← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. WISDOM NDUDIRI EROMAKA, Αρ. Υπόθεσης: 26328/2011, 9/8/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. WISDOM NDUDIRI EROMAKA, Αρ. Υπόθεσης: 26328/2011, 9/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26328/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. WISDOM NDUDIRI EROMAKA, από τη Νιγηρία Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 9.8.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικολαίδης Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το ακόλουθο κατηγορητήριο: « ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και άρθρα 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος Ι, ΙΙ 6

(1)
(2), 24, 30, 31, 31 Α και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος μεταξύ του μηνός Νοεμβρίου 2011 και της 3ης Δεκεμβρίου 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησε με τον ΑΒΒΑS BAGHRIAN NOVEIRI από το Ιράν να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β». ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3, Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος μεταξύ του μηνός Νοεμβρίου 2011 και της 3ης Δεκεμβρίου 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησε με τον ΑΒΒΑS BAGHRIAN NOVEIRI από το Ιράν να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 3 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως «Β», κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος ΙΙ 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31 Α και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 3ην Δεκεμβρίου 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β», δηλαδή, 950.3 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 4 Κατοχή ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως «Β», με σκοπό όπως προμηθεύσει τούτο σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος ΙΙ, 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 30, 30 Α, 31, 31 Α και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 3ην Δεκεμβρίου 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β», δηλαδή, 950.3 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 5 Παραμονή στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της αδείας παραμονής του, κατά παράβαση του άρθρου 19(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος μεταξύ της 20ης Οκτωβρίου 2010 και της 3ης Δεκεμβρίου 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή, υπήκοος Νιγηρίας και ευρίσκετο στην Κύπρο με άδεια παραμονής ως φοιτητής μέχρι τις 19/10/10, παρέμεινε στη Δημοκρατίας μετά τη λήξη της προσωρινής αδείας παραμονής του, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.» Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την 5η κατηγορία μα όχι τις υπόλοιπες, για τις οποίες διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία, εξού και η παρούσα απόφαση. Τα ακόλουθα γεγονότα είναι παραδεκτά. Κατά κύριο λόγο απορρέουν από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του αστυφύλακα 620 Μ. Αρτεμίου (βλ. το τεκμήριο 1) που ήταν και ο μόνος ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, χωρίς μάλιστα να έχει αντεξεταστεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας που υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Λεμεσού, στις 3.12.2011 και ώρα 21:30, μετά από πληροφορία ότι στο χώρο στάθμευσης του πολυκαταστήματος Debenhams Olympia που βρίσκεται στην οδό 28ης Οκτωβρίου στη Λεμεσό, θα γινόταν διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, μαζί με έξι άλλους συναδέλφους του της ΥΚΑΝ Λεμεσού και 4 της ΥΚΑΝ Αρχηγείου έθεσαν το μέρος περιμετρικά υπό παρακολούθηση. Ο μάρτυρας βρισκόταν σε υπηρεσιακό όχημα μαζί με το συνάδελφό του, αστυφύλακα 2075 στην οδό Υψηλάντη που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του παραπάνω χώρου στάθμευσης, με τον οποίο είχαν επαφή, μέσω ασυρμάτου, με τα υπόλοιπα μέλη της ΥΚΑΝ. Γύρω στις 23:00, οι δύο αστυφύλακες άκουγαν τα μηνύματα που έδινε μέσω ασυρμάτου, ο συνάδελφός τους, αστυφύλακας 1965, για τις κινήσεις ύποπτου οχήματος με αριθμό εγγραφής KRA530 (βλ. φωτογραφίες με αριθμό 4, 5, 6 και 8 επί του τεκμηρίου 13 - δέσμη φωτογραφιών, αποτελούμενη από 24 αριθμημένες φωτογραφίες, που αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι απεικονίζουν γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία αναφέρονται στην κατάθεση του αστυφύλακα 620 Μ. Αρτεμίου) στο οποίο επέβαινε μόνο ο οδηγός. Μετά πάροδο 20 περίπου λεπτών, ο αστυφύλακας 1965 τους ενημέρωσε ότι εντόπισε δύο πρόσωπα να κινούνται ύποπτα πεζά στο χώρο στάθμευσης του Debenhams. Αναγνώρισε τον ένα ως τον Abbas Bagherian Noveiri (στο εξής "ο Abbas") από το Ιράν. Επρόκειτο για τον οδηγό του παραπάνω οχήματος, ο οποίος απασχόλησε επανειλημμένα την ΥΚΑΝ. To άλλο πρόσωπο τού ήταν άγνωστο. Τότε, δόθηκε μήνυμα μέσω ασυρμάτου, από τον λοχία 674, όπως τα δύο ύποπτα πρόσωπα ανακοπούν για έλεγχο. Συνεπεία αυτού, ο αστυφύλακας 620 και ο συνάδελφός του, αστυφύλακας 2075 πλησίασαν το μέρος με το υπηρεσιακό τους όχημα. Την ίδια ώρα, ο πρώτος είδε δύο πρόσωπα να βγαίνουν τρέχοντας από τη νοτιοδυτική έξοδο του χώρου στάθμευσης του Debenhams. Επρόκειτο για τον Abbas το ένα και για κάποιον έγχρωμο το άλλο. Τότε, ο μάρτυρας καθώς και ο αστυφύλακας 2075 κατέβηκαν από το όχημά τους, οπότε, ο δεύτερος φωνάζοντας «Police, stop» άρχισε να καταδιώκει τρέχοντας τον Abbas, o οποίος εγκατέλειψε το μέρος, ενώ ο μάρτυρας έτρεξε προς τον άγνωστο που ήταν μαζί με τον Abbas, τον οποίο είχε ήδη ανακόψει ο αστυφύλακας 1794. Επρόκειτο για τον Wisdom Eromaka από τη Νιγηρία αυτός, δηλαδή για τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος παράμεινε στο μέρος υπό περιορισμό, έως ότου υπάρξει ενημέρωση κατά πόσο ανακόπηκε και ο Abbas, προκειμένου να διεξαχθεί αστυνομική έρευνα στο χώρο που οι δύο ύποπτοι θεάθηκαν να κινούνται προηγουμένως. Δέκα περίπου λεπτά αργότερα, ο μάρτυρας καθώς και ο συνάδελφός του, αστυφύλακας 1965 ειδοποιήθηκαν ότι ο Abbas κατόρθωσε να διαφύγει. Μετά από αυτή την εξέλιξη και συγκεκριμένα, γύρω στις 23:40, ο μάρτυρας μαζί με άλλους συναδέλφους του άρχισαν έρευνα στο μέρος, στην παρουσία του κατηγορούμενου. Πέντε λεπτά αργότερα, ο αστυφύλακας 1965 ανασήκωσε ένα φωσφορούχο κώνο τροχαίας (βλ. το τεκμήριο 7), ο οποίος βρισκόταν στο στεγασμένο χώρο στάθμευσης του Debenhams και βρήκε κάτω από αυτό ένα μαύρο σακούλι σκουπιδιών (βλ. το τεκμήριο 8) εντός του οποίου υπήρχε άλλο νάιλον διαφανές σακούλι (βλ. το τεκμήριο 9) που περιείχε μεγάλη ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (βλ. το τεκμήριο 10). Πρόκειται για 950.3 γραμμάρια φυτού κάνναβης τύπου Σκανγκ ή πράσινη ξηρή φυτική ύλη, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Όταν ο αστυφύλακας 1965 υπέδειξε τα ναρκωτικά στον κατηγορούμενο, στον οποίο ανάφερε στα αγγλικά ότι πρόκειται για κάνναβη, της οποίας η κατοχή απαγορεύεται και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός δεν απάντησε. Όταν ακολούθως ο εν λόγω αστυφύλακας εξέφρασε στον κατηγορούμενο τις υποψίες του ότι είχε συναντηθεί στο συγκεκριμένο μέρος με τον Abbas για να προβούν μαζί στη διακίνηση της ανευρεθείσας ποσότητας κάνναβης και του επέστησε ξανά την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε, «It´s not mine». Προέκυψε από περαιτέρω εξετάσεις, ότι ο κατηγορούμενος διέμενε στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομα. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Φυσικά, ενώπιόν μου βρίσκεται και η ανακριτική του κατάθεση (βλ. τα τεκμήρια 12 - στα αγγλικά - και 12Α - πιστή μετάφραση στα ελληνικά -), η οποία, ας σημειωθεί έγινε δεκτή μετά από ένσταση της υπεράσπισης, η οποία αμφισβήτησε τη θεληματικότητά της, δίκη εντός δίκης, με κατάληξη, την έκδοση της σχετικής-ενδιάμεσης απόφασής μου ημερομηνίας 4.7.2012, με την οποία κρίθηκε ότι η συγκεκριμένη κατάθεση είναι θεληματική και το προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης κρίσης του κατηγορούμενου. Η εκδοχή του κατηγορούμενου σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, με βάση αυτά που ανάφερε στην κυρίως εξέτασης είναι η εξής: Δεν ξέρει τίποτε για την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών. Πήγε στο χώρο όπου αυτά βρέθηκαν και το συνέλαβε η Αστυνομία, για να συστήσει το φίλο του James στο Yasha. Ο τελευταίος του χρωστούσε λεφτά επειδή του επιδιόρθωσε το αυτοκίνητό του και του είπε ότι για να του τα δώσει θα έπρεπε να το συστήσει στο James, ο οποίος ήθελε να αγοράσει ναρκωτικά για δική του χρήση. Όταν το επίδικο βράδυ έφθασε στο Debenhams έπρεπε να συναντήσει το Yasha, αλλά, όταν μπήκε μέσα στο χώρο στάθμευσης δεν τον είδε εκεί. Μετά βγήκε κάποιος από ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW. Ήταν αυτό που είχε επιδιορθώσει για το Yasha. Αφού περπάτησε ευθεία προς το μέρος του τού συστήθηκε ως φίλος του Yasha από την Πάφο. Όταν το ρώτησε που είναι ο Yasha τού είπε ότι πήγε να φέρει κάποιους φίλους τους να έρθουν να πάρουν κάτι. Δεν μπήκε στον κόπο να το ρωτήσει τι θα έπαιρναν και περιορίστηκε να του πει ότι ο Yasha θα έπρεπε να του δώσει τα λεφτά του, πριν συναντήσει το James. Δε γνωρίζει το όνομα αυτού που συνάντησε. Δεν του το είπε ο Yasha. Όταν του είπε ότι ο Yasha πρέπει να του δώσει τα λεφτά του πρώτα, αυτός του απάντησε ότι αφού τελειώσουν με αυτά που είχαν να κάμουν στο Debenhams, o Υasha θα του τηλεφωνούσε να του δώσει τα λεφτά του και ήθελε να προχωρήσει να πάει να μιλήσει με το James. Τού είπε όχι, τσακώθηκαν, έσπρωχνε ο ένας τον άλλο και εκείνη ήταν η στιγμή που ήρθε η Αστυνομία και τους είδε που τσακώνονταν. Το πρόσωπο που συνάντησε εκεί δεν είναι ο Abbas. Ο αστυνομικός ανάφερε αυτό το όνομα στο σταθμό. Ο ίδιος δεν το ανάφερε ποτέ και δεν είναι αυτοί οι δύο το ίδιο άτομο. Ούτε ο Yasha ήταν αλλά φίλος του, επειδή ο Yasha του είχε πει ότι θα ερχόταν με ένα φίλο του από την Πάφο. Τα ναρκωτικά που βρέθηκαν από την Αστυνομία στο χώρο στάθμευσης του Debenhams δεν βρέθηκαν στην κατοχή του. Δεν ήξερε ότι αυτός θα έφερνε ναρκωτικά μαζί του ή ότι θα αντάλλασσαν καθόλου ναρκωτικά εκεί. Αν το ήξερε δε θα πήγαινε καθόλου εκεί. Γνώριζε ότι η συνάντηση που θα είχε εκεί με τους James και Yasha είχε σχέση με ναρκωτικά, αλλά, όχι για 950 γραμμάρια, επειδή ήταν για προσωπική χρήση του James, ο οποίος δε θα χρησιμοποιούσε 950 γραμμάρια. Αν γνώριζε ότι εκείνη τη μέρα θα γινόταν συναλλαγή 950.3 γραμμαρίων φυτού κάνναβης δε θα προχωρούσε στη διευθέτηση της συνάντησης, αλλά, θα είχε καλέσει την Αστυνομία και δεν θα ήταν παρών. Ουδέποτε ανάφερε στην κατάθεσή του ένα κιλό Σκανγκ γι' αυτό και την απέρριψε από την αρχή. Γι' αυτό το συγκεκριμένο σημείο, επειδή οι αστυνομικοί το έγραψαν από μόνοι τους. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τον κατηγορούμενο ενώ έδινε μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς του, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης του αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Επισημαίνεται και η πάγια νομική αρχή, σύμφωνα με την οποία, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί σ' αυτό επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746. Ο εντοπισμός - ύπαρξη - του γενετικού υλικού στον τόπο του εγκλήματος, αναμφίβολα αποτελεί σημαντικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428) και το ίδιο ισχύει και για τα δακτυλικά αποτυπώματα. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225: «Στην περίπτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων η ύπαρξη τους δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε εύρημα ότι το άτομο που άφησε τα αποτυπώματά του στον τόπο του εγκλήματος είναι ο δράστης. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418 - 419). Κατ' αναλογία και η ύπαρξη γενετικού υλικού παρόλο που είναι αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε καταδίκη, αυτό δεν είναι απαραίτητο διότι η ύπαρξη του μπορεί να έχει λογική εξήγηση. Τότε μόνο οδηγεί σε ενοχή, εφόσο η ύπαρξή του συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά του εγκλήματος δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση. (Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331).» Προστίθεται και το εξής: Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η απουσία αποτυπωμάτων οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο (βλ. Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 662. Τέλος, παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα, από τη Χαρίτου (ανωτέρω), σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλέπε και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί - άνευ άλλου - θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αλγεινή είναι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, ο οποίος υπήρξε αντιφατικός, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, ενώ, πλείστα όσα έχει αναφέρει συγκρούονται με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής, με εξαίρεση, ό,τι ανάφερε το οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Αναφορικά με τις διάφορες ενοχοποιητικές του δηλώσεις, οι οποίες περιέχονται στην ανακριτική του κατάθεση θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Ειδικότερα: Ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση ο κατηγορούμενος, ότι ο Yasha τού είπε ότι για να του έδινε τα λεφτά που του χρωστούσε θα έπρεπε να το συστήσει στο James, ο οποίος ήθελε να αγοράσει ναρκωτικά για δική του χρήση. Ερώτημα: Πώς ήξερε είτε ο ίδιος είτε ο Yasha ότι ο James ήθελε να αγοράσει ναρκωτικά; Έπειτα, αν ο Yasha ήξερε ότι ο James ήθελε να αγοράσει ναρκωτικά γιατί θα έπρεπε να του το συστήσει ο κατηγορούμενος; Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν μπορεί ο Yasha να ήξερε ότι ο James ήθελε να αγοράσει ναρκωτικά και να μη γνώριζε τον ίδιο. Τέλος, αφού ο Yasha χρωστούσε λεφτά στον κατηγορούμενο, επειδή ο τελευταίος του επιδιόρθωσε το αυτοκίνητο, με ποια λογική απαιτούσε απ' αυτό να το φέρει σε επαφή και να το συστήσει στο James για να τον πληρώσει; Ακολούθως, αφού πήγε στο χώρο στάθμευσης του Debenhmas για να συστήσει το Yasha στο James, πού ήταν ο James στον ουσιώδη χρόνο; Και γιατί όταν αντί του Yasha παρουσιάστηκε κάποιος άλλος, άγνωστός του, φίλος του Yasha, όπως του ανάφερε, δεν έφυγε και άρχισε να συζητά με ένα άγνωστο; Και πώς μπορεί να ισχυρίζεται, ότι, όταν ρώτησε τον άγνωστο πού είναι ο Yasha και αυτός του ανάφερε ότι πήγε να φέρει κάποιους φίλους του να έρθουν να πάρουν κάτι απ' εκεί δεν μπήκε στον κόπο να το ρωτήσει τι θα έπαιρναν και περιορίστηκε να του πει ότι ο Yasha θα έπρεπε να του δώσει τα λεφτά του πριν συναντήσει το James, τη στιγμή που με το Yasha υποτίθεται ότι συμφώνησαν να βρεθούν εκεί, για να το συστήσει στο James; Και αφού ο άγνωστος τού ανάφερε ότι ο Yasha θα ερχόταν εκεί με κάποιους φίλους του για να πάρουν κάτι πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι όταν είπε στο άγνωστο ότι ο Yasha πρέπει να του δώσει τα λεφτά του προτού συναντήσει το James, o άγνωστος του είπε αφού τελειώσουν μ' αυτά που είχαν να κάμουν στο Debenhams, θα του τηλεφωνούσε ο Yasha να του δώσει τα λεφτά του και δεν του ανάφερε ευθέως ότι τον κοροϊδεύει και αυτός και ο Yasha; Δε θα έπρεπε να διερωτηθεί τι ήταν αυτά που θα έκαναν στο Debenhams ο Υasha και οι φίλοι του; Και αφού, έστω αργότερα, θα ερχόταν εκεί ο Yasha τί νόημα είχε η περαιτέρω συζήτησή του με τον άγνωστο είτε ακόμη να του τηλεφωνήσει ο Yasha για τα λεφτά του, μετά που θα τέλειωναν μ' αυτά που θα έκαναν στο Debenhams; Όταν ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, ότι μετά από την παραπάνω συνομιλία που είχε με τον άγνωστο, αυτός ήθελε να προχωρήσει να πάει να μιλήσει με το James και επειδή του είπε όχι τσακώθηκαν, οπότε άρχισαν να σπρώχνουν ο ένας τον άλλο και μάλιστα τους είδε και η Αστυνομία, ανακύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα: Πρώτο - που τέθηκε ξανά - πού ήταν ο James; Δεύτερο, τι ανάγκη είχαν ο Yasha και ο άγνωστος να τσακώνονται με τον κατηγορούμενο ή να χρειάζονται τη διαμεσολάβησή του για να συναντήσουν το James, αφού, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κατηγορούμενου, το γνώριζαν προσωπικά οι ίδιοι; Τρίτο, γιατί δεν έφυγε από το μέρος, παρά μόνο έμεινε εκεί και τσακώθηκε με ένα άγνωστο; Τέταρτο, πώς μπορεί να ισχυρίζεται όλα τα παραπάνω, τη στιγμή που με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, στον ουσιώδη χρόνο, τα μόνα πρόσωπα που ήσαν εκεί ήταν ο ίδιος και ο Abbas και όχι ο James ή οποιοσδήποτε άγνωστος, με τους δύο πρώτους να βγαίνουν από το χώρο στάθμευσης και να προσπαθούν να εγκαταλείψουν το χώρο τρέχοντας; Διερωτώμαι και πώς ήξερε ο κατηγορούμενος ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά τα πήρε στο χώρο στάθμευσης του Debenhams o άγνωστος, τη στιγμή που, αν ήξερε, όπως ισχυρίστηκε, πάντοτε στην κυρίως εξέταση, ότι θα αντάλλαζαν ναρκωτικά εκεί δε θα πήγαινε; Και πόσο συνάδει ο παραπάνω ισχυρισμός του με τον επόμενο, σύμφωνα με τον οποίο, γνώριζε ότι η συνάντηση που θα είχε εκεί με τους James και Yasha είχε σχέση με ναρκωτικά, αλλά, όχι για 950 γραμμάρια επειδή ήταν για προσωπική χρήση του James, ο οποίος δε θα χρησιμοποιούσε 950 γραμμάρια; Έπειτα, εν τέλει μετέβη εκεί για να συστήσει το Yasha στο James ή για να προμηθεύσει ο Yasha με ναρκωτικά το James, αλλά όχι τόσο μεγάλη ποσότητα; Και πού πάει ο προηγούμενος ισχυρισμός του, ότι αν ήξερε ότι θα αντάλλαζαν ναρκωτικά εκεί δε θα πήγαινε καθόλου στο μέρος ο ίδιος; Δηλαδή, το πρόβλημά του ήταν η ποσότητα ναρκωτικών που θα προμήθευε ο ένας στον άλλο και όχι αυτή καθαυτή η πράξη; Και τι να πω για τον ισχυρισμό του ότι αν γνώριζε πως εκείνο το βράδυ θα γινόταν συναλλαγή 950.3 γραμμαρίων φυτού κάνναβης δε θα προχωρούσε σε διευθέτηση της συνάντησης, αλλά θα είχε καλέσει την Αστυνομία και δε θα ήταν παρών ο ίδιος. Τόσο νομοταγής λοιπόν είναι ο κατηγορούμενος, που ενώ από τη μια θα έφθανε στο σημείο να καλέσει την Αστυνομία για να συλλάβει τους φίλους του, από την άλλη δεν είχε καμιά αναστολή να διευθετήσει τη συνάντηση ανάμεσα στους Yasha και James, με τη λογική, υποθέτω, ότι, επειδή επρόκειτο για μικρότερη ποσότητα ναρκωτικών που θα προμήθευε ο Yasha το James, ουδέν μεμπτό υπήρχε είτε για τον ίδιο είτε για τους άλλους δυο. Το μόνο σημείο που θα ήθελα να σχολιάσω απ' όσα ανάφερε ο κατηγορούμενος κατά το στάδιο της αντεξέτασης είναι τον ισχυρισμό του σε σχέση με τον υποτιθέμενο Yasha - γιατί περί αυτού πρόκειται μιας και είναι με τον Abbas που συναντήθηκε στον ουσιώδη χρόνο στο χώρο στάθμευσης του Debenhams - πως δε γνωρίζει αν είναι έμπορας ναρκωτικών, τη στιγμή που ανάλωσε σημαντικό μέρος της κυρίως εξέτασης, προκειμένου να με πείσει ότι μετέβη εκεί για να συστήσει το Yasha στο James, επειδή ο πρώτος τού είπε ότι για να του δώσει τα λεφτά που του χρωστούσε θα έπρεπε να το συστήσει στο James, ο οποίος ήθελε να αγοράσει ναρκωτικά για δική του χρήση. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, πόσο αντιφατικός υπήρξε σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης και τέλος, πόσο παράλογοι για να γίνουν πιστευτοί είναι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του. Το μέγεθος της αναξιοπιστίας του καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι, η αξιοπιστία του έχει πληγεί καθολικά κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, ενώ, το φυσιολογικά αναμενόμενο θα ήταν αυτό να συμβεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω είναι σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, με αναφορά στα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β» και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β», με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα (1η και 2η κατηγορία) και δύο κατηγορίες που περικλείουν τα παραπάνω ουσιαστικά αδικήματα - αντικείμενο της συνομωσίας (3η και 4η κατηγορία). Η ουσία της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος των υπό κρίση κατηγοριών έγκειται στα εξής: Ο κατηγορούμενος, μεταξύ Νοεμβρίου 2011 και 3ης Δεκεμβρίου 2011 συνωμότησε με τον Abbas να διαπράξουν κακούργημα και συγκεκριμένα παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β» (βλ. τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας), με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα (βλ. τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας). Επιπλέον, ο κατηγορούμενος, στις 3 Δεκεμβρίου, 2011, στη Λεμεσό είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως «Β», δηλαδή, τα 950.3 γραμμάρια φυτού κάνναβης, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (3η κατηγορία), με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα (4η κατηγορία). Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134): «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L.328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28 - 4». Και λίγο παρακάτω: «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and king [1966] Crim. L. R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker, [1962] Crim. L. R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28 - 9).» Το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β», στοιχειοθετείται όταν κάποιος έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β» (βλ. το άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου 29/77), ενώ, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο, στοιχειοθετείται όταν κάποιος, πρώτο, έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β» και δεύτερο, με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο (βλ. το άρθρο 6
(3)του Νόμου 29/77). Επισημαίνεται ότι σε σχέση και με τα δύο αδικήματα, ως ανωτέρω, το άρθρο 32 του νόμου, προνοεί ορισμένες υπερασπίσεις. Σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο, προκύπτει από το άρθρο 30 Α του νόμου, ότι, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι κάποιος κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο 30 ή περισσότερα γραμμάρια, αν πρόκειται για κάνναβη ή παράγωγά αυτής, θεωρείται ότι κατείχε αυτό με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το δικαστήριο για το αντίθετο. Πρόκειται για μαχητό, ασφαλώς, το τεκμήριο που δημιουργεί η συγκεκριμένη διάταξη και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87): «Η δημιουργία μαχητών τεκμηρίων, ως προς τις προθέσεις και ενέργειες του κατηγορούμενου, καθώς και η εναπόθεση οποιουδήποτε αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο πρέπει να είναι συμβατά με το τεκμήριο της αθωότητος. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζει ότι δεν αποκλείεται, εκ προοιμίου, η καθιέρωση από το νόμο μαχητών τεκμηρίων ή η εναπόθεση αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά περιορίζονται σε λογικά πλαίσια, τα οποία δεν αντιμάχονται το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορούμενου - (βλ. μεταξύ άλλων, Salabiaku v. France [1988] 13 EHRR 379, Η. ν. UK App No 15023/89 (4 April 1990, enreported), Bates v. UK App No 26280/95 (16 January 1996, unreported). Aναφορά στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γίνεται στην πολύ πρόσφατη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην R. v. DPP, ex p Kebeline [1999] 4 All E.R. 801. Άποψή μας είναι ότι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου μπορεί να συμβιβασθεί με το θεμελιώδες τεκμήριο της αθωότητος, εφόσον - (α) Τα συμπεράσματα, τα οποία προκύπτουν από την απόδειξη γεγονότων, συναρτώνται άμεσα και αποτελούν φυσιολογικό επακόλουθο των γεγονότων αυτών·οπόταν, με την καθιέρωσή τους, ιχνηλατείται αυτό που φυσιολογικά προκύπτει και όχι ανεξάρτητο μη τεκμηριωθέν γεγονός. (β) Το αποδεικτικό βάρος, το οποίο εναποτίθεται στον κατηγορούμενο για την απόσεισή τους (των επίμαχων συμπερασμάτων), δεν εκτείνεται πέραν της δημιουργίας λογικής αμφιβολίας για την ύπαρξη των φυσιολογικών επακόλουθων·και (γ) το βάρος απόδειξης της κατηγορίας - (το αποδεικτικό βάρος) - παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης και δε μετατίθεται, με τη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου, οποιοδήποτε μέρος του.» Επί του προκειμένου, ο κατηγορούμενος, νοουμένου ότι αποδειχθεί ότι κατείχε τα ναρκωτικά, καλείται να αποσείσει το σχετικό συμπέρασμα, επειδή, η ποσότητα ναρκωτικών που αποτελεί το αντικείμενο των σχετικών κατηγοριών, είναι πέραν των 30 γραμμαρίων (950.3 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη). Προς τούτο είναι αρκετή η προσαγωγή μαρτυρίας που να δημιουργεί πραγματική αμφιβολία (βλ. Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 κ.ο.κ.). Η έννοια της κατοχής ναρκωτικών ρυθμίζεται από το άρθρο 2
(3)του νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παν πρόσωπον θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα τελούντα υπό τον έλεγχον αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου». Σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Ιακώβου (ανωτέρω) και Oueiss v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 49, στις οποίες διευκρινίστηκε ότι «κατοχή» τη εννοία του νόμου, σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. επίσης Ιωάννου άλλως Τίτος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409 και DPP v. Brooks
(1974)2 All E.R. 840, A.C. 862, P.C.). Φυσική φύλαξη πρέπει να θεωρείται η περίπτωση όπου το πρόσωπο κρατεί στα χέρια του το αντικείμενο ή ακόμη όταν το φυλάσσει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματός του. Έλεγχος υφίσταται όταν το πρόσωπο έχει δυνατότητα επέμβασης επί του αντικειμένου, αποκλειστική ή μαζί με άλλα πρόσωπα. Αν κάποιος κρύβει ναρκωτικά στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού του ή στο συρτάρι του γραφείου του έχει τον έλεγχο και συνεπώς, την κατοχή τους. Αν τα ναρκωτικά φυλάσσονται σε ιδιωτικό χώρο, όπου τρίτα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται μόνο κατόπιν αδείας του, τότε το στοιχείο του ελέγχου καταδεικνύεται πιο εύκολα. Κάποτε όμως, παράνομα αντικείμενα φυλάσσονται σε δημόσιους ή ανοικτούς χώρους, προκειμένου ο κάτοχός τους να μη διατρέχει τον κίνδυνο αυτά να βρεθούν στην κατοχή του. Εφόσον τα παράνομα αντικείμενα βρίσκονται εν γνώσει του σε συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κρυμμένα και δύναται να επισκέπτεται το χώρο και να λαμβάνει τη φυσική κατοχή τους, τότε αυτά είναι υπό τον έλεγχο και κατ' επέκταση υπό την κατοχή του. Κατοχή μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν τα αντικείμενα φυλάσσονται στα υποστατικά τρίτου, νοουμένου πάντοτε πως ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχό τους (βλ. Χριστάκης Ιωάννου «Τίτος», ανωτέρω). Αλληλένδετο με την έννοια της κατοχής, είναι το στοιχείο της γνώσης (βλ. Ιακώβου, ανωτέρω και Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662). Θα πρέπει δηλαδή να προσκομισθεί μαρτυρία (άμεση ή περιστατική) που να καταδεικνύει ότι ο φερόμενος κάτοχος, είχε γνώση της κατοχής των ναρκωτικών. Στην Καΐμης (ανωτέρω), τονίζεται πως δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής και ότι απαιτείται και απόδειξη γνώσης της κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Το βάρος απόδειξης των συστατικών αυτών στοιχείων, φέρει πάντοτε η κατηγορούσα αρχή. Όπως αναφέρεται συναφώς: «..Σε καμία περίπτωση το βάρος της απόδειξης της γνώσης δεν παρακάμπτεται, μειώνεται ή πολύ περισσότερο μετατοπίζεται στους ώμους του κατηγορούμενου.» Η γνώση μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου, ανωτέρω, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 75, Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59 κ.ο.κ.). Όταν η γνώση θα συναχθεί από περιστατική μαρτυρία, το αποτέλεσμα που ανακύπτει θα πρέπει να είναι σχεδόν απόλυτο. Θα πρέπει δηλαδή να μην παραμένει καμιά αμφιβολία. Στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295, το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του.» Θα πρέπει δηλαδή, το αποτέλεσμα που προκύπτει να είναι ασυμβίβαστο με κάθε βάση, πλην την ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 75, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 και Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444). Στο ερώτημα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου σ' οποιαδήποτε κατηγορία, η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Εξαρτάται εάν θα αναζητηθεί μόνο μέσα από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων ή σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου, η οποία είναι σαφώς ενοχοποιητική για τον ίδιο. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 σελ. 225 επισημαίνονται τα εξής: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πορωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι' αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Βλέπε και Καύκαρος & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί, σελ. 172: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65.» Βλέπε και Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364. Παρατηρώ τα εξής: Ο κατηγορούμενος, για λόγους που έχουν αναφερθεί κρίθηκε αναξιόπιστος ως μάρτυρας. Κατά κύριο λόγο, επειδή υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, αλλά και για τον επιπλέον σοβαρό λόγο ότι πλείστα όσα ανάφερε, συγκρούονται με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Ωστόσο, η επ' ακροατηρίω εκδοχή του συγκρούεται ουσιωδώς και με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 12) που με τη σειρά της, επίσης, συγκρούεται ουσιωδώς με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Με αυτά ως δεδομένα, έστω κι αν έχει κριθεί θεληματική η ανακριτική του κατάθεση δεν μπορεί να διακριβωθεί με απόλυτη βεβαιότητα η ορθότητα του περιεχομένου της και η αυθεντικότητα των ισχυρισμών του κατηγορούμενου που περιέχονται σ' αυτή. Οι διάφορες ενοχοποιητικές δηλώσεις του κατηγορούμενου στη συγκεκριμένη κατάθεση δεν μπορεί ασφαλώς να ειδωθούν κατά απομόνωση προς το όλο περιεχόμενό της, το οποίο περικλείει εξίσου σοβαρούς και ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι, όχι απλά δεν επιβεβαιώνονται, αλλά, αντίθετα καταρρίπτονται από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Για όλους τους παραπάνω λόγους και για διάφορους άλλους που θα παραθέσω στη συνέχεια, με αναφορά στο περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, θέτοντας στον εαυτό μου τον αναγκαίο προβληματισμό για την αλήθεια του περιεχομένου της κατάθεσης του κατηγορούμενου, θεωρώ πως δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής βασισμένος σ' αυτό. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που κατά τη γνώμη μου δικαιολογούν και τεκμηριώνουν την παραπάνω απόφασή μου: Σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, η Αστυνομία, στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα στις 21:30, μετά από πληροφορία ότι στο χώρο στάθμευσης του πολυκαταστήματος Debenhams, θα γινόταν διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών έθεσε το μέρος περιμετρικά υπό παρακολούθηση. Γύρω στις 23:00 δόθηκε μήνυμα μέσω ασυρμάτου για τις κινήσεις του ύποπτου οχήματος με αριθμό εγγραφής KRA530, στο οποίο επέβαινε μόνο ο Abbas. Είκοσι περίπου λεπτά αργότερα, ο Abbas και ο κατηγορούμενος έγιναν αντιληπτοί από την Αστυνομία να κινούνται ύποπτα πεζοί στον παραπάνω χώρο στάθμευσης. Όταν δόθηκε μήνυμα για ανακοπή τους, θεάθηκαν να βγαίνουν τρέχοντας από το χώρο στάθμευσης, με τον Abbas να κατορθώνει να διαφύγει εγκαταλείποντας το μέρος και τον κατηγορούμενο να ανακόπτεται. Ο κατηγορούμενος, με τη μαρτυρία, η οποία δεν έγινε αποδεκτή ισχυρίστηκε ότι στο μέρος συναντήθηκε με κάποιο άγνωστό του, ενώ είχε συνεννοηθεί να συναντηθεί εκεί με το Yasha για να το συστήσει σε κάποιο James και τούτο, επειδή ο Yasha του χρωστούσε λεφτά και κατά κάποιον τρόπο, του έθεσε ως όρο για να του τα δώσει ότι θα έπρεπε να το φέρει σε επαφή με το James και να το συστήσει σ' αυτό επειδή ήθελε να αγοράσει ναρκωτικά για δική του χρήση, τα οποία θα του πωλούσε ο Yasha. Για να επαναλάβω, σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, τα μόνα πρόσωπα που θεάθηκαν στο χώρο στάθμευσης του Debenhams είναι ο κατηγορούμενος και ο Abbas. Ούτε ο Yasha ούτε ο James μα ούτε οποιοσδήποτε άλλος, άγνωστος. Ισχυρίστηκε ακόμη ο κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του, ότι στο τέλος τσακώθηκε με τον άγνωστο, ο οποίος επέμενε να μιλήσει με το James οπότε και άρχισαν να αλληλοσπρώχνονται οι δυο τους, γεγονός το οποίο είδε η Αστυνομία κατά την άφιξή της στο μέρος. Ούτε και αυτό ευσταθεί αφού, ο κατηγορούμενος και ο Abbas, στον ουσιώδη χρόνο, απλώς έγιναν αντιληπτοί να βγαίνουν τρέχοντας από το χώρο στάθμευσης του Debenhams. Με την ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πρώτα γνώρισε το James σε κάποιο club, στον οποίο είπε πως είχε πρόβλημα με τα λεφτά και του ζήτησε αν μπορούσε να το βοηθήσει. Ο James τού είπε ότι θα μπορούσε να το βοηθήσει ένας γνωστός του, ο Yasha, τον οποίο, να υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος, θα σύστηνε ο ίδιος στο James. Όταν μίλησε τηλεφωνικώς με το Yasha μετά που του εξήγησε ποιος είναι του ζήτησε οικονομική βοήθεια. Ο Yasha τού είπε ότι μπορεί να του δώσει λεφτά, αλλά θα έπρεπε αυτός να του βρίσκει πελάτες για ναρκωτικά. Εκείνο το διάστημα γνώρισε τον Αντρέα, ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει ναρκωτικά. Τού είπε πως δεν ενδιαφερόταν ο ίδιος εκείνο το διάστημα, ωστόσο, όταν μετά από λίγες μέρες τον είδε ξανά, τον έδειξε στο James και τον πληροφόρησε ότι ενδιαφέρθηκε για ναρκωτικά, ο James - που για να επαναλάβω δεν εμφαίνεται πουθενά στο χώρο στάθμευσης του Debenhams κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα - τού είπε να έρθει σε επαφή με το Yasha, που επίσης δεν υπάρχει σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Και συνεχίζοντας ο κατηγορούμενος την αφήγησή του ισχυρίζεται ότι ήρθε σε επαφή με το Yasha, o οποίος του είπε να προχωρήσει. Έτσι ήρθε σε επαφή με τον Αντρέα, ο οποίος του είπε ότι θα πρέπει να κάμει πράξη με κάποιο φίλο του τον George. Όταν ήρθε σε επαφή με το George, αυτός τον πίεζε συνεχώς να του βρει ναρκωτικά, αλλά αρχικά φοβόταν. Τελικά ο George τον έφερε σε επαφή με ένα άλλο τύπο, του οποίου δε γνωρίζει καν το όνομα, με τον οποίο συμφώνησε να το φέρει σε επαφή με το Yasha. Μίλησε με το Yasha και του είπε εντάξει. Την Παρασκευή, 2.12.2011 είχε συνομιλία με τον άγνωστο τύπο και το Yasha για να προμηθεύσουν τον πρώτο ναρκωτικά και συγκεκριμένα Σκανγκ. To Σάββατο το βράδυ (ουσιώδης χρόνος για τις κατηγορίες 3 και 4) ήρθε σε επαφή με τον τύπο και το συνάντησε κοντά στο Debenhams, μέσα στο αυτοκίνητό του μάρκας BMW, του οποίου δε γνωρίζει τον αριθμό. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, κανένας από τους παραπάνω ισχυρισμούς του κατηγορούμενου επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, ενώ αυτοί συγκρούονται ουσιωδώς με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Όσα ακολουθούν, πάντοτε, από το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου συγκρούονται ουσιωδώς, τόσο με τη μαρτυρία του όσο και κυρίως με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Ειδικότερα: Η συμφωνία διαλάμβανε όπως ο Yasha δώσει στον άγνωστο τύπο ένα κιλό Σκάνγκ. Αν όλα πήγαιναν καλά, ο κατηγορούμενος θα έπαιρνε από το Yasha κάποια χρήματα ως προμήθεια. Ακολούθως, συνάντησε ξανά τον τύπο που θα αγόραζε ναρκωτικά, ο οποίος του είπε ότι προτού του δώσει τα λεφτά θέλει να δει το Σκανγκ που θα έπαιρνε. Έτσι, επέστρεψε πίσω στο χώρο στάθμευσης του Debenhams που ήταν ο Yasha και του το είπε. Ο Yasha κατέβηκε από το αυτοκίνητό του μάρκας BMW και μπήκε μαζί του στο parking. Πριν ο Yasha του δώσει το Σκανγκ για να το δείξει στον αγοραστή έτρεξαν προς το μέρος τους κάποιοι αστυνομικοί. Φοβήθηκε και προσπάθησε να φύγει τρέχοντας, αλλά τον έπιασαν οι αστυνομικοί, λίγα μέτρα πιο κάτω. Ο Υasha κατάφερε να διαφύγει. Δεν έβαλε ο ίδιος τα ναρκωτικά εκεί που βρέθηκαν από την Αστυνομία. Προφανώς τα έβαλε ο Yasha. Ούτε και γνωρίζει αν το πραγματικό όνομα του Yasha είναι Abbas Νoveiri ή αν τα ονόματα όλων των υπολοίπων - που αναφέρει στην κατάθεσή του - είναι αληθινά ή όχι. Όχι τυχαία επέλεξα να παραθέσω σχεδόν το πλήρες κείμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου. Αποτελεί συνειδητή μου επιλογή, πρώτο, για να αναδείξω τη διάστασή του με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και δεύτερο, για να διαφανεί πόσο παράλογοι είναι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, ώστε να μην μπορούν να θεωρηθούν αληθείς. Για παράδειγμα, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι ενώ παρεμβάλλονται τόσα επώνυμα πρόσωπα από την ώρα που ο κατηγορούμενος γνώρισε τον Αντρέα, ο οποίος ήθελε να αγοράσει ναρκωτικά, μέχρι και το επίδικο βράδυ που θα γινόταν η παράνομη συναλλαγή στο χώρο στάθμευσης του Debenhams, αυτή κατέληξε να γίνει με αγοραστή ένα άγνωστο τύπο. Δυσκολεύομαι ακόμη να πιστέψω ότι ο Yasha, ενώ βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης όπου ήσαν τοποθετημένα και τα ναρκωτικά δέχθηκε να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να τα πάρει απ' εκεί σε κάποιο άλλο σημείο για να τα δείξει στον άγνωστο τύπο, προτού αυτός δώσει τα λεφτά στον κατηγορούμενο. Δε νομίζω να ήταν τόσο αφελής ο Yasha που θα εμπιστευόταν είτε τον κατηγορούμενο είτε κάποιο άγνωστο τύπο και θα επέτρεπε στον κατηγορούμενο να πάρει τα ναρκωτικά από το σημείο όπου αυτά βρίσκονταν σε κάποιο άλλο σημείο, για να τα δει κάποιος άγνωστος, προκειμένου να δώσει τα λεφτά στον κατηγορούμενο. Και πόσα λεφτά θα έδινε στον κατηγορούμενο ο άγνωστος τύπος; Δε θα έπρεπε να το γνωρίζει αυτό ο κατηγορούμενος και να το αναφέρει στην κατάθεσή του; Εν πάση περιπτώσει και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, λαμβάνοντας υπόψη και τη φύση της παράνομης συναλλαγής αλλά και ότι ετίθετο και θέμα εμπιστοσύνης μεταξύ των συναλλασσόμενων, θεωρώ ότι αυτό που φυσιολογικά αναμενόταν να γίνει, ήταν ο άγνωστος τύπος και ο Yasha να συναντηθούν στο σημείο όπου βρίσκονταν τα ναρκωτικά και αφού ο πρώτος τα έβλεπε όπως ήθελε και ακολούθως πλήρωνε το Yasha, να τα έπαιρνε και να έφευγε, χωρίς να υπάρχει η ανάγκη της διαμεσολάβησης του κατηγορούμενου και χωρίς να τίθεται δίχως λόγο και θέμα εμπιστοσύνης. Όμως, για να επαναλάβω, το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου σ' αυτό το κρίσιμο σημείο της υπόθεσης, αφίσταται ουσιωδώς του περιεχομένου των παραδεκτών γεγονότων, αφού, ενώ με τη γραπτή του κατάθεση, ο κατηγορούμενος αναδεικνύει ως πρωταγωνιστές της, εκτός από τον ίδιο, το Yasha και τον άγνωστο τύπο, σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, κατά τον ίδιο χρόνο, παρόντες στο χώρο στάθμευσης του Debenhams ήταν μόνο ο ίδιος και ο Abbas. Απ' όσα προηγήθηκαν θεωρώ πως γίνεται κατανοητό πλήρως γιατί αδυνατώ να απομονώσω τις διάφορες ενοχοποιητικές δηλώσεις του κατηγορούμενου από την ανακριτική του κατάθεση, από το υπόλοιπο της μέρος και να προβώ στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ενοχής, ακόμη και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο στοιχειοθετείται η ενοχή του κατηγορούμενου σ' οποιαδήποτε κατηγορία, με βάθρο το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Αρνητική είναι η απάντηση στο ερώτημα ή για να το πω διαφορετικά, το θεωρώ επισφαλές να βασιστώ στο περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και να καταδικάσω τον κατηγορούμενο σ' οποιαδήποτε κατηγορία, επειδή, όπως θα διαφανεί αμέσως, τα διάφορα στοιχεία άμεσης, περιστατικής και πραγματικής μαρτυρίας που θα παραθέσω, ενώ μου δημιουργούν την ισχυρή πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης του Debenhams για παράνομο σκοπό, ο οποίος είχε σχέση με ναρκωτικά, δε μου επιτρέπουν να προβώ στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι κατείχε τη εννοία του νόμου την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, είτε μόνος του είτε από κοινού με τον Abbas, για να τίθεται θέμα και ποιος ο σκοπός για τον οποίο τα κατείχε. Αυτονόητο πως, τα παραπάνω ισχύουν και για τις δύο κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα: Η Αστυνομία, στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα στις 21.30, μετά από πληροφορία ότι στο χώρο στάθμευσης του πολυκαταστήματος Debenhams θα γινόταν διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών έθεσε το μέρος περιμετρικά υπό παρακολούθηση. Γύρω στις 23.00 δόθηκε μήνυμα μέσω ασυρμάτου από τον αστυφύλακα 1965 για τις κινήσεις του ύποπτου οχήματος με αρ. εγγραφής KRA530, στο οποίο επέβαινε μόνο ο οδηγός. Είκοσι περίπου λεπτά αργότερα, δύο πρόσωπα εντοπίστηκαν να κινούνται ύποπτα πεζά στον υπό αναφορά χώρο στάθμευσης. Επρόκειτο για τον Abbas ο ένας, δηλαδή για τον οδηγό του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KRA530, ο οποίος απασχόλησε επανειλημμένα την ΥΚΑΝ και για κάποιο άγνωστο ο άλλος. Αφού δόθηκε μήνυμα για ανακοπή τους για σκοπούς ελέγχου, όταν οι αστυφύλακες 620 Μ. Αρτεμίου και 2075 πλησίασαν το μέρος με το υπηρεσιακό τους αυτοκίνητο, ο πρώτος είδε δύο πρόσωπα να βγαίνουν τρέχοντας από το χώρο στάθμευσης του Debenhams. Επρόκειτο για τον Abbas το ένα και για τον κατηγορούμενο το άλλο. Αφού οι δύο αστυφύλακες κατέβηκαν από το αυτοκίνητό τους, ο αστυφύλακας 2075 φώναξε «Police, stop» και άρχισε να καταδιώκει τρέχοντας τον Abbas, ο οποίος κατόρθωσε να διαφύγει ενώ, ο κατηγορούμενος ανακόπηκε. Ακολούθησε έρευνα στο χώρο στάθμευσης του Debenhams και στις 23.45, στην παρουσία του κατηγορούμενου εντοπίστηκε η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, κάτω από το φωσφορούχο κώνο τροχαίας. Αφού υποδείχθηκαν τα ναρκωτικά στον κατηγορούμενο, του αναφέρθηκε ότι πρόκειται για κάνναβη αυτά, της οποίας η κατοχή απαγορεύεται και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, δεν απάντησε, ενώ, όταν του εκφράστηκαν οι υποψίες ότι συναντήθηκε στο συγκεκριμένο μέρος με τον Abbas για να προβούν μαζί στη διακίνηση των ναρκωτικών και του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή στο νόμο «It´s not mine» απάντησε. Γιατί τώρα θεωρώ πως δεν μπορώ να βασιστώ στα παραπάνω στοιχεία για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών ενοχοποιητικών συμπερασμάτων σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Καταρχήν, ενώ με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1 και 2 καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι μεταξύ Νοεμβρίου 2011 και 3ης Δεκεμβρίου 2011 συνωμότησε με τον Abbas να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β» και το ίδιο, με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα, το γεγονός ότι οι δύο τους, στις 3.12.2011 έγιναν αντιληπτοί από την Αστυνομία να βγαίνουν τρέχοντας από το χώρο στάθμευσης του Debenhams, έστω κι αν σ' αυτό εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά, δεν αποδεικνύει άνευ άλλου την ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης μεταξύ τους, δηλαδή συνομωσία, είτε για το ένα είτε για το άλλο. Σε συνέχεια του προηγούμενου, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει για το πρόσωπο που μετέφερε και τοποθέτησε τα ναρκωτικά στο σημείο εντοπισμού τους στο χώρο στάθμευσης του Debenhams είτε ακόμη, ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά ήσαν εκεί. Το γεγονός - για να επαναλάβω - ότι ο κατηγορούμενος μαζί με τον Abbas θεάθηκαν να βγαίνουν τρέχοντας από το χώρο στάθμευσης του Debenhams δημιουργεί μια σειρά από ενδεχόμενα, ως προς το λόγο για τον οποίο αντέδρασαν με αυτό τον τρόπο. Ειδικότερα: Μπορεί να συναντήθηκαν εκεί οι δυο τους για το σκοπό που τους καταλογίζεται με τις επίδικες κατηγορίες και όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία της Αστυνομίας, επειδή γνώριζαν τις επιπτώσεις σε περίπτωση σύλληψής τους επιχείρησαν να εγκαταλείψουν το μέρος. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να γνώριζε μόνο ο ένας από τους δύο ότι στο συγκεκριμένο μέρος υπήρχαν τα ναρκωτικά-αντικείμενο των κατηγοριών 3 και 4 και να συναντήθηκε εκεί με τον άλλο για λόγο που είχε σχέση με αυτά, χωρίς όμως ο δεύτερος να γνωρίζει είτε για τη φύση τους είτε για την ποσότητα είτε ακόμη και ότι αυτά ήσαν εκεί. Και αυτό ισχύει τόσο για τον κατηγορούμενο όσο και για τον Abbas. Δεν αποκλείεται ακόμη να συναντήθηκαν εκεί για να συμφωνήσουν ό,τι τους καταλογίζεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1 και 2 και προτού συμβεί κάτι τέτοιο, λόγω της παρουσίας της Αστυνομίας στο μέρος, να το εγκατέλειψαν προτού προλάβουν να συμφωνήσουν. Ενδέχεται ακόμη να πήρε και τοποθέτησε τα ναρκωτικά εκεί ο ένας από τους δύο και να συναντήθηκε με τον άλλο για να τα παραλάβει. Και σε τέτοια περίπτωση, αν πρόκειται για τον κατηγορούμενο ο δεύτερος, δεν αποκλείεται να επιχείρησε να εγκαταλείψει και αυτός το μέρος τρέχοντας μαζί με τον Abbas, κατόπιν προτροπής του, προτού καν πληροφορηθεί για την φύση των ναρκωτικών. Ένα ακόμη ενδεχόμενο είναι να τοποθέτησε τα ναρκωτικά εκεί κάποιος τρίτος και ο κατηγορούμενος μαζί με τον Abbas να μετέβησαν στο μέρος για να τα παραλάβουν. Ενδέχεται τέλος ο κατηγορούμενος να συνάντησε τον Abbas στο συγκεκριμένο μέρος, για εντελώς άσχετο λόγο με τα ναρκωτικά. Προστίθενται και τα εξής. Προκύπτει από το περιεχόμενο των φωτογραφιών 7, 11 και 12 του τεκμηρίου 12 ότι ο χώρος στάθμευσης του Debenhams είναι αρκετά μεγάλος. Πρόκειται για πολυκατάστημα, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα και φαντάζομαι ότι με τον ίδιο τρόπο που εισήλθαν στο χώρο στάθμευσης ο κατηγορούμενος και ο Abbas θα μπορούσε να εισέλθει και οποιοσδήποτε άλλος. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι το ενδεχόμενο να τοποθετήθηκαν τα ναρκωτικά εκεί από οποιονδήποτε τρίτο εν αγνοία τουλάχιστον του κατηγορούμενου που μας αφορά , δεν αποκλείεται. Και κάτι ακόμη που με εμβάλλει σε σοβαρό προβληματισμό, αναφορικά με τον τρόπο που διεξήγαγε στον ουσιώδη χρόνο η Αστυνομία την επιχείρηση και ακολούθως χειρίστηκε το έργο διερεύνησης της υπόθεσης. Μετά από πληροφορία ότι θα γινόταν διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών στο χώρο στάθμευσης του Debenhams επιστρατεύτηκαν 7 αστυνομικοί της ΥΚΑΝ Λεμεσού και 6 της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, οι οποίοι έθεσαν το μέρος περιμετρικά υπό παρακολούθηση. Μια πρώτη παρατήρηση ή απορία καλύτερα είναι η εξής. Δεν μπορούσαν μέχρι και τις 23.00 που έγιναν αντιληπτές οι κινήσεις του ύποπτου οχήματος του Abbas, καταρχήν, να προβούν σε έρευνα στο χώρο στάθμευσης για εντοπισμό των ναρκωτικών, είτε ακόμη, κάποιος ή περισσότεροι αστυνομικοί, να πάρουν θέση μέσα στο χώρο στάθμευσης είτε ακόμη, γιατί όχι και τα δύο, για να ελέγχουν επακριβώς τις κινήσεις των πιθανών δραστών, τότε, της διακίνησης των ναρκωτικών που θ' ακολουθούσε; Έπειτα, αφού υπήρχε η πληροφορία ότι στο συγκεκριμένο μέρος θα γινόταν διακίνηση ναρκωτικών και μάλιστα μεγάλης ποσότητας και στις 23:20 ο κατηγορούμενος και ο Abbas - ο οποίος αναγνωρίστηκε κιόλας από την Αστυνομία, αφού απασχόλησε επανειλημμένα την ΥΚΑΝ - εντοπίστηκαν να κινούνται ύποπτα στο χώρο στάθμευσης, γιατί δεν αφέθηκαν να πλησιάσουν το σημείο από το οποίο θα έπαιρναν τα ναρκωτικά, αν αυτή ήταν η πρόθεσή τους, παρά μόνο δόθηκε αμέσως εντολή για ανακοπή τους; Και τούτο, αν ληφθεί υπόψη ότι ο χώρος επιτηρείτο περιμετρικά από την Αστυνομία, η οποία γνώριζε κιόλας τον ένα από τους δύο ύποπτους. Ακολούθως, με δεδομένο ότι ο Αbbas, έστω κι αν κατάφερε να διαφύγει της σύλληψης και να εγκαταλείψει το μέρος, ήταν γνωστός στην ΥΚΑΝ, σε ποιες ενέργειες προέβη στη συνέχεια η Αστυνομία για εντοπισμό του, αν ληφθεί υπόψη ότι μετέβη στο μέρος με το αυτοκίνητό του το οποίο παραλήφθηκε ως τεκμήριο; Σε τελική ανάλυση, πώς είχε κατά νου η Αστυνομία να στοιχειοθετήσει την υπόθεση εναντίον όσων θα εμπλέκονταν σ' αυτή έχοντας υπόψη ότι αποφάσισε να παρέμβει προτού οι πιθανοί δράστες προβούν στο καθοριστικό βήμα το οποίο θα αποδείκνυε την εμπλοκή τους στη διακίνηση των ναρκωτικών που ήταν η άμεση επαφή τους με αυτά; Ούτε καν σε πόση απόσταση από το σημείο που θεάθηκαν ο κατηγορούμενος και ο Abbas να κινούνται πεζοί ύποπτα στο χώρο στάθμευσης ή να βγαίνουν τρέχοντας από αυτόν μέχρι και το σημείο που ήσαν τοποθετημένα τα ναρκωτικά υπάρχει μαρτυρία, προκειμένου να μπορεί να διακριβωθεί η πιθανή σχέση τους με αυτά. Όλα τα παραπάνω στοιχεία θεωρώ πως αιτιολογούν πλήρως το συμπέρασμά μου ότι ο κατηγορούμενος, μόνο με υποθέσεις μπορεί να κριθεί ένοχος σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ωστόσο, η δίκη είναι ποινική και υποθέσεις όσο εύλογες κι αν είναι δεν επιτρέπονται (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος στις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Ναρκωτικά - συστατικά στοιχεία κατοχής, προμήθειας και συνωμοσίας -, μαρτυρία - άμεση, περιστατική, επιστημονική - ομολογία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.