Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αναστασία Ξενοφώντος , Αρ. Υπόθεσης: 26010/10, 14/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26010/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Αναστασία Ξενοφώντος Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 14 Μαϊου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για την Κατηγορούμενη: κ. Γ. Κονναρής. Κατηγορούμενη παρούσα. ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη μετά από δική της παραδοχή κρίθηκε ένοχη στην ακόλουθη κατηγορία που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη στις 10/08/09 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής KΤΒ 049 στην οδό Αγίου Δημητρίου, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Γιακουμή Ευθυμίου, τέως από τη Λεμεσό. Η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε σχετικό έγγραφο επί των οποίων εκτίθενται τα γεγονότα (τεκμήριο Α) με το περιεχόμενο του οποίου, η Υπεράσπιση συμφώνησε. Το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, έχει ως ακολούθως: « Στις 10/8/2009 και περί ώρα 10:30 η κατηγορούμενη Αναστασία Ξενοφώντος είχε σταθμευμένο το αυτοκίνητο με Αρ. Εγγραφής ΚΤΒ049 στη βόρεια πλευρά της οδού Αγίου Δημητρίου στη Λεμεσό, σε πεζοδρόμιο έξω από την υπεραγορά ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ με μέτωπο προς βόρεια. Κινούμενη με πισινή ταχύτητα και εισερχόμενη στην εν λόγω οδό συγκρούστηκε ως το σημείο Χ επί του σχεδιαγράμματος με το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΡW012 που οδηγούσε ο Γιακουμής Ευθυμίου, 82 ετών (θύμα) δυτικά στην εν λόγω οδό. Από το δυστύχημα ο μοτοποδηλάτης (θύμα) τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείου Λεμεσού όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό των Α΄ Βοηθειών του Νοσοκομείου Λεμεσού Δρ. Χρ. Πηλάσα, μάρτυρας 2 στο κατηγορητήριο και διαπίστωσε ότι μεταξύ άλλων υπέστηκε τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής, αφαίρεση επιδερμίδας, εκδορές αριστερού καρπού, ραχιαίας επιφάνειας, εκχύμωση δεξιού μηρού, δεξιού γονάτου, μικρή υπεραχνοειδή αιμορραγία και εισήχθηκε στην Εντατική μονάδα. Την ίδια ημερομηνία και περί ώρα 11:45 ο μάρτυρας 8 στο κατηγορητήριο Αστ. 3100 Σταύρος Κυριάκου επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος όπου έλαβε τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο στη συνέχεια το μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακος. Επίσης τη σκηνή επισκέφθηκε ο μάρτυρας 7 στο κατηγορητήριο Αστ. 1855 Π. Παναγιώτου ο οποίος έλαβε αριθμό φωτογραφιών τόσο της σκηνής όσο και των ενεχόμενων οχημάτων. Την ίδια ημερομηνία και μεταξύ των ωρών 16:35 - 17:10 ο μάρτυρας 8 στο κατηγορητήριο έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη η οποία κατατίθεται ως Τεκμήριο. Στις 11/9/2009 και περί ώρα 08:37 ο μοτοποδηλάτης (θύμα) Γιακουμής Ευθυμίου, απεβίωσε και το θάνατό του πιστοποίησε η Δρ. Βάσω Π΄ Ηροδότου, μάρτυρας 3 στο κατηγορητήριο και εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου. Στις 14/9/2009 και ώρα 10:15 στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ο Ιατροδικαστής Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους, μάρτυρας 4 στο κατηγορητήριο διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος, στην παρουσία του γιου του θύματος Μάκη Ευθυμίου, μάρτυρας 5 στο κατηγορητήριο και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου «κρανιοεγκεφαλική κάκωση ως είναι κατά τροχαίο δυστύχημα», ενώ φωτογραφίες της σορού του θύματος κατά τη διάρκεια της νεκροψίας έλαβε ο Αστ. 2201 Αιμ. Νικολάου, μάρτυρας 6 στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω από τη σύγκρουση τα δυο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν ζημιές. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό και το όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ω.» Η Κατηγορούσα Αρχή επιπρόσθετα κατέθεσε στο Δικαστήριο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο Β), φωτογραφίες της σκηνής (τεκμήριο Γ), ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης (τεκμήριο Δ), βεβαίωση θανάτου (τεκμήριο Ε) και ιατροδικαστική έκθεση (τεκμήριο ΣΤ). Πέραν των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη δεν έχει προηγούμενα και ούτε οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Ο κ. Κονναρής, σε μια ομολογουμένως εμπεριστατωμένη αγόρευση, την οποία ετοίμασε γραπτώς, αναφέρθηκε αρχικά στα γεγονότα της υπόθεσης και τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Ανέφερε ότι η κατηγορούμενη εκκίνησε με όπισθεν ταχύτητα με σκοπό να εξέλθει από το χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς και κινείτο με χαμηλή ταχύτητα κάτι το οποίο φαίνεται και από τις ζημιές που υπέστη το μοτοποδήλατο που οδηγούσε το θύμα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι και το θύμα φέρει ευθύνη για την πρόκληση του θανάτου του αφού δεν φορούσε το κράνος του και έχοντας υπόψη και την αιτία θανάτου του που ήταν η καρανιοεγκεφαλική κάκωση, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι αν έφερε το κράνος του πιθανό να μην έχανε τη ζωή του. Επίσης, ο συνήγορος της κατηγορουμένης, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία κάλεσε το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το δυστύχημα οφείλεται σε στιγμιαίο λάθος και όχι σε μια κατ' εξακολούθηση αδιάφορη και παραβατική συμπεριφορά. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή της κατηγορουμένης, το λευκό της ποινικό μητρώο, την μεταμέλεια της και τη σχέση της με το θύμα. Ανέφερε ότι η κατηγορούμενη γνώριζε το θύμα και αμέσως μετά το δυστύχημα, τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της είχαν επικοινωνία με την οικογένεια του θύματος εκφράζοντας την ειλικρινή συγνώμη τους. Το δυστύχημα αυτό επηρέασε το ψυχικό της κόσμο και ακόμη την επηρεάζει μέχρι σήμερα. Σε σχέση με τις προσωπικές της συνθήκες, υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Σε αυτή αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 47 ετών και διαμένει με το σύζυγο της και τα δύο της παιδιά σε ιδιόκτητη κατοικία στη Μέσα Γειτονιά. Εργάζεται ως ταμίας στην υπεραγορά την οποία η κατηγορούμενη με το σύζυγο της είναι ιδιοκτήτες και έχει εισοδήματα της τάξης των €975 μηνιαίως. Η κόρη της κατηγορουμένης σπουδάζει στο πανεπιστήμιο Frederick και ο γιός της είναι μαθητής Β' Λυκείου. Οι σχέσεις των μελών της οικογένειας είναι πολύ καλές και το συμβάν αυτό την απασχολεί και την στεναχωρεί ιδιαίτερα. Όσον αφορά την αναγκαιότητα της άδειας οδήγησης της, ο ευπαίδευτος συνήγορος της ανέφερε ότι λόγω της φύσεως της εργασίας της είναι απαραίτητη αφού εξυπηρετεί τους ανήμπορούς πελάτες της στους οποίους παραδίδει τα ψώνια τους και επίσης είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση των οικογενειακών αναγκών της και ιδιαίτερα για την μεταφορά του ανήλικου υιού της στα φροντιστήρια. Νομική Πτυχή Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα των πιο πάνω προνοιών, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, το δε άρθρο 20 του ιδίου νόμου, να επιβάλει βαθμούς ποινής. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο τόπο μας έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει ακόμη αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και τον τόπο μας. Η διαπίστωση που έγινε στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543)). Πέραν των πιο πάνω, για το καθορισμό της ποινής, τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της, η νομολογία τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή, η οποία την υιοθέτησε, έχει θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Αυτές είναι άρρηκτα συνυφασμένες με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της αμέλειας και ευθύνης του κατηγορουμένου και τις προσωπικές του συνθήκες. Στην Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» (βλ. επίσης R v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, Αttorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344, Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128 Γενικός Εισαγγελέας v. Tόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και X΄΄ Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453). Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας. Ποιν. Έφεση Αρ. 54/2011, Ημερ. 28/12/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές και κατευθυντήριες γραμμές που έθεσε η νομολογία. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή σε τέτοιου είδους αδικήματα. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, την έκταση της αμέλειας του και την συμπεριφορά και πράξεις του που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 και Παμπακάς και άλλος v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491). Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία ως ανωτέρω αναφέρθηκε βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές. (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (ανωτέρω)). Όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου, τόσο από την κατηγορούσα αρχή αλλά και από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορουμένης, η κατηγορούμενη στην προσπάθεια της να εξέλθει από το χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς, με όπισθεν ταχύτητα, απέκοψε την πορεία του θύματος, το οποίο οδηγούσε μοτοποδήλατο με αποτέλεσμα να ανατραπεί και να τραυματιστεί θανάσιμα. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η πιο πάνω ενέργεια και συμπεριφορά της μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν το δρόμο ή το λάθος της ήταν στιγμιαίο. Για να αποφασιστεί το ζήτημα αυτό στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο η κατηγορούμενη επιχείρησε να εισέλθει στο παρακείμενο δρόμο ή ο τρόπος που επιχείρησε να εξέλθει από τον χώρο στάθμευσης. Είναι γεγονός ότι η κατηγορούμενη κινείτο με χαμηλή ταχύτητα την ώρα που κινείτο με πισινή ταχύτητα. Επίσης, από το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος προκύπτει ότι δεξιότερα του οχήματος της και εντός του χώρου στάθμευσης της υπεραγοράς, υπήρχε σταθμευμένο άλλο όχημα, το οποίο από ότι φαίνεται πρέπει να ήταν μεγάλο όχημα. Η κατηγορούμενη στην κατάθεση της, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο από την Κατηγορούσα Αρχή, αναφέρει ότι κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα και συνάμα έβλεπε από τα καθρεφτάκια της προς τα πίσω και δεν έβλεπε κανένα. Άρα από αυτά προκύπτει ότι η κατηγορούμενη δεν κινήθηκε με όπισθεν, απότομα και με ταχύτητα και μη ελέγχοντας την τροχαία κίνηση στο δρόμο και αδιαφορώντας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα και κοιτάζοντας από τα καθρεφτάκια της και μόλις οι πισινοί τροχοί του οχήματος της κατήλθαν του πεζοδρομίου και εισήλθαν στο δρόμο, τότε έγινε το δυστύχημα. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σε απόσταση γύρω στο 1,60 μέτρα από το πεζοδρόμιο και εντός της οδού Αγ. Δημητρίου. Επίσης, το όχημα της κατηγορουμένης είναι μήκους 3,90 μέτρων. Έχοντας λοιπόν, ως δεδομένο τον τρόπο με τον οποίο η κατηγορούμενη εισήλθε στο δρόμο και το γεγονός ότι αυτή προτού αρχίσει να εισέρχεται κοίταξε και έλεγχε το δρόμο, έστω από τα καθρεφτάκια του οχήματος της αλλά δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη της μοτοσυκλέτας ενώ μπορούσε και έπρεπε να την είχε αντιληφθεί, η κατάληξη δεν μπορεί να είναι άλλη ότι η κατηγορούμενη υπέπεσε σε μοιραίο, δυστυχώς, στιγμιαίο σφάλμα και/ή απροσεξία. Δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι η οδήγηση της κατηγορουμένης ήταν εγωιστική ή αδιάφορη ως προς την ασφάλεια τρίτων προσώπων. Δεν εισήλθε στο δρόμο απότομα και χωρίς να προβεί σε οποιοδήποτε έλεγχο αυτού. Kατά την ώρα που εισήλθε στο δρόμο ήταν με την εντύπωση ότι αυτός ήταν καθαρός και δεν υπήρχαν άλλα οχήματα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Γεώργιου Χρίστου Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713). Παρόλα αυτά όμως, έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω γεγονότα η κατηγορούμενη επέλεξε να εισέλθει στο δρόμο με όπισθεν κίνηση κάτι το οποίο δυσκόλευε την ορατότητα και τον πιο αποτελεσματικό έλεγχο του δρόμου. Ακόμα όμως και με τον τρόπο αυτό που επέλεξε να εισέλθει στο δρόμο, έπρεπε να ήταν πολύ προσεκτική και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να εισέλθει σε αυτόν προτού το πράξει. Ο τρόπος αυτός της οδήγησης της ήταν επικίνδυνος και ο μη ικανοποιητικός έλεγχος του δρόμου τη δεδομένη στιγμή είχε τραγικά αποτελέσματα και την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής. Λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι το θύμα δεν φορούσε το κράνος του και ότι ίσως αυτό να του έσωζε τη ζωή αλλά δεν μπορεί αυτό να μειώσει την ευθύνη της κατηγορούμενης και την έκταση της. Δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα αναφορικά με τον τρόπο οδήγησης του θύματος και κατά πόσο αυτό θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση και δεν το έπραξε. Η απουσία κράνους και το γεγονός ότι πιθανόν να συνέτεινε στο θάνατο του είναι κάτι που σχετίζεται με την μείωση τυχόν αποζημιώσεων που θα διεκδικηθούν και δεν θεωρώ ότι εντάσσεται εντός των πλαισίων της συντρέχουσας αμέλειας και της ευθύνης για το δυστύχημα. Επομένως, η ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούμενη και η αιτία του ήταν ο επικίνδυνος τρόπος οδήγησης του οχήματος της και η παράλειψη της να ελέγξει ικανοποιητικά το δρόμο προτού εισέλθει σε αυτόν. Όπως και να έχει όμως, η συμπεριφορά αυτή της κατηγορούμενης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν το αποτέλεσμα εγωιστικής οδήγησης ή παντελούς αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων. Η συμπεριφορά της δεν αποκαλύπτει συνεχή και εκτεταμένη απερισκεψία υπό τη μορφή της αδιαφορίας. Προέβηκε σε έλεγχο της τροχαίας κίνησης προτού επιχειρήσει να εισέλθει στο δρόμο. Ήταν ένα στιγμιαίο λάθος και παράλειψη της να αντιληφθεί τη μοτοσυκλέτα στο δρόμο. Αποτελεί, επομένως, κατάληξή μου ότι ο θάνατος του θύματος ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας και/ή σφάλματος και/ή απροσεξίας της κατηγορουμένης. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος της κατηγορουμένης την παραδοχή της, έστω και στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) και την έμπρακτη μεταμέλεια της αφού από τη διάπραξη του αδικήματος και μέχρι σήμερα δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου την ειλικρινή συγνώμη της προς τους οικείους του θύματος αμέσως μετά το συμβάν και την ψυχολογικής της κατάσταση, αφού πέραν του ότι τραυμάτισε θανάσιμα ένα άνθρωπο, αυτός ήταν και γνωστός της. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό της ποινικό μητρώο, την μη ύπαρξη βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης της και τις προσωπικές της συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Δεδομένων των πιο πάνω, είμαι της άποψης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια έτσι ώστε να μην επιβάλει στερητική της ελευθερίας ποινή στην Κατηγορούμενη, αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με το κατά πόσο υπάρχουν ειδικοί λόγοι έτσι που να μην αποστερηθεί η κατηγορούμενη του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, κρίνω ότι οι λόγοι που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν είναι τέτοιοι έτσι ώστε να μην της αποστερηθεί το δικαίωμα της αυτό, έχοντας υπόψη και τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει. Θα ληφθούν υπόψη όμως, στα πλαίσια της χρονικής διάρκειας που αυτό θα της αποστερηθεί. Ως εκ των ανωτέρω, επιβάλλεται στην κατηγορούμενη στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή προστίμου €2.500 πλέον 5 βαθμοί ποινής. Επιπρόσθετα, η κατηγορούμενη αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από αύριο. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο