← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντρέα Αρέστη, Αρ. Υπόθεσης: 7614/10, 30/7/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντρέα Αρέστη, Αρ. Υπόθεσης: 7614/10, 30/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7614/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντρέα Αρέστη Κατηγορούμενου ---------------- Ημερομηνία: 30 Ιουλίου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Για Κατηγορούμενο: κ. Κωνσταντινίδης Κατηγορούμενος παρών ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για κακόβουλη ζημιά σε περιουσία και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 324

(1), και 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, στις 17.2.2009, ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο αυτοκίνητο μάρκας Pontiac με αρ. πλαισίου 22337841347Q2 ύψους 900 ευρώ, και έκλεψε από αυτό μία πόρτα του ταμπλό, ένα ρολόι μπαταρίας, ένα καθρεφτάκι ανεμοθώρακα και μία συσκευή θερμάστρας, συνολικής αξίας 950 ευρώ, περιουσία του Λοίζου Τριμιντή. Η πρώτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Γ/Αστ. 4793 Χριστίνα Μακρυγιάννη, του αστυνομικού σταθμού Αγ. Ιωάννη Λεμεσού. Στις 17.2.2009 η Μ.Κ.1 ανέλαβε τη διερεύνηση υπόθεσης κλοπής εξαρτημάτων από το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄, και ήταν ακινητοποιημένο έξω από το μηχανουργείο του ιδιοκτήτη του, Λοίζου Τριμιντή. Ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί για την εν λόγω υπόθεση δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, καθότι εντοπίστηκε από τον παραπονούμενο να κλέβει διάφορα εξαρτήματα από το αυτοκίνητο. Η Μ.Κ.1 παρέλαβε από τον αστ. 2568 τα τεκμήρια, και συγκεκριμένα ένα τραπανάκι μάρκας Black & Decker, Τεκμήριο 1, μία πόρτα σιδερένια ταμπλό, Τεκμήριο 2, ένα σύστημα θερμάστρας, Τεκμήριο 3, ένα καθρεφτάκι ανεμοθώρακα, Τεκμήριο 4, ένα ρολόι μετρητή μπαταρίας, Τεκμήριο 5, ένα κόπτη μάρκας Husky, Τεκμήριο 6, ένα σετ από βίδες και κατσαβίδια, Τεκμήριο 7, ένα μαχαίρι χρώματος μπλε με σταυρό, Τεκμήριο 8, διάφορες βίδες, Τεκμήριο 9, ένα χερούλι σε δύο κομμάτια, Τεκμήριο 10, και ένα cutter χρώματος κόκκινου, Τεκμήριο
  1. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.1 είπε ότι επισκέφθηκε τη σκηνή αργότερα την ίδια μέρα προς αναζήτηση άλλης μαρτυρίας, αλλά δεν βρήκε, ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την κλοπή, και δεν έγιναν επιστημονικές εξετάσεις στα τεκμήρια γιατί αυτά ήταν σκονισμένα και παλιά, και δεν προσφέρονταν για τέτοιες εξετάσεις. Ο παραπονούμενος, Λοίζος Τριμιντής, ήταν ο επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε την κατάθεση του ως μέρος της κύριας εξέτασης του και σε αυτή αναφέρει τα ακόλουθα. Εργάζεται ως μηχανικός αυτοκινήτων και διατηρεί μηχανουργείο στη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ 79, μαζί με τον Ρολάνδο Ζαβρό. Τον Δεκέμβριο 2008 αγόρασε από κάποιο φίλο του το επίδικο αυτοκίνητο, 400 του 1968, 57 άλογα, χρώματος κίτρινου για το ποσό των 5000 ευρώ. Το εν λόγω αυτοκίνητο είναι περιορισμένης κυκλοφορίας, καθότι είναι αντίκα, και όταν το αγόρασε δεν ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Έτσι ο Μ.Κ.2 το μετέφερε και το τοποθέτησε έξω από το μαγαζί του με σκοπό να το επιδιορθώσει. Στις 17.2.2009 και ώρα 14.30, ο Μ.Κ.2 βγήκε από το μηχανουργείο και πήγε στο περίπτερο που βρίσκεται κοντά στο κατάστημα του. Σε ένα λεπτό, όταν επέστρεφε, είδε ένα άτομο να βρίσκεται μέσα στο εν λόγω αυτοκίνητο και η δεξιά πόρτα ήταν ανοικτή. Ο Μ.Κ.2 πλησίασε και του φώναξε τι έκανε. Το εν λόγω άτομο, το οποίο αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο, γύρισε προς το μέρος του και στάθηκε έξω από το αυτοκίνητο και του είπε ότι περιεργαζόταν το αυτοκίνητο γιατί του άρεσε η συγκεκριμένη μάρκα. Τότε ο Μ.Κ.2 αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε στο χέρι του δύο τσάντες νάιλον αδιαφανείς και κατάλαβε ότι είχαν πράγματα μέσα. Ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε τι είχαν οι τσάντες και αυτός δεν του απάντησε. Ο Μ.Κ.2 του είπε να πάει μαζί του μέσα στο μαγαζί, όπως και έγινε. Όταν κατέβαιναν στο μηχανουργείο, εκεί ήταν ο Ρολάνδος, και ο Μ.Κ.2 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του δείξει τι είχε στις τσάντες. Ο κατηγορούμενος άνοιξε τις τσάντες και είδε ότι στη μία υπήρχε μία πόρτα του ταμπλό, ένα σύστημα θερμάστρας, ένα καθρεφτάκι του ανεμοθώρακα και ένα ρολόι μπαταρίας, τα οποία αναγνώρισε ως αυτά που ήταν τοποθετημένα στο εν λόγω αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.2 βγήκε ξανά πάνω και έλεγξε το αυτοκίνητο, και είδε ότι τα προαναφερόμενα εξαρτήματα έλειπαν όπως επίσης άλλα εξαρτήματα ήταν βγαλμένα αλλά δεν πρόλαβε να τα πάρει. Στις τσάντες που κρατούσε ο κατηγορούμενος υπήρχαν ένα τραπανάκι μπαταρίας φορητό με σετ κατσαβίδια και ένα cutter. Ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε γιατί έβγαλε τα εξαρτήματα και αυτός του απάντησε ότι έχει παλιό αυτοκίνητο, του αρέσουν τα Pontiac και τα έβγαλε επειδή νόμιζε ότι ήταν για πέταμα. Στη συνέχεια ο Ρολάνδος ειδοποίησε την αστυνομία και έφθασαν στο μέρος αστυνομικοί του ΟΠΕ. Ο Μ.Κ.2 τους υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το άτομο που βρήκε μέσα στο αυτοκίνητο του και τις σακούλες με τα πράγματα που τον βρήκε να κρατά. Ο Μ.Κ.2 επίσης αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό. Ο Μ.Κ.2 δεν μπορεί να καθορίσει ακριβώς την αξία των εξαρτημάτων επειδή δεν υπάρχουν στην αγορά, όμως εξ όσον γνωρίζει, η πόρτα του ταμπλό αξίζει 50 ευρώ, το ρολόι 300 ευρώ, το καθρεφτάκι 100 ευρώ και η θερμάστρα 500 ευρώ, όλα συνολικής αξίας 950 ευρώ. Επίσης, στην προσπάθεια του ο κατηγορούμενος να αφαιρέσει τα εξαρτήματα από το αυτοκίνητο του, προκάλεσε ζημιές, στον ουρανό του αυτοκινήτου, στο τιμόνι, στο ταμπλό και στο χέρι των ταχυτήτων, όλα συνολικού ύψους 900 ευρώ. Ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1-5 και 10 ως τα εξαρτήματα που βρίσκονταν στο αυτοκίνητο του, ενώ δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί και αναγνωρίζει τα Τεκμήρια 6 και 8, είπε ότι το Τεκμήριο 7 είναι μύτες τραπανιού, ενώ τα Τεκμήρια 9 και 11 χρησιμοποιούνται για να αφαιρεθούν τα εξαρτήματα και να κοπούν τα σύρματα. Για να αφαιρεθούν τα εν λόγω εξαρτήματα χρειάζονται 15 λεπτά ή τα άλλα μέρη έπρεπε να είχαν καταστραφεί σε άλλη μέρα για να βγουν πιο έυκολα την επίδικη. Ο Μ.Κ.2 είπε επίσης ότι πρώτη φορά είδε τον κατηγορούμενο την επίδικη μέρα και μάλιστα εξέφρασε τη θέση ότι ίσως δεν πρόλαβε να πάρει μεγαλύτερα αντικείμενα, όπως το τιμόνι, καθότι δεν χωρούσαν οι τσάντες που κρατούσε. Επίσης όταν ο Μ.Κ.2 τον είδε, αυτός προσπαθούσε να κρύψει κάπως τα πράγματα που είχε μέσα στη τσάντα προς τη γωνιά του αυτοκινήτου. Όταν ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε γιατί τα πήρε, ο κατηγορούμενος δεν έδινε συγκεκριμένη απάντηση αλλά ο ίδιος έμαθε ότι είναι συλλεκτικά τα κομμάτια και δεν μπορούν να βρεθούν αλλού. Όταν ο Μ.Κ.2 έπαιρνε τον κατηγορούμενο κάτω στο μαγαζί, φώναξε στον Ρολάνδο ότι τον έκλεψε και του ζήτησε να τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Κατά την αντεξέταση του, ο Μ.Κ.2 είπε ότι αγόρασε το αυτοκίνητο πριν 2-2 ½ χρόνια, για το ποσό των 5000 ευρώ, αλλά δεν το μεταβίβασε στο όνομα του και επομένως δεν είναι δικό του αφού δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας. Το είχε σταθμευμένο εκεί συνεχώς και αφαίρεσε τη μηχανή του. Ο Μ.Κ.2 είπε ακόμα ότι πριν την επίδικη μέρα δεν έλειπε οτιδήποτε από το εν λόγω αυτοκίνητο, ενώ από τα υπόλοιπα που ήταν σταθμευμένα εκεί όλο και κάτι έπαιρναν. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος απλώς περιεργαζόταν το αυτοκίνητο ενώ τα εξαρτήματα ήταν πεταμένα στον χώρο, ενώ ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε αυτή τη θέση λέγοντας ότι τον είδε να είναι ο μισός εντός του αυτοκινήτου με ανοικτή την πόρτα και τον έπιασε να κλέβει. Θυμόταν ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε δύο τσάντες, η μία τσάντα ήταν χρώματος άσπρη και ήταν από κατάστημα ρούχων και δεν ήταν διαφανής. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε περαιτέρω στον μάρτυρα ότι όταν τον πήρε στο μαγαζί, κλείδωσε την πόρτα, κάτι το οποίο ο μάρτυρας αρνήθηκε λέγοντας ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο να κατεβεί στο μαγαζί, αυτός προσπάθησε να διαφύγει και τον κρατούσε για να τον πάρει κάτω. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε επίμονα τη θέση της υπεράσπισης ότι καταλογίζει την πρόκληση της ζημιάς και την κλοπή στον κατηγορούμενο χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση ή ανάμειξη. Τέλος, ο Μ.Κ.2 είπε ότι υπολογίζει την αξία των εξαρτημάτων που ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση λόγω της δουλειάς του. Ο Αρχι/Αστ. 4615 Ανδρέας Αναστασίου, του αστυνομικού σταθμού Αγ. Ιωάννη, ερεύνησε την οικία του κατηγορούμενου, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του, στις 17.2.2009, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε σχετικό με την παρούσα υπόθεση, και ακολούθως του χορήγησε ιατρικό έντυπο για να μεταβεί στο Νοσοκομείο για εξέταση. Το εν λόγω ιατρικό έντυπο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Ο Μ.Κ.3 έλαβε επίσης συμπληρωματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 17.2.2009, Τεκμήριο
  3. Ο αστ. 2362 Θεοφάνης Θεοδότου, που κατά την επίδικη ημερομηνία υπηρετούσε επίσης στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Ιωάννη, έλαβε την πρώτη κατάθεση από τον κατηγορούμενο ενωρίτερα της ίδιας μέρας, δηλαδή στις 17.2.2009, Τεκμήριο
  4. Σε αυτή ο Μ.Κ.4 του υπέβαλε 3 ερωτήσεις, στις οποίες απάντησε ότι ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Ακολούθως ο Μ.Κ.4 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Αφού είναι που τον Δικαστή εντάξει». Την επομένη, 18.2.2009, ο Μ.Κ.4 τον κατηγόρησε γραπτώς και αφού του επέστησε και πάλι την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Ο Μ.Κ.4 είπε ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο αφού είχε γραπτή μαρτυρία, δηλαδή την καταγγελία του παραπονούμενου, για την κλοπή των εξαρτημάτων. Η Ανδρομάχη Θεοχαρίδη ήταν η επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Στην κατάθεση της που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης της, η Μ.Κ.5 ανέφερε τα ακόλουθα. Εργάζεται μαζί με τον συμβίο της, Ρολάνδο, στο μηχανουργείο του που βρίσκεται στη Λεωφ. Μακαρίου 79 Α. Στις 17.2.2009 και γύρω στις 14.30, η Μ.Κ.5 βρισκόταν στο μηχανουργείο και άκουσε τον Λοίζο που εργάζεται μαζί τους να φωνάζει. Αυτή πήγε κοντά στην είσοδο και είδε τον Λοίζο μαζί με κάποιο άλλο άτομο και ο Λοίζος τον ρωτούσε γιατί έκλεβε από το αυτοκίνητο. Η Μ.Κ.5 δεν γνωρίζει αυτό το άτομο αλλά εξ όσον κατάλαβε ο Λοίζος τον βρήκε να κλέβει από ένα αυτοκίνητο που βρίσκεται έξω από το μαγαζί. Αυτός ο άντρας κρατούσε στα χέρια του δύο τσάντες και ο Λοίζος τον ρώτησε τι είχαν μέσα. Στη συνέχεια κάλεσαν αστυνομία και ήρθαν στο μέρος και παρέλαβαν τις τσάντες και το εν λόγω άτομο. Η ίδια ήταν συνεχώς εκεί και σε καμία περίπτωση είδε κάποιον να κτυπά το εν λόγω άτομο. Αφού δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, ότι τα αντικείμενα στα οποία γίνεται αναφορά από τη Μ.Κ.5 στην κατάθεση της είναι αυτά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, η Μ.Κ.5 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το άτομο που έφερε ο Λοίζος κρατώντας τον από το χέρι. Η Μ.Κ.5 είπε ότι σε ένα λεπτό από τη στιγμή που άκουσε τον Λοίζο να φωνάζει, αυτός κατέβηκε κάτω με τον κατηγορούμενο, ενώ η αστυνομία ήρθε μετά από 7 λεπτά περίπου. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.5 είπε ότι το μηχανουργείο είναι υπόγειο και ότι ο Λοίζος κρατούσε τον κατηγορούμενο από το χέρι και τον οδήγησε στο μηχανουργείο, χωρίς ο κατηγορούμενος να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση. Ο Λοίζος κρατούσε τον κατηγορούμενο από το χέρι και στο άλλο χέρι κρατούσε τις τσάντες. Ο Λοίζος του είπε γιατί κλέβει από το αυτοκίνητο, και αυτός είπε ότι δεν ήξερε ότι είναι δικό του και το βρήκε πεταμένο. Τότε ο Λοίζος του φώναζε άλλη φορά να μην κλέβει. Η Μ.Κ.5 δεν θυμόταν να περιγράψει τις τσάντες και είπε ότι όταν η αστυνομία άνοιξε τις τσάντες, είδε ένα τραπανάκι. Ακολούθως η Μ.Κ.5 εξέφρασε την αβεβαιότητα της αναφορικά με το κατά πόσο ο Λοίζος κρατούσε τις τσάντες, λέγοντας ότι πιθανό να τις κρατούσε ο κατηγορούμενος, αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Η Μ.Κ.5 αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν έχει σχέση με τα εξαρτήματα, και περιορίστηκε στα όσα είδε και είπε στην κατάθεση της. Ανέφερε ότι ο Ρολάνδος τηλεφώνησε στην αστυνομία από το κινητό του τηλέφωνο, και ρομάνισαν την πόρτα του μαγαζιού μέχρι να έρθει η αστυνομία στο μέρος. Η Μ.Κ.5 είπε ότι ο Λοίζος είπε στον κατηγορούμενο ότι κανονικά έπρεπε να τον κτυπήσει, αλλά δεν το έκανε και 3 μέρες πριν το επίδικο συμβάν, έκλεψαν το ραδιόφωνο από άλλο αυτοκίνητο δικό της που ήταν σταθμευμένο εκεί. Τέλος η Μ.Κ.5 είπε ότι η ίδια γνωρίζει το επίδικο αυτοκίνητο, καθότι θα το αγόραζε αυτή, το αυτοκίνητο δεν ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, είχε εξαρτήματα που έλειπαν, δεν θυμάται αν το γυαλί ήταν σπασμένο, αλλά κανείς δεν είχε κλέψει κάτι από αυτό προηγουμένως. Ο Ρολάνδος Ζαβρός υιοθέτησε επίσης την κατάθεση του προς την αστυνομία ως μέρος της κύριας εξέτασης του, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα. Είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου μηχανουργείου, στο οποίο επίσης στεγάζεται ο Λοίζος Τριμιντής, μηχανικός και ιδιοκτήτης του επίδικου αυτοκινήτου από το οποίο κλάπηκαν διάφορα εξαρτήματα. Το μαγαζί του είναι υπόγειο. Γύρω στις 14.00 η γυναίκα του, Μ.Κ.5, του φώναξε ότι άκουγε φωνές έξω από το μαγαζί και του είπε να τρέξει να δει τι γίνεται. Μόλις αυτός βγήκε έξω, είδε τον Λοίζο να κατεβαίνει κάτω στο μαγαζί με ένα νεαρό με μακριά μαλλιά, τον οποίο αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.6 ρώτησε τον Λοίζο τι έγινε και αυτός του ανέφερε ότι τον έκοψε να κλέβει από το αυτοκίνητο Pontiac, το οποίο είχε σταθμευμένο έξω από το μαγαζί. Τα πράγματα ήταν μέσα σε δύο νάιλον σακούλες μία γκρίζα και μία άσπρη, οι οποίες περιείχαν ένα τραπανάκι μπαταρίας, ένα σετ με μύτες κατσαβιδιών, ένα cutter, το σύστημα θέρμανσης του αυτοκινήτου, το εσωτερικό καθρεφτάκι του ανεμοθώρακα με τη βάση του, την πόρτα του ντουλαπιού του συνοδηγού, καθώς επίσης το αμπερόμετρο, δηλαδή το ρολόι μέτρησης της μπαταρίας. Αμέσως ο Μ.Κ.6 τηλεφώνησε στην αστυνομία και αφού ήρθε στο μέρος, μετέφερε τον κατηγορούμενο και τα κλαπέντα στον σταθμό Αγ. Ιωάννη. Και πάλι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, ότι τα εξαρτήματα που αναφέρονται στην κατάθεση του Μ.Κ.6 είναι αυτά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, και ο Μ.Κ.6 επανέλαβε ότι ο Λοίζος κρατούσε τον κατηγορούμενο και τις τσάντες, ρώτησε τον Λοίζο τι έγινε και αυτός του είπε ότι τον έπιασε να κλέβει κάποια πράγματα, ο Μ.Κ.6 τον ρώτησε πού είναι και ο Λοίζος του τα έδειξε. Τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Ιωάννη και οι αστυνομικοί πήγαν στο μαγαζί σε λιγότερο από 10 λεπτά. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του, ο Μ.Κ.6 είπε ότι ο ίδιος ενοικίαζε το μαγαζί μαζί με τον Λοίζο, στον οποίο ανήκει το επίδικο αυτοκίνητο. Ο ίδιος είπε αυτός το οδήγησε εκεί και ήταν άθικτο μέχρι την επίδικη μέρα. Αναγνώρισε ότι έκλεψαν εξαρτήματα από άλλα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα στον ίδιο χώρο. Ο Λοίζος μετέφερε τον κατηγορούμενο κάτω στο μαγαζί κρατώντας τον από τον ώμο, και αρνήθηκε ότι κλείδωσαν ή ρομάνισαν την πόρτα μέχρι να έρθει η αστυνομία, καθότι η πόρτα κλειδώνει μόνο από την εξωτερική πλευρά. Ακόμα ο Μ.Κ.6 αρνήθηκε ότι ο Λοίζος κτύπησε τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.6 δεν θυμόταν κατά πόσο ο ίδιος ή η σύζυγος του τηλεφώνησε στην αστυνομία και είπε ότι πήραν το 805050, και τους σύνδεσαν με τον αστυνομικό σταθμό Αγ. Ιωάννη και ήρθαν αστυνομικοί από εκεί. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος τηλεφώνησε προσωπικά στον αστ. 2568 τον οποίο γνωρίζει, λέγοντας ότι αυτός ίσως ήταν παλιά συνάδελφος με τον πατέρα του στον ΟΠΕ. Ο τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστ. 2568 Γεώργιος Ιωάννου, του ΟΠΕ Λεμεσού. Ο Μ.Κ.7 υιοθέτησε την κατάθεση του ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο Μ.Κ.7 σταθμεύει στον ΟΠΕ Λεμεσού και στις 17.2.2009 και ώρα 15.05, λήφθηκε μήνυμα ότι στη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄, δύο άντρες έχουν υπό περιορισμό ένα άντρα ο οποίος εντοπίστηκε επ΄ αυτοφώρω να βρίσκεται εντός αυτοκινήτου και να κλέβει διάφορα εξαρτήματα μέσα από αυτό. Ο Μ.Κ.7 μετέβη στο μέρος μαζί με δύο συναδέλφους του, και εκεί συνάντησε τους Λοίζο Τριμιντή και Ρολάνδο Ζαβρό να έχουν υπό περιορισμό τον κατηγορούμενο. Ο Τριμιντής υπέδειξε στον Μ.Κ.7 τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που πριν από δέκα λεπτά εντόπισε μέσα στο αυτοκίνητο του, το οποίο είχε σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης έξω από το συνεργείο για επιδιόρθωση. Ο Τριμιντής βρήκε τον κατηγορούμενο να έχει στην κατοχή του φορητό τραπανάκι μάρκας Bosch χρώματος πορτοκαλί, κουτί κίτρινο με μύτες κατσαβιδιών και ένα cutter. Επίσης σε νάιλον τσάντα είχε ένα καθρεφτάκι του εν λόγω αυτοκινήτου, ένα μετρητή αμπέρ, μία πόρτα του ταμπλό και το σύστημα της θερμάστρας. Τα εν λόγω τεκμήρια βρίσκονταν στο πάτωμα του συνεργείου. Καθώς ο Τριμιντής υπέδειξε στον Μ.Κ.7 τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που εντόπισε να κλέβει, ο Μ.Κ.7 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, και αυτός απάντησε «Δεν ήξερα ποιου ήταν». Ακολούθως ο Μ.Κ.7 του υπέδειξε το τραπανάκι, το κουτί με τις μύτες κατσαβιδιού και το cutter, και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν είναι δικά μου. Τα βρήκα μέσα στο αυτοκίνητο». Ο Μ.Κ.7 του υπέδειξε τα εξαρτήματα που ήταν στο πάτωμα του συνεργείου, του επέστησε ξανά την προσοχή στο Νόμο, και ο κατηγορούμενος απάντησε «Τα βρήκα εβγαλμένα μέσα στο αυτοκίνητο». Ο Μ.Κ.7 του έδειξε και τις δύο νάιλον τσάντες, εντός των οποίων βρέθηκαν όλα τα πιο πάνω, και επέστησε εκ νέου την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο. Αυτός απάντησε «Τις βρήκα μες το αυτοκίνητο». Τα τεκμήρια τοποθετήθηκαν στις τσάντες και μεταφέρθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Ιωάννη όπου οδηγήθηκε και ο κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.7 πήγε κοντά στο αυτοκίνητο, και είδε ότι από το ταμπλό έλειπαν τα πιο πάνω τεκμήρια, ενώ το καθρεφτάκι έλειπε από τον ουρανό του οχήματος πλησίον του μπροστινού ανεμοθώρακα. Επίσης το τιμόνι ήταν βγαλμένο και βρισκόταν στην αριστερή θέση του οδηγού, καθότι το αυτοκίνητο είναι αριστεροτίμονο. Και πάλι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, ότι τα εξαρτήματα που αναφέρονται στην κατάθεση του Μ.Κ.7 είναι αυτά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.7 πρόσθεσε ότι κατά την είσοδο του στο μαγαζί η πόρτα ήταν ανοικτή και κατά την παραμονή του στο μαγαζί ο κατηγορούμενος δεν έκανε παράπονο ότι κτυπήθηκε. Παρέμειναν εκεί για περίπου 15 λεπτά. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.7 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πώς ειδοποιήθηκε για να μεταβεί στη σκηνή, και είπε ότι απλώς ξέχασε να το γράψει στην κατάθεση του, καθότι σε αυτή αναφέρει «ελήφθη μήνυμα μέσω του.» χωρίς να διευκρινίζει το θέμα. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον Μ.Κ.7 ότι αυτή η παράλειψη ήταν σκόπιμη, και ότι ο λόγος που το έκανε είναι επειδή ο Μ.Κ.6 τηλεφώνησε απ΄ αυθείας στον ίδιο από το κινητό του τηλέφωνο, και ο Μ.Κ.7 είπε ότι αυτή η υποβολή είναι ψέματα. Ακόμα είπε ότι πρώτη φορά άκουσε από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι ο πατέρας του Μ.Κ.6 ήταν παλιά συνάδελφος του. Ο Μ.Κ.7 εξήγησε ότι η αναφορά στην κατάθεση του ότι οι Τριμιντής και Ζαβρός είχαν υπό περιορισμό τον κατηγορούμενο σημαίνει απλώς ότι ήταν μαζί του στο υπόγειο και περίμεναν την αστυνομία, και μιλούσαν, ενώ η πόρτα ήταν ανοικτή όταν πήγε εκεί. Ακόμα ο Μ.Κ.7 είπε ότι είδε το τραπανάκι, και το εξέλαβε ως Bosch, ενώ όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.7 εξέφρασε τη βεβαιότητα του ότι αυτό είναι το τραπανάκι που είδε, το οποίο φέρει μάρκα Black & Decker, κάτι το οποίο δεν είχε δει στο μέρος, ενώ είπε ότι το περιέγραψε ως χρώματος πορτοκαλί καθότι αυτό έχει κάποιο μέρος του πορτοκαλί. Ο Μ.Κ.7 πρόσθεσε επίσης ότι δεν γνώριζε τον χώρο εκεί και εξ΄ όσον θυμόταν έκανε γύρο για να βρει το μαγαζί. Ο Μ.Κ.7 επέμενε ότι επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στην κατάθεση του, σε αντίθετη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, και ακόμα ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε τις απαντήσεις που καταγράφονται σε αυτή, αρνούμενος την υποβολή της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος του είπε «Δεν είναι δικά μου και δεν έχω ιδέα». Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι οδήγησαν πρώτα τον κατηγορούμενο στο ΤΑΕ και μετά στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Ιωάννη, θέση την οποία ο Μ.Κ.7 αρνήθηκε λέγοντας ότι τον πήραν απ΄ ευθείας στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Ιωάννη. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, κάλεσε αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του και του εξήγησε τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία, κατά την οποία αρχικά υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις του προς την αστυνομία, Τεκμήρια 12 και
  6. Ο κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι την επίδικη μέρα το πρωί πήγε στο Γραφείο Εργασίας και υπέγραψε ως άνεργος, και ενώ επέστρεφε πέρασε από ένα σημείο στη Λεωφόρο Μακαρίου όπου είδε ένα κίτρινο αυτοκίνητο με ανοικτά το καπό και την πόρτα και το πίσω γυαλί σπασμένο. Αυτός πήγε κοντά, στάθηκε εκεί για 2-3 λεπτά και τότε του φώναξε κάποιος και του είπε «Ρε τι κάμνεις τζιαμέ;» Ο κατηγορούμενος του είπε ότι κοίταξε το αυτοκίνητο και φεύγει και τότε αυτός του είπε εντάξει, πήγε κοντά του και τον ρώτησε τι κάνει εκεί. Ο κατηγορούμενος του είπε «Τίποτε» και τότε αυτός του είπε να πάει μαζί του, ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν θέλει και ό,τι θέλει να κάνει, και αυτός πήρε τις τσάντες που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και του είπε να πάει μαζί του. Ο κατηγορούμενος δεν είδε τι περιείχαν οι τσάντες και κατέβηκε μαζί με τον Μ.Κ.2 στο υπόγειο, εκεί τον κλείδωσαν μέσα και όταν τον ρώτησε γιατί το έκανε, αυτός δεν του έδωσε απάντηση. Ο Μ.Κ.2 έριξε το περιεχόμενο των τσαντών στο πάτωμα, και μιλούσε και φώναζε με ακόμα 2-3 άτομα που ήταν εκεί. Ο Μ.Κ.6 ήταν ένα από αυτά. Ο Μ.Κ.2 άρπαξε τον κατηγορούμενο από τον γιακά, και τον κτύπησε στο στόμα και το κεφάλι, κόπηκαν τα χείλη του, έπεσε κάτω, και μετά ο Μ.Κ.2 του έδινε κλωτσιές και ο Μ.Κ.6 του είπε να σταματήσει. Ο Μ.Κ.6 πήρε κάποιον γνωστό του στην αστυνομία για να πάει στο γκαράζ, και ο κατηγορούμενος δεν ήξερε σε ποιον τηλεφώνησε αλλά αυτός του είπε «Ρε φίλε μου» και ο κατηγορούμενος κατάλαβε ότι μίλησε με κάποιον φίλο του. Ήρθαν 3 αστυνομικοί με πολιτική περιβολή, τα πράγματα ήταν διασκορπισμένα στο πάτωμα, ο κατηγορούμενος είπε στον αστυνομικό παρά πολλές φορές ότι τα πράγματα δεν είναι δικά του αλλά δεν του είπε ότι τα βρήκε στο αυτοκίνητο, ο αστυνομικός ουδέποτε του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και τότε έβαλε τα πράγματα μέσα στις τσάντες και τον οδήγησαν στον αστυνομικό σταθμό. Ο κατηγορούμενος είπε ότι κανένα από τα αντικείμενα που είναι τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου είναι δικά του. Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος επέμενε ότι το αυτοκίνητο ήταν ορατό από τη Λεωφ. Μακαρίου, και αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι το εν λόγω αυτοκίνητο δεν ήταν ορατό και κάποιος έπρεπε να κάνει προσπάθεια για να πάει εκεί. Επίσης ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι από τον χώρο όπου βρισκόταν τα αυτοκίνητο, δεν μπορούσε κάποιος να δει το μαγαζί καθαρά. Ερωτηθείς να σχολιάσει την αναφορά στην κατάθεση του ότι, ενώ αυτός βρισκόταν στο ανοικτό οικόπεδο και έβλεπε το αυτοκίνητο, μετά από δέκα λεπτά ο Μ.Κ.2 βγήκε από το υπόγειο και πήγε κοντά του, ο κατηγορούμενος είπε ότι αυτή η αναφορά του δεν σημαίνει ότι στεκόταν και έβλεπε το αυτοκίνητο για δέκα λεπτά, αλλά αυτός περιεργάστηκε το αυτοκίνητο μόνο για 2-3 λεπτά και χρειάστηκε δέκα λεπτά να περάσει το χωράφι. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στον κατηγορούμενο ότι δεν κάνει αναφορά σε τσάντες αλλά μόνο σε αντικείμενα στην κατάθεση του, ενώ μίλησε για τις τσάντες κατά την προφορική του μαρτυρία, και αυτός απάντησε ότι έτσι έχουν τα γεγονότα, ο Μ.Κ.2 βρήκε τις τσάντες μέσα στο αυτοκίνητο, είπε στον κατηγορούμενο να τις πάρει και αυτός αρνήθηκε, και τότε ο Μ.Κ.2 τις πήρε μαζί με εξαρτήματα που βρίσκονταν εντός του αυτοκινήτου και άλλα που ήταν εκτός αυτού, τα έβαλε μέσα στις τσάντες και του είπε να πάνε κάτω μαζί στο μαγαζί, όπως και έγινε. Ο κατηγορούμενος πρόσθεσε ακόμα ότι έκανε αναφορά στις τσάντες επειδή έγινε αναφορά σε αυτές από τους μάρτυρες κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε επίμονα τις υποβολές του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτός ήταν μέσα στο αυτοκίνητο στην πλευρά του συνοδηγού, κρατούσε τις τσάντες και μέσα είχε τα εξαρτήματα που ο ίδιος ξεβίδωσε και πήρε από το αυτοκίνητο. Ακόμα είπε ότι ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι απλά κοίταζε το αυτοκίνητο. Επίσης ο κατηγορούμενος επέμενε στη θέση του ότι όταν κατέβηκαν κάτω, άκουσε ένα θόρυβο και γύρισε πίσω και είδε ότι η πόρτα ήταν κλειστή με σύρτη, ενώ ο Μ.Κ.6 στάθηκε στην πόρτα και ρώτησε τον Μ.Κ.2 γιατί το κάνει αυτό. Και ο κατηγορούμενος ρώτησε τον Μ.Κ.2 γιατί έκλεισε την πόρτα και του είπε ότι δεν έκανε τίποτα. Ο κατηγορούμενος δεν έδωσε απάντηση γιατί αυτό παραλείπεται από την κατάθεση του. Ο κατηγορούμενος είπε ότι μέχρι την άφιξη της αστυνομίας ο Μ.Κ.2 έριξε όλα τα εξαρτήματα χάμω, και ο Μ.Κ.7 του υπέδειξε τα εξαρτήματα μόνο, και όχι τις τσάντες που ήταν από κάτω, και τον ρώτησε 2-3 φορές αν ξέρει τι είναι, ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι δεν ξέρει και του είπε ότι δεν είναι δικά του χωρίς να του αναφέρει ότι τα βρήκε μέσα στο αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος είπε ότι όσα του αποδίδει ο Μ.Κ.2 είναι ψέματα και ο Μ.Κ.2 τον κτύπησε, και ακόμα είπε ότι στην πρώτη του κατάθεση δεν ανέφερε οτιδήποτε, ενώ στη δεύτερη κατάθεση της ίδιας ημερομηνίας περιέγραψε τα γεγονότα, καθότι αρχικά φοβόταν να μιλήσει στην αστυνομία επειδή ο Μ.Κ.6 γνώριζε τον Μ.Κ.7, ενώ μετά ο αστυνομικός του είπε ότι είναι εντάξει να αναφέρει τι έγινε. Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον κατηγορούμενο ότι ήταν άνεργος κατά την επίδικη ημερομηνία και έκλεψε τα εξαρτήματα γιατί είχε ανάγκη από χρήματα, και ο κατηγορούμενος θεώρησε προσβλητική αυτή την υποβολή λέγοντας ότι όποιος είναι άνεργος δεν σημαίνει ότι είναι και κλέφτης. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα κριθεί με βάση την αξιοπιστία των μαρτύρων, και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και να κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ο οποίος εξέφρασε τη θέση ότι η μαρτυρία των βασικών μαρτύρων κατηγορίας παρουσιάζει σοβαρές αντιφάσεις, και εν πάση περιπτώσει αυτή δεν είναι ικανή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος πράγματι προκάλεσε κακόβουλη ζημιά και έκλεψε από το αυτοκίνητο, καθότι κανείς δεν τον είδε να κάνει κάτι τέτοιο. Ο κ. Κωνσταντινίδης εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει και επομένως ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί και αθωωθεί και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αρχικά αναφέρω ότι η Μ.Κ.1 δημιούργησε θετική εικόνα καθότι η μαρτυρία της περιορίστηκε στις ενέργειες της αναφορικά με τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, και αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η ίδια δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν μετέβη άμεσα στη σκηνή αλλά σε κατοπινό στάδιο και γενικά φάνηκε αντικειμενική στην εξέταση της υπόθεσης. Επομένως η εν λόγω μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία των Μ.Κ.3 και 4 γίνεται επίσης αποδεκτή από το Δικαστήριο, καθότι αυτοί οι δύο μάρτυρες περιορίστηκαν στις ενέργειες τους σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, αυτές επιβεβαιώνονται και από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και η μαρτυρία τους ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ο Μ.Κ.2 με τη σειρά του γενικά δεν άφησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Αρχικά σημειώνεται μία σοβαρή αντίφαση μεταξύ του περιεχομένου της κατάθεσης του και της προφορικής του μαρτυρίας αναφορικά με την αντίδραση και απάντηση του κατηγορούμενου προς αυτόν αναφορικά με τις κινήσεις του σε σχέση με το επίδικο αυτοκίνητο. Στην κατάθεση του ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι όταν αυτός φώναξε στον κατηγορούμενο τι κάνει εκεί στο αυτοκίνητο, αυτός του είπε ότι το περιεργαζόταν για να το δει επειδή του άρεσε η συγκεκριμένη μάρκα. Αφού ο Μ.Κ.2 είδε ότι αυτός κρατούσε τις τσάντες και τον ρώτησε τι είχε σε αυτές, αυτός δεν έδωσε απάντηση. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 δεν κάνει αναφορά στην πρώτη ερώτηση του προς τον κατηγορούμενο, και μάλιστα πρόβαλε τη θέση ότι μόλις τον είδε αυτός προσπαθούσε να κρύψει τις τσάντες προς τη γωνιά του αυτοκινήτου, η οποία παραλείπεται από την κατάθεση του, και μετά τον ρώτησε γιατί έβγαλε τα εξαρτήματα, και όχι τι είχε μέσα στις τσάντες όπως περιέχεται στην κατάθεση του, και ο κατηγορούμενος δεν έδωσε απάντηση. Αυτή η ερώτηση προς τον κατηγορούμενο, γιατί έβγαλε τα εξαρτήματα, αναφέρεται από τον Μ.Κ.2 στην κατάθεση του ότι έγινε μεταγενέστερα, και μάλιστα αφού είδε όλα τα εξαρτήματα που βρίσκονταν μέσα στις τσάντες στο μαγαζί, και αξιοσημείωτο είναι ότι ο Μ.Κ.2 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε απάντηση, ότι επειδή είναι παλιό αυτοκίνητο και του αρέσουν τα Pontiac, τα έβγαλε επειδή νόμιζε ότι ήταν για πέταμα. Επίσης στην κατάθεση του ο Μ.Κ.2 αναφέρει ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο να πάει μαζί του μέσα στο μηχανουργείο πράγμα το οποίο έκανε. Κατά την αντεξέταση του όμως, ο Μ.Κ.2 πρόβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να διαφύγει, και έτσι ο Μ.Κ.2 τον κρατούσε και τον πήρε κάτω. Θεωρώ ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι σημαντικές γιατί αφορούν βασικά θέματα των γεγονότων, έτσι ώστε να δημιουργούν αμφιβολίες προς το Δικαστήριο για την αξιοπιστία του μάρτυρα και την αλήθεια των ισχυρισμών του. Επίσης, η περιγραφή των γεγονότων από τον ίδιο δεν συνάδει με αυτή των Μ.Κ.5 και 6 σε βασικά σημεία. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση του ο Μ.Κ.2 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος κατέβηκε στο μαγαζί κρατώντας τις δύο τσάντες και αυτός του ζήτησε να του δείξει τι είχαν και ο ίδιος ο κατηγορούμενος τις άνοιξε και τότε ο Μ.Κ.2 είδε το περιεχόμενο τους. Η Μ.Κ.5 στην κατάθεση της επιβεβαιώνει ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε τις τσάντες, ενώ κατέβαιναν στο μαγαζί, για να πει κατά την προφορική της μαρτυρία ότι ο Μ.Κ.2 κρατούσε τις τσάντες και μάλιστα με το ένα χέρι αφού με το άλλο κρατούσε τον κατηγορούμενο, ενώ αργότερα εξέφρασε αβεβαιότητα ποιος κρατούσε τις τσάντες. Ο Μ.Κ.6 με τη σειρά του, κατά την προφορική του μαρτυρία, ανέφερε ότι είναι ο κατηγορούμενος που κρατούσε τις τσάντες. Επίσης, ο Μ.Κ.2 είναι ο μόνος που ανέφερε στην κατάθεση του ότι αφού πήγαν κάτω στο μαγαζί με τον κατηγορούμενο, αυτός ανέβηκε ξανά πάνω για να ελέγξει το αυτοκίνητο. Οι Μ.Κ.5 και 6 ουδόλως κάνουν αναφορά σε κάτι τέτοιο. Ακόμα, ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι «ρομάνισαν» την πόρτα του μαγαζιού όταν κατέβηκε εκεί με τον κατηγορούμενο, όπως και ο Μ.Κ.6, ενώ η Μ.Κ.5 είπε ότι αυτό έγινε. Ακόμα παρατηρείται αντίφαση μεταξύ των Μ.Κ.5 και 6 αναφορικά με την κατάσταση του αυτοκινήτου κατά την επίδικη ημερομηνία. Η Μ.Κ.5 είπε ότι έλειπαν κάποια εξαρτήματα από το αυτοκίνητο, ενώ ο Μ.Κ.6 είπε ότι αυτό ήταν άθικτο. Θεωρώ ότι πέραν της αντίφασης που παρατηρείται μεταξύ της κατάθεσης και της προφορικής μαρτυρίας της Μ.Κ.5 αναφορικά με το ποιος κρατούσε τις τσάντες, και της μετέπειτα αβεβαιότητας της για το θέμα, όπως αναφέρεται πιο πάνω, είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι η Μ.Κ.5 στην κατάθεση της αναφέρει ότι ο Μ.Κ.2 ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί έκλεβε από το αυτοκίνητο, χωρίς να δίνει απάντηση από τον κατηγορούμενο, ενώ κατά την αντεξέτασης της είπε ότι ο κατηγορούμενος απάντησε και μάλιστα ότι αυτός είπε ότι δεν ήξερε ότι είναι δικά του Μ.Κ.2 και τα βρήκε πεταμένα. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δημιουργούν αμφιβολίες για την αξιοπιστία της Μ.Κ.5, και περαιτέρω η μαρτυρία των Μ.Κ.2, 5 και 6 παρουσιάζει τέτοιες διαφορές μεταξύ της που αφήνει στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήταν αξιόπιστος αλλά υπερβολικός στην περιγραφή των γεγονότων και με ζήλο ήθελε να αποδώσει στον κατηγορούμενο την ευθύνη για όσα του καταλογίζει. Ταυτόχρονα, οι Μ.Κ.5 και 6, τη σχέση των οποίων με τον Μ.Κ.2 δεν παραγνωρίζω, προσπάθησαν να περιγράψουν τα γεγονότα που περιέπεσαν στην αντίληψη τους, και όπως αυτά τους παρουσιάστηκαν από τον Μ.Κ.2, αλλά δεν κατάφεραν να παρουσιάσουν μία συνεπή και ολοκληρωμένη εκδοχή που να πείθει το Δικαστήριο ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Έτσι το Δικαστήριο αδυνατεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία τους. Ακόμα, και ο Μ.Κ.7 δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του για δύο βασικά λόγους. Πρώτον, αυτός για πρώτη φορά και σε αντίθεση με τους Μ.Κ.2, 5 και 6, είπε ότι όταν πήγε στο μαγαζί βρήκε τα εξαρτήματα όλα έξω από τις τσάντες, σκορπισμένα στο πάτωμα. Μάλιστα η Μ.Κ.5 είπε εμφατικά ότι είδε τον αστυνομικό να ανοίγει τις τσάντες. Δεύτερον, η περιγραφή του για το τραπανάκι με αναφορά στη μάρκα του προκαλεί εντύπωση στο Δικαστήριο καθότι η αναγραφή της μάρκας επ΄ αυτού ήταν εμφανής και ο Μ.Κ.7 το περιγράφει με άλλη μάρκα. Όταν ρωτήθηκε γι΄ αυτό το θέμα από τον συνήγορο υπεράσπισης, ο Μ.Κ.7 δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση, λέγοντας μόνο ότι το εξέλαβε ως μάρκας Bosch, ενώ με μία γρήγορη και ακόμα πρόχειρη εξέταση του θα έβλεπε χωρίς δυσκολία τη μάρκα του. Η πιο πάνω διαπίστωση θέτει υπό αμφισβήτηση το σύνολο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα και κατ΄ επέκταση τις απαντήσεις που ο κατηγορούμενος έδωσε προς αυτόν. Επομένως, το Δικαστήριο αδυνατεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία του. Αντίθετα ο κατηγορούμενος παρουσίασε μία σταθερή και ολοκληρωμένη εκδοχή των γεγονότων σε βαθμό που έπεισε το Δικαστήριο ότι ήταν ειλικρινής και ήθελε να αποκαλύψει την αλήθεια για τα γεγονότα της υπόθεσης. Μάλιστα η εκδοχή του ήταν συνεπής από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας και τέθηκε σε όλους τους μάρτυρες κατηγορίας, μέσω του συνηγόρου του, οι οποίοι έδωσαν τη δική τους απάντηση και έτυχαν αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Το περιεχόμενο της κατάθεσης του συνάδει με την προφορική του μαρτυρία, στην οποία επέμεινε με χαρακτηριστική βεβαιότητα, δίνοντας άμεσα τις απαντήσεις του χωρίς δισταγμό και περίσκεψη. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι πήγε κοντά στο αυτοκίνητο και το περιεργάστηκε, όμως αρνείται κατηγορηματικά τα όσα του καταλογίζει ο Μ.Κ.
  7. Επίσης ο κατηγορούμενος έδωσε λογική και ικανοποιητική εξήγηση για τη στάση του σε σχέση με τις δύο καταθέσεις του προς την αστυνομία, και ειδικότερα την απόφαση του να αναφερθεί στα γεγονότα στη συμπληρωματική κατάθεση του. Η αναφορά του στα δέκα λεπτά στην κατάθεση του, που απασχόλησε τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αντεξέταση του, δεν θεωρώ ότι είναι τέτοια που να επηρεάζει την αξιοπιστία του κατηγορούμενου, καθότι ο ίδιος παραδέχθηκε ότι βρισκόταν δίπλα από το αυτοκίνητο για κάποια λεπτά και το περιεργαζόταν. Επίσης η παράλειψη του στην αναφορά στις τσάντες και ότι τον κλείδωσαν μέσα στο γκαράζ δεν θεωρώ ότι ενέχει ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος είπε ότι αναφέρθηκε στις τσάντες επειδή αυτές αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας, και δεν ικανοποιούμαι ότι αυτή η απάντηση του δόθηκε για να καλύψει τον εαυτό του ή να βοηθήσει τη θέση του. Η εκδοχή του ότι κτυπήθηκε στο στόμα συνάδει με την ιατρική μαρτυρία που κατατέθηκε υπό τη μορφή της Ιατρικής Έκθεσης του Δρα Κυριάκου, Τεκμήριο 13, ο οποίος τον εξέτασε την ίδια κιόλας μέρα. Γενικά η όλη στάση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν τέτοια που ικανοποίησε το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια του και την επιθυμία αποκάλυψης της αλήθειας για το τι ακριβώς επεσυνέβη την επίδικη μέρα. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο καταλήγει ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. Το Δικαστήριο περιορίζεται στα ευρήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση χωρίς να υπεισέρχεται με οποιονδήποτε τρόπο σε ευρήματα που επηρεάζουν την καταγγελία του κατηγορούμενου εναντίον του Μ.Κ.2, εφόσον τα γεγονότα είναι αλληλένδετα. Στις 17.2.2009 ο κατηγορούμενος πήγε στο Γραφείο Εργασίας και υπέγραψε ως άνεργος, και ενώ επέστρεφε πέρασε από ένα σημείο στη Λεωφόρο Μακαρίου, σε ένα ανοικτό οικόπεδο, όπου είδε ένα κίτρινο αυτοκίνητο μάρκας Pontiac με ανοικτά το καπό και την πόρτα και το πίσω γυαλί σπασμένο. Αυτός πήγε κοντά, στάθηκε εκεί για 2-3 λεπτά έξω από το αυτοκίνητο και το έβλεπε, και τότε του φώναξε κάποιος, ο Μ.Κ.2, και του είπε «Ρε τι κάμνεις τζιαμέ;» Ο κατηγορούμενος του είπε ότι κοίταξε το αυτοκίνητο και φεύγει και τότε αυτός του είπε εντάξει, πήγε κοντά του και τον ρώτησε τι κάνει εκεί. Ο κατηγορούμενος του είπε «Τίποτε» και τότε αυτός του είπε να πάει μαζί του, ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν θέλει και ό,τι θέλει να κάνει, και ο Μ.Κ.2 πήρε τις τσάντες που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, του είπε να τις πάρει, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τότε ο Μ.Κ.2 έβαλε κάτι εξαρτήματα που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και κάτι που ήταν σκορπισμένα χάμω, και του είπε να πάει μαζί του. Ο κατηγορούμενος δεν είδε τι περιείχαν οι τσάντες και κατέβηκε μαζί με τον Μ.Κ.2 στο υπόγειο, εκεί τον κλείδωσαν μέσα και όταν τον ρώτησε γιατί το έκανε, ο Μ.Κ.2 δεν του έδωσε απάντηση. Ο Μ.Κ.2 έριξε το περιεχόμενο των τσαντών στο πάτωμα, και μιλούσε και φώναζε με ακόμα 2-3 άτομα που ήταν εκεί. Ο Μ.Κ.6 ήταν ένα από αυτά, ο οποίος μάλιστα στάθηκε στην πόρτα, και τηλεφώνησε στην αστυνομία για να πάει στο γκαράζ. Ήρθαν 3 αστυνομικοί με πολιτική περιβολή, ένας εξ αυτών ο Μ.Κ.7, τα πράγματα ήταν διασκορπισμένα στο πάτωμα, και ο κατηγορούμενος είπε στον Μ.Κ.7 παρά πολλές φορές ότι τα πράγματα δεν είναι δικά του. Ο Μ.Κ.7 έβαλε τα πράγματα μέσα στις τσάντες και τον οδήγησαν στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Ιωάννη Λεμεσού. Τα πράγματα αυτά είναι τα Τεκμήρια 1 -
  8. Ο Μ.Κ.4 έλαβε την πρώτη κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 17.2.2009, Τεκμήριο
  9. Σε αυτή ο Μ.Κ.4 του υπέβαλε 3 ερωτήσεις, στις οποίες απάντησε ότι ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Ακολούθως ο Μ.Κ.4 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Αφού είναι που τον Δικαστή εντάξει». Ο Μ.Κ.3 ερεύνησε την οικία του κατηγορούμενου, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του, στις 17.2.2009, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε σχετικό με την παρούσα υπόθεση, και ακολούθως του χορήγησε ιατρικό έντυπο για να μεταβεί στο Νοσοκομείο για εξέταση. Το εν λόγω ιατρικό έντυπο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Ο Μ.Κ.3 έλαβε επίσης συμπληρωματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 17.2.2009, Τεκμήριο
  11. Την επομένη, 18.2.2009, ο Μ.Κ.4 τον κατηγόρησε γραπτώς και αφού του επέστησε και πάλι την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  12. Η Μ.Κ.1 ανέλαβε τη διερεύνηση υπόθεσης κλοπής εξαρτημάτων από το προαναφερόμενο αυτοκίνητο. Η Μ.Κ.1 παρέλαβε τα τεκμήρια και επισκέφθηκε τη σκηνή αργότερα την ίδια μέρα προς αναζήτηση άλλης μαρτυρίας, αλλά δεν βρήκε οτιδήποτε. Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αδυνατώ να προβώ σε οποιοδήποτε εύρημα ότι ο κατηγορούμενος προέβη είτε στην κλοπή εξαρτημάτων από το επίδικο αυτοκίνητο είτε στην πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στο αυτοκίνητο με σκοπό την συλλογή των εν λόγω εξαρτημάτων από αυτό ή για άλλο σκοπό, είτε σε οποιαδήποτε άλλη παράνομη η αξιόποινη πράξη σε σχέση με το εν λόγω αυτοκίνητο. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινική / Απόφαση Αναφορά: Κακόβουλη Ζημιά/Κλοπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.