Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Στέλιος Χαριλάου , Αρ. Υπόθεσης: 13798/10, 4/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13798/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Στέλιος Χαριλάου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 04/07/2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Άγγελος Παφίτης. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες ως ακολούθως: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Kεφ. 154 και άρθρα 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε. 2η Κατηγορία: Οδήγηση Μηχανοκίνητου Οχήματος χωρίς ζώνη ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 15
(1), 17
(2), 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174 του
- Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στην πρώτη κατηγορία και παραδέχθηκε στη δεύτερη. Η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση για την πρώτη κατηγορία μόνο και η Κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστ. 2869 Αργύρη Αργυρού (Μ.Κ.1), τον Αν. Λοχία 3027 Ανδρέα Περικλέους (Μ.Κ.2) και τον Αστ. 2009 Αντώνη Αντωνίου (Μ.Κ.3). Επίσης, κατατέθηκε ως τεκμήριο Α έγγραφο με παραδεκτά γεγονότα εκ μέρους του κατηγορούμενου, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα όπως αναγράφονται στο πιο πάνω τεκμήριο έχουν ως ακολούθως: «Στις 21/06/2009 και περί ώρα 0945 o κατηγορούμενος Στέλιος Χαριλάου οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΤΚ 589 στον Αγροτικό δρόμο Ασγάτας - Καλαβασού με βόρεια κατεύθυνση, ο οποίος ενώνει δύο στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς, δηλαδή το στρατόπεδο «ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΤΣΑΡΗ» με το στρατόπεδο 681ΠΑΠ. Ο κατηγορούμενος οδηγώντας το πιο πάνω αναφερόμενο όχημα είχε ως συνοδηγό τον Κωνσταντίνο Αθηνή (θύμα) ηλικίας 18 ετών. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και το θύμα κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο ήταν στρατιώτες και υπηρετούσαν στο στρατόπεδο 681ΠΑΠ στην Καλαβασό και πορεύονταν για να παρουσιαστούν στο στρατόπεδο τους, ενώ και οι δύο δεν ήταν προσδεμένοι με ζώνες ασφαλείας. Από την ανατροπή οι επιβαίνοντες του αυτοκινήτου εκτινάχθηκαν από αυτό, με αποτέλεσμα ο Κωνσταντίνος Αθηνή να τραυματιστεί θανάσιμα και ο κατηγορούμενος σοβαρά. Το δε όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος υπέστη εκτεταμένες ζημιές. Η Μ.4 στο κατηγορητήριο Έλενα Χ΄΄Μηνά, νοσηλεύτρια των Α΄ Βοηθειών στο Γενικό Νοσοκομείο Λ/σου, παρέλαβε το θύμα από τη σκηνή του δυστυχήματος και με ασθενοφόρο τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λ/σου όπου τον παρέδωσε στη Μ-2 στο κατηγορητήριο Φαίδρα Ιωαννίδου, η οποία διαπίστωσε το θάνατο του και έκδωσε βεβαίωση θανάτου, που κατατίθεται ως τεκμήριο. Το θύμα απεγκλωβίστηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και αφού εξετάστηκε από τη νοσηλεύτρια διαπιστώθηκε ότι δεν είχε παλμό. Ο Μ.1 στο κατηγορητήριο Γιώργος Κλεόπα, είναι το πρώτο άτομο που έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος αφού ειδοποιήθηκε από τον πατέρα του κατηγορούμενου. Εκεί ο Μ.Κ.1 είδε στη μέση του δρόμου ακινητοποιημένο το αυτοκίνητο και τον κατηγορούμενο τραυματισμένο, να βρίσκεται έξω από το αυτοκίνητο κάτω από την πόρτα του οδηγού και να αιμορραγεί, ενώ το θύμα το βρήκε εγκλωβισμένο κάτω από το αυτοκίνητο και αφού του μίλησε και δεν ανταποκρινόταν, ακολούθως ειδοποίησε την Αστυνομία και το ασθενοφόρο. Τη σκηνή του δυστυχήματος επισκέφθηκε την ίδια μέρα και περί ώρα 1030 ο Μ-6 στο κατηγορητήριο Αστ. 1858 Μ. Μιχαήλ του Αστυνομικού Σταθμού Μονής, όπου σε συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο, αυτός του ανέφερε ότι οδηγούσε το πιο πάνω αναφερόμενο αυτοκίνητο. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 1500 - 1530 στην Τροχαία Λεμεσού, ο Μ.9 στο κατηγορητήριο Αν. Λοχίας 3027 Α. Περικλέους, έλεγξε μηχανικά το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ως προς το σύστημα πέδησης και οδήγησης και διαπίστωσε ότι τα δεξιά ελαστικά του οχήματος του ήταν σκασμένα από τη σύγκρουση και ανατροπή του αυτοκινήτου, ενώ και τα 4 ελαστικά ήταν σε καλή κατάσταση πριν το δυστύχημα. Οι αριστεροί υαλοπίνακες και ο υαλοπίνακας του οδηγού ήταν σπασμένος. Τόσο τα φρένα όσο και τα υγρά της μηχανής ήταν σε καλή κατάσταση. Στις 22/06/2009 και ώρα 1030 ο Μ.3 στο κατηγορητήριο Ιατροδικαστής Δρ. Νικόλας Χαραλάμπους στο Νεκροτομείο Λ/σου, διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου «ΒΑΡΙΑ ΚΡΑΝΙΟΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΚΑΚΩΣΗ ΩΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑ ΤΡΟΧΑΙΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ». Την αναγνώριση επί της σορού του θύματος κατά τη διάρκεια της νεκροψίας έκανε ο Μ.5 στο κατηγορητήριο Αθηνάκης Αθηνή, πατέρας του θύματος ενώ φωτογραφίες της σορού κατά τη διάρκεια της νεκροψίας έλαβε ο Μ.7 στο κατηγορητήριο Αστ. 2201 Αιμ. Νικολάου.» Επίσης, κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και η Βεβαίωση Θανάτου του θύματος (τεκμήριο 1). Πέραν των πιο πάνω παρατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή, στην ουσία, η ακόλουθη μαρτυρία: O M.K.1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεση την οποία έλαβε από τον κατηγορούμενο στις 21/06/2009 (τεκμήριο 2) και δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης. Σε αυτήν ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στις 21/06/2009 κατά η ώρα 0920 επέστρεψε στην Μονάδα του από έξοδο. Κατά η ώρα 0925 τον πήρε τηλέφωνο ο φίλος του ο Κωνσταντίνος και του είπε ότι ήταν στην πύλη και να πάει να τον πάρει. Αυτός πήγε με το αυτοκίνητο του το Honda στην πύλη του πυροβολικού και τον παρέλαβε. Κατά η ώρα 0940 ενώ επέστρεφαν στην Μονάδα και οδηγούσε ο ίδιος θυμάται να γυρίζει το αυτοκίνητο και ξύπνησε λίγα μέτρα μακριά από το αυτοκίνητο. Ειδοποίησε τον πατέρα του και αξιωματικούς του στρατού και τους ανέφερε το δυστύχημα. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο εξεταστής του δυστυχήματος και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την κατάθεση του, τεκμήριο
- Σε αυτή αναφέρει ότι στις 21/06/2009 και περί ώρα 1110 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος και ανέλαβε τη διερεύνηση του. Βρήκε το ενεχόμενο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΚ 589 στη τελική του θέση και όπως πληροφορήθηκε επέβαιναν σε αυτό δύο άτομα από τα οποία το ένα τραυματίστηκε θανάσιμα και το άλλο μεταφέρθηκε με το ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 4), το οποίο αργότερα μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακος 1:250 (τεκμήριο 5). Με την υπόδειξη του, ο Αστυφ. 2009 Α. Αντωνίου πήρε τις σχετικές φωτογραφίες της σκηνής (τεκμήριο 7). Το δυστύχημα αναφέρει, έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, το οδόστρωμα ήταν στεγνό όμως λόγω της κατασκευής του (αμμοχάλικα) πολύ ολισθηρό. Το όχημα υπέστη εκτεταμένες ζημιές σε όλες τις πλευρές αφού ανατράπηκε. Στις 10/08/09 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον Στέλιο Χαριλάου (τεκμήριο 6) στην οποία αναφέρει ότι ενώ οδηγούσε το όχημα του προς το στρατόπεδο κάτι αντελήφθη στη μέση του δρόμου μάλλον μικρό σκύλο και στην προσπάθεια του να τον αποφύγει έχασε τον έλεγχο και ανετράπη. Σε περαιτέρω εξέταση του, εξήγησε το σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 5). Σε αυτό απεικονίζεται ανέφερε, ένας Αγροτικός δρόμος με αμμοχάλικα του οποίου οι διαστάσεις του μεταβάλλονται σε αρκετά σημεία. Στην αριστερή πλευρά με βόρεια κατεύθυνση υπάρχει κρημνός και στη δεξιά αυλάκι και το βουνό. Ο δρόμος αυτός ενώνει δύο στρατόπεδα στην περιοχή της Ασγάτας. Το σημείο συγκρούσεως σημειώνεται στο σχέδιο με το γράμμα Χ και αυτό βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου με βόρεια κατεύθυνση. Στο σημείο αυτό υπήρχε ένας τσιμεντένιος πάσσαλος οριοθέτησης του δρόμου, ο οποίος όταν έφτασε στη σκηνή ήταν σπασμένος και διαπιστώθηκε ότι αυτός έσπασε μετά από πρόσκρουση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο εκείνο ήταν 3,90 μέτρα και σε σχέση με το Χ η ορατότητα ήταν 200 μέτρα και από τις δύο κατευθύνσεις. Η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου σημειώνεται με το γράμμα Α και αυτή είναι στο δρόμο με βόρεια κατεύθυνση. Σημειώθηκε εκεί σύμφωνα με τις μαρτυρίες που είχε. Η τελική θέση του οχήματος βρίσκεται βορειότερα του σημείου συγκρούσεως με το τσιμεντένιο πάσσαλο, κάθετα εντός του δρόμου και απέχει από αυτό γύρω στα 23 μέτρα. Στο πλαϊ του οχήματος σημειώνεται με το γράμμα Ε κηλίδα αίματος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι με βάση τα ευρήματα στη σκηνή δεν μπορούσε να υπολογίσει την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου και δεν γνώριζε να πει πόση ήταν αυτή. Επίσης, είπε ότι ο δρόμος ήταν κατασκευασμένος από αμμοχάλικα και είχε κατωφέρεια 15% και κατά την άποψη του ήταν επικίνδυνος. Περαιτέρω, είπε ότι ένα όχημα το οποίο κινείται με κανονική ταχύτητα και προσπαθήσει να σταματήσει απότομα θα γλιστρούσε. Τέλος, είπε ότι με την άφιξη του στη σκηνή διερεύνησε το ενδεχόμενο το όχημα να είχε ολισθήσει προτού κτυπήσει στο πάσσαλο αλλά ήταν αδύνατο να το πει με σιγουριά. Να σημειωθεί ότι προηγουμένως ανέφερε ότι πριν την άφιξη του, τη σκηνή είχαν επισκεφθεί η πυροσβεστική και το ασθενοφόρο και οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης ή πλαγιολίσθησης στο δρόμο θα μπορούσαν να είχαν καταστραφεί. Πέραν των πιο πάνω, ζητήθηκε από το μάρτυρα και κατατέθηκε ως τεκμήριο προς αναγνώριση Α συνοπτική έκθεση γεγονότων με την οποία ο μάρτυρας δεν διαφώνησε. Σε αυτή μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι σε ένα σημείο του δρόμου όπου είναι κατωφερικός, στρωμένος με αμμοχάλικα, ο οδηγός του αυτοκινήτου ΗΤΚ 589 παρέκκλινε αριστερά και αφού το όχημα κτύπησε σε τσιμεντένιο πάσσαλο οριοθέτησης, ανατράπηκε επανειλημμένα, εκτινάσσοντας από αυτό τους επιβαίνοντες, οι οποίοι δεν έφεραν ζώνες ασφαλείας. Κατά την ακινητοποίηση του, το όχημα ΗΤΚ 589 καταπλάκωσε τον Κωνσταντίνο Αθηνή ενώ ο οδηγός του τραυματίστηκε σοβαρά. Επίσης, αναφέρεται ότι ο αγροτικός δρόμος που έγινε το δυστύχημα είναι επικίνδυνος και ακατάλληλος, υπάρχει μεγάλη κατωφέρεια και ανωμαλία, αρκετές στροφές, είναι στρωμένος με αμμοχάλικα, χωρίς σημάνσεις, παγκέτα, πεζοδρόμια και κιγκλιδώματα λόγω του γκρεμού που υπάρχει. Προς τούτο έγιναν οι σχετικές συστάσεις προς την Αρμόδια Αρχή για βελτίωση του. Τέλος, ερωτούμενος κατά πόσο πριν από την αρχή του δρόμου όπως φαίνεται στο σχέδιο υπήρχε στροφή 90 μοιρών, ο μάρτυρας απάντησε ότι η στροφή αυτή ήταν πιο πριν. Ο Μ.Κ.3 αναγνώρισε τις φωτογραφίες της σκηνής (τεκμήριο 7) τις οποίες ο ίδιος έβγαλε και δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης η μαρτυρία του ούτε και το τεκμήριο
- Πέραν των πιο πάνω, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ως τεκμήριο
- Σε αυτή ο ίδιος αναφέρει ότι στις 21/06/2009 γύρω στις 09:30 πήγε με το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΚ 589 στο στρατόπεδο του, στο 681 ΠΑΠ, μετά από έξοδο που είχε. Αυτό συνήθιζε να κάνει τις τελευταίες 15 - 20 μέρες πριν το δυστύχημα. Προηγουμένως πήγαινε στη Μονάδα του με το λεωφορείο. Μόλις κατέβηκε κάτω από το αυτοκίνητο του, τον πήρε τηλέφωνο ο φίλος του ο Κωνσταντίνος για να πάει να τον πάρει από το στρατόπεδο του ναυτικού που βρίσκεται περί τα δύο χιλιόμετρα από το δικό του στρατόπεδο, αφού εκεί σταματά το λεωφορείο που μεταφέρει τους στρατιώτες. Μετέβηκε εκεί και παρέλαβε τον Κωνσταντίνο και καθοδόν προς τα στρατόπεδο δεν φορούσαν τις ζώνες ασφαλείας τους. Το μόνο που θυμάται μετά ήταν ότι καθοδόν προς το στρατόπεδο ο Κωνσταντίνος επιχείρησε να ανάψει τσιγάρο και ο ίδιος ο κατηγορούμενος θυμάται είδε κάτι στο δρόμο χωρίς να θυμάται τι ήταν και πάτησε τα φρένα του και τότε ένιωθε ότι γύριζαν. Τη στιγμή εκείνη βρίσκονταν σε μια στροφή δεξιά. Όταν ξύπνησε βρισκόταν 6 - 7 μέτρα μακριά από το αυτοκίνητο του προς τα βόρεια, σύρθηκε προς το αυτοκίνητο και είδε τον Κωνσταντίνο που ήταν κάτω από το αυτοκίνητο. Προσπάθησε να τον βγάλει αλλά δεν τα κατάφερε και στη συνέχεια τηλεφωνικώς ειδοποίησε για το δυστύχημα. Όταν ήρθε το ασθενοφόρο τον πήρε στο Νοσοκομείο καθότι είχε τραυματιστεί. Επίσης, αναφέρει ότι δεν θυμάται τίποτε άλλο για το δυστύχημα αλλά αναφέρει ότι αυτό που είδε στο δρόμο ήταν μικρό σε όγκο και από ότι μπορεί να θυμηθεί ήταν σκύλος και δεν εκινείτο. Ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικό έγγραφο το οποίο ανέγνωσε (βλ. τεκμήριο 9). Το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης έχει ως ακολούθως: « Ονομάζομαι Στέλιος Χαριλάου και είμαι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. Επιθυμώ να κάνω την παρούσα δήλωση με μοναδικό σκοπό να εξηγήσω και εγώ με τη σειρά μου τα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία έχουν στιγματίσει ολόκληρη τη ζωή μου. Τον Ιούλιο του 2008 εντάχθηκα στην Εθνική Φρουρά, στο πεζικό στρατόπεδο στο Δάλι. Στη συνέχεια μετατέθηκα στο μηχανοκίνητο πεζικό στο χωριό Μαθκιάτη όπου υπηρέτησα μέχρι τον Μάϊο του
- Κατά τα τέλη Μαϊου του 2009 πήγα απόσπαση στην Ασγάτα, δηλαδή λιγότερο του ενός μηνός από την ημέρα του ατυχήματος. Την πρώτη εβδομάδα πήγαινα στο στρατόπεδο με το λεωφορείο και μετά με έπαιρναν οι γονείς μου για 2-3 φορές. Μετά άρχισα να οδηγώ το αυτοκίνητο μου και να πηγαίνω. Δηλαδή πήγα με το αυτοκίνητο μου συνολικά 4-5 φορές. Εκείνη την ημέρα, την 21/06/2009, πήγα στο στρατόπεδο και μόλις πάρκαρα δέχτηκα τηλεφώνημα από τον Κωνσταντίνο Αθηνή ο οποίος με παρακάλεσε να πάω να τον παραλάβω από την αρχή του χωματόδρομου. Του είχα πει να πάρει τηλέφωνο στο στρατόπεδο και θα έστελλαν κίνηση να τον παραλάβει αλλά αυτός μου είπε ότι ήδη το έκανε αλλά κανένας δεν πήγαινε. Οπόταν πήγα εγώ. Όταν επιστρέφαμε στο στρατόπεδο εγώ οδηγούσα προσεκτικά και με επιμέλεια. Πρόκειται για πολύ επικίνδυνο και ολισθηρό δρόμο με πολύ μεγάλη κατωφέρεια και πολλές στροφές γι αυτό πάντοτε όλοι μας οδηγούσαμε πάρα πολύ προσεκτικά. Επίσης, ο βαθύς γκρεμός στο πλάι του δρόμου σου δημιουργεί φόβο και ανησυχία και επιπρόσθετο λόγο να είσαι ιδιαίτερα προσεκτικός όταν οδηγάς εκεί. Εγώ δεν είμαι άτομο που του αρέσει η ταχύτητα ή τα γρήγορα αυτοκίνητα αλλά εν πάση περιπτώσει είναι αδύνατον να οδηγήσει κανείς με ταχύτητα σε αυτό τον δρόμο επειδή θα ήταν σκέτη αυτοκτονία. Οδηγούσα το αυτοκίνητο της μητέρας μου με επιμέλεια και σοβαρότητα. Όπως πολύ σωστά είπε ο μάρτυρας κατηγορίας 2, το αυτοκίνητο είχε καλά λάστιχα και τα φρένα του ήταν σε καλή κατάσταση. Δυστυχώς δεν θυμάμαι και πολλά από το δυστύχημα. Τα όσα αναφέρω στην 2η κατάθεση μου ημερομηνίας 10/08/2009 είναι αυτά που ειλικρινέστατα θυμάμαι. Δεν θα επαναλάβω τα όσα αναφέρω στην κατάθεση μου, απλά να διευκρινίσω τα εξής: Η σύγκρουση με το τσιμεντένιο σημείο οριοθέτησης έγινε μετά που έχασα τον έλεγχο του αυτοκινήτου μου. Κατ' ακρίβεια ούτε αντιλήφθηκα ούτε καν θυμάμαι ότι κτυπήσαμε σε σημείο οριοθέτησης. Τον έλεγχο του αυτοκινήτου τον έχασα αρκετά πριν το σημείο οριοθέτησης μετά από στροφή δεξιά όπου απότομα είδα κάτι στη μέση του δρόμου και προσπάθησα να το αποφύγω. Όταν το αυτοκίνητο γλίστρησε και έχασα το τιμόνι από τα χέρια μου τότε δεν θυμάμαι τίποτε άλλο, απλά έχασα εντελώς επαφή, ούτε το κτύπημα στο σημείο οριοθέτησης δεν θυμάμαι. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι έφερα τις αισθήσεις μου μετά την ανατροπή και ενώ βρισκόμουν ξαπλωμένος στον δρόμο όπως εξηγώ στην κατάθεση μου. Αντιλαμβάνομαι ότι στο επί κλίμακας σχέδιο που κατατέθηκε δεν φαίνεται κάποια στροφή προηγουμένως του σημείου Χ και επίσης αντιλαμβάνομαι ότι ο μάρτυρας κατηγορίας 2 είπε ότι υπήρχε ορατότητα περίπου 200 μέτρα με το σημείο Χ, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο δρόμος σε εκείνο το σημείο δεν είναι ευθεία αλλά έχει ελαφρές στροφές και αυτό φαίνεται και στο επί κλίμακας σχέδιο. Οι στροφές αυτές σε συνδυασμό με την κατωφέρεια και την ολισθηρότητα του δρόμου μειώνουν την ικανότητα του οδηγού για μακρινή ορατότητα αφού η προσοχή σου στο δρόμο είναι συγκεντρωμένη στα λίγα μέτρα μπροστά από το αυτοκίνητο αφού επαναλαμβάνω σε φοβίζει ιδιαίτερα και το γεγονός ότι στα αριστερά υπάρχει βαθύς γκρεμός ενώ ταυτόχρονα οδηγάς σε εξαιρετικά ολισθηρό και πολύ κατηφορικό δρόμο. Όσον αφορά το τι είδα στη μέση του δρόμου και προσπάθησα να το αποφύγω επαναλαμβάνω όσα είπα στην κατάθεση μου ημερομηνίας 10/08/
- Θυμάμαι ότι είδα κάτι αλλά και πάλι λέω ότι δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν ήταν σκύλος. Μπορεί να ήταν μια σκιά. Πραγματικά αυτό είναι κάτι που βασανίζει το μυαλό μου αλλά ειλικρινά δεν μπορώ να πω με σιγουριά τι ήταν. Ότι και να ήταν, με έκανε να φρενάρω απότομα και να στραβοτιμονιάσω με αποτέλεσμα να χάσω τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όσον αφορά το γεγονός ότι στην κατάθεση που έδωσα μετά το ατύχημα στις 21/06/2009 δεν αναφέρθηκα σε σκύλο ή σε κάτι άλλο που με έκανε να φρενάρω απότομα και να χάσω τον έλεγχο, επιθυμώ να αναφέρω τα εξής: Αυτή την κατάθεση την έδωσα τέσσερις ώρες μετά το δυστύχημα ενώ ήμουν στο νοσοκομείο. Προσωπικά, ούτε θυμόμουν ότι έδωσα κατάθεση αλλά το θυμήθηκα μετά που οι δικηγόροι μου έλαβαν τις καταθέσεις και είδα την εν λόγω κατάθεση. Εγώ από το δυστύχημα τραυματίστηκα σοβαρά και αμέσως μου δόθηκε μεγάλη ποσότητα μορφίνης και άλλα παυσίπονα χάπια. Είχα υποστεί σοβαρής μορφής κάταγμα λεκάνης τύπου «ανοικτό βιβλίο», κάταγμα αριστερού ισχιακού κλάδου λεκάνης, κάταγμα αριστερού αγκώνα και τρια κατάγματα στο αριστερό χέρι, για τα οποία υποβλήθηκα σε κατ' επείγον χειρουργικές επεμβάσεις μόλις με πήραν στο νοσοκομείο. Έμεινα στο νοσοκομείο για 2 μήνες. Επομένως, ειλικρινέστατα διαβεβαιώνω το δικαστήριο ότι δεν ήμουν σε θέση να αναφέρω με λεπτομέρειες για το ατύχημα την συγκεκριμένη στιγμή, 4 ώρες μετά το δυστύχημα. Διαβεβαιώνω το δικαστήριο ότι σε καμία περίπτωση δεν οδήγησα επικίνδυνα ή αλόγιστα ή απερίσκεπτα ή αμελώς. Τουναντίον οδηγούσα με την μέγιστη δυνατή επιμέλεια και σοβαρότητα υπό τις περιστάσεις αφού φοβόμουν αυτό τον δρόμο. Όπως έχω πληροφορηθεί, σε λιγότερο από μια εβδομάδα μετά το ατύχημα έγιναν έργα επιδιόρθωσης του δρόμου. Επίσης, να αναφέρω ότι, όπως έχω πληροφορηθεί, στον συγκεκριμένο δρόμο έγιναν κατά καιρούς πολλά δυστυχήματα, κάποια σοβαρά και κάποια λιγότερα σοβαρά. Τέλος, επιθυμώ να εκφράσω τη λύπη μου για το ατυχές αυτό περιστατικό που στοίχισε τη ζωή του φίλου μου και που άλλαξε εντελώς τη δική μου ζωή.» Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Όλοι οι μάρτυρες που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή κρίνω ότι ήρθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να το βοηθήσουν να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, παρουσιάζοντας την πραγματική μαρτυρία που βρήκαν στην σκηνή και αναφέροντας τις ενέργειες τους. Κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα αναξιοπιστίας των μαρτύρων αυτών αφού εκτός από τους Μ.Κ.1 και 3, οι οποίοι δεν έτυχαν καν αντεξέτασης, η αντεξέταση του Μ.Κ.2 είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα και σε κανένα στάδιο επιχειρήθηκε να κλονιστεί η αξιοπιστία του. Εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί από την μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να προβεί με ασφάλεια στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με την πραγματική μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Δηλαδή, θα πρέπει να εξεταστεί η πραγματική μαρτυρία, τα διάφορα σημεία που τοποθετήθηκαν στα σχέδιο της σκηνής σε συνδυασμό με την προφορική μαρτυρία των μαρτύρων για να εξεταστεί η ορθότητα τους. Κατ' αρχή προτού αναφερθώ στη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3, που ουσιαστικά είναι αυτοί που κατέθεσαν την πραγματική μαρτυρία, θα πρέπει να γίνει μια σύντομη αναφορά στην μαρτυρία του Μ.Κ.
- Αυτός, ουσιαστικά κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού στις 21/06/2009 (τεκμήριο 2) και δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης. Eπομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο εξεταστής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος και αυτός που ετοίμασε τόσο το πρόχειρο όσο και το σχέδιο επί κλίμακος της σκηνής του δυστυχήματος. Από την μαρτυρία του προκύπτει ότι ο δρόμος που έγινε το δυστύχημα ήταν ένας αγροτικός δρόμος, το οδόστρωμα ήταν στεγνό όμως λόγω της κατασκευής του (αμμοχάλικα) πολύ ολισθηρό. Επίσης, ανέφερε ότι στην κατεύθυνση του κατηγορουμένου ο δρόμος ήταν κατηφορικός και είχε κατωφέρεια 15% και σε συνδυασμό με τα άλλα χαρακτηριστικά του δρόμου, αυτός ήταν επικίνδυνος. Περαιτέρω, εξέφρασε τη θέση ότι λόγω των πιο πάνω χαρακτηριστικών του δρόμου, ένα αυτοκίνητο το οποίο οδηγείται με κανονική ταχύτητα σε περίπτωση απότομης προσπάθειας του να σταματήσει τότε αυτό θα γλιστρούσε. Οι πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα προκύπτουν να είναι κοινά αποδεκτές από τους διαδίκους. Ένα σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, είναι ότι πριν κτυπήσει το όχημα του κατηγορουμένου στο πάσσαλο οριοθέτησης του δρόμου, δεν υπάρχει εύρημα για ίχνη ολίσθησης του. Ο μάρτυρας αυτός όταν επισκέφθηκε τη σκηνή δεν μπορούσε να διαπιστώσει κάτι τέτοιο καθότι είχε προηγηθεί η διέλευση άλλων οχημάτων στη σκηνή, όπως της πυροσβεστικής και έτσι τα οποιαδήποτε τυχόν ίχνη ολίσθησης και να υπήρχαν, αυτά είχαν καταστραφεί. Ήταν αδύνατο για τον ίδιο να πει με σιγουριά αν υπήρχαν τέτοια ίχνη. Επίσης, λόγω της αδυναμίας κατάληξης του ως προς την άφεση τέτοιων ιχνών ολίσθησης, ο μάρτυρας δεν μπορούσε να διενεργήσει έλεγχο για να εξεύρει την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου πριν αυτό ανατραπεί και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω, κατά την αντεξέταση, ζητήθηκε από τον μάρτυρα και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο προς αναγνώριση Α, η συνοπτική έκθεση της Αστυνομίας για το επίδικο δυστύχημα, τα στοιχεία των ενεχομένων καθώς και αντίγραφο του συμμετρικού σχεδίου. Το έγγραφο αυτό παρέμεινε φυσικά ως τεκμήριο προς αναγνώριση αφού ουδέποτε μετατράπηκε σε κανονικό τεκμήριο και κατ' επέκταση και η όποια μαρτυρία δόθηκε επί αυτού του εγγράφου παρέμεινε ανενεργή και δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος του μαρτυρικού υλικού. Ανεξάρτητα από αυτό όμως, ο σκοπός της υπεράσπισης με την προσκόμιση του εγγράφου αυτού ήταν για να καταδείξει ότι ο δρόμος λόγω της κατασκευής του ήταν επικίνδυνος και ότι έγιναν συστάσεις προς την Αρμόδια Αρχή. Τη θέση αυτή ο μάρτυρας την εξέφρασε και σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του. Επομένως, καθίσταται πλέον εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το δυστύχημα, συνεπεία της κατωφέρειας και ολισθηρότητας του σε συνδυασμό και με τα φυσικά εμπόδια που παρουσίαζε ήταν ένας επικίνδυνος δρόμος. Ένα σημείο στο οποίο θα πρέπει να γίνει αναφορά από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι το σημείο σύγκρουσης που σημειώνεται στο σχέδιο με το γράμμα Χ. Όπως έχει εξηγηθεί από τον μάρτυρα αυτόν, το σημείο Χ είναι το σημείο σύγκρουσης του οχήματος με τον τσιμεντένιο πάσσαλο οριοθέτησης. Πέραν τούτου όμως, δεν έχει προκύψει αλλά ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε εύρημα ότι το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε πρώτα στο πάσσαλο αυτόν και μετά ανατράπηκε. Δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε εξηγήσεις αναφορικά με τον τρόπο που το όχημα κτύπησε επί του εν λόγω πασσάλου και επίσης δεν αποκλείστηκε και το γεγονός το όχημα να ανατράπηκε προηγουμένως και μετά να κτύπησε σε αυτόν. Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι το Χ είναι το σημείο όπου κτύπησε το όχημα του κατηγορουμένου και μετά ανατράπηκε. Μοναδική αναφορά περί σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορούμενου με τον εν λόγω τσιμεντένιο πάσσαλο γίνεται από τον Μ.Κ.
- Ωστόσο δεν έδωσε στο Δικαστήριο εκείνα τα εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο ως τελικός κριτής να εξετάσει την ορθότητα της εν λόγω αναφοράς, π.χ δεν εξετάστηκαν οι ζημιές του οχήματος για να φανεί αν σε αυτές αφέθη οποιοδήποτε κατάλοιπο της ισχυριζόμενης αυτής σύγκρουσης με το πάσσαλο. Ούτε και εξετάστηκαν τα συντρίμμια ή έστω μέρος του εναπομείναντος πασσάλου για να φανεί κατά πόσο επ' αυτών είχε αφεθεί χρώμα της μπογιάς του οχήματος ή άλλο στοιχείο που να υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο έσπασε ο εν λόγω πάσσαλος. Ούτε έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατάσταση του πασσάλου πριν το δυστύχημα για να μπορεί το Δικαστήριο τουλάχιστον να καταλήξει ότι το σπάσιμο του πασσάλου προκλήθηκε συνεπεία του δυστυχήματος. Επομένως, ούτε ο εν λόγω ισχυρισμός του Μ.Κ.3 μπορεί να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω διευκρινήσεις, την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο φωτογράφος της Αστυνομίας ο οποίος καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.2 φωτογράφησε τη σκηνή του δυστυχήματος και από τα αναλλοίωτα αρνητικά που έχει στην κατοχή του και τα εμφάνισε, έχει ετοιμάσει δέσμη από 15 φωτογραφίες (βλ. τεκμήριο 7). Ο μάρτυρας δεν έτυχε αντεξέτασης ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε μεμπτό σε σχέση με την αυθεντικότητα των εν λόγω φωτογραφιών. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και το τεκμήριο
- Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση το περιεχόμενο της οποίας έχω παραθέσει αυτολεξεί ανωτέρω. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Νίκος Μαυρικίου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις του κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές είμαι της άποψης ότι θα ήταν ακροασφαλές να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις εξηγήσεις του κατηγορουμένου ως αυτές αναφέρονται στην ανώμοτη δήλωση σχετικά με το πως επεσυνέβη το δυστύχημα. Τούτο, πρώτον γιατί ο κατηγορούμενος έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία αν όχι άμεσα συγκρουόμενες, σίγουρα με διαφορετικούς ισχυρισμούς αναφορικά με τις συνθήκες που επεσυνέβη το δυστύχημα. Δεν παραγνωρίζω ότι στην ανωμότη του δήλωση προσπάθησε να δώσει εξηγήσεις αναφορικά με την πιο πάνω διαφορά που παρουσιάζουν οι καταθέσεις του. Εντούτοις καμία ιατρική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση η οποία να υποστηρίζει ότι, είτε συνεπεία του δυστυχήματος ή των τραυμάτων που υπέστη, ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση τέσσερις ώρες μετά το δυστύχημα να θυμάται πώς ακριβώς επεσυνέβη το δυστύχημα αλλά ούτε δόθηκε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία ως προς την πιθανότητα απώλειας μνήμης και πότε τούτη η μνήμη δυνατό να επανέλθει. Δεύτερο δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στους εν λόγω ισχυρισμούς του κατηγορούμενου γιατί ως ο ίδιος προσπαθεί να περιγράψει το οδικό δίκτυο, αποδίδοντας την επικινδυνότητα του δρόμου και σε πολλές μικρές στροφές αλλά και σε μια μεγάλη στροφή συνεπεία των οποίων η ορατότητα του δεν ήταν απρόσκοπτη, τούτες οι εξηγήσεις συγκρούονται με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία και ιδιαίτερα το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 (φωτογραφίες). Η πιο πάνω κατάληξη μου να μην προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε στην ανώμοτη του δήλωση αναφορικά με τις συνθήκες που επεσυνέβη το δυστύχημα βρίσκει έρεισμα κατά την γνώμη μου και στην νομολογία αναφορικά με το πώς το Δικαστήριο εξετάζει το περιεχόμενο γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένων αφού στην ουσία η εξήγηση που δίδει ο κατηγορούμενος για το δυστύχημα αποτελεί και μέρος τους περιεχομένου της δεύτερης κατάθεσης του (τεκμήριο 6). Ως προς τα λοιπά μέρη της ανώμοτης του δήλωσης από τη στιγμή που τούτα είναι και αληθοφανή και δεν αμφισβητούνται ούτε από την κατηγορούσα αρχή, τούτα γίνονται αποδεκτά. Επομένως, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αποδεκτή εξήγηση από τον κατηγορούμενο για τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Αυτό δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη και την καταδίκη του στο υπό εξέταση αδίκημα αφού το βάρος απόδειξης παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Ουσιαστικά εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο τα γεγονότα ως έχουν αποδεικτεί ενώπιον μου οδηγούν σε ένα και μόνο συμπέρασμα και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις οδήγησε επικίνδυνα, αλόγιστα ή απερίσκεπτα. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα παραδεκτά γεγονότα τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος κατά τον Ιούνιο του 2009 υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία στο στρατόπεδο 681 ΠΑΠ στην Ασγάτα της Επαρχίας Λεμεσού. Προτού ενταχθεί στην πιο πάνω μονάδα, υπηρετούσε τη θητεία του χωριό Μαθιάτη από όπου μετατέθηκε στην πιο πάνω μονάδα τον Μάϊο του 2009. Στην μονάδα του, αρχικά, μετέβαινε με το λεωφορείο και μετά για δύο με τρεις φορές τον μετέφεραν οι γονείς του. Ακολούθως, άρχισε να οδηγεί το αυτοκίνητου του και να πηγαίνει. Συνολικά είχε μεταβεί με το αυτοκίνητο του 4 - 5 φορές. Στις 21/06/2009 ο κατηγορούμενος πήγε στο στρατόπεδο του και μόλις πάρκαρε τον πήρε τηλέφωνο ο φίλος του ο Κωνσταντίνος Αθηνή ο οποίος τον παρακάλεσε να τον παραλάβει από την αρχή του χωματόδρομου οπότε πήγε. Κατά την επιστροφή τους, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΚ 589 στον Αγροτικό δρόμο Ασγάτας - Καλαβασού, ο οποίος ενώνει δύο στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς, το στρατόπεδο «ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΤΣΑΡΗ» με το στρατόπεδο 681 ΠΑΠ, με βόρεια κατεύθυνση. Συνοδηγός στο εν λόγω όχημα ήταν ο Κωνσταντίνος Αθηνή (θύμα) ηλικίας 18 ετών. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και το θύμα κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο ήταν στρατιώτες και υπηρετούσαν στο στρατόπεδο 681 ΠΑΠ και πορεύονταν για να παρουσιαστούν στο στρατόπεδο τους, ενώ και οι δύο δεν ήταν προσδεμένοι με ζώνες ασφαλείας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος για άγνωστους λόγους ανατράπηκε με αποτέλεσμα οι επιβαίνοντες να εκτιναχθούν από αυτό, ο Κωνσταντίνος Αθηνή να τραυματιστεί θανάσιμα και ο κατηγορούμενος σοβαρά. Το δε όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος υπέστη εκτεταμένες ζημιές στην οροφή, στα πλαϊνά, μπροστινά και πισινά του μέρη, οι αριστεροί υαλοπίνακες του οχήματος και ο υαλοπίνακας του οδηγού έσπασαν και τα δεξιά ελαστικά του οχήματος έσκασαν. Ο δρόμος στο σημείο όπου έγινε το επίδικο δυστύχημα ήταν στεγνός αλλά λόγω του ότι ήταν κατασκευασμένος από αμμοχάλικα, πολύ ολισθηρός και επικίνδυνος. Επίσης, δεν υπήρχαν σημάνσεις, παγκέτα, πεζοδρόμια και κυγκλιδώματα. Αριστερά υπήρχε κρημνός και δεξιά αυλάκι και βουνό, σύμφωνα πάντα με την πορεία του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, ο δρόμος στο σημείο είχε κατωφέρεια 15% και λόγω της γενικότερης κατάστασης του έγιναν συστάσεις στη Αρμόδια Αρχή για βελτίωση του. Στη σκηνή του δυστυχήματος βρέθηκε ένας τσιμεντένιος πάσσαλος οριοθέτησης του δρόμου που βρισκόταν στην αριστερή άκρη αυτού, σπασμένος. Η τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν σε απόσταση 23 περίπου μέτρων από τον πιο πάνω πάσσαλο κάθετα στο δρόμο. Πριν από το πιο πάνω τσιμεντένιο πάσσαλο, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, ο δρόμος είχε κατωφέρεια 15%, υπήρχε ορατότητα 200 μέτρα και είχε ελαφριά στροφή. Η ορατότητα από την αντίθετη κατεύθυνση του κατηγορουμένου ήταν επίσης, 200 μέτρα. Τόσο τα φρένα όσο και τα υγρά της μηχανής του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν σε καλή κατάσταση. Επίσης, τα τέσσερα ελαστικά του οχήματος ήταν σε καλή κατάσταση πριν το δυστύχημα. Στις 22/06/2009 και ώρα 1030 ο Ιατροδικαστής Δρ. Νικόλας Χαραλάμπους στο Νεκροτομείο Λ/σου, διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου «ΒΑΡΙΑ ΚΡΑΝΙΟΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΚΑΚΩΣΗ ΩΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑ ΤΡΟΧΑΙΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ». Την αναγνώριση επί της σορού του θύματος κατά τη διάρκεια της νεκροψίας έκανε ο Αθηνάκης Αθηνή, πατέρας του θύματος ενώ φωτογραφίες της σορού κατά τη διάρκεια της νεκροψίας έλαβε ο Αστ. 2201 Αιμ. Νικολάου. Nομική Πτυχή: Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, όπως υποδηλώνει και το ίδιο το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, είναι ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, επέφερε τον θάνατο του θύματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία ερμήνευσε τις πιο πάνω απαιτούμενες συμπεριφορές, η στοιχειοθέτηση μιας επικίνδυνης πράξης εξυπακούει τουλάχιστον την απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η παράλειψη ή το λάθος του οδηγού τη συγκεκριμένη στιγμή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η επικίνδυνη οδήγηση. Πρέπει να συνδεθεί με τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιουνή). (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Επίσης, στην Αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving..Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή ή σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο τυχών θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673, R v. Caldwell
(1981)1 ALL ER 961 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου 'αλόγιστη', είναι η πράξη ή συμπεριφορά η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια προσώπων, τον οποίο ο κατηγορούμενος αψηφά. Είναι η μη λελογισμένη ενέργεια δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 223). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Με βάση, επίσης, το λεκτικό του εν λόγω άρθρου οι πιο πάνω αναφερόμενες συμπεριφορές, πρέπει να συνδέονται με το αποτέλεσμα. Δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Πέραν των πιο πάνω, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η μόνη μαρτυρία που μπορεί να προσκομιστεί στο Δικαστήριο από την κατηγορούσα αρχή, είναι η εκτροπή του κατηγορούμενου από το δρόμο και η σύγκρουση του με τοίχο ή πάσσαλο ή όταν το όχημα του κατηγορούμενου καταλήγει σε αυλάκι ή αναποδογυρισμένο σε χωράφι. Σε τέτοιες περιπτώσεις, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο, αν το μόνο συμπέρασμα το οποίο είναι δυνατό να εξαχθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής ή η συμπεριφορά του απείχε από τη συμπεριφορά ενός συνετού και ικανού οδηγoύ υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταδικάσει. Παρόλο που η αρχή του Res Ipsa Loquitur δεν εφαρμόζεται σε ποινικές υποθέσεις, εντούτοις η κατηγορούσα αρχή δεν έχει υποχρέωση να καταρρίψει κάθε πιθανή δικαιολογία ή εξήγηση του κατηγορούμενου. Όταν δοθεί μια τέτοια εξήγηση όμως, εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να την καταρρίψει. (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, seventh edition, p.p. 221-222) Στην Χαράλαμπος Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399 τα γεγονότα είχαν ως ακολούθως: «Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικά χιλιόμετρα πέραν της επιτρεπόμενης των 80 Χ.Α.Ω, σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, με αναμμένα φώτα. Αφού διέρχεται αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρίσκεται επί της ευθείας, ξαφνικά παρεκκλίνει της πορείας του, προσκρούει στον αριστερό όχθο και, ακυβέρνητο, ακινητοποιείται τελικά μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού. Ως αποτέλεσμα, το αυτοκίνητο καταστρέφεται ολοσχερώς, ο εφεσειών και ένας από τους συνεπιβάτες τραυματίζονται, ο δε δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίζεται θανάσιμα. Ο εφεσειών δίδει σειρά εξηγήσεων ως προς τους λόγους για τους οποίους έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όμως το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτει όλες τις εξηγήσεις του ως αναξιόπιστες.» Το Ανώτατο Δικαστήριο προχωρώντας με βάση τα πιο πάνω γεγονότα ανέφερε τα ακόλουθα: «Τι παραμένει ως πραγματικό γεγονός; Το μόνο που παραμένει είναι ότι ο εφεσειών, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του ικανοποιητική εξήγηση, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικών μόνο χιλιομέτρων πέραν του επιτρεπομένου, αφού διήλθε αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρέθηκε επί της ευθείας, ξαφνικά παρεξέκλινε της πορείας του, προσέκρουσε στον αριστερό όχθο και, με ακυβέρνητο πλέον το αυτοκίνητο, ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψη μας, παρά να θεωρηθεί, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι, κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο εφεσειών, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τρόπο που συνιστούσε αλόγιστη και/ή απερίσκεπτη εκ μέρους του οδική συμπεριφορά ώστε να στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 210.» Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου στον απαιτούμενο βαθμό. Πρώτα από όλα θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την Χαράλαμπος Ιωάννου v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Εκεί επρόκειτο για ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο χωρίς να χαρακτηρίζεται από οποιαδήποτε επικινδυνότητα και χωρίς να έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εύρημα ή έστω συμπέρασμα ότι το όλο δυστύχημα και η εν τέλει παρέκκλιση της πορείας και πρόσκρουσης του οχήματος σε αριστερό όχθο θα μπορούσε να επισυμβεί χωρίς ο κατηγορούμενος να επεδείκνυε απερίσκεπτη οδική συμπεριφορά. Στην υπό εξέταση υπόθεση έχουν τεθεί ενώπιον μου αρκετά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου οδικού δικτύου (βλ. πολύ μεγάλη κατωφέρεια, ακατάλληλη οδόστρωση, φυσικά εμπόδια, απροστάτευτη πορεία προς κρημνό), τα οποία θα μπορούσαν σε συνδυασμό με απλή αμελή οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου να οδηγήσουν στο να λάβει χώρα το δυστύχημα, κατ' ακολουθία η ανατροπή και εν τέλει τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν. Είμαι της άποψης ότι θα ήταν ακροσφαλές να καταλήξω ότι υπό τις περιστάσεις η μονή λογική εξήγηση που μπορεί να δοθεί αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν στο δυστύχημα είναι ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε είτε αλόγιστα, είτε επικίνδυνα είτε απερίσκεπτα είτε με τρόπο που συνδυάζει τις πιο πάνω περιγραφόμενες οδικές συμπεριφορές. Και τούτο γιατί με βάση τα επικίνδυνα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου οδικού δικτύου θα ήταν δυνατό το δυστύχημα να επεσυμβεί με οδήγηση από τον κατηγορούμενο η οποία να υπολείπεται από την οδήγηση ενός μέσου συνετού οδηγού πλην όμως χωρίς ο κατηγορούμενος να προβεί σε οποιοδήποτε σφάλμα και χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που δεν αναμένεται από ένα λογικό οδηγό. Με τον ίδιο τρόπο συνεπεία και της απουσίας μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος ήταν καλός γνώστης του συγκεκριμένου οδικού δικτύου και του κάθε επικίνδυνου χαρακτηριστικού του, δεν θα ήταν ορθό να κρίνω ότι το οδικό δίκτυο αποτελούσε υπαρκτό κίνδυνο στον οποίο ο κατηγορούμενος ουδέποτε έστρεψε την προσοχή του (υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, όχημα το οποίο κινείται με φυσιολογική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, αν κάνει άμεση χρήση των φρένων του τότε θα ολίσθαινε χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο της ανατροπής του), ή ότι ο κατηγορούμενος έστρεψε την προσοχή στον εν λόγω κίνδυνο και παρά ταύτα αποφάσισε να διακινδυνέψει. Το σίγουρο είναι ότι η επικινδυνότητα του δρόμου δεν αποτέλεσε την μοναδική αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος και τούτο προκύπτει τουλάχιστον από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εξερχόμενος από την τελευταία μεγάλη στροφή είχε τουλάχιστον 400 μέτρα ορατότητα. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι το υπό εξέταση δυστύχημα είναι δυνατό να προκλήθηκε συνεπεία της αμελής οδήγησης του κατηγορούμενου και όχι απαραίτητα της οποιασδήποτε αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης συμπεριφοράς. Η πιο πάνω κατάληξη μου σφραγίζει και την τύχη της παρούσας υπόθεσης που δεν μπορεί να είναι άλλη από το να αθωωθεί και να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος από την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ανεξάρτητα της πιο πάνω κατάληξης, είμαι της άποψης ότι μέρος των γενεσιουργών αιτιών του δυστυχήματος ήταν σίγουρα και η αμελής οδήγηση του κατηγορούμενου. Θεωρώ ότι σε ένα επικίνδυνο δρόμο τον οποίο το σύντομο παρελθόν που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος (4 - 5 φορές) και ιδιαίτερα σε σημείο του, που παρά την επικινδυνότητα του ο κατηγορούμενος είχε ορατότητα 400 μέτρα, σε οποιαδήποτε απώλεια του ελέγχου του οχήματος δεν μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποδοθεί αποκλειστικά στην επικινδυνότητα του δρόμου. Εκείνο που ουσιαστικά προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα είναι ότι για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος στις 21/06/2009 στο Αγροτικό δρόμο Ασγάτας - Καλαβασού της επαρχίας Λεμεσού οδήγησε με τρόπο που υπολείπετο της αναμενόμενης οδικής συμπεριφοράς ενός μέσου συνετού οδηγού, με αποτέλεσμα η οδική του συμπεριφορά να αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών του δυστυχήματος, που δυστυχώς είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο ενός νέου ανθρώπου, φίλου του κατηγορούμενου. Η πιο πάνω κατάληξη μου οδηγεί κατ' ανάγκη και στην εξέταση του κατά πόσο θα εξασκούσα τη διακριτική μου εξουσία δυνάμει των προνοιών του άρθρου 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και να τροποποιήσω το κατηγορητήριο προσθέτοντας σχετική κατηγορία για αμελή οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72όπως τροποποιήθηκε. Έχοντας υπόψη μου τη συνάφεια της εν λόγω κατηγορίας με αυτή της 1ης κατηγορίας που αθωώθηκε ο κατηγορούμενος, τη μεγάλη πιθανότητα αναγκαιότητας εξέτασης, στην περίπτωση αθώωσης στην 1η κατηγορία του κατηγορητηρίου του ενδεχομένου πρόσθεσης κατηγορίας αμέλειας, τον τρόπο που η υπεράσπιση χειρίστηκε τους μάρτυρες κατηγορίας, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση τους και γενικά τη γραμμή που η ίδια η υπεράσπιση προώθησε ως υπεράσπιση της σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το αδίκημα της αμέλειας είναι ήσσονος σοβαρότητας πάντοτε σε σύγκριση με το αδίκημα που αντιμετώπιζε στην 1η κατηγορία, κρίνω ότι δεν θα ήταν καθοιονδήποτε τρόπο άδικο προς τον κατηγορούμενο να εξασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της τροποποίησης του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης νέας τρίτης κατηγορίας και συγκεκριμένα ως ακολούθως: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ ΤΡΙΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Αμελής οδήγηση κατά παράβαση των Άρθρων 8, 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και 80
(1)/2000. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος στις 21/06/2009 στον Αγροτικό δρόμο Ασγάτας - Καλαβασού της Επαρχίας Λεμεσού ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΤΚ 589 δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και τα γεγονότα όπως έχουν αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή, καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε αμελής υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Ως εκ τούτου, κρίνεται ένοχος στην τρίτη κατηγορία όπως προστέθηκε ανωτέρω, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: thanatiforo cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο