Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Bashar Sabbagh Mansour, Αρ. Υπόθεσης: 7688/10, 25/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7688/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Bashar Sabbagh Mansour Κατηγορούμενου -------------- Ημερομηνία: 25 Ιουλίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Για Κατηγορούμενο: κα Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος, στις 30.5.2009, στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε από τον Yasein Tarbouch από τη Συρία το χρηματικό ποσό των 35000 ευρώ σε μετρητά, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στο ότι ο κατηγορούμενος προσποιήθηκε ψευδώς ότι θα του έκανε εισαγωγή από το εξωτερικό μεγάλης ποσότητας ξυλείας με αποτέλεσμα να του δώσει το χρηματικό ποσό των 35000 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα πιο πάνω λεχθέντα ήταν ψευδή. Ο πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστ. 1942 Σίμος Τσοπανίδης του ΤΑΕ Λεμεσού. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα. Την 1.4.2010 και ώρα 21.30 ο αστ. 2097 Σταύρος Αντωνίου του παρέδωσε ένα αραβικό κείμενο και τον ενημέρωσε ότι την ίδια μέρα προσήλθε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού ο Yasein Tarbouch από τη Συρία και κατάγγειλε ότι στις 30.5.2009 έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των 35000 ευρώ σε μετρητά για να του εισαγάγει ξυλεία από το εξωτερικό χωρίς όμως ο τελευταίος να το πράξει μέχρι την 1.4.
- Από εξετάσεις που έκανε ο ίδιος ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος δεν ασχολείται με την εισαγωγή ξυλείας και δεν προέβη σε καμία ενέργεια προς τον σκοπό αυτό. Επίσης ο παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει τον κατηγορούμενο καθότι δεν ανταποκρίνεται στις τηλεφωνικές του κλήσεις. Ο Μ.Κ.1 ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Στις 2.4.2010 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο με τη βοήθεια διερμηνέα, αυτός απάντησε «Εντάξει». Ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη δικηγόρο του και υπέγραψε το έντυπο ενημέρωσης των δικαιωμάτων του. Ακολούθως ο διερμηνέας μετέφρασε το εν λόγω αραβικό κείμενο στα Ελληνικά. Το αραβικό κείμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και η μετάφραση αυτού στα Ελληνικά ως Τεκμήριο
- Ακολούθως ο Μ.Κ.1 ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο, με τη βοήθεια διερμηνέα, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος ουδέποτε του έδωσε χρηματικό ποσό για οποιοδήποτε σκοπό και ότι δεν ασχολείται με την εισαγωγή ξυλείας. Αφού του υπεδείχθη η απόδειξη, Τεκμήριο 3, και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Εν εγώ που το έγραψα». Μετά του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στη μητρική του γλώσσα και ως Τεκμήριο 2 η μετάφραση στα Ελληνικά, και μετά ανακρίθηκε και πάλι προφορικά όπου επέμενε στους ισχυρισμούς που έδωσε στην ανακριτική του κατάθεση. Επειδή ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό το δανείστηκε από τον παραπονούμενο, και αυτό επιστράφηκε από τον αδελφό του, Mohamed Zakryia Sabbag Mansour, στον αδελφό του παραπονούμενου, Yousief Ahmed Tarboush, που διαμένουν στην πόλη Alipo της Συρίας, ο Μ.Κ.1 απέστειλε επιστολή στην Interpol Συρίας στη Δαμασκό, για να γίνουν έρευνες αναφορικά με την ανάμειξη των δύο αυτών ατόμων στην υπό διερεύνηση υπόθεση. Στάληκε απάντηση ότι από τις έρευνες τους, τα δύο αυτά πρόσωπα δεν έχουν ανάμειξη στο θέμα. Η σχετική αλληλογραφία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1 ότι η απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος ήταν «Έννεν εγώ που το έγραψα», ενώ αυτός επέμενε ότι η απάντηση του ήταν καταφατική και ξεκάθαρη, και άλλωστε επιβεβαίωσε αυτή τη θέση στην ανακριτική του κατάθεση, παρόλο που αρχικά αρνείτο ότι πήρε χρήματα από τον παραπονούμενο. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3, τότε ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι αυτός το συνέταξε και έδωσε τους ισχυρισμούς του περί δανεισμού του από τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος, Yasein Tarbouch, ήταν ο επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Σύμφωνα με την κατάθεση του, που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του, ο Μ.Κ.2 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο με τη σύζυγο του το 2001 και απέκτησαν 3 παιδιά. Εργάζεται σαν κτίστης και από το 2005 κάνει εργολαβίες. Πριν από ενάμιση χρόνο περίπου, γνώρισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος έχει κατάστημα που πουλά ρούχα, και σε κάποια συζήτηση που είχαν του είπε ότι παλιά ασχολείτο με τα κτίσματα. Ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε για ξύλα που χρειαζόταν για τα καλούπια και αυτός του είπε ότι μπορούσε να του φέρει στην Κύπρο, ό,τι ποσότητα ήθελε στη μισή τιμή από τη Συρία ή τη Ρωσία. Ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε αν έφερε ξανά ξύλα από το εξωτερικό και ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι το έκανε ξανά. Επομένως, ο Μ.Κ.2 πίστευε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να του δώσει χρήματα για τα ξύλα, και συμφώνησαν να του φέρει από το εξωτερικό ξύλα συνολικής αξίας 35000 ευρώ. Έτσι στις 30.5.2009 ο Μ.Κ.2 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο και του έδωσε σε μετρητά το εν λόγω χρηματικό ποσό. Για εξασφάλιση του ο Μ.Κ.2 του ζήτησε και έκαναν μία συμφωνία σε χαρτί που έγραφε ότι ο κατηγορούμενος θα του έφερνε ξύλα αξίας 35000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος ετοίμασε την εν λόγω συμφωνία, έβαλε το δακτυλικό του αποτύπωμα, την υπογραφή του, την ημερομηνία γέννησης του 1982, τον αριθμό του διαβατηρίου του ΝΟΟΟ719515 και τη σφραγίδα της εταιρείας του B.S. & A.L. IMPORT - EXPORT LTD. Ο Μ.Κ. 2 παρέδωσε το εν λόγω χαρτί στην αστυνομία. Από τότε ο κατηγορούμενος τον κοροιδεύει ότι τα ξύλα θα έρθουν την επόμενη βδομάδα και αυτό γινόταν 2-3 φορές τον μήνα. Τον τελευταίο μήνα ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και δεν απαντά στα τηλεφωνήματα του και έμαθε ότι δεν έχει κάνει ξανά αυτή τη δουλειά. Γι' αυτό φαίνεται ότι τον ξεγέλασε και του έκλεψε τα χρήματα του. Ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 και είπε ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε κάποια ποσά σταδιακά, και παραμένει υπόλοιπο 13200 ευρώ. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 είπε ότι ζητά από το Δικαστήριο τα χρήματα του και επέμενε ότι έχει εργοληπτική εταιρεία και μπορεί να παρουσιάσει αποδείξεις, όταν η συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε αυτό το γεγονός. Ο Μ.Κ.2 είπε ότι η εν λόγω ποσότητα θα χρησιμοποιείτο πρώτα για το σπίτι που έκτιζε για τον ίδιο και η υπόλοιπη θα χρησιμοποιείτο για άλλες δουλειές που θα έκανε. Ο Μ.Κ.2 είπε ότι δεν χρειαζόταν επιμέτρηση της ποσότητας πριν την παραγγελία αυτής. Ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε ότι έκανε λάθος που έδειξε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο, ειδικά εφόσον αυτός ασχολείτο με την πώληση ρούχων, το έγγραφο έγινε στο κατάστημα του κατηγορούμενου στον Ύψωνα και ο κατηγορούμενος έβαλε το αποτύπωμα του όχι επειδή δεν ήξερε να γράφει. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι δάνεισε στον κατηγορούμενο το εν λόγω ποσό με πολύ ψηλό τόκο και επειδή παρέμεινε ένα μικρό υπόλοιπο προς εξόφληση, αυτός τον κατάγγειλε. Τέλος, ο Μ.Κ.2 είπε ότι είχε αποταθεί σε δικηγόρο για την είσπραξη του ποσού, κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία επειδή ο κατηγορούμενος είχε εξαφανιστεί και θέλει τα χρήματα του και αν πάρει τα χρήματα του δεν θα σταματήσει την υπόθεση. Ο αστ. 2097 Σταύρος Αντωνίου, του ΤΑΕ Λεμεσού, επιβεβαίωσε την καταγγελία που έλαβε από τον Μ.Κ.2 την 1.4.2010, αναγνώρισε το Τεκμήριο 3, έλαβε κατάθεση από τον Μ.Κ.2 και παρέδωσε το Τεκμήριο 3 στον Μ.Κ.1 ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Ibrahim El Sayed, από την Αίγυπτο, κατέθεσε ότι εκτέλεσε χρέη διερμηνέα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Είπε ότι γνωρίζει την Αραβική επειδή είναι η μητρική του γλώσσα, όμως γνωρίζει πολύ καλά να διαβάζει και γράφει Ελληνικά επειδή εργάζεται στα Ελληνικά πλοία και διαμένει στη Κύπρο από το
- Ο Μ.Κ.4 είπε ότι πριν 6-7 μήνες περίπου είχε κάποιο πρόβλημα υγείας και δυσκολεύεται να διαβάσει. Αναγνώρισε τόσο τα Τεκμήρια 1 και 2, καθότι ο ίδιος κατέγραφε το αραβικό κείμενο και έκανε ταυτόχρονη μετάφραση από Αραβικά στα Ελληνικά και αντίστροφα, και ο αστυνομικός κατέγραφε την ίδια ώρα την κατάθεση στα Ελληνικά, καθώς επίσης αναγνώρισε το Τεκμήριο
- Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.4 είπε ότι ο κατηγορούμενος αρχικά αρνήθηκε ότι πήρε χρήματα από τον παραπονούμενο, και όταν του υποδείχθηκε το χαρτί, τότε το αναγνώρισε ότι το έγραψε ο ίδιος και είπε ότι έβαλε το αποτύπωμα του σε αυτό. Ο Μ.Κ.4 είπε επίσης ότι ήταν σε θέση να διαβάσει το Τεκμήριο 4 καθότι έβλεπε τόσο το ελληνικό όσο και το αραβικό κείμενο, και όταν κλήθηκε να διαβάσει μόνο το αραβικό κείμενο, χωρίς να βλέπει το ελληνικό διάβασε «ξύλα» αντί «ξυλεία» και «στο» αντί «σε». Όταν η συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η απάντηση του κατηγορούμενου ήταν «Έν εγώ που το έγραψα», αυτός συμφώνησε και ακολούθως κλήθηκε να διαβάσει μέρος του Τεκμήριου 1 και να το μεταφράσει, λέγοντας προς το τέλος της κατάθεσης ότι υπέγραψε το έγγραφο ότι δανείστηκε χρήματα και του έδωσε τα χρήματα στη Συρία, μέσω του αδελφού του, προς τον αδελφό του παραπονούμενου, και ακόμα ότι δανείστηκε το ποσό για να φέρει 2 container στην Κύπρο για τα οποία μπορεί να παρουσιάσει απόδειξη, και ότι δεν πήρε λεφτά από τον παραπονούμενο και δεν έγραψε κανένα χαρτί. Η τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Ντάλια Παπαμιχαήλ, διερμηνέας στην Αραβική γλώσσα, που είναι η μητρική της γλώσσα, ενώ γνωρίζει την Ελληνική καθότι ζει στην Κύπρο εδώ και 30 χρόνια. Η Μ.Κ.5 κλήθηκε να εξετάσει τα Τεκμήρια 1 και 2 και αναφέρει κατά πόσον υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων, όπως το αραβικό μεταφράστηκε στα Ελληνικά. Η Μ.Κ.5 εντόπισε κάποιες διαφορές, τις οποίες ανέφερε στο Δικαστήριο, ειδικότερα ότι η λέξη «απόδειξη» στα Αραβικά μεταφράζεται ως «σημείωμα» στα Ελληνικά, και αναγνωρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος είπε ότι αυτός έγραψε την απόδειξη και έβαλε το αποτύπωμα του δεξιού του αντίχειρα. Η Μ.Κ.5 εξέφρασε τη θέση ότι με τις διαφορές που υπάρχουν στα δύο κείμενα, το νόημα παραμένει το ίδιο. Επίσης η Μ.