η θέση του αυτή συγκρούεται με την πραγματική μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή και σε αυτή δεν φαίνεται να υπήρχε οποιαδήποτε ζημιά στη πόρτα του οδηγού. Πέραν των πιο πάνω, ερωτούμενος από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με το πώς επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, ο κατηγορούμενος περιοριζόταν να επαναλαμβάνει τη γενική του θέση ότι το άλλο όχημα τον προσπέρασε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και στην προσπάθεια του να μπει στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με τη πορείας του, τον κτύπησε. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι κοίταξε από το καθρεφτάκι του και δεν είδε κάποιο όχημα να τον ακολουθεί στην όλη πορεία του από την αρχή που μπήκε στη Λεωφόρο Ομονοίας και ερωτούμενος ότι αφού είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά στο πρατήριο βενζίνης είχε υποχρέωση να κοιτάξει από το καθρεφτάκι του και να ελέγξει το δρόμο, απάντησε ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση αφού ήταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και όχι στην αριστερή και όταν θέλεις να στρίψεις θα κοιτάξεις στην απέναντι λωρίδα και όχι πίσω. Η θέση του αυτή εγείρει ερωτηματικά κατά πόσο κοίταξε σε οποιοδήποτε στάδιο της πορείας του προς τα πίσω και είδε ή όχι εν τέλει οποιοδήποτε όχημα να τον ακολουθεί. Πέραν των πιο πάνω, η θέση του μάρτυρα κατά την προφορική του εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου για τις περαιτέρω ενέργειες του μετά τη σύγκρουση, δεν συνάδουν με αυτές που ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση του αναφέρει ότι έστριψε δεξιά μπήκε στο πρατήριο βενζίνης και πήγε σπίτι αφού είδε το άλλο όχημα να φεύγει. Επίσης, αναφέρει ότι λόγω του ότι δεν πήρε τους αριθμούς εγγραφής του δεν πήγε στην Αστυνομία για να το αναφέρει. Στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι αφού σταμάτησε στο σημείο σύγκρουσης για ένα λεπτό και είδε το άλλο όχημα να φεύγει, έστριψε δεξιά και εισήλθε στο πρατήριο βενζίνης όπου σταμάτησε. Κοίταξε τις ζημιές του οχήματος του και αφού δεν είχε και όλα τα απαραίτητα έγγραφα και ούτε πήρε τα νούμερα του άλλου οχήματος, αφού έβαλε πρώτα βενζίνη στο όχημα του, έφυγε και πήγε σπίτι. Η πιο πάνω εκδοχή δεν συνάδει με την εκδοχή που έδωσε στην κατάθεση του. Οι μετέπειτα ενέργειες του κατηγορούμενου είναι σημαντικές σε σχέση με το κατά πόσο αυτός εγκατέλειψε τη σκηνή ή όχι και όλες οι πιο πάνω λεπτομέρειες θα έπρεπε κατά την άποψη μου να είχαν αναφερθεί και στην κατάθεση του αν αυτές έλαβαν χώρα. Ερωτούμενος ο ίδιος ο κατηγορούμενος γι αυτό το θέμα είπε ότι ανέφερε στην κατάθεση του ότι μπήκε στο σταθμό βενζίνης και ότι έβαλε και βενζίνη και δεν ξέρει για ποιο λόγο δεν αναγράφεται. Επίσης, ερωτούμενος πόση περίπου ώρα παρέμεινε στο σταθμό βενζίνης, ο κατηγορούμενος αργούσε να απαντήσει για να πει στο τέλος ότι έμεινε 5 - 6 λεπτά. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία του κατηγορουμένου κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου την απορρίπτω στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν έχουν προκύψει οι ακριβείς συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος, σε ποιο μέρος του δρόμου τα δύο οχήματα κινούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και τον τρόπο που εν τέλει συγκρούστηκαν καθώς επίσης και το σημείο σύγκρουσης. Επίσης, δεν έχουν προκύψει οι μετέπειτα ενέργειες εκάστου από αυτούς. Τα μόνα γεγονότα που έχουν προκύψει είναι αυτά που πηγάζουν από την αναντίλεκτη μαρτυρία ή από την μαρτυρία η οποία φάνηκε ότι αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Αυτά είναι ότι κατά την 23ην/10/2009 το όχημα με αρ. εγγραφή KVN 521 το οποίο οδηγείτο από την Μ.Κ.2 και το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΧ 631 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, κινούνταν με νότια κατεύθυνση στη Λεωφόρο Ομονοίας στη Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο του δρόμο παρά το ζαχαροπλαστείο Ερμής και το πρατήριο βενζίνης με την ονομασία LUK OIL τα δύο αυτά οχήματα συγκρούστηκαν. Το μεν όχημα με αρ. εγγραφής KVN 521 έφερε ζημιές στην αριστερή πισινή πόρτα και φτερό και το δε όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΧ 631 στο δεξιό μπροστινό φτερό, προφυλακτήρα και φανάρι. Επίσης, έχει προκύψει ότι το εν λόγο δυστύχημα αναφέρθηκε στην Αστυνομία από την Μ.Κ.2 και κανένα από τα δύο οχήματα δεν βρισκόταν στη σκηνή κατά την εξέταση του από την Αστυνομία. Επίσης, δεν έχει προκύψει πότε η εν λόγο εξέταση έλαβε χώρα ούτε πότε ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Πέραν των πιο πάνω, σε σχέση τη δεύτερη κατηγορία, το άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)............................................
(2)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί ζημιά σε περιουσία, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο». Από τις πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 235 Α
(2)προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α. Η εμπλοκή σε ατύχημα. Β. Η πρόκληση από το ατύχημα ζημιάς σε περιουσία. Γ. Η εγκατάλειψη του χώρου του ατυχήματος χωρίς την παροχή βοήθειας. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί αμέλεια εκ μέρους του οδηγού για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Στην Abdalla El Sayed v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση Αρ. 210/2009, Ημερομηνίας 22/11/2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι δηλαδή σαφές ότι η ενοχή με βάση το άρθρο αυτό είναι ανεξάρτητη από το αν ο κατηγορούμενος ευθύνεται ή όχι στο ατύχημα στο ατύχημα το οποίο έχει εμπλακεί.» Πέραν των πιο πάνω, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ένοχη σκέψη (mens rea) δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει γνώση για την πρόκληση ατυχήματος. Η άγνοια του ατυχήματος αποτελεί υπεράσπιση (βλ. Harding v. Price
(1948)1 ALL ER. 283). Στην υπόθεση αυτή ο Lord Goddard ανέφερε ότι χρειάζεται ένοχη σκέψη (mens rea) σε αδικήματα που δεν απαγορεύουν συγκεκριμένη συμπεριφορά αλλά αντίθετα επιβάλλουν ειδικό καθήκον στον κατηγορούμενο με την επέλευση συγκεκριμένου συμβάντος. Επίσης, στην εν λόγω υπόθεση αναφέρεται ότι είναι περιορισμένος ο αριθμός των υποθέσεων όπου ο οδηγός ενός οχήματος δεν αντιλαμβάνεται ότι το όχημα του ενεπλάκη σε ατύχημα. Το στοιχείο όμως αυτό θα εξαρτηθεί από τα ξεχωριστά γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το αποδεικτικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, το άρθρο 235Α συνδυάζει την εγκατάλειψη της σκηνής του ατυχήματος με την παράλειψη παροχής βοήθειας. Η γνώση ή όχι του γεγονότος ότι υπάρχουν θύματα ή ζημιές από το ατύχημα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο αδικήματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετούνται τα εν λόγω αδικήματα εν όψει των πιο πάνω πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έχει προκύψει ότι η πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος έγινε συνεπεία κάποιας αμελούς πράξης, ενέργειας ή παράλειψης του κατηγορουμένου. Δεν έχουν προκύψει οι ακριβείς συνθήκες πρόκλησης του εν λόγω δυστυχήματος, ούτε ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει την οδική του συμπεριφορά και κατά πόσο αυτή υπολειπόταν του μέσου συνετού οδηγού. Περαιτέρω, σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία είναι γεγονός ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί αμέλεια ή ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος από τον κατηγορούμενο. Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ενεπλάκηκε σε δυστύχημα και αντιλήφθηκε την εμπλοκή του στο εν λόγω δυστύχημα. Σε κανένα σημείο της δίκης αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω γεγονότα. Εκείνο που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια στην άλλη εμπλεκόμενη στο δυστύχημα οδηγό. Όπως προκύπτει η εγκατάλειψη της σκηνής συνδυάζεται με την παράλειψη βοήθειας. Επομένως, απαιτείται η παρουσία ή παραμονή και του άλλου στο δυστύχημα οδηγού έτσι ώστε να χρειάζεται και να γεννάται η υποχρέωση του άλλου οδηγού να σταματήσει και να παράσχει βοήθεια. Στην απουσία του άλλου εμπλεκόμενου δεν υπάρχει πλέον και η ανάγκη για βοήθεια. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχουν προκύψει τα ακριβή γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Εκείνο που έχει προκύψει είναι ότι μετά τη σύγκρουση ούτε η παραπονούμενη ούτε ο κατηγορούμενος παρέμειναν στο σημείο όπου συγκρούστηκαν. Το κατά πόσο η παραπονούμενη σταμάτησε το όχημα της πιο κάτω από τη σκηνή του δυστυχήματος και σε ποια απόσταση αλλά και κατά πόσο αυτή ήταν εμφανής εκεί που σταμάτησε ή είχε γίνει αντιληπτή από τον κατηγορούμενο δεν έχει προκύψει. Ούτε έχει προκύψει κατά πόσο ο κατηγορούμενος παρέμεινε στον παρακείμενο σταθμό βενζίνης μετά το δυστύχημα, προέβηκε σε ενέργειες για να εντοπίσει το όχημα της παραπονούμενης και κατά πόσο εν τέλει βεβαιώθηκε ότι αυτό εγκατέλειψε τη σκηνή και ακολούθως έφυγε και ο ίδιος από τη σκηνή. Ελλείψει της πιο πάνω μαρτυρίας ή ευρημάτων του Δικαστηρίου αναφορικά με τις μετέπειτα ενέργειες εκάστου από τους εμπλεκόμενους οδηγούς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη σκηνή χωρίς την παροχή βοήθειας και στον απαιτούμενο μάλιστα βαθμό. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται τόσο στην 1ην όσο και στην 2ην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.