← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δήμητρα Λεωνίδου , Αρ. Υπόθεσης: 10411/10, 6/9/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δήμητρα Λεωνίδου , Αρ. Υπόθεσης: 10411/10, 6/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10411/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Δήμητρα Λεωνίδου Κατηγορούμενης --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 06/09/2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου. Για την Κατηγορούμενη: κ. Π. Κωνσταντίνου. Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, στις 05/05/2009, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KΤQ 087 στην οδό Αγίας Φυλάξεως, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστ. 1872 Παναγιώτη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), τον κ. Παναγιώτη Ιωάννου (Μ.Κ.2) και τον Υπ/μο Μιχάλη Νικολάου (Μ.Κ.3). Η εκδοχή που προώθησε η Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας, είναι η ακόλουθη: Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2) στις 05/05/2009 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής KUT 475 στην οδό Aγίας Φυλάξεως με βόρεια κατεύθυνση και ακολουθούσε το μικρό λεωφορείο με αρ. εγγραφής KTQ 087 το οποίο προπορευόταν και οδηγείτο από την κατηγορούμενη. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά τη συμβολή με την οδό Αγ. Ιλαρίωνος, ο παραπονούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το πιο πάνω όχημα της κατηγορουμένης από τα δεξιά. Τη στιγμή εκείνη η κατηγορούμενη έστριψε το όχημα της προς τα δεξιά για να κατευθυνθεί στην οδό Αγ. Ιλαρίωνος με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του παραπονούμενου που προσπερνούσε από τα δεξιά, κτυπώντας με την αριστερή μπροστινή πόρτα - γωνιά του οχήματος της στην αριστερή μέση της μοτοσυκλέτας. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να πέσει η μοτοσυκλέτα με τον παραπονούμενο στο έδαφος και να συρθεί και να καταλήξει μπροστά από την τελική θέση του λεωφορείου προκαλώντας τραυματισμούς στον παραπονούμενο. Η κατηγορούμενη, μετά που κρίθηκε ένοχη εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και να υιοθετήσει το περιεχόμενο της γρατπής κατάθεσης της που έδωσε στην Αστυνομία. Η εκδοχή της κατηγορούμενης όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το μικρό λεωφορείο με αρ. εγγραφής KTQ 087 στην οδό Αγ. Φυλάξεως με χαμηλή ταχύτητα έχοντας βόρεια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά την υπεραγορά E&S έβγαλε τραφικεϊτορ για να στρίψει δεξιά στην οδό Αγ. Ιλαρίωνος αφού προηγουμένως κοίταξε στην απέναντι λωρίδα και δεν είχε αυτοκίνητα. Ενώ έστριβε σιγά - σιγά ένοιωσε ένα κτύπημα στην μπροστινή δεξιά πόρτα, δηλαδή αυτή του οδηγού και είδε μια μοτόρα που κτύπησε στο σημείο αυτό, γύρισε προς τα αριστερά και έπεσε χάμω σταματώντας μπροστά από το όχημα της. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα κυριότερα μέρη αυτής κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της για να διαφανούν και οι λεπτομερείς θέσεις των μερών. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 ήταν ο Αστυνομικός ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, πήρε διάφορα μέτρα και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 2) και μεταγενέστερα συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 5). Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο έντυπα ζημιών τόσο του οχήματος της κατηγορούμενης (τεκμήριο 3) όσο και της μοτοσυκλέτας του παραπονούμενου (τεκμήριο 4). Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα αυτόν κατά τη διάρκεια που μαρτυρούσε από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και μοναδικός σκοπός και στόχος του ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο να προβεί στα δικά του συμπεράσματα. Εξήγησε την εμπλοκή που είχε στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος και τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε. Ανέφερε ότι στις 05/05/2009 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και αφού πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και αργότερα το μετέτρεψε σε συμμετρικό. Οι εν λόγω μετρήσεις που έλαβε και αποτυπώνονται στα σχέδιο της σκηνής δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του και ούτε έχει προκύψει ότι αυτές είναι λανθασμένες. Στα εν λόγω σχέδια και από τις επεξηγήσεις τις οποίες ο μάρτυρας αυτός έδωσε, απεικονίζεται η οδός Αγ. Φυλάξεως η οποία αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο της εν λόγο οδού, απέναντι από το σημείο όπου έγινε το επίδικο δυστύχημα, υπάρχει συμβολή με την οδό Αγ. Ιλαρίωνος. Η οδός Αγ. Φυλάξεως πριν τη συμβολή, νότια και βόρεια έχει πλάτος 8,50 μέτρα. Απέναντι από τη συμβολή, στα αριστερά της οδού Αγ. Φυλάξεως με βόρεια κατεύθυνση υπάρχει ασφάλτινο παγκέτο πλάτους 3,60 μέτρα, ασφαλτοστρωμένο στο ύψος του υπόλοιπου δρόμου και χρησιμοποιήσιμο σε περίπτωση που δεν υπάρχουν σταθμευμένα οχήματα ή άλλα εμπόδια. Περαιτέρω, φάνηκε ότι οι δύο λωρίδες της οδού Αγ. Φυλάξεως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν διαχωρίζονταν με οποιαδήποτε γραμμή. Το πλάτος στο σημείο σύγκρουσης της εν λόγου οδού είναι 12,10 μέτρα συμπεριλαμβανομένου και της ασφάλτινης προέκτασης. Οι πορείες των δύο ενεχομένων οχημάτων σημειώνονται με τα σημεία Α του λεωφορείου και Β της μοτοσυκλέτας και βρίσκονται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Αγ. Φυλάξεως με βόρεια κατεύθυνση. Σημειώθηκαν δε εκεί κατόπιν υποδείξεων των ενεχόμενων στο δυστύχημα. Το σημείο συγκρούσεως σημειώνεται με το γράμμα Χ και απέχει από την αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία των ενεχομένων 5,30 μέτρα, εξαιρουμένου της ασφάλτινης προέκτασης. Η σύγκρουση δηλαδή προκύπτει ότι έγινε στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι το σημείο Χ τοποθετήθηκε στο σημείο εκείνο κατόπιν υπόδειξης της κατηγορούμενης καθώς επίσης και επειδή ακριβώς μετά από αυτό υπήρχαν ίχνη γδαρσίματος από τη πτώση της μοτοσυκλέτας. Επίσης, ανέφερε ότι με αυτό συμφώνησε και ο παραπονούμενος. Ανεξάρτητα από τις υποδείξεις των ενεχομένων οδηγών σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, αποδέχομαι αυτό λόγω της ύπαρξης στο σημείο πραγματικής μαρτυρίας. Ο μάρτυρας ανέφερε το λόγο που το σημείο αυτό είναι το ορθό, δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης αλλά ούτε και έχει προκύψει ότι αυτό μπορεί να είναι λανθασμένο. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι και τη θέση του μάρτυρα σε σχέση με την ορατότητα, η οποία ανέφερε ότι σε σχέση με το σημείο Χ από νότια προς βόρεια είναι 200 μέτρα και αντίστροφα 300 μέτρα. Ένα άλλο σημείο στο οποίο έκανε αναφορά ο μάρτυρας αυτός, είναι οι ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα. Στο τεκμήριο 3 απεικονίζεται ένα όχημα σαλούν και σημειώνονται σε αυτό οι ζημιές, οι οποίες φαίνεται να ήταν στη δεξιά μπροστινή πλευρά και φτερό και στην αριστερή μπροστινή πλευρά και φτερό. Αντεξετάστηκε επί του σημείου αυτού ότι οι ζημιές αυτές δεν μπορεί να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα καθότι το όχημα της κατηγορουμένης ήταν μικρό λεωφορείο και όχι σαλούν. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι συμφωνεί για τον τύπο του οχήματος της κατηγορουμένης και ότι τα σημεία στα οποία σημειώνονται οι ζημιές στο έντυπο το οποίο απεικονίζει ένα σαλούν αυτοκίνητο, αντιστοιχούν στα σημεία που υπέστη ζημιά το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης το οποίο ήταν μικρό λεωφορείο. Συγκεκριμένα οι ζημιές που σημειώνονται στα μπροστινά φτερά του σαλούν οχήματος του εντύπου αντιστοιχούν στις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης στις μπροστινές πόρτες καθότι αυτό δεν είχε φτερά σε αντίθεση με ένα σαλούν όχημα. Η πόρτα του οδηγού του μικρού λεωφορείου βρίσκεται στο σημείο της μπροστινής γωνιάς του, αμέσως μετά το προφυλακτήρα, δίπλα από αυτόν. Από τα πιο πάνω είναι προφανές ότι το όχημα στο τεκμήριο 3 δεν απεικονίζει τις πραγματικές διαστάσεις και σχήμα του οχήματος της κατηγορούμενης πλην όμως ο μάρτυρας επεξήγησε με πάσα λεπτομέρεια σε ποιο μέρος του οχήματος της κατηγορουμένης υπήρχαν ζημιές γι αυτό αποδέχομαι τη θέση του επί του σημείου αυτού. Πέραν των πιο πάνω, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι στην περίπτωση που το λεωφορείο βρίσκεται σε κλίση προς τα δεξιά τότε δεν μπορεί να έχει ορατότητα από το εξωτερικό του καθρεφτάκι προς τα πίσω. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε τέτοια περίπτωση η ορατότητα μειώνεται σε σχέση με αν το λεωφορείο βρίσκεται σε ευθεία πορεία που δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα στην ορατότητα, χωρίς να μπορεί να πει με ακρίβεια το ποσοστό της μείωσης. Τέλος, από τα σχέδια της σκηνής προκύπτει ότι η τελική θέση του λεωφορείου βρίσκεται στην οδό Αγ. Φυλάξεως με κλίση προς τα δεξιά καταλαμβάνοντας και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και η μπροστινή του μεριά απέχει περίπου 6 μέτρα από το σημείο Χ. Η τελική θέση της μοτοσυκλέτας βρίσκεται μπροστά από την αριστερή μπροστινή γωνιά του λεωφορείου σε απόσταση περίπου 1,40 μέτρα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, την εντύπωση που αποκόμισα από τον μάρτυρα αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε και τις επεξηγήσεις που έδωσε, αποδέχομαι τα σχετικά σχεδιαγραφήματα της σκηνής του δυστυχήματος και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ. 2 ήταν ο οδηγός της ενεχόμενης μοτοσυκλέτας και κατά την μαρτυρία του περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιλήφθηκε το δυστύχημα. Aπό την όλη στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα και τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αλλά και από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, διέκρινα ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με την απαραίτητη σαφήνεια τον τρόπο κάτω από τον οποίο επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Επίσης, υπάρχουν ορισμένες αναφορές στη μαρτυρία του οι οποίες συγκρούονται με την πραγματική μαρτυρία κάτι το οποίο την καθιστά ανασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή και να προβεί σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Συγκεκριμένα, ενώ στην γρατπή του κατάθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης, αναφέρει ότι η κυκλοφορία στο δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέτρια διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν πυκνή και ούτε τα αυτοκίνητα ήταν σε σειρά, κατά την μαρτυρία στο Δικαστήριο ανέφερε ότι η κίνηση ήταν πυκνή και οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 10 - 15 χ.α.ω. Ενώ ανέφερε αρχικά ότι ακολουθούσε το μικρό λεωφορείο από απόσταση 4 -5 μέτρα όταν αποφάσισε να το προσπεράσει, στη συνέχεια ανέφερε ότι μπορεί να ήταν και σε απόσταση 40 - 50 μέτρα. Επίσης, ανέφερε ότι προσπάθησε να προσπεράσει το λεωφορείο όταν αυτό έκανε ελαφριά κίνηση προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του για να κατευθυνθεί προς την ασφάλτινη προέκταση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεκτεί τη θέση του αυτή καθότι δεν έχει διαφανεί με ασφάλεια κατά πόσο το λεωφορείο κινήθηκε προς αυτή τη κατεύθυνση ή ο παραπονούμενος νόμισε κάτι τέτοιο. Επί αυτού παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος ερωτούμενος πόση κλίση προς τα αριστερά είχε πάρει το λεωφορείο, δεν μπορούσε να απαντήσει, λέγοντας ότι μπορεί να ήταν 50 εκ, μπορεί να ήταν 1 μέτρο. Με αυτή την αναφορά του και μόνο δεν θεωρώ ότι μπορεί να εκληφθεί ότι το λεωφορείο είχε πρόθεση να κινηθεί αριστερότερα σε συνδυασμό με την αναφορά του μάρτυρα ότι εκεί υπάρχει σχολείο και συνήθως τα λεωφορεία σταματούν στην ασφάλτινη προέκταση για να πάρουν τους μαθητές. Επίσης, ανέφερε ότι δεν είδε οποιοδήποτε σήμα του λεωφορείου ότι θα κατευθυνθεί προς αυτή τη κατεύθυνση και στην αντεξέταση του παραδέκτηκε ότι υπολόγισε ότι το λεωφορείο θα σταματούσε στα αριστερά. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι όταν επιχείρησε να προσπεράσει το λεωφορείο κινήθηκε δεξιότερα εντός της αριστερής λωρίδας και ότι στο σημείο αυτό το προσπέρασμα επιτρέπεται καθότι στο δρόμο υπήρχε διακεκομμένη άσπρη γραμμή και στο τελευταίο αυτό σημείο ήταν έντονος. Παρόλα αυτά όμως, έχει προκύψει από την πραγματική μαρτυρία, την οποία το Δικαστήριο αποδέκτηκε, ότι τέτοια γραμμή στο δρόμο δεν υπήρχε. Επίσης, το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και όχι εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που ακολουθούσαν τα δύο οχήματα. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του μάρτυρα έγινε αναφορά ότι κατά τη διάρκεια που επιχειρούσε να προσπεράσει και όταν είδε το λεωφορείο να κάνει κλίση προς τα δεξιά τότε και ο ίδιος κινήθηκε δεξιότερα εξ ου και το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αντίθετη λωρίδα. Αντιθέτως, επέμενε ότι η σύγκρουση έγινε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ότι ο ίδιος σε κανένα στάδιο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η θέση του αυτή συγκρούεται με την πραγματική μαρτυρία. Επιπρόσθετα, παρόλο που συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης και υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής ως ορθό εντούτοις κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου διαφώνησε με αυτό και σημείωσε άλλο δικό του σημείο σύγκρουσης πιο πίσω από αυτό που σημειώνεται στο σχέδιο και αριστερότερα του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα δεν επισκέφθηκε τη σκηνή, απλώς είδε το σχέδιο και ότι για να το κάνει ο Αστυνομικός σημαίνει ότι κάτι ξέρει. Επίσης, είπε ότι δεν είναι σε θέση ούτε να συμφωνήσει ούτε να διαφωνήσει με αυτό. Ενώ ανέφερε ότι πριν αποφασίσει να προσπεράσει ακολουθούσε το λεωφορείο σε απόσταση 40 - 50 μέτρα και δεν είχε αυτοκίνητα μπροστά του, στην πορεία ανέφερε ότι μπορεί να είχε αυτοκίνητα και πριν κοντέψει το λεωφορείο και να αποφασίσει να το προσπεράσει, μπορεί να προσπέρασε ένα με δύο αυτοκίνητα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω αλλά και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού σε συνδυασμό με τον τρόπο που αυτός κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι θα ήταν επικίνδυνο και ακροσφαλές να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή γι αυτό την απορρίπτω στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό κατά τη διάρκεια που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι μοναδικό σκοπό και στόχο είχε να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια και να το διαφωτίσει αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο δυστύχημα. Δεν διαφάνηκε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι αυτός είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση ή ότι επιχειρούσε να βοηθήσει την εκδοχή ενός από τους διαδίκους. Κατέθεσε ως ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος βρισκόταν στη σκηνή τη δεδομένη στιγμή και είδε πώς επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Συγκεκριμένα, είπε ότι αυτός οδηγούσε το όχημα του κατά μήκος της οδού Αγ. Ιλαρίωνος και ακολουθούσε δυτική κατεύθυνση προς τη συμβολή με την οδό Αγ. Φυλάξεως. Μπροστά του δεν είχε οποιαδήποτε οχήματα ή άλλα εμπόδια και είδε πεντακάθαρα, όπως είπε, τον τρόπο κάτω από τον οποίο έγινε το επίδικο δυστύχημα. Επίσης, είπε ότι όταν είδε το δυστύχημα αυτός πλησίαζε τη συμβολή με την οδό Αγ. Φυλάξεως και ήταν σε μια απόσταση γύρω στα 50 μέτρα, μπορεί και λιγότερο. Δεν έχει διαφανεί με κανένα τρόπο ότι ο μάρτυρας αυτός δεν είδε τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα. Κατά την αντεξέταση του ήταν σταθερός και ανέφερε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα είδε και τα αντιλήφθηκε. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι είδε στην οδό Αγ. Φυλάξεως, στο σημείο με τη συμβολή με την οδό Αγ. Ιλαρίωνος να κινείται το λεωφορείο της κατηγορούμενης με χαμηλή ταχύτητα έχοντας βόρεια πορεία και το προσπερνούσε από δεξιά μια μοτοσυκλέτα τύπου σκούτερ που οδηγείτο από τον παραπονούμενο. Μόλις η μοτοσυκλέτα πλησίασε να προσπεράσει εξολοκλήρου το λεωφορείο και βρισκόταν λίγο πιο μπροστά από το ύψος της πόρτας του οδηγού του λεωφορείου, αυτό κινήθηκε δεξιά με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί το ότι κατά την ώρα που ο παραπονούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το λεωφορείο, αυτό είχε ήδη κλίση προς τα δεξιά κάτι το οποίο απέρριψε διευκρινίζοντας ότι το λεωφορείο έκανε την κίνηση προς τα δεξιά όταν η μοτοσυκλέτα είχε σχεδόν περάσει την πόρτα του οδηγού του λεωφορείου. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα κατέβηκε στη σκηνή για να βοηθήσει τους εμπλεκόμενους και ειδοποίησε την Αστυνομία. Προσπάθησε να εξηγήσει με περισσότερες λεπτομέρειες τις ενέργειες που προέβηκε κατά το στάδιο αυτό κατά την αντεξέταση του. Παρόλο που φάνηκε σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του να μην θυμάται τι ακριβώς έκανε στη σκηνή και κατά πόσο μίλησε με την κατηγορούμενη και τι της είπε εντούτοις δεν θεωρώ ότι αυτό μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ή τον βαθμό στον οποίο το Δικαστήριο μπορεί να δώσει βαρύτητα επί της ουσιαστικής και βασικής του θέσης αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και τον τρόπο που ο μάρτυρας αυτός κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν, η οποία είναι ότι ήταν μάρτυρας αλήθειας σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτήν και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων γι αυτό την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, η κατηγορούμενη προέβηκε στην κάτωθι ανώμοτη δήλωση: « Από όσα έχω ακούσει έχω να πω τα εξής: Στο δυστύχημα που είχε γίνει η αλήθεια είναι ότι δεν έφταιγα. Είχα ακούσει τον κύριο τις προάλλες και είχε δηλώσει αρκετά ψέματα τα οποία δεν στέκονται στην υπόθεση αυτή» Περαιτέρω, η κατηγορούμενη υιοθέτησε και την γραπτή της κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 6). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης, την οποία υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωσή της, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από την κατηγορούμενη, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική της αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης της κατηγορουμένης και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα της κατηγορουμένης. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην αναφορά της κατηγορούμενης ότι δεν έφταιγε για το δυστύχημα. Είναι μια γενική δήλωση η οποία δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία να συμβαδίζουν με την υπόλοιπη μαρτυρία που έκανε αποδεκτή το Δικαστήριο. Αναφορικά με το περιεχόμενο τη γραπτής της κατάθεσης, θεωρώ ότι μπορώ να δώσω βαρύτητα στις αναφορές της κατηγορούμενης σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε στην οδό Αγ. Φυλάξεως που ήταν βόρεια τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ότι υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση και η ταχύτητα της ήταν χαμηλή. Επίσης, αποδέχομαι και τη θέση της αναφορικά με το τι επακολούθησε της σύγκρουσης και πού κατέληξε η μοτοσυκλέτα. Οι πιο πάνω θέσεις της κατηγορούμενης συνάδουν ή τουλάχιστον δεν συγκρούονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Πέραν τούτου όμως, δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της κατάθεσης της και συγκεκριμένα στις ενέργειες της πριν αρχίσει να στρίβει και στον τρόπο με τον οποίο άρχισε να στρίβει και πότε έλαβε χώρα η σύγκρουση καθότι δεν υποστηρίζεται από άλλη μαρτυρία. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Κατά τις 05/05/2009 η κατηγορούμενη οδηγούσε το μικρό λεωφορείο με αρ. εγγραφής KTQ 087 στην οδό Αγίας Φυλάξεως με χαμηλή ταχύτητα έχοντας βόρεια κατεύθυνση και η τροχαία κίνηση ήταν αρκετή. Κατά τον ίδιο χρόνο ο παραπονούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ΚUT 475 κατά μήκος του ίδιου δρόμου έχοντας την ίδια κατεύθυνση και προσπερνούσε το όχημα της κατηγορούμενης. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, όπου είναι η διασταύρωση με την οδό Αγίου Ιλαρίωνος, ενώ ο παραπονούμενος προσπερνούσε και ήταν σχεδόν στο ύψος της πόρτας του οδηγού του μικρού λεωφορείου, η κατηγορούμενη κινήθηκε δεξιότερα στρίβοντας το όχημα της με σκοπό να κατευθυνθεί στην οδό Αγίου Ιλαρίωνος. Κατά την ώρα αυτή, κτύπησε τη μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου, στη μέση της περίπου, με αποτέλεσμα αυτή να συρθεί στην άσφαλτο με τον παραπονούμενο και να καταλήξει μπροστά από το λεωφορείο. Πριν από τη σύγκρουση τα δύο οχήματα κινούνταν παράλληλα και η σύγκρουση επήλθε όταν το λεωφορείο κινήθηκε δεξιά με αποτέλεσμα να προσκρούσει στην μοτοσυκλέτα η οποία μόλις είχε περάσει τη μπροστινή πόρτα του οδηγού του λεωφορείου. Το σημείο σύγκρουσης απέχει 5,30 από την αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία των δύο ενεχομένων οχημάτων και βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Από το σημείο σύγκρουσης προς νότια η ορατότητα ήταν 200 μέτρα. Η ορατότητα από το καθρεφτάκι του οδηγού προς τα πίσω δεν επηρεάζεται όταν το όχημα είναι σε ευθεία πορεία. Όταν το όχημα έχει κλίση η εν λόγω ορατότητα μειώνεται. Το λεωφορείο έφερε ζημιές στην μπροστινή δεξιά γωνιά και πόρτα ενώ η μοτοσυκλέτα στο αριστερό πατήδι και στο δεξιό της μέρος, στο εξώστ και τιμόνι. Ο παραπονούμενος από τη σύγκρουση τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Το μήκος του λεωφορείου που οδηγούσε η κατηγορούμενη είναι 7,60 μέτρα και το πλάτος του 2,20 μέτρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι κατά την ώρα που ο παραπονούμενος προσπερνούσε το όχημα της κατηγορουμένης, αυτό κινείτο παράλληλα εντός της οδού Αγίας Φυλάξεως έχοντας βόρεια πορεία. Η κατηγορούμενη κινήθηκε δεξιότερα και άρχισε να στρίβει όταν ο παραπονούμενος βρισκόταν ήδη σε διαδικασία προσπεράσματος και η σύγκρουση επήλθε όταν αυτός είχε φτάσει και μέρος ακόμη της μοτοσυκλέτας του είχε περάσει και την μπροστινή δεξιά γωνιά του οχήματος της κατηγορουμένης. Η ενέργεια της κατηγορούμενης να στρίψει προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία της ήταν εύλογο ότι θα επηρέαζε τα οχήματα που δυνατόν να την ακολουθούσαν και προτού το πράξει έπρεπε να βεβαιωθεί για την παρουσία τους και ότι είχαν αντιληφθεί την πρόθεση της αυτή. Το καθήκον της αυτό καθίσταται εντονότερο δεδομένης και της πυκνής τροχαίας κίνησης που επικρατούσε στο δρόμο. Η κατηγορούμενη, θα μπορούσε και είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον παραπονούμενο που την προσπερνούσε προτού αρχίσει τη στροφή προς τα δεξιά. Υπήρχε ορατότητα στο σημείο και αν προτού αρχίσει τη στροφή προς τα δεξιά κοίταζε προς τα πίσω, ως όφειλε, θα μπορούσε να αντιληφθεί τον παραπονούμενο. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα είναι ότι δεν κοίταξε προς τα πίσω της για να βεβαιωθεί ότι δεν την ακολουθούσε οποιοδήποτε άλλο όχημα ή ότι αντιλήφθηκε την πρόθεση της αυτή και ότι ήταν ασφαλές να αρχίσει να στρίβει. Δεν έχει προκύψει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι προτού η κατηγορούμενη κτυπήσει επί της μοτοσυκλέτας, το όχημα της είχε κλίση προς τα δεξιά ή είχε ήδη αρχίσει να στρίβει με αποτέλεσμα την ώρα εκείνη να ήταν αδύνατο να αντιληφθεί τον παραπονούμενο που επιχείρησε να προσπεράσει καθότι το νεκρό σημείο στο καθρεφτάκι του οδηγού (blind spot) δεν της επέτρεπε να το πράξει. Επίσης, δεν έχει προκύψει ότι αυτή προτού αρχίσει να στρίβει κοίταξε καθ' οιονδήποτε τρόπο από το καθρεφτάκι της αλλά δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει και να αντιληφθεί τη μοτοσυκλέτα που βρισκόταν σε διαδικασία προσπεράσματος. Αντιθέτως, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή άρχισε να στρίβει δεξιά όταν ο παραπονούμενος βρισκόταν ήδη σε διαδικασία προσπεράσματος και σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε, αν κοίταζε και από το καθρεφτάκι του οδηγού να αντιληφθεί έγκαιρα τη παρουσία του στο δρόμο. Με αυτά τα δεδομένα, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη προτού αρχίσει να στρίβει δεξιά παρέλειψε να κοιτάξει προς τα πίσω της και να αντιληφθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει με αποτέλεσμα να κτυπήσει το παραπονούμενο που κινείτο παράλληλα και βρισκόταν σε διαδικασία προσπεράσματος (βλ. Πέτρος Γεωργίου v. Nίκου Παναγιωτίδη & άλλης
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Κυριάκος Τσαρτσίδης v. Iατρικού Διαγνωστικού Κέντρου Μαγνητικής Τομογραφίας Α. Θέρισσος Λτδ
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1143 και Ανθούλη Παπουτα v.
  1. Κυριάκου Τούμπα
  2. Δ.&Θ. Τουμπας,
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1082). Προτού τελειώσω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και κρίνεται κατά πόσο η κατηγορούμενη παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα υπό τις περιστάσεις. Το κατά πόσο αυτή ευθύνεται λιγότερο ή περισσότερο για το επίδικο δυστύχημα και ο επιμερισμός της ευθύνης είναι θέμα που ενδεχομένως να κριθεί σε διαδικασία αστικής φύσεως (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον της κατηγορούμενης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.