Κ.5 επιβεβαίωσε την πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 4 από τα Αραβικά στα Ελληνικά. Κατά την αντεξέταση της ζητήθηκε από τη μάρτυρα να διαβάσει από το Αραβικό κείμενο, Τεκμήριο 1, ότι ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι έγραψε την απόδειξη και έβαλε το αποτύπωμα του, υπέγραψε και έβαλε τη σφραγίδα της εταιρείας του, επειδή ζήτησε από τον φίλο του Tarboush να του δανείσει το ποσό των 35000 ευρώ, και ο τελευταίος του ζήτησε να γράψει την απόδειξη ότι πήρε το εν λόγω ποσό για να του φέρει ξυλεία από το εξωτερικό. Ο κατηγορούμενος αναφέρει περαιτέρω ότι ουδέποτε είπε στον Tarboush ότι θα του φέρει ξυλεία από το εξωτερικό και ουδέποτε ο Tarboush του ζήτησε κάτι τέτοιο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, κάλεσε αυτόν σε απολογία και του εξήγησε τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε τη σιωπή. Κατά την αγόρευση της η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε στη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και ειδικότερα του Μ.Κ.2, και εισηγήθηκε ότι αυτή είναι αξιόπιστη και ικανή να αποδείξει την υπόθεση στον απαιτούμενο βαθμό. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία προέβη σε εκτενή ανάλυση της μαρτυρίας για να υποστηρίξει ότι αυτή παρουσιάζει σοβαρές αντιφάσεις και εκδοχές που δεν ανταποκρίνονται στη λογική, έτσι ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες προς το Δικαστήριο οι οποίες επενεργούν προς όφελος του κατηγορούμενου. Ειδικότερα η κα Ιωάννου είπε ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος είπε στον Μ.Κ.2 ότι θα του φέρει ξυλεία, και αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι αυτή υπάρχει, τότε ελλείπει μαρτυρία για την πρόθεση του κατηγορούμενου. Η κα Ιωάννου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό και κάλεσε το Δικαστήριο να απαλλάξει και αθωώσει τον κατηγορούμενο. Επίσης η κα Ιωάννου επεσήμανε ότι ο σκοπός του Μ.Κ.2 με την καταγγελία του είναι η είσπραξη της οφειλής του, και επομένως αυτό αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αρχικά αναφέρω ότι ο Μ.Κ.1 δημιούργησε θετική εντύπωση προς το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε για όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, παρουσιάζοντας και όλα τα σχετικά έγγραφα, ήταν άμεσος και σταθερός στις απαντήσεις του, ειδικότερα στο πλαίσιο της αντεξέτασης του, και γενικά φάνηκε αντικειμενικός στην εξέταση της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.2 με τη σειρά του επίσης άφησε καλή εικόνα και γενικά έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ο Μ.Κ.2 απαντούσε με ευθύτητα σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και από τις δύο πλευρές και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή και λογική. Δεν υιοθετώ τη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι η παράλειψη αναφοράς σε συγκεκριμένη ποσότητα ή ποιότητα της ξυλείας που θα έφερνε ο κατηγορούμενος στον μάρτυρα πρέπει να προβληματίσει το Δικαστήριο για την αλήθεια και λογική της όλης συναλλαγής. Ο Μ.Κ.2 ήταν ιδιαίτερα σαφής και επεξηγηματικός για τον λόγο που ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του φέρει ξύλα, καθότι αυτός του είπε ότι ασχολήθηκε παλαιότερα με κτίσματα και θα του έφερνε ξυλεία στη μισή τιμή και μάλιστα είπε στον Μ.Κ.2 ότι έφερε και στο παρελθόν ξύλα από το εξωτερικό. Ο Μ.Κ.2 στηρίχθηκε στα λεγόμενα του κατηγορούμενου, αναγνωρίζοντας ότι έκανε λάθος που του έδειξε τόση εμπιστοσύνη, ενώ ανέφερε λεπτομερώς τη συμφωνία μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι έχει δική του εργοληπτική εταιρεία και μάλιστα ήταν πρόθυμος να παρουσιάσει τα σχετικά έγγραφα στο Δικαστήριο, κάτι που δεν του ζητήθηκε, ήθελε τα ξύλα για την εργασία του τόσο για το δικό του σπίτι όσο και για άλλες ανάγκες, και ανέφερε την αξία της ξυλείας που θα του έφερνε ο κατηγορούμενος και την ποσότητα αυτών κατά προσέγγιση. Ο Μ.Κ.2 επέμενε σταθερά ότι τα ξύλα προορίζονταν για καλούπια για το σπίτι του με συγκεκριμένες διαστάσεις και το περίσσευμα θα το χρησιμοποιούσε για άλλες εργασίες. Θεωρώ ότι η αναφορά του Μ.Κ.2 για το εν λόγω θέμα είναι λογική, και είναι εμφανές ότι το έγγραφο καταρτίστηκε όχι για να μαρτυρεί τους όρους της συμφωνίας με λεπτομέρεια αλλά για να αποτελεί εξασφάλιση για τον Μ.Κ.2 σε σχέση με την πληρωμή του ποσού στον κατηγορούμενο. Η παράλειψη του Μ.Κ.2 να αναφέρει στην κατάθεση του γιατί χρειαζόταν τη ξυλεία αφορά λεπτομέρεια και δεν κρίνεται αναγκαίο ο μάρτυρας να έδινε τέτοιες πληροφορίες στην αστυνομία. Η αναφορά του Μ.Κ.2 στην κατάθεση του ότι είναι κτίστης και από το 2005 κάνει εργολαβίες είναι επαρκής και δεν παρουσιάζει αντίφαση με την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ευθαρσώς ότι ο κατηγορούμενος έγραψε το κείμενο του Τεκμηρίου 3, καθ' υπόδειξη του, και μάλιστα ο ίδιος έθεσε την σφραγίδα της εταιρείας, το υπέγραψε και έθεσε το δακτυλικό του αποτύπωμα, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, η βασική γραμμή της οποίας ήταν ότι τα χρήματα δόθηκαν για δάνειο του Μ.Κ.2 προς τον κατηγορούμενο χωρίς ποτέ να γίνει αναφορά σε ξυλεία. Ακόμα η υπεράσπιση αναγνώρισε ότι ο Μ.Κ.2 έστειλε επιστολή μέσω δικηγόρου απαιτώντας το υπόλοιπο προς εξόφληση. Η ειλικρίνεια του Μ.Κ.2 φάνηκε ακόμα και από τη θέση του ότι όταν αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε εξαφανιστεί, πήγε στην αστυνομία και υπέβαλε το παράπονο, την καταγγελία του, επειδή ήθελε τα χρήματα που του όφειλε ο κατηγορούμενος. Είναι εμφανές ότι ο Μ.Κ.2 ήθελε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη στο σύνολο της. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 είναι τυπική καθότι αυτή περιορίζεται στη λήψη της καταγγελίας του Μ.Κ.2 και την παρουσίαση του Τεκμηρίου 3, επομένως και αυτή γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του Μ.Κ.4 δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες στην αξιολόγηση της, σε αντίθεση με την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι αρχικά ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι ο Μ.Κ.2 του έδωσε χρήματα ενώ μόλις του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3, αυτός το αναγνώρισε προβάλλοντας τη δική του εκδοχή περί δανείου και αποπληρωμής του από τον αδελφό του στη χώρα του. Επομένως, ο Μ.Κ.4 παρουσίασε μία εικόνα των γεγονότων αντικειμενική προς τον κατηγορούμενο και τη δική του θέση. Μάλιστα, ενώ η συνήγορος υπεράσπισης προσπάθησε να διαφοροποιήσει την έννοια της φράσης του κατηγορούμενου «εν εγώ που το έγραψα», με αναφορά στο Τεκμήριο 3, αυτός επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος έγραψε μόνος του το κείμενο, επομένως δεν υπάρχει αντίφαση αλλά ούτε και αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος αναγνώρισε ότι αυτός έγραψε το Τεκμήριο
- Χωρίς να παραγνωρίζω τη δυσκολία που ο Μ.Κ.4 είχε με την όραση του και την ικανότητα του να διαβάσει το κείμενο του Τεκμηρίου 3 κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, εν τούτοις διαφαίνεται ότι αυτό μεταφράστηκε με ακρίβεια, όπως άλλωστε επιβεβαίωσε και η Μ.Κ.5, η μαρτυρία της οποίας ουδόλως αμφισβητήθηκε. Είναι γεγονός ότι η μετάφραση της κατάθεσης του κατηγορούμενου παρουσιάζει κάποιες διαφορές, όπως αυτές αναφέρθηκαν αναλυτικά από τη Μ.Κ.
- Αρχικά αναφέρω ότι αυτές δεν είναι τέτοιες που να αλλοιώνουν το νόημα των όσων ανέφερε ο κατηγορούμενος, όπως διαπιστώνει το ίδιο το Δικαστήριο αλλά και επιβεβαίωσε η Μ.Κ.
- Ακόμα, η διαφορά στη λέξη «υπογραφή» αντί «γραφή» του κειμένου δεν ενέχει σημασία καθότι αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι ο κατηγορούμενος έγραψε το κείμενο και το επίμαχο θέμα ήταν οι συνθήκες κατάρτισης του και τι αυτό πραγματικά αφορούσε. Η Μ.Κ.5 ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε ή αντικρούστηκε από την υπεράσπιση. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι τα προσόντα και η πείρα της την καθιστούν ικανή και ειδική να καταθέσει επί μεταφράσεων στις δύο γλώσσες και ακόμα αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως πλήρως αξιόπιστη. Με αυτή τη διαπίστωση, ικανοποιούμαι ακόμα ότι ο Μ.Κ.4 κατέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο και οι μικρές διαφορές που παρουσιάζονται μεταξύ του αραβικού και ελληνικού κειμένου της κατάθεσης του είναι επουσιώδεις και τέτοιες που δεν επηρεάζουν την έννοια των όσων ανέφερε ο κατηγορούμενος. Γι' αυτό το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του με τις διευκρινίσεις της Μ.Κ.5 επί της μετάφρασης της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι αξιόπιστη και επομένως την αποδέχομαι στο σύνολο της. Σε αυτό το στάδιο κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω την παράλειψη του κατηγορούμενου να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό είναι δικαίωμα του, και επομένως η κατάθεση του, η οποία κατατέθηκε για τον σκοπό λήψης αυτής, δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία η οποία θα τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Επομένως, η βασική θέση της υπεράσπισης, που εκφράστηκε μέσω των σχετικών υποβολών της συνηγόρου υπεράσπισης, για το τι αφορά το Τεκμήριο 3 και ότι το ποσό των 35000 ευρώ δόθηκε ως δάνειο από τον Μ.Κ.2 προς τον κατηγορούμενο παρέμεινε μετέωρη και αστήρικτη από οποιανδήποτε μαρτυρία και δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, την οποία έχω ήδη αποδεχθεί, ο κατηγορούμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ξόφλησε τον Μ.Κ.2 μέσω του αδελφού του στη Συρία, θέση η οποία και πάλι δεν στηρίχθηκε από μαρτυρία από την πλευρά της υπεράσπισης. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 επί τούτου για τις ενέργειες στις οποίες προέβη και η σχετική επιστολή που έλαβε, Τεκμήριο 4, είναι τέτοιας γενικής φύσης που θεωρώ ότι δεν μπορεί να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Επομένως, με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο θα στηριχθεί στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής για να καταλήξει στα ευρήματα του για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο παραπονούμενος, Yasein Tarbouch, Μ.Κ.2, εγκαταστάθηκε στην Κύπρο με τη σύζυγο του το 2001 και απέκτησαν 3 παιδιά. Εργάζεται σαν κτίστης και από το 2005 κάνει εργολαβίες και διατηρεί δική του εργοληπτική εταιρεία. Πριν ενάμιση χρόνο από την 1.4.2010 περίπου, γνώρισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος έχει κατάστημα που πουλά ρούχα, και σε κάποια συζήτηση που είχαν του είπε ότι παλιά ασχολείτο με τα κτίσματα. Ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε για ξύλα που χρειαζόταν για τα καλούπια, τα οποία χρειαζόταν για το σπίτι που έκτιζε όσο και για άλλες εργασίες, και αυτός του είπε ότι μπορούσε να του φέρει στην Κύπρο, ό,τι ποσότητα ήθελε στη μισή τιμή από τη Συρία ή τη Ρωσία. Ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε αν έφερε ξανά ξύλα από το εξωτερικό και ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι το έκανε ξανά. Επομένως, ο Μ.Κ.2 πίστευε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να του δώσει χρήματα για τα ξύλα, και συμφώνησαν να του φέρει από το εξωτερικό ξύλα συνολικής αξίας 35000 ευρώ. Έτσι στις 30.5.2009 ο Μ.Κ.2 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στο κατάστημα του τελευταίου στον Ύψωνα και του έδωσε σε μετρητά το εν λόγω χρηματικό ποσό. Για εξασφάλιση του ο Μ.Κ.2 του ζήτησε και έκαναν ένα έγγραφο ότι ο κατηγορούμενος θα του έφερνε ξύλα αξίας 35000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος έγραψε το εν λόγω έγγραφο, καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.2, έβαλε το δακτυλικό του αποτύπωμα, την υπογραφή του, την ημερομηνία γέννησης του 1982, τον αριθμό του διαβατηρίου του ΝΟΟΟ719515 και τη σφραγίδα της εταιρείας του B.S. & A.L. IMPORT - EXPORT LTD, Τεκμήριο
- Από τότε ο κατηγορούμενος τον κορόιδευε ότι τα ξύλα θα έρθουν την επόμενη βδομάδα και αυτό γινόταν 2-3 φορές τον μήνα. Τον τελευταίο μήνα ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα του και έμαθε ότι δεν έχει κάνει ξανά αυτή τη δουλειά. Γι' αυτό φαίνεται ότι τον ξεγέλασε και του έκλεψε τα χρήματα του. Έτσι ο Μ.Κ.2 αποφάσισε να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία επειδή ο κατηγορούμενος είχε εξαφανιστεί και θέλει τα χρήματα του. Την 1.4.2010 ο Μ.Κ.2 προσήλθε στα γραφεία του ΤΕΑ Λεμεσού όπου υπέβαλε καταγγελία στον αστ. 2097 Σταύρο Αντωνίου, Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.3 έλαβε κατάθεση από τον Μ.Κ.2 ο οποίος του παρέδωσε επίσης το Τεκμήριο
- Την ίδια μέρα ο αστ. 1942 Σίμος Τσοπανίδης, του ΤΑΕ Λεμεσού, Μ.Κ.1, παρέλαβε το Τεκμήριο 3 από τον Μ.Κ.3 ο οποίος τον ενημέρωσε για την καταγγελία του Μ.Κ.2, και αυτός ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Στις 2.4.2010 ο Μ.Κ.1 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο με τη βοήθεια διερμηνέα, αυτός απάντησε «Εντάξει». Ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη δικηγόρο του και υπέγραψε το έντυπο ενημέρωσης των δικαιωμάτων του. Ακολούθως ο διερμηνέας, Μ.Κ.4, μετέφρασε το εν λόγω αραβικό κείμενο στα Ελληνικά. Το αραβικό κείμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και η πιστή μετάφραση αυτού στα Ελληνικά ως Τεκμήριο
- Ακολούθως ο Μ.Κ.1 ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο, με τη βοήθεια διερμηνέα, και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος ουδέποτε του έδωσε χρηματικό ποσό για οποιοδήποτε σκοπό και ότι δεν ασχολείται με την εισαγωγή ξυλείας. Αφού του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3, και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Εν εγώ που το έγραψα». Μετά του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στη μητρική του γλώσσα και ως Τεκμήριο 2 η μετάφραση στα Ελληνικά, και μετά ανακρίθηκε και πάλι προφορικά όπου επέμενε στους ισχυρισμούς που έδωσε στην ανακριτική του κατάθεση. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 1, με τις διευκρινίσεις και παρατηρήσεις της Μ.Κ.5 επί τούτου. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έδωσε κάποια ποσά στον Μ.Κ.2 σταδιακά, και παραμένει υπόλοιπο 13200 ευρώ, το οποίο απαιτεί από τον κατηγορούμενο και απέστειλε επιστολή από δικηγόρο προς τούτο. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα προχωρήσω στην εξέταση της νομικής πτυχής αυτής. Το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, καθορίζει το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, ενώ το άρθρο 297 του ίδιος Νόμου δίνει την ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση». Καθοδηγητική αναφορικά με τα συστατικά του αδικήματος είναι η υπόθεση Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524, από την οποία παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «Some preliminary observations must be made in relation to a charge of false pretences and the form it may take. More than one pretence may be relied upon to support the charge. The charge must be sustained even in the absence of proof of the falsity of each one of the pretences provided that the falsity of the substance of the pretences is established. If, however, one pretence is made comprising more than one representation the prosecution must prove the pretence as a whole to be false. The representation must be of an existing fact. A promise in future will not do. However, a representation of an existing fact coupled with a promise to do something at a future date is sufficient to support a charge. ............................ The false pretences must be accompanied by an intent on the part of the representor to defraud. The concept of intent to defraud is canvassed at length in R. v. Moon
(1967)3 All E.R. 962 where the notion of intent to defraud is distinguished from that of intent to deceive - intent to defraud "It seems that it must generate a course of action leading to 'injury', 'detriment' or 'prejudice' of the actor subject to the de minimis rule". The matter is also discussed in Archbold - 36th edition - Para. 1961. Intent to defraud may be inferred from the facts of the case. It remains throughout an essential ingredient of the offence. Another vital ingredient of the offence is that the goods or money subject of the charge must have been obtained because the false pretences in question operated in the mind of the complainant who because of wholly or partly relying on the false pretences was induced to part with his money or property. In a recent decision it was emphasized that evidence of inducement must be direct and only on rare occasions indirect evidence will be allowed to support the charge. This is understandable because we are concerned with the mental state of the complainant - See R. v. Laverty
(1970)3 All E.R. 432.» Επίσης χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποχρεώσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ΄ εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση.» Και τούτο διότι, «Για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικό τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483), «The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion». Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός, είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί την καταδίκη.» Στην υπόθεση R. v. Carpenter
(1911)J.P. 158, αποφασίστηκε ότι «If a false statement, false to the knowledge of the person making it is made, and by this means money or credit is obtained and the person who gives that money or credit does so on reliance on the false statement that has been made, that is sufficient and you may not go any further.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 68 Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στην υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε παράσταση προς τον Μ.Κ.2 ότι θα του έφερνε ξυλεία αξίας 35000 ευρώ. Ο Μ.Κ.2, βασιζόμενος σε αυτή την παράσταση, πράγματι έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο για να του φέρει την αντίστοιχη ξυλεία. Ο Μ.Κ.2 βασίστηκε στα λόγια του κατηγορούμενου, καθότι ο τελευταίος του είπε ότι είχε ασχοληθεί παλαιότερα με τα κτίσματα, μπορούσε να του φέρει ξυλεία σε συμφέρουσα τιμή, και μάλιστα ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε αν έφερε ξανά ξύλα από το εξωτερικό και ο κατηγορούμενος του απάντησε θετικά. Επομένως, αυτή η συμπεριφορά του κατηγορούμενου λειτούργησε στο μυαλό του Μ.Κ.2 και τον ώθησε να στηριχθεί στα λεγόμενα του κατηγορούμενου και να του δώσει το χρηματικό ποσό των 35000 ευρώ για να του φέρει ξυλεία. Αποτελεί επίσης γεγονός ότι σχεδόν ένα χρόνο αργότερα ο κατηγορούμενος παρέλειψε να φέρει τη ξυλεία, και μάλιστα παρέπεμπε τον Μ.Κ.2 από βδομάδα σε βδομάδα, όταν αυτός ρωτούσε για το θέμα, μέχρι που ο Μ.Κ.2 έμαθε ότι ο κατηγορούμενος δεν ασχολείται με ξυλεία, κάτι το οποίο αναγνώρισε και η υπεράσπιση και δήλωσε ο κατηγορούμενος στον Μ.Κ.1, και σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και δεν ανταποκρινόταν στις τηλεφωνικές κλήσεις του Μ.Κ.
- Η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, και ειδικότερα οι παραστάσεις του ότι ασχολείτο με ξυλεία και είχε φέρει ξανά στην Κύπρο από το εξωτερικό, οι οποίες δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, καθ΄ ον χρόνο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτές ήταν ψευδείς, και η προσπάθεια του κατηγορούμενου να ξεγελάσει και καθυστερήσει τον Μ.Κ.2 στην παραλαβή της ξυλείας του για σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο, εν γνώσει του ότι δεν επρόκειτο να φέρει ξύλα για τον Μ.Κ.2, οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η παράσταση του κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ.2 ήταν ψευδής, αυτή ώθησε τον Μ.Κ.2 να στηριχθεί στα λεγόμενα του και να του δώσει τα χρήματα ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η παράσταση του προς τον Μ.Κ.2 ήταν ψευδής και δεν είχε πρόθεση υλοποίησης αυτής αλλά είχε σκοπό να ξεγελάσει τον Μ.Κ.2 και απλώς να τον οδηγήσει να του δώσει τα χρήματα χωρίς το αντάλλαγμα που του υποσχέθηκε. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά του αδικήματος που αφορούν την υπό κρίση κατηγορία. Πριν προχωρήσω στην τελική μου κατάληξη, επιθυμώ να σχολιάσω τη θέση της υπεράσπισης για τα κίνητρα του Μ.Κ.2 στην καταγγελία του εναντίον του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.2 είπε ξεκάθαρα στο Δικαστήριο ότι όταν αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος τον ξεγέλασε και του έκλεψε τα χρήματα του, και ότι είχε εξαφανιστεί, και επειδή ήθελε τα χρήματα του, προέβη σε καταγγελία εναντίον του. Με την καταγγελία του βέβαια, η αστυνομία ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης, και αφού κρίθηκε ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου συνιστά ποινικό αδίκημα, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, εκ μέρους της Δημοκρατίας, και όχι από τον ίδιο τον Μ.Κ.
- Επομένως, η πολιτεία έκρινε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να διωχθεί ποινικά για την αξιόποινη πράξη του, και ο σκοπός της δίωξης του είναι η απόδοση ποινικής ευθύνης και τιμωρίας αυτού εφόσον ήθελε κριθεί ένοχος από το Δικαστήριο. Επομένως, το κράτος αποφάσισε την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου και όχι ο Μ.Κ.2, ο οποίος θέτει τα γεγονότα ενώπιον της αστυνομίας η οποία αναλαμβάνει πλέον την εξέταση και πορεία της υπόθεσης. Ως εκ τούτου δεν θεωρώ ότι η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης έγινε για αλλότρια κίνητρα και ότι αυτή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Άλλωστε αυτή η θέση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από τη θέση του ίδιου του Μ.Κ.2 ότι και αν πληρωθεί, δεν θα σταματήσει την υπόθεση, αποδεικνύοντας έτσι ότι ο ίδιος δεν αποφασίζει ούτε ελέγχει την πορεία της ποινικής διαδικασίας και ακόμα ότι δεν επιθυμεί τη διακοπή της ποινικής υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου έστω και αν αυτός τον αποζημιώσει πλήρως. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινική / Απόφαση Αναφορά: Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο