Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Τενγκίζ Σαρίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4359/12, 30/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4359/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Τενγκίζ Σαρίδης
- Βαλέριος Κονοσίδης Κατηγορούμενων ---------------- Ημερομηνία: 30 Ιουλίου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Παναγίδης ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος και ληστεία, κατά παράβαση των άρθρων 371, 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, η διάπραξη των αδικημάτων έγινε στις 16.2.2012, και οι κατηγορούμενοι έκλεψαν από τη Mariana Cristisor από τη Ρουμανία, μία γυναικεία τσάντα αξίας 20 ευρώ, που περιείχε το χρηματικό ποσό των 115 ευρώ και διάφορα καλλυντικά αξίας 50 ευρώ. Η πρώτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η Ilie Tincuta Daniela από τη Ρουμανία, η οποία υιοθέτησε την κατάθεση της, ημερ. 16.2.2012, ως μέρος της κύριας εξέτασης της. Σε αυτή η Μ.Κ.1 αναφέρει τα ακόλουθα. Τους τελευταίους δύο μήνες διαμένει στην Κύπρο. Είναι φίλη με τη Purcarescu Christina και τη Cristisor Mariana, από τη Ρουμανία, οι οποίες επίσης ζουν στην Κύπρο. Πριν μία ώρα περίπου, δηλαδή στις 21.15, περπατούσε μαζί με τις φίλες της στην περιοχή του μώλου, στο πρώτο πάρκιγκ κοντά στο καφέ. Καθώς διασταύρωναν το πάρκιγκ με σκοπό να πάνε στην παραλία, ένα αυτοκίνητο πέρασε δίπλα από τη Mariana και της έδωσε μία γροθιά στο πρόσωπο, την άρπαξε από τα μαλλιά και της κτύπησε το κεφάλι πάνω στο αυτοκίνητο δίπλα από αυτή. Μετά αυτός της άρπαξε την τσάντα και επέστρεψε πίσω στο αυτοκίνητο και έφυγαν μακριά. Η Mariana άρχισε να φωνάζει αλλά όλα έγιναν πολύ γρήγορα και δεν κατάφεραν να τη βοηθήσουν. Ήταν μόνο δύο άτομα στο αυτοκίνητο, ο οδηγός και αυτός που επιτέθηκε στη Mariana. Ο τελευταίος ήταν λεπτός, ύψους 1.75 με κοντά γκρίζα μαλλιά. Δεν πρόσεξε τι φορούσε επειδή όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν είδε καλά τον οδηγό του αυτοκινήτου και δεν μπορεί να τον περιγράψει. Το αυτοκίνητο ήταν ένα παλιό με δύο πόρτες, άσπρου χρώματος και με αρ. εγγραφής DBA
- Είναι σίγουρη για τους αριθμούς επειδή τους είδε καλά. Ένας ηλικιωμένος άντρας περνούσε από κοντά τους και άκουσε τα ουρλιακτά τους και έτρεξε να τις βοηθήσει. Ο οδηγός του αυτοκινήτου βγήκε έξω να τον δέρει και έτσι αυτός έτρεξε μακριά. Ακολούθως πήγαν στην αστυνομία να καταγγείλουν το συμβάν, και η ίδια δεν μπορεί να αναγνωρίσει τα εν λόγω άτομα έστω και αν τους δει. Η Μ.Κ.1 πρόσθεσε ότι το επεισόδιο διήρκησε ούτε 5 λεπτά. Η ίδια δεν είδε τα πρόσωπα των δραστών και γι΄ αυτό δεν μπορεί να τα αναγνωρίσει. Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο του πρώτου κατηγορούμενου, η Μ.Κ.1 είπε ότι μιλά πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα αλλά δεν γράφει ούτε τη μιλά πολύ καλά. Στην Κύπρο βρισκόταν για 3 ½ μήνες και έψαχνε για δουλειά. Το επεισόδιο έγινε σε χώρο όπου υπήρχε επαρκής φωτισμός, και η ίδια βρισκόταν σε απόσταση 4-5 μέτρων από το αυτοκίνητο, καθότι αυτή προχώρησε ενώ η Mariana σταμάτησε για να μιλήσει στο κινητό της. Η Mariana τραυματίστηκε και είχε ένα μώλωπα στο κάτω χείλος δεξιά. Τέλος, η Μ.Κ.1 είπε ότι η Mariana κρατούσε ένα τσαντάκι, το οποίο δεν ξέρει τι είχε μέσα ούτε αν της το πήραν ή της έπεσε κάτω. Ο συνήγορος του δεύτερου κατηγορούμενου αρχικά αμφισβήτησε την αλήθεια της κατάθεσης της μάρτυρα λόγω του ότι δεν ξέρει Αγγλικά, κάτι το οποίο η Μ.Κ.1 αρνήθηκε. Επίσης ο συνήγορος του δεύτερου κατηγορούμενου υπέβαλε στη μάρτυρα ότι πήγαν στον μώλο για να κάνουν αγοραίο έρωτα και ότι τα όσα είπε δεν είναι αλήθεια και συνεννοήθηκε με τη Mariana για το τι θα πουν στο Δικαστήριο. Η Μ.Κ.1 αρνήθηκε αυτές τις θέσεις της υπεράσπισης. Επίσης η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η ίδια περπατούσε μπροστά και μιλούσε με τη φίλη της, άκουσε τις φωνές της Mariana και γύρισε πίσω, και δεν ξέρει σε ποιο σημείο ακριβώς του κεφαλιού της αυτή κτυπήθηκε στο αυτοκίνητο, αλλά όταν γύρισε είδε το άτομο να την παίρνει από τα μαλλιά και να την κτυπά στο αυτοκίνητο. Τέλος η Μ.Κ.1 είπε ότι η τσάντα που κρατούσε η Mariana ήταν χρώματος μπλε. Η Mariana Cristisor ήταν η επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Και αυτή η μάρτυρας με τη σειρά της υιοθέτησε την κατάθεση της προς την αστυνομία, ημερ. 16.2.2012, ως μέρος της κύριας εξέτασης της. Η Μ.Κ.2 περιγράφει τα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται και στην κατάθεση της Μ.Κ.1 και προσθέτει τα ακόλουθα. Ενώ αυτή περπατούσε μπροστά από τις φίλες της, περίπου 5 μέτρα, και μιλούσε στο κινητό, καθώς διασταύρωνε το πάρκιγκ με σκοπό να πάει στην παραλία, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα της και ο συνοδηγός βγήκε έξω και περπάτησε γρήγορα προς την ίδια. Όταν ήρθε κοντά της, της έδωσε μία γροθιά στο πρόσωπο και αφού την άρπαξε από τα μαλλιά, την κτύπησε σε ένα αυτοκίνητο δίπλα της. Άρχισε να ουρλιάζει και να καλεί σε βοήθεια. Μετά της άρπαξε την τσάντα και μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε μακριά. Οι φίλες της έγραψαν τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου, αλλά η ίδια δεν τους είδε. Η κλοπιμαία τσάντα ήταν μία μικρή δερμάτινη τσάντα χρώματος μπλε αξίας 20 ευρώ, και μέσα είχε το ποσό των 115 ευρώ σε χαρτονομίσματα των 10, 20 και 50, και καλλυντικά αξίας 50 ευρώ. Η ίδια είναι βέβαιη ότι μπορεί να αναγνωρίσει το εν λόγω άτομο επειδή είδε το πρόσωπο του πολύ καθαρά. Στις 19.2.2012 η Μ.Κ.2 αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού ως το άτομο που της έκλεψε την τσάντα. Η Μ.Κ.2 πρόσθεσε ότι κτύπησε στο πρόσωπο με το μέτωπο πάνω στο αυτοκίνητο. Δεν της επιστράφηκε η κλοπιμαία περιουσία της. Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο του πρώτου κατηγορούμενου η Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι έκανε άγρα πελατών στην περιοχή με σκοπό την παροχή ερωτικών υπηρεσιών έναντι χρηματικής αμοιβής, λέγοντας ακόμα ότι τότε ήταν έγκυος 4 μηνών και αυτό είναι αδύνατον. Επίσης αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου ότι οι κατηγορούμενοι πέρασαν από κοντά τους, τους άρεσαν και τις κάλεσαν να πάνε για ένα ποτό και ότι αυτές τους ζήτησαν 45 ευρώ για τις υπηρεσίες τους. Η Μ.Κ.2 επέμενε ακόμα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος της έκλεψε την τσάντα, και ότι τον είδε πολύ καθαρά επειδή ήρθε από μπροστά της και την κτύπησε σε πολύ κοντινή απόσταση. Η Μ.Κ.2 επανέλαβε τα όσα περιγράφει η Μ.Κ.1 σε σχέση με τον ηλικιωμένο κύριο που βρέθηκε στη σκηνή. Ακόμα η Μ.Κ.2 αρνήθηκε την εκδοχή της υπεράσπισης ότι η τσάντα της είχε πέσει και κάποιος τη βρήκε και την πήρε, εμμένοντας στη θέση της ότι ο πρώτος κατηγορούμενος την έκλεψε. Η ίδια ρωτήθηκε από την αστυνομία αν ήθελε να δει ένα άτομο για σκοπούς αναγνώρισης και αυτή δέχθηκε και αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο. Δεν είχε ξαναδεί προηγουμένως τον πρώτο κατηγορούμενο και αρνήθηκε τη θέση ότι της υποδείχθηκε πριν την αναγνώριση η φωτογραφία του. Τέλος η Μ.Κ.2 αρνήθηκε έντονα την υποβολή του συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου ότι η καταγγελία έγινε εκδικητικά επειδή οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να δώσουν στις κοπέλες χρήματα για αγοραίο έρωτα. Στην αντεξέταση της από τον συνήγορο του δεύτερου κατηγορούμενου, η Μ.Κ.2 είπε ότι η ίδια πήγαινε μπροστά και οι κοπέλες την ακολουθούσαν, και εξέφρασε την πλήρη άγνοια της στην υποβολή ότι οι δύο φίλες της εργάζονταν στον μώλο για αγοραίο έρωτα ενώ γνωρίζει ότι δεν είχαν σταθερή εργασία και εργάζονταν ως καθαρίστριες. Η ίδια επέμενε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα με τη χρήση της Αγγλικής γλώσσας, την οποία γνωρίζει αρκετά καλά, και της είχαν πει στην αστυνομία ότι δεν υπήρχε διερμηνέας στα Ρουμάνικα. Ο συνήγορος του δεύτερου κατηγορούμενου υπέβαλε στη μάρτυρα ότι το «purse» σημαίνει πορτοφόλι, ενώ αυτή είπε ότι σημαίνει μικρή τσάντα. Τέλος η Μ.Κ.2 επέμενε ότι τα όσα είπε είναι αλήθεια και ότι είπε στο Νοσοκομείο ότι κτυπήθηκε και μόνο το τραύμα στο κεφάλι της ήταν εμφανές. Η κατάθεση του Γεώργιου Κονοσίδη, αδελφού του δεύτερου κατηγορούμενου, ημερ. 17.2.2012, αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα. Διαμένει στην Κύπρο εδώ και 6 χρόνια με την οικογένεια του και εδώ και ένα χρόνο φιλοξενεί τον αδελφό του που χώρισε από τη σύζυγο του. Είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής DBA 458, το οποίο είναι το δεύτερο αυτοκίνητο του και συνήθως το έχει σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης της οικίας του. Στις 16.2.2012 και περί ώρα 17.00 ο ίδιος πήγε με την οικογένεια του στη Λευκωσία με το άλλο του αυτοκίνητο. Τα κλειδιά του αυτοκινήτου DBA 458 τα άφησε στην κουζίνα στην κλειδοθήκη ενώ το αυτοκίνητο ήταν στο γκαράζ. Ο αδελφός του δεν του είπε ότι θα πήγαινε κάπου αλλά αν του το ζητούσε θα του το έδινε. Ο ίδιος επέστρεψε στις 17.2.2012 η ώρα 01.00 και το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν στον χώρο στάθμευσης αλλά όχι στον ίδιο όπου αυτός το είχε αφήσει. Δεν ρώτησε τον αδελφό του πού πήγε επειδή δεν τον ενδιέφερε. Όταν η αστυνομία πήγε και τον συνέλαβε, αυτός τους είπε ότι ο αδελφός του οδηγούσε το εν λόγω όχημα και τον ξύπνησαν, τον ρώτησαν αν οδηγούσε το αυτοκίνητο στις 16.2.2012 όταν ο πρώτος έλειπε και ο δεύτερος κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά. Ο επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Λοχ. 3990 Ζωνάκης Γεωργίου, του ΤΑΕ Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε ότι στις 17.2.2012 και μεταξύ των ωρών 00.20-00.40 στο ΤΑΕ Λεμεσού, έλαβε στην Αγγλική γλώσσα γραπτή κατάθεση από τη Μ.Κ.2 στην οποία του υπέβαλε το άμεσο παράπονο της για ληστεία που της διέπραξαν στις 16.2.2012 και ώρα 21.25 στην περιοχή της παραλιακής επίχωσης Λεμεσού, δύο άγνωστα της άτομα που επέβαιναν στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DBA
- Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 01.10-01.20 ο Μ.Κ.3 μαζί με τον Α/Αστ. 2129 Κ. Γιωργούδη, στην παρουσία των Γεώργιου και Βαλέριου Κονοσίδη, τον οποίο αναγνώρισε ως τον δεύτερο κατηγορούμενο, διενήργησε έρευνα στο διαμέρισμα όπου διαμένουν τα εν λόγω πρόσωπα και στο προαναφερόμενο όχημα χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Ο Μ.Κ.3 πρόσθεσε ότι η Μ.Κ.2 έφερε εμφανές κοκκίνισμα στα χέρια της όταν προσήλθε στο ΤΑΕ, τα οποία είπε ότι της προκάλεσαν οι δύο κατηγορούμενοι. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του πρώτου κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.3 είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να λάβει κατάθεση από τη Μ.Κ.2 στη μητρική της γλώσσα, δηλαδή τη Ρουμάνικη, από τη στιγμή που η ίδια είπε ότι γνωρίζει να μιλά, διαβάζει και γράφει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα, και ο ίδιος το αντιλήφθηκε. Επίσης είπε ότι επισκέφθηκαν τη σκηνή του αδικήματος και ερεύνησαν μόνο τον πρώτο χώρο στάθμευσης στην περιοχή της παραλιακής επίχωσης, και δεν ήταν αναγκαίο να επεκτείνουν τις έρευνες του σε όλο το μήκος της επίχωσης, καθότι οι άμεσες ενέργειες τους ήταν ο εντοπισμός των δραστών, κάτι το οποίο έγινε σχεδόν άμεσα. Ο Μ.Κ.2, στην αντεξέταση του από τον συνήγορο του δεύτερου κατηγορούμενου, συμβουλευόμενος την κατάθεση της Μ.Κ.2, είπε ότι αυτή κατονόμασε μόνο τον ένα εκ των κατηγορουμένων ότι την κτύπησε. Ο Α/Αστ. 2129 Κωνσταντίνος Γιωργούδης, του ΤΑΕ Λεμεσού, ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και στις 17.2.2012 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Γεώργιο Κονοσίδη, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν οδηγεί το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DBA
- Διαπιστώθηκε ότι την ώρα της ληστείας το εν λόγω όχημα οδηγείτο από τον Βαλέριο Κονοσίδη, δεύτερο κατηγορούμενο, και έτσι ο Γεώργιος Κονοσίδης αφέθηκε ελεύθερος. Ακολούθησε η έρευνα του διαμερίσματος και του εν λόγω οχήματος, και η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον δεύτερο κατηγορούμενο, Τεκμήριο 2 στη Ρωσική γλώσσα και Τεκμήριο 3 η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά. Ο Μ.Κ.4 συνέλαβε τον δεύτερο κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται, ο Μ.Κ.4 τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του και αυτός υπέγραψε το σχετικό έντυπο. Στις 19.2.2012, αφού κλήθηκε για ανάκριση ο πρώτος κατηγορούμενος για ανάκριση, συνελήφθη από τον Μ.Κ.4 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού ο Μ.Κ.4 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν έκανε τίποτε, και ο Μ.Κ.4 τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του και αυτός υπέγραψε το σχετικό έντυπο. Ο Μ.Κ.4 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, Τεκμήριο 4 στη Ρωσική γλώσσα και Τεκμήριο 5 η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά. Ο Μ.Κ.4 είπε ότι οι έρευνες στον χώρο όπου διαπράχθηκε το αδίκημα έγιναν σε όλη την περιοχή της επίχωσης, και όχι μόνο στον πρώτο χώρο στάθμευσης, και αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου ότι η έρευνα δεν επεκτάθηκε σε όλο τον χώρο της επίχωσης και ότι ήταν ελλιπής. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του από τον συνήγορο του δεύτερου κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.4 είπε ότι ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε ότι οδηγούσε το εν λόγω αυτοκίνητο την ώρα της ληστείας, και κατείχε μαρτυρία ότι ο ίδιος το οδηγούσε, διαφωνώντας με τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπήρχε τέτοια μαρτυρία. Κατά την επανεξέταση του ο Μ.Κ4 είπε ότι πήγε για έρευνα στο μέρος μαζί με τον Μ.Κ.3 και έλεγξαν όλο τον χώρο για να βρουν την περιουσία ή να εξασφαλίσουν μαρτυρία. Η Δρ. Μ. Ευστρατίου του Τμήματος Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού κατέθεσε το ιατρικό έντυπο που συμπλήρωσε κατόπιν της εξέτασης της Mariana Cristisor, στις 17.2.2012 και ώρα 23.
- Η ασθενής ανέφερε ότι άγνωστο άτομο την τράβηξε από τα μαλλιά και ότι έχει κεφαλαλγία. Κατά την εξέταση της, η νευρολογική εξέταση της ήταν φυσιολογική και είχε ερυθρότητες στα δύο χέρια από μία εστία. Δεν εντοπίστηκαν εξωτερικές κακώσεις σε σχέση με την κεφαλαλγία, της δόθηκε αναλγητικό, οδηγίες και απελύθη. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.5 είπε ότι, παρόλο που δεν είναι ειδική, εν τούτοις είναι απίθανο κάποιο άτομο που το τραβούν από τα μαλλιά να έχει σημάδι ή να πάθει αμνησία. Ο τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστ. 934 Μιχάλης Νεοκλέους, του ΤΑΕ Λεμεσού, ο οποίος έλαβε μέρος στην αναγνώριση του πρώτου κατηγορούμενου που διενεργήθηκε με τη βοήθεια της διερμηνέα Έλενας Χαραλάμπους. Ο Μ.Κ6 κατέθεσε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας, ημερ. 19.2.2010, στο οποίο καταγράφει τα ακόλουθα. Στις 19.2.2010 και ώρα 14.00, με τη βοήθεια της διερμηνέα, ο Μ.Κ.6 πληροφόρησε τον πρώτο κατηγορούμενο ότι προτίθεται να κάνει αναγνωριστική παράταξη προσώπων και αφού του εξήγησε τη διαδικασία και τα δικαιώματα του, του ζήτησε όπως λάβει μέρος σε αυτή και ότι είναι προς το συμφέρον του. Ο πρώτος κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση και προτιμούσε όπως οποιοιδήποτε μάρτυρες τον δουν στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού. Του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και του λέχθηκε ότι η διαδικασία δυνατό να χρησιμοποιηθεί εναντίον του ενώπιον Δικαστηρίου, και αυτός απάντησε «Να έρθει να με δει». Στις 14.10, στο ΤΑΕ βρισκόταν η Mariana Cristisor, την οποία ο Μ.Κ.6 πληροφόρησε στα Αγγλικά ότι στο διπλανό γραφείο βρισκόταν ένα άτομο το οποίο δυνατό να ήταν ή δυνατό να μην ήταν το πρόσωπο που της έκλεψε την τσάντα. Ακολούθως, η Mariana Cristisor μετέβη στο διπλανό δωμάτιο, όπου βρισκόταν ο πρώτος κατηγορούμενος, και στην παρουσία του αστ. 1942 και της διερμηνέα, αυτή τον υπέδειξε ως το άτομο που της είχε κλέψει την τσάντα. Ο Μ.Κ.6 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, και αυτός απάντησε «Δεν ήταν αυτή η κοπέλα με την οποία μίλησα στον μώλο». Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.6 είπε ότι δεν διενήργησε αναγνωριστική παράταξη αλλά έγινε αναγνώριση του πρώτου κατηγορούμενου, και η διαδικασία που ακολουθείται είναι διαφορετική. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, κάλεσε αυτούς να προβάλουν την υπεράσπιση τους και τους εξήγησε τα δικαιώματα τους. Οι κατηγορούμενοι έδωσαν ένορκη μαρτυρία. Ο πρώτος κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση του προς την αστυνομία ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Σε αυτή αναφέρει τα ακόλουθα. Κατάγεται από τη Γεωργία και τα τελευταία 10 χρόνια διαμένει στην Κύπρο, μαζί με τα 3 παιδιά του. Εργάζεται ως κτίστης, αλλά τον τελευταίο μήνα δεν έχει δουλειά λόγω της οικονομικής κρίσης. Στις 16.2.2012 από το απόγευμα πήγε στην περιοχή της Βιβλιοθήκης όπου συχνάζουν αρκετοί ομοεθνείς του και κάνουν παρέα. Εκεί συνάντησε τυχαία τον δεύτερο κατηγορούμενο, έμειναν λίγη ώρα εκεί και μετά πήγαν με το αυτοκίνητο του δεύτερου κατηγορούμενου, ένα άσπρο Toyota, στην περιοχή του Εναέριου. Εκεί στο Κάνικα, κάθισαν και ήπιαν δύο μπύρες. Όταν ήπιαν τις μπύρες έφυγαν για να πάρει ο δεύτερος κατηγορούμενος τον πρώτο στο σπίτι του. Καθώς περνούσαν από τον μώλο, μία κοπέλα από τη Ρουμανία ήρθε πεζή και ακούμπησε στο παράθυρο του οδηγού, που ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Μιλώντας σπαστά Ελληνικά, αυτή η κοπέλα τους είπε αν ήθελαν να πάνε μαζί της για σεξ για 40 ευρώ. Ο πρώτος κατηγορούμενος της είπε ότι δεν ήθελαν να την πληρώσουν και αν θέλει να πάνε να την κεράσουν ένα ποτό. Όση ώρα μιλούσαν με την κοπέλα, αυτή ήταν μόνη της. Η κοπέλα τους είπε ότι δεν ήθελε να πιει ποτό και άρχισε να τους λέει κάτι στα Ρουμάνικα σαν υβρισίες. Ο δεύτερος κατηγορούμενος τότε ξεκίνησε το αυτοκίνητο του και έφυγαν από εκεί, τον πήρε στο σπίτι του και κοιμήθηκε. Ο ίδιος δεν κτύπησε την κοπέλα ούτε της έκλεψε οτιδήποτε και δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο η κοπέλα τους κατηγορεί ότι τη λήστεψαν. Ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα και δίνει τη συγκατάθεση του να έρθει η Ρουμάνα και να τον δει αν αυτός τη λήστεψε. Ο πρώτος κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι την επίδικη μέρα συνάντησε τον δεύτερο κατηγορούμενο στη Βιβλιοθήκη, ήπιαν μαζί 2-3 μπύρες και μετά πήγαν στον μώλο για περίπατο. Αφού ο δεύτερος κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο, η κοπέλα ήρθε προς το παράθυρο σε πολύ κοντινή απόσταση από τον ίδιο, ακούμπησε στην πόρτα και φαινόταν πολύ εκνευρισμένη και έτρεμε, σαν να είχε μαλώσει, και τα χέρια της ήταν κοκκινισμένα. Η κοπέλα του είπε για τα 40 ευρώ και ξενοδοχείο στα Ελληνικά, και ενώ του μιλούσε, ο δεύτερος κατηγορούμενος πήγε στην τουαλέτα. Ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είδε την κοπέλα να κρατά τσάντα, και ανέφερε ότι αυτή μόνο αυτή την κοπέλα είδε. Όταν τον συνέλαβε η αστυνομία, σε ένα γραφείο η κοπέλα τον έδειξε ως το πρόσωπο που τη λήστεψε. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του δεύτερου κατηγορούμενου, ο πρώτος κατηγορούμενος είπε ότι όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος πήγε στην τουαλέτα, αυτός και η κοπέλα ήταν μόνοι τους. Κατά την αντεξέταση του ο πρώτος κατηγορούμενος αναγνώρισε ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος βγήκε από το αυτοκίνητο, προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι τη στιγμή που έδινε την κατάθεση του δεν μπορούσε να θυμηθεί όλα όσα είχαν γίνει. Ο δεύτερος κατηγορούμενος έκανε 2-3 λεπτά μέχρι να επιστρέψει στο αυτοκίνητο, και ενώ αυτός έλειπε, ο πρώτος κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και στεκόταν εκεί δίπλα. Όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος επέστρεψε, αυτοί μπήκαν στο αυτοκίνητο και έφυγαν. Ο πρώτος κατηγορούμενος αναγνώρισε επίσης ότι για 3-4 μήνες πριν την επίδικη ημερομηνία, αυτός δεν εργαζόταν και τότε δεν κρατούσε χρήματα. Ακόμα ο πρώτος κατηγορούμενος αναγνώρισε τη Μ.Κ.2 ως την κοπέλα που πήγε στο αυτοκίνητο και ζητούσε τα 40 ευρώ, και όταν αυτός δεν της τα έδωσε, αυτή άρχισε να φωνάζει στα Ρουμάνικα και έφυγε. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν ακόμα εκεί όταν η κοπέλα ζητούσε τα χρήματα, ενώ όταν αυτός επέστρεψε από την τουαλέτα, η κοπέλα ύβριζε και ήταν λίγο μακριά για να πει αμέσως μετά όχι μακριά αλλά πολύ κοντά. Τέλος, ο πρώτος κατηγορούμενος αρνήθηκε επίμονα ότι τα γεγονότα έγιναν όπως τα περιέγραψε η Μ.Κ.2, λέγοντας ότι είπε την αλήθεια. Ακόμα αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να διαφοροποιήσει το περιεχόμενο της κατάθεσης του για να βοηθήσει τον δεύτερο κατηγορούμενο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε τα ακόλουθα. Την επίδικη μέρα πήγε μπροστά από τη Βιβλιοθήκη και είδε εκεί τον πρώτο κατηγορούμενο. Πήγαν και ήπιαν μπύρες στο Κάνικα και ακολούθως πήγαν στον μώλο για περίπατο. Όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο, ήρθε μία κοπέλα μπροστά από την πόρτα του οδηγού και έβαλε τα χέρια της εκεί, και της είπε «πόσα θέλεις» και αυτή απάντησε 40 ευρώ για σεξ και 40 ευρώ για ξενοδοχείο, τα χέρια της ήταν κόκκινα, ήταν νευριασμένη και φώναζε, ύβριζε στα Ρουμάνικα. Δεν κρατούσε τίποτα πάνω της. Ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε στον πρώτο να τον περιμένει να πάει στην τουαλέτα, και τότε αυτός γύρισε μετά από 2 λεπτά, έφυγαν, πήρε τον πρώτο κατηγορούμενο στο σπίτι του και ακολούθως πήγε και ίδιος στο σπίτι του. Στην αντεξέταση του ο δεύτερος κατηγορούμενος αρχικά δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την κατάθεση του, λέγοντας ότι δεν την υπέγραφε μέχρι να έρθει ο δικηγόρος του, αλλά τελικά την αναγνώρισε όπως και τις υπογραφές του επί αυτής. Ερωτηθείς γιατί στην κατάθεση του ο δεύτερος κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο λόγος που πήγαν στον μώλο ήταν για να πάει στην τουαλέτα, και όχι για να πάνε περίπατο, όπως ισχυρίστηκε στην προφορική του μαρτυρία, αυτός απάντησε ότι σταμάτησαν εκεί και πήγε στην τουαλέτα. Η κοπέλα ήρθε ζητώντας 40 ευρώ για σεξ και 40 ευρώ για ξενοδοχείο, αυτοί της είπαν όχι, η κοπέλα ύβριζε, ο δεύτερος κατηγορούμενος πήγε στην τουαλέτα και όταν επέστρεψε, είπε στον πρώτο κατηγορούμενο να φύγουν. Ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε ότι είχαν κάτι ρέστα και της είπε ότι δεν θα της έδιναν χρήματα και αν ήθελε να της κερνούσαν ένα ποτό. Όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, αυτή άρχισε να βρίζει και όταν επέστρεφε, αυτή ύβριζε και έφευγε. Ο πρώτος κατηγορούμενος βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο, και ο δεύτερος κατηγορούμενος του είπε να φύγουν. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στον δεύτερο κατηγορούμενο ότι στην κατάθεση του παρουσιάζει διαφορετική χρονική σειρά των γεγονότων, καθότι πρώτα πήγε στην τουαλέτα, ο πρώτος κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να περπατά, και μετά έγινε η συνάντηση με την κοπέλα, και μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος μιλούσε με κοπέλες και του έγνεψε με το χέρι του να πάει κοντά του, επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος δεν στεκόταν δίπλα από το αυτοκίνητο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε ότι τα όσα ανέφερε είναι αλήθεια, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν μιλούσε με κοπέλες αλλά μία κοπέλα, και ότι όταν επέστρεψε, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και κάθισε εκεί, ο πρώτος κατηγορούμενος βρισκόταν δίπλα από την πόρτα και ο δεύτερος κατηγορούμενος του είπε να μπει μέσα και να φύγουν. Ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε ότι την επίδικη ημερομηνία δεν εργαζόταν, από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Ιούλιο εργαζόταν μόνο περιστασιακά, τα χρήματα για τις μπύρες του τα έδωσε ο πατέρας του και διέμενε με τον αδελφό του. Τώρα έχει βρει εργασία. Τέλος, ο δεύτερος κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι η κοπέλα κρατούσε τσάντα και ότι αυτοί τη λήστεψαν, και ακόμα είπε ότι δεν αντιλήφθηκε η κοπέλα αυτή να είναι έγκυος. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την πλευρά της, και ειδικότερα αυτή της Μ.Κ.2, είναι καθόλα αξιόπιστη. Ο κ. Αργυρού εξέφρασε τη θέση ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.2 συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 και ακόμα αυτή του Μ.Κ.5, ενώ οι κατηγορούμενοι περιέπεσαν σε πάμπολλες αντιφάσεις και ο πρώτος κατηγορούμενος προσπάθησε να προσαρμόζει τη μαρτυρία του για να είναι σύμφωνη με αυτή του δεύτερου κατηγορούμενου. Ο κ. Αργυρού κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχους τους κατηγορούμενους στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ανέλυσαν τη μαρτυρία που προσάχθηκε για την Κατηγορούσα Αρχή και εισηγήθηκαν ότι αυτή δεν είναι ικανή για να αποδείξει και τις δύο κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων. Και οι δύο συνήγοροι υπεράσπισης έθιξαν πολλά σημεία που κατά την εισήγηση τους καθιστούν τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αδύναμη και καταδεικνύουν τα εκδικητικά κίνητρα της Μ.Κ.2 στο να προβεί στην καταγγελία εναντίον των δύο κατηγορουμένων. Το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με όλα τα θέματα που ήγειρε η υπεράσπιση στο κατάλληλο στάδιο. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αρχικά αναφέρω ότι η Μ.Κ.1 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και γενικά έπεισε για την αλήθεια των όσων έλεγε. Η Μ.Κ.1 ήταν άμεση στις απαντήσεις της, η μαρτυρία της στο σύνολο της παρουσιάζει σταθερότητα και συνέπεια, και η ίδια φάνηκε αντικειμενική και ανεξάρτητη στην αφήγηση των γεγονότων, παρά τη φιλική της σχέση με τη Μ.Κ.2, καθότι αυτή ήταν ξεκάθαρη ότι δεν είδε τα πρόσωπα των δραστών και δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει οποιονδήποτε από αυτούς. Ακόμα η θέση της ότι η ίδια δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της τσάντας της Μ.Κ.2, και ειδικότερα ότι δεν είδε κατά πόσο κάποιος πήρε τη τσάντα της Μ.Κ.2 ή πού ακριβώς αυτή κτυπήθηκε, καταδεικνύουν την ειλικρίνεια της μάρτυρα, η οποία ήθελε να αποκαλύψει τα γεγονότα όπως ακριβώς αυτά περιέπεσαν στην αντίληψη της. Επομένως, η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η Μ.Κ.2 επίσης δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Το περιεχόμενο της κατάθεσης της συνάδει πλήρως με την υπόλοιπη προφορική της μαρτυρία, τόσο κατά την κύρια εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της, και αυτή παρέμεινε σταθερή και ιδιαίτερα σαφής στην αφήγηση των γεγονότων. Η Μ.Κ.2 απαντούσε με ευθύτητα και ετοιμότητα σε όλες τις απαντήσεις που της υποβλήθηκαν, επέμενε στις θέσεις της αντικρούοντας τις εισηγήσεις της υπεράσπισης, και δίνοντας όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις για να υποστηρίξει τη θέση της χωρίς να αποφύγει απαντήσεις που δεν βοηθούσαν πάντοτε τη δική της θέση. Ενδεικτικό της στάσης της αυτής είναι το γεγονός ότι η Μ.Κ.2 δεν δίστασε να αναφέρει ότι ο φωτισμός εκεί δεν ήταν ικανοποιητικός αλλά εν όψει της στενής οπτικής επαφής με τον πρώτο κατηγορούμενο και της όλης συμπεριφοράς του έναντι της, αυτή τον θυμόταν πολύ καλά. Η μαρτυρία της Μ.Κ.1 συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, εκτός από το σημείο για το πού βρισκόταν η Μ.Κ.2 σε σχέση με τη Μ.Κ.1 και την άλλη φίλη της όταν έγινε το συμβάν. Η Μ.Κ.1 είπε ότι αυτή προχωρούσε ενώ νομίζει ότι η Μ.Κ.2 σταμάτησε για να μιλήσει στο τηλέφωνο, ενώ η Μ.Κ.2 είπε ότι η Μ.Κ.1 και η άλλη κοπέλα ήταν πίσω της επειδή αυτή μιλούσε στο τηλέφωνο. Θεωρώ ότι αυτό το θέμα δεν είναι ουσιώδες για τα γεγονότα της υπόθεσης, καθότι σημασία έχει το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Μ.Κ.2 βρισκόταν μόνη της και απομακρύνθηκε λίγο από τις φίλες της για να μιλήσει στο τηλέφωνο, για το οποίο και οι δύο μάρτυρες συμφωνούν, με αποτέλεσμα να θεωρώ ότι δεν είναι σημαντικό ποια προηγείτο της άλλης. Άλλωστε, οι Μ.Κ.1 και 2 δίνουν πλήρη περιγραφή των γεγονότων που συνάδει μεταξύ τους, ακόμα και σε κάποιες λεπτομέρειες, όπως η αναφορά στον ηλικιωμένο κύριο που προσέτρεξε για βοήθεια τους. Επίσης, για το θέμα της αναγνώρισης του πρώτου κατηγορούμενου, η Μ.Κ.2 ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματική, εκφράζοντας τη βεβαιότητα της για την αναγνώριση του πρώτου κατηγορούμενου, στην οποία προέβη χωρίς ενδοιασμό ή επιφύλαξη. Η αναγνώριση της δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση καθότι ο πρώτος κατηγορούμενος έθεσε εαυτόν στο γραφείο του ΤΑΕ όπου τον υπέδειξε και αναγνώρισε η Μ.Κ.2, ενώ ταυτόχρονα οι δύο κατηγορούμενοι τοποθετούν εαυτούς στη σκηνή και μάλιστα σε επαφή με τη Μ.Κ.
- Στο σημείο αυτό επιθυμώ να σχολιάσω τη θέση του συνηγόρου του δεύτερου κατηγορούμενου που υποβλήθηκε βέβαια στον Μ.Κ.4, ότι η ώρα που αυτός θέτει τους δύο κατηγορούμενους στο επίδικο μέρος δεν συνάδει με την ώρα που οι Μ.Κ.1 και 2 ισχυρίζονται ότι έγινε το επεισόδιο. Με βάση την κατάθεση του δεύτερου κατηγορούμενου, την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου, οι δύο κατηγορούμενοι συναντήθηκαν στη Βιβλιοθήκη γύρω στις 7 το απόγευμα, επομένως η περιγραφή του ίδιου των γεγονότων που ακολούθησαν μέχρι και τη μετάβαση του στον μώλο δεν είναι αντίθετη αλλά συνάδει με τον χρονικό προσδιορισμό του επεισοδίου από τις Μ.Κ.1 και
- Ο πρώτος κατηγορούμενος δεν καθορίζει την ώρα στη δική του κατάθεση, που πάλι αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του, παρά μόνο αναφέρει ότι συνάντησε τον δεύτερο κατηγορούμενο στη Βιβλιοθήκη το απόγευμα, και από εκεί παρέμειναν μαζί και οι κινήσεις τους συμβαδίζουν. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε τη γνώση της Μ.Κ.2 της Αγγλικής γλώσσας και ειδικότερα την περιγραφή των γεγονότων με συγκεκριμένη αναφορά στη διαφορά της ερμηνείας της λέξης «τσάντα» και «purse» που περιέχεται στα Έγγραφα3 Α και 3 Β, για να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της. Δεν υιοθετώ αυτό τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, καθότι η Μ.Κ.2 αναφέρεται στη τσάντα της στην κατάθεση της στα Αγγλικά ως «bag», Έγγραφο 2 Α, ήταν ιδιαίτερα σαφής στην περιγραφή της τσάντας της κατά τη μαρτυρία της, ότι πρόκειται για ένα μικρό τσαντάκι, και επομένως θεωρώ ότι η χρήση της λέξης «purse» δεν διαφοροποιεί την περιγραφή αυτής η επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της μάρτυρα. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η Μ.Κ.2 ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.3 δημιούργησε θετική εντύπωση προς το Δικαστήριο καθότι η μαρτυρία του περιορίζεται στις ενέργειες του στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, και ο Μ.Κ.3 δεν θυμόταν επακριβώς το περιεχόμενο της κατάθεσης της Μ.Κ.2, παρά μόνο όταν τη συμβουλεύτηκε ήταν σε θέση να δώσει σαφείς και ακριβείς απαντήσεις. Αυτό δικαιολογεί και τη δική του αναφορά ότι η Μ.Κ.2 κατάγγειλε την κλοπή του κινητού της τηλεφώνου και άλλων αντικειμένων της, τονίζοντας και πάλι ότι το αναφέρει στον βαθμό που ήταν σε θέση να θυμηθεί. Επίσης, η μαρτυρία του Μ.Κ.3 δεν αντικρούστηκε ή αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ο Μ.Κ.4 με τη σειρά του και πάλι άφησε καλή εικόνα προς το Δικαστήριο, καθότι η μαρτυρία του εστιάστηκε στις δικές του ενέργειες ως εξεταστή της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι αυτός και ο Μ.Κ.3 έλεγξαν τον χώρο της επίχωσης για τυχόν εντοπισμό της τσάντας ή άλλων τεκμηρίων, και στο σημείο αυτό παρατηρείται αντίφαση μεταξύ των δύο αυτών μαρτύρων. Ο μεν Μ.Κ.3 είπε ότι έλεγξαν μόνο τον πρώτο χώρο στάθμευσης δίπλα από το καφέ, γιατί πρωταρχικό τους μέλημα ήταν να εντοπίσουν τους δράστες, κάτι το οποίο έγινε κατορθωτό, ενώ ο Μ.Κ.4 είπε ότι έλεγξαν ολόκληρο τον χώρο της επίχωσης. Η εν λόγω διαφοροποίηση στη μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων δεν είναι τέτοια που να επηρεάζει την αξιοπιστία τους, καθότι η μαρτυρία τους ουσιαστικά αφορά τις ενέργειες που καταγράφονται στις καταθέσεις τους, και οι οποίες ουδόλως αμφισβητήθηκαν, και αποτελεί κοινό έδαφος των δύο αυτών μαρτύρων ότι προέβησαν σε κάποιες επιτόπιες εξετάσεις, όμως η έκταση τους δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον στόχος της αστυνομίας ήταν ο εντοπισμός και η σύλληψη των δραστών. Άλλωστε δεν έχει διαφανεί ότι αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο μαρτύρων επηρέασε αρνητικά με οποιονδήποτε τρόπο το ανακριτικό έργο της αστυνομίας, ή ακόμα ότι πλήττει καίρια την αξιοπιστία τους. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων είναι αξιόπιστη και την αποδέχομαι με την επιφύλαξη που αναφέρεται πιο πάνω αναφορικά με την έκταση των επιτόπιων ερευνών της αστυνομίας στη σκηνή. Η Μ.Κ.5 κρίνεται εμπειρογνώμονας και ειδική να καταθέσει για το αποτέλεσμα της ιατρικής εξέτασης που έκανε στη Μ.Κ.2, λόγω της ιδιότητας της, κάτι το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε. Τα ευρήματα και η μαρτυρία της γίνονται πλήρως αποδεκτά από το Δικαστήριο καθότι αυτά παρέμειναν αναντίλεκτα, και η υπεράσπιση δεν τα αμφισβήτησε αλλά περιορίστηκε σε κάποιες ερωτήσεις στις οποίες η μάρτυρας, αν και όχι ειδική, έδωσε τη δική της εκτίμηση με βάση τα προσόντα και την πείρα της. Σε αυτό το σημείο θεωρώ ότι η απάντηση της μάρτυρα για το θέμα της αμνησίας είναι ικανοποιητική για το Δικαστήριο και δεν αφήνει πιθανότητα για την πρόκληση αμνησίας στη Μ.Κ.2 λόγω της επίθεσης που δέχθηκε, και εν πάση περιπτώσει το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρεί τέτοιο ενδεχόμενο. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Τέλος, η μαρτυρία του Μ.Κ.6 κρίνεται επίσης αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.6 κατέθεσε για τη διενέργεια της αναγνώρισης του πρώτου κατηγορούμενου από τη Μ.Κ.2, η ενέργεια του αυτή επιβεβαιώνεται στο Ημερολόγιο Ενεργείας που συνέταξε και το οποίο δίνει πλήρη περιγραφή της όλης διαδικασίας που ακολουθήθηκε και τη συγκατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου σε αυτή. Άλλωστε η αναφορά του Μ.Κ.6 για τη στάση του πρώτου κατηγορούμενου για το θέμα επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον πρώτο κατηγορούμενο τόσο την κατάθεση του, που υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του, όσο και κατά την προφορική του μαρτυρία. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πρόσφερε αξιόπιστη μαρτυρία στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η οποία γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο, το οποίο διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες για την ειλικρίνεια του. Αρχικά αναφέρω ότι παρατηρούνται αρκετές αντιφάσεις μεταξύ του περιεχομένου της κατάθεσης του που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του και της προφορικής του μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι μετά που ήπιαν τις μπύρες στο Κάνικα, έφυγαν για να πάρει ο δεύτερος κατηγορούμενος τον πρώτο στο σπίτι του, κατά τη μαρτυρία του είπε ότι μετά που ήπιαν τις μπύρες πήγαν στον μώλο για να περπατήσουν. Στην κατάθεση του ο πρώτος κατηγορούμενος αναφέρει ότι απλώς σταμάτησαν στον μώλο, και αφού αυτός αρνήθηκε να πληρώσει χρήματα στην κοπέλα, της είπαν να την κεράσουν ένα ποτό, κάτι το οποίο παραλείπεται εντελώς από την προφορική του μαρτυρία. Η πιο ουσιώδης αντίφαση αφορά τη μετάβαση του δεύτερου κατηγορούμενου στην τουαλέτα, που αναφέρθηκε κατά την προφορική του μαρτυρία και ουδόλως περιέχεται στην κατάθεση του, στην οποία γίνεται αναφορά ότι αφού η κοπέλα άρχισε να βρίζει, ο δεύτερος κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο του και έφυγε. Η δικαιολογία που πρόβαλε για την παράλειψη αυτή, ότι δηλαδή εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να τα θυμηθεί όλα, δεν πείθει το Δικαστήριο, καθότι τα γεγονότα δεν ήταν τόσο πολύπλοκα και κυρίως αυτή η ενέργεια του δεύτερου κατηγορούμενου ήταν σημαντική έτσι ώστε να αναμενόταν από τον πρώτο κατηγορούμενο να τη θυμηθεί και να την αναφέρει κατά τη λήψη της κατάθεσης του. Ακόμα, και πάλι για πρώτη φορά ο πρώτος κατηγορούμενος αναφέρει ότι και ο ίδιος βγήκε από το αυτοκίνητο, ενώ η κατάθεση του δεν περιέχει τέτοιο ισχυρισμό. Επίσης, ακόμα ένα σημαντικό στοιχείο που παραλείπεται στην κατάθεση του και προβάλλεται για πρώτη φορά κατά την προφορική του μαρτυρία αφορά την κατάσταση της κοπέλας, που περιγράφεται ως νευριασμένη και με κοκκινισμένα χέρια. Ούτε αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως λεπτομέρεια που μπορούσε να διαφύγει της μνήμης του πρώτου κατηγορούμενου ότι αφηγήθηκε τα γεγονότα στην αστυνομία. Άλλωστε, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο πρώτος κατηγορούμενος βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση που να μπορούσε να ξεχάσει να αναφέρει όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Οι δύο τελευταίες αντιφάσεις πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του, καθότι αυτές αφορούν ουσιώδη σημεία της υπόθεσης. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος φάνηκε αντιφατικός κατά το στάδιο της προφορικής του μαρτυρίας αναφορικά με το θέμα της χρονικής στιγμής που ο δεύτερος κατηγορούμενος επέστρεψε από την τουαλέτα σε σχέση με τη συμπεριφορά της κοπέλας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δημιουργούν την πεποίθηση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν απεκάλυψε την αλήθεια, με σκοπό να βοηθήσει τη θέση του και να αποποιηθεί ευθύνης. Την ίδια εντύπωση προκάλεσε και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος και πάλι πρόβαλε αντικρουόμενες και διαφορετικές εκδοχές μεταξύ της κατάθεσης του και της προφορικής του μαρτυρίας. Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του ότι πήγαν στο πάρκιγκ του μώλου για να πάει τουαλέτα, στην προφορική του μαρτυρία επέμενε ότι πήγαν εκεί για να περπατήσουν. Στην κατάθεση του ο δεύτερος κατηγορούμενος θέτει χρονικά πρώτα το ότι πήγε στην τουαλέτα και με την επιστροφή του τη συνάντηση με την κοπέλα, ενώ κατά την προφορική του μαρτυρία θέτει τα εν λόγω γεγονότα με ακριβώς την αντίστροφή σειρά. Στην κατάθεση του ο δεύτερος κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να περπατά, ενώ στην προφορική του μαρτυρία είπε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απλώς κατέβηκε από το αυτοκίνητο και στεκόταν δίπλα από αυτό. Στην κατάθεση του ο δεύτερος κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μιλούσε με κάτι κοπέλες, θέση την οποία αναίρεσε στην προφορική του μαρτυρία λέγοντας ότι αυτός μιλούσε μόνο με μία κοπέλα. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος διαφοροποίησε τη θέση που αναγράφεται στην κατάθεση του κατά τη μαρτυρία του, λέγοντας ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν τον έγνεψε να πάει κοντά του, αλλά αυτός του έκανε σήμα να μπουν μέσα στο αυτοκίνητο και να φύγουν. Πέραν της αντίφασης για το θέμα της χρονικής σειράς των γεγονότων, σημαντική επίσης αντίφαση παρατηρείται και για τη συμπεριφορά της κοπέλας. Στην κατάθεση του ο δεύτερος κατηγορούμενος αναφέρει ότι αυτή στεκόταν και μιλούσε με τον πρώτο κατηγορούμενο ενώ ήταν και οι δύο έξω από το αυτοκίνητο, ενώ κατά τη μαρτυρία του είπε ότι ενώ ήταν και οι δύο κατηγορούμενοι εντός του αυτοκινήτου, αυτή πλησίασε το παράθυρο του οδηγού και τους έκανε την πρόταση για τα 40 ευρώ. Είναι πρόδηλο ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν παρουσίασε μία σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων και η μαρτυρία του παρουσιάζει πληθώρα σοβαρών αντιφάσεων έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να τη δεχθεί ως αξιόπιστη. Από την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο κατηγορουμένων διαφαίνονται περαιτέρω ξεκάθαρα οι αντιφάσεις μεταξύ των καταθέσεων τους και ακόμα μεταξύ της προφορικής τους μαρτυρίας. Αυτές οι αντιφάσεις στις καταθέσεις των κατηγορουμένων αφορούν τον σκοπό της μετάβασης τους στον μώλο, τη χρονική σειρά των γεγονότων, τη συμπεριφορά του πρώτου κατηγορούμενου, τον αριθμό των κοπέλων που βρέθηκαν στο μέρος, τη συμπεριφορά της κοπέλας που ζήτησε χρήματα για αγοραίο έρωτα, και ακόμα την ίδια την πρόταση που τους έκανε. Αυτή η εικόνα που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από την όλη στάση και συμπεριφορά των δύο κατηγορουμένων και το σύνολο της μαρτυρίας τους, όπως σχολιάζεται πιο πάνω, δημιουργεί την πεποίθηση προς το Δικαστήριο ότι οι δύο κατηγορούμενοι προσπάθησαν να φτιάξουν μία κοινή γραμμή υπεράσπισης με κοινή εκδοχή των γεγονότων, προσαρμόζοντας ο καθένας τη μαρτυρία του για να συνάδει με του άλλου, η οποία όμως δεν έπεισε το Δικαστήριο για το γνήσιο των θέσεων τους αλλά αντίθετα ενδυναμώνει τη θέση του ότι αυτοί ήθελαν να αποκρύψουν την αλήθεια και να βοηθήσουν την υπεράσπιση τους. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, και στηριζόμενη στη μαρτυρία που προσάχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή την οποία αποδέχθηκα ως αξιόπιστη, τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τα ακόλουθα. Στις 16.2.2012, και ώρα 21.15, οι Μ.Κ.1 και 2 περπατούσαν μαζί ακόμα μία φίλη τους στην περιοχή του μώλου, στο πρώτο πάρκιγκ κοντά στο καφέ. Ενώ η Μ.Κ.2 περπατούσε μπροστά από τις φίλες της, περίπου 5 μέτρα, και μιλούσε στο κινητό, καθώς διασταύρωνε το πάρκιγκ με σκοπό να πάει στην παραλία, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα της και ο συνοδηγός βγήκε έξω και περπάτησε γρήγορα προς την ίδια. Όταν ήρθε κοντά της, της έδωσε μία γροθιά στο πρόσωπο και αφού την άρπαξε από τα μαλλιά, την κτύπησε σε ένα αυτοκίνητο δίπλα της. Αυτή κτύπησε με το μέτωπο στο αυτοκίνητο. Άρχισε να ουρλιάζει και να καλεί σε βοήθεια. Μετά της άρπαξε την τσάντα και μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε μακριά. Οι φίλες της έγραψαν τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου, αλλά η ίδια δεν τους είδε. Η κλοπιμαία τσάντα ήταν μία μικρή δερμάτινη τσάντα χρώματος μπλε αξίας 20 ευρώ, και μέσα είχε το ποσό των 115 ευρώ σε χαρτονομίσματα των 10, 20 και 50, και καλλυντικά αξίας 50 ευρώ. Ένας ηλικιωμένος άντρας περνούσε από κοντά τους και άκουσε τα ουρλιακτά τους και έτρεξε να τις βοηθήσει. Ο οδηγός του αυτοκινήτου βγήκε έξω να τον δέρει και έτσι αυτός έτρεξε μακριά. Το όλο επεισόδιο διήρκησε ούτε 5 λεπτά. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω αυτοκίνητο φέρει αρ. εγγραφής DBA 458, είναι ιδιοκτησίας του Γεώργιου Κονοσίδη, αδελφού του δεύτερου κατηγορούμενου, ο οποίος εδώ και ένα χρόνο φιλοξενεί τον αδελφό του στο σπίτι όπου αυτός διαμένει με την οικογένεια του, και κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτό οδηγείτο από τον δεύτερο κατηγορούμενο με συνοδηγό τον πρώτο κατηγορούμενο. Ακολούθως οι Μ.Κ.1 και 2 πήγαν στην αστυνομία να καταγγείλουν το συμβάν. Συγκεκριμένα, στις 17.2.2012 και μεταξύ των ωρών 00.20-00.40 στο ΤΑΕ Λεμεσού, ο Μ.Κ.3 έλαβε στην Αγγλική γλώσσα γραπτή κατάθεση από τη Μ.Κ.2 στην οποία του υπέβαλε το παράπονο της για τη ληστεία. Ο Μ.Κ.4 ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και στις 17.2.2012 και στις 01.05 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Γεώργιο Κονοσίδη, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν οδηγεί το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DBA
- Διαπιστώθηκε ότι την ώρα της ληστείας το εν λόγω όχημα οδηγείτο από τον δεύτερο κατηγορούμενο, και έτσι ο Γεώργιος Κονοσίδης αφέθηκε ελεύθερος. Μεταξύ των ωρών 01.10-01.20 ο Μ.Κ.3 μαζί με τον Μ.Κ.4, στην παρουσία των Γεώργιου Κονοσίδη και του δεύτερου κατηγορούμενου, διενήργησε έρευνα στο διαμέρισμα όπου διαμένουν τα εν λόγω πρόσωπα και στο προαναφερόμενο όχημα χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Ο Μ.Κ.3 μαζί με τον Μ.Κ.4 επίσης επισκέφθηκαν τη σκηνή του αδικήματος και διενήργησαν έρευνες στην περιοχή της παραλιακής επίχωσης, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε. Ακολούθως ο Μ.Κ.4 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον δεύτερο κατηγορούμενο, Τεκμήριο 2 στη Ρωσική γλώσσα και Τεκμήριο 3 η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά. Ο Μ.Κ.4 συνέλαβε τον δεύτερο κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται, ο Μ.Κ.4 τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του και αυτός υπέγραψε το σχετικό έντυπο. Εν τω μεταξύ η Μ.Κ.2 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου έτυχε ιατρικής εξέτασης από τη Μ.Κ.5 στις 17.2.2012 και ώρα 23.
- Όπως αναφέρεται στο Ιατρικό Πιστοποιητικό που ετοίμασε η Μ.Κ.5, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι άγνωστο άτομο την τράβηξε από τα μαλλιά και ότι έχει κεφαλαλγία. Κατά την εξέταση της, η νευρολογική εξέταση της ήταν φυσιολογική και είχε ερυθρότητες στα δύο χέρια από μία εστία. Δεν εντοπίστηκαν εξωτερικές κακώσεις σε σχέση με την κεφαλαλγία, της δόθηκε αναλγητικό, οδηγίες και απελύθη. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.2, είναι απίθανο κάποιο άτομο που το τραβούν από τα μαλλιά να έχει σημάδι ή να πάθει αμνησία. Με βάση τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, βρίσκω επίσης ότι οι ερυθρότητες στα χέρια της προκλήθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο. Στις 19.2.2012, αφού κλήθηκε για ανάκριση ο πρώτος κατηγορούμενος για ανάκριση, συνελήφθη από τον Μ.Κ.4 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού ο Μ.Κ.4 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν έκανε τίποτε, και ο Μ.Κ.4 τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του και αυτός υπέγραψε το σχετικό έντυπο. Ο Μ.Κ.4 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, Τεκμήριο 4 στη Ρωσική γλώσσα και Τεκμήριο 5 η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά. Στις 19.2.2012 και ώρα 14.00, με τη βοήθεια της διερμηνέα, ο Μ.Κ.6 πληροφόρησε τον πρώτο κατηγορούμενο ότι προτίθεται να κάνει αναγνωριστική παράταξη προσώπων και αφού του εξήγησε τη διαδικασία και τα δικαιώματα του, του ζήτησε όπως λάβει μέρος σε αυτή και ότι είναι προς το συμφέρον του. Ο πρώτος κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση και προτιμούσε όπως οποιοιδήποτε μάρτυρες τον δουν στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού. Του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και του λέχθηκε ότι η διαδικασία δυνατό να χρησιμοποιηθεί εναντίον του ενώπιον Δικαστηρίου, και αυτός απάντησε «Να έρθει να με δει». Στις 14.10, στο ΤΑΕ βρισκόταν η Μ.Κ.2, την οποία ο Μ.Κ.6 πληροφόρησε στα Αγγλικά ότι στο διπλανό γραφείο βρισκόταν ένα άτομο το οποίο δυνατό να ήταν ή δυνατό να μην ήταν το πρόσωπο που της έκλεψε την τσάντα. Ακολούθως, η Μ.Κ.2 μετέβη στο διπλανό δωμάτιο, όπου βρισκόταν ο πρώτος κατηγορούμενος, και στην παρουσία του αστ. 1942 και της διερμηνέα, αυτή τον υπέδειξε ως το άτομο που της είχε κλέψει την τσάντα. Ο Μ.Κ.6 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, και αυτός απάντησε «Δεν ήταν αυτή η κοπέλα με την οποία μίλησα στον μώλο». Ο Μ.Κ.6 κατέγραψε την όλη διαδικασία της αναγνώρισης στο Ημερολόγιο Ενεργείας, Έγγραφο
- Στο σημείο αυτό επιθυμώ να αναφέρω ότι η διαδικασία αναγνώρισης του πρώτου κατηγορούμενου έγινε καθ΄ όλα νομότυπα. Αφού εξηγήθηκαν πλήρως στον πρώτο κατηγορούμενο όλα τα δικαιώματα του σε σχέση με την εν λόγω διαδικασία από τον Μ.Κ.6, και αυτός επέλεξε τη διαδικασία αναγνώρισης του στα γραφεία του ΤΑΕ και όχι τη διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης, η Μ.Κ.2 τότε μετέβη στα εν λόγω γραφείο αφού της εξηγήθηκε με επάρκεια και σαφήνεια ότι είναι δυνατό ή μη δυνατό το πρόσωπο που θα έβλεπε να μην ήταν ο δράστης της ληστείας. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η όλη διαδικασία αναγνώρισης του πρώτου κατηγορούμενου έγινε χωρίς επηρεασμό της Μ.Κ.2 με ώθηση της να προβεί οπωσδήποτε στην αναγνώριση του πρώτου κατηγορούμενου. Άλλωστε, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, η όλη διαδικασία δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία καθότι αποτελεί κοινό έδαφος από τις δύο πλευρές η συνάντηση των κατηγορουμένων με τη Μ.Κ.2 στον μώλο την επίδικη μέρα. Αναφορικά με το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, αυτό συντελείται από τη στιγμή που 2 ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να πετύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Για τη συμπλήρωση του αδικήματος το μόνο που είναι απαραίτητο είναι να υπάρχει συμφωνία μεταξύ αυτών που συνωμοτούν για την επίτευξη οπουδήποτε από τους προαναφερόμενους στόχους. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 και Eminyet κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 216. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 2009, σελ. 3000, παρ, 33-14, η συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί με τον συνήθη τρόπο ή με την απόδειξη τέτοιων συνθηκών από τις οποίες οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) μπορούν να το συμπεράνουν. Επίσης αναφέρεται ότι «Proof of the existence of a conspiracy is generally a "matter of inference, deduced from certain criminal acts of the parties accused, done in pursuance of an apparent criminal purpose in common between them".» Περαιτέρω, για το αδίκημα της συνομωσίας θα πρέπει να αποδειχθεί και η ένοχη σκέψη. Το ακόλουθο απόσπασμα από το ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 3001, παρ. 33-15, είναι διαφωτιστικό: «Mens rea is an essential element in conspiracy only in that there must be an intention to be a party to an agreement to do an unlawful act. In R. v. Anderson
(1986)A.C. 27, Lord Bridge said: "But beyond the mere fact of agreement, the necessary mens rea of the crime is, in my opinion, established if, and only if, it is shown that the accused when he entered into the agreement, intended to play some part in the agreed course of conduct in furtherance of the criminal purpose which the agreed course of conduct was intended to achieve. Nothing less will suffice; nothing more is required" (at p. 39E).» Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η ένοχη σκέψη για τη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος δεν υποστηρίζει απαραίτητα και την κατηγορία για συνομωσία προς διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Σχετικά παραπέμπω στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 3002, παρ. 33-18. Σύμφωνα με το άρθρο 282 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, «Όποιος κλέβει κάτι και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής, χρησιμοποιεί ή απειλεί να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας, με σκοπό απόκτησης ή κατακράτησης εκείνου που εκλάπηκε ή με σκοπό αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού, είναι ένοχος του κακουργήματος της ληστείας». Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία αναφορικά με συμφωνία μεταξύ των δύο κατηγορουμένων προς τη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας. Επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει στην περιστατική μαρτυρία και να την αξιολογήσει για να καταλήξει κατά πόσο στοιχειοθετείται το εν λόγω αδίκημα στον απαιτούμενο βαθμό. Σχετικές επί του θέματος αξιολόγησης περιστατικής μαρτυρίας είναι οι υποθέσεις Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, Γεωργίου άλλως Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, Τίτος κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331, και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Νικολάου, Ποινική Έφεση αρ. 212/2009, ημερ. 10.11.
- Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η όλη συμπεριφορά των δύο κατηγορουμένων καταδεικνύει ότι αυτοί δεν πήγαν στον μώλο τυχαία αλλά με σκοπό τη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας. Δεν έχει διαφανεί ότι οι κατηγορούμενοι μετέβηκαν εκεί για οποιονδήποτε άλλο λόγο ή είχαν πρόθεση να κάνουν οτιδήποτε άλλο, αλλά αντίθετα αυτοί πήγαν στον χώρο στάθμευσης του μώλου και μόλις αντιλήφθηκαν τη Μ.Κ.2 να μένει μόνη ξεχωριστά από τις δύο φίλες της, ο πρώτος κατηγορούμενος ενήργησε με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω έναντι της Μ.Κ.
- Αμέσως μετά ο πρώτος κατηγορούμενος έτρεξε στο αυτοκίνητο και αμέσως οι δύο τους έφυγαν από τη σκηνή. Αυτή η συμπεριφορά τους οδηγεί στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι οι δύο κατηγορούμενοι ενήργησαν προσχεδιασμένα και βρίσκονταν σε συνεννόηση μεταξύ τους, και επομένως βρίσκονταν εκεί αφού συνωμότησαν να προβούν στον παράνομο αυτό σκοπό τους. Ο πρώτος κατηγορούμενος συμφώνησε με τον δεύτερο κατηγορούμενο να ληστέψουν τη Μ.Κ.2, και προς τούτο ο πρώτος κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος μόλις η Μ.Κ.2 απομακρύνθηκε λίγο και βρισκόταν μόνη της μιλώντας στο τηλέφωνο της, περπάτησε γρήγορα προς αυτή, της επιτέθηκε δίνοντας της μία γροθιά στο πρόσωπο και αφού την άρπαξε από τα μαλλιά, την κτύπησε σε ένα αυτοκίνητο δίπλα της. Αυτή κτύπησε με το μέτωπο στο αυτοκίνητο. Μετά της άρπαξε την τσάντα και μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγαν μακριά. Με αυτά τα δεδομένα, ο πρώτος κατηγορούμενος χρησιμοποίησε βία αμέσως πριν την κλοπή της τσάντας από τη Μ.Κ.2, ακριβώς για να την αποσπάσει από αυτή, και έκλεψε την τσάντα της Μ.Κ.2 με πρόθεση μόνιμη αποστέρησης της από την κάτοχο αυτής. Το γεγονός ότι η τσάντα δεν έχει ανευρεθεί δεν επηρεάζει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι υπεράσπισης εισηγήθηκαν ότι τόσο το περιεχόμενο όσο και η αξία των αντικειμένων που βρίσκονταν εντός της τσάντας και ακόμα η αξία αυτής δεν αποδείχθηκαν στον απαιτούμενο βαθμό. Όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, η αξία της κλαπείσας περιουσίας δεν αποτελεί συστατικό του αδικήματος της κλοπής. Εν τούτοις, αφού έχω αποδεχθεί τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 αποδέχομαι επίσης την αξία όπως αυτή την καθόρισε, και η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας, συμπεριλαμβανομένου επίσης του χρηματικού ποσού που υπήρχε σε αυτή, είναι αξίας 185 ευρώ. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η δεύτερη κατηγορία έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου. Αναφορικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο, βρίσκω ότι ο ρόλος του ήταν αυτός του συνεργού καθότι ο ίδιος οδήγησε τον πρώτο κατηγορούμενο στη σκηνή και παρέμεινε εκεί μέχρι την ολοκλήρωση του παράνομου σκοπού τους από τον πρώτο κατηγορούμενο, και μόλις ο τελευταίος ολοκλήρωσε τον σκοπό του αυτός μπήκε στο αυτοκίνητο και ο δεύτερος κατηγορούμενος έφυγε από εκεί. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον και των δύο κατηγορουμένων στον απαιτούμενο βαθμό αναφορικά και με τις δύο κατηγορίες. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινική / Απόφαση Αναφορά: Συνομωσία/Ληστεία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο