Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννης Μουζακίτης , Αρ. Υπόθεσης: 6876/10, 09/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6876/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή v. Ιωάννης Μουζακίτης Κατηγορούμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 09/05/
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες δύο Κατηγορίες: 1) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να επιδεικνύει εύλογο μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- 2) Χρήση συγκεντρωτικού προβολέα κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 50
(10)(γ) και 72 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατηγορία 2) και αρνήθηκε την κατηγορία 1) και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο γι αυτή την κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 5ην Αυγούστου 2009, στον δρόμο Επταγώνιας - Κελλακίου παρά το Καλό Χωριό της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΝΤ 655, χωρίς να επιδεικνύει εύλογο μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Α/Αστ. 3857 Στέλιο Στέλιου (Μ.Κ.1) και τον κ. Πανίκκο Μιχαήλ (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) που έδωσε στην Αστυνομία και στην οποία αναφέρει ότι στις 05/08/09 και περί ώρα 12:30 προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Καλού Χωριού, όπου υπηρετούσε, ο Πανίκκος Μιχαήλ και προέβη σε γραπτό παράπονο εναντίον του οδηγού του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚΝΤ 655 επί το ότι την ώρα 00:45 περίπου, στο δρόμο Επταγώνιας - Κελλακίου οδηγούσε το εν λόγο όχημα με επικίνδυνο τρόπο, με αναμμένους τους προβολείς εκτυφλώνοντας τον και σκόπιμα εισήλθε στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας με σκοπό να τον αναγκάσει να σταματήσει, αφού κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο ίδιος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής KRU
- Από εξετάσεις που έκανε διαπίστωσε ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του πιο πάνω οχήματος ήταν ο Ιωάννης Μουζακίτης από το χωριό Αρακαπάς και εναντίον του εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα έρευνας για την οικία και το αυτοκίνητο του. Περί ώρα 19:00 της ίδιας ημέρας διενεργήθηκε σχετική έρευνα στο πιο πάνω όχημα του κατηγορουμένου, όπου και εντοπίστηκαν εγκατεστημένοι στην οροφή του εν λόγω αυτοκινήτου τέσσερις συγκεντρωτικοί προβολείς εφαρμοσμένοι σε κονσόλα χρώματος μαύρου, μάρκας WINBO oι οποίοι κατασχέθηκαν ως τεκμήριο και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο ανέφερε «Δεν έχω να πω τίποτε». Οι εν λόγω προβολείς κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως «τεκμήριο 4». Στην συνέχεια και περί ώρα 19:50 - 20:30 στον Αστυνομικό Σταθμό Καλού Χωριού λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 2) και ακολούθως κατηγορήθηκε για τα αδικήματα της 1) εγκατάστασης και χρήσης συγκεντρωτικών προβολέων και της 2) αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης οδήγησης και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε: «παραδέχομαι μόνο την πρώτη κατηγορία, τη δεύτερη όχι (βλ. τεκμήριο 3). Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος, ο οποίος στην κατάθεση του (τεκμήριο 5) την οποία κατέθεσε και υιοθέτησε στο Δικαστήριο, αναφέρει τα ακόλουθα: Στις 05/08/2009 και περί ώρα 00:45 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής KRU 484 με συνοδηγό τη γυναίκα του στο δρόμο από Επταγώνια προς Κελλάκι. Σε ένα σημείο του δρόμου βγήκε από το χωματόδρομο, στη δεξιά πλευρά του δρόμο ένα αυτοκίνητο το οποίο είχε στην οροφή του τέσσερις προβολείς αναμμένους και κατευθύνθηκε προς την Επταγώνια και τα φώτα των προβολέων ήταν δυνατά και τον τύφλωσαν και αναγκάστηκε να σταματήσει για να μην προκαλέσει δυστύχημα. Υποψιάστηκε ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος θα πρέπει να λαθροκυνηγούσε για να βγαίνει από χωματόδρομο με τους προβολείς αναμμένους. Λόγω του ότι τυφλώθηκε δεν πρόλαβε να δει τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του και γι αυτό έκανε επαναστροφή και τον ακολούθησε. Αφού τον πλησίασε, είδε ότι ήταν ένα SUZUKI τύπου JEEP χρώματος μπλε και είχε αριθμούς εγγραφής KNT 655 και αφού είδε τους αριθμούς εγγραφής του, επέστρεψε πίσω για να κατευθυνθεί προς τη Λεμεσό. Αφού διένυσε περίπου ένα χιλιόμετρο είδε ότι το εν λόγο αυτοκίνητο επέστρεψε πίσω και τον ακολουθούσε. Μόλις μπήκε μέσα στο Κελλάκι σταμάτησε σε χώρο στάθμευσης στα δεξιά με τρόπο που το αυτοκίνητο του δεν φαινόταν από τον δρόμο και το εν λόγο αυτοκίνητο πέρασε χωρίς να τον δει. Αφού πέρασε περίπου μισό λεπτό, ξεκίνησε ξανά για να κατευθυνθεί προς το σπίτι του στη Λεμεσό και λίγο πριν βγει από το Κελλάκι είδε το αυτοκίνητο να επιστρέφει προς τα πίσω πάλι με τους προβολείς αναμμένους και με απότομη κίνηση μπήκε στη δική του λωρίδα, αναγκάζοντας τον να σταματήσει για να μην συγκρουστούν. Όταν σταμάτησε, αυτός τον πλεύρισε και άρχισε να του φωνάζει σταμάτα, κατέβα από το αυτοκίνητο για να σε κανονίσω. Αυτός επειδή δεν ήθελε φασαρίες και λόγω του ότι η γυναίκα του φοβήθηκε έφυγε από το μέρος. Πέραν των πιο πάνω, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι το τεκμήριο 4 είναι οι προβολείς που ήταν τοποθετημένοι στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου μάρκας SUZUKI JIMNY με αρ. εγγραφής ΚΝΤ 655 και τους οποίους στις 05/08/2009 ο ίδιος αφαίρεσε και παρέδωσε στον Αστυφ. Σ. Στέλιου Μ.Κ.1 ο οποίος τους είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος στην πιο πάνω δήλωση ανέφερε ότι δεν παραδέχεται αυτά που είπε ο μάρτυρας εναντίον του γιατί από αυτά που είπε δεν ισχύει τίποτε. Τους προβολείς τους είχε αναμμένους μέσα στον Αγροτικό δρόμο που ήταν, όχι μέσα στον κύριο δρόμο και δεν παραδέχεται επίσης ότι του έκοψε το δρόμο. Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του και την κατάθεση του κατηγορουμένου που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης (τεκμήριο 2). Σε αυτή ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατάγεται από τον Αρακαπά, αναφέρει ότι ήταν στο καφενείο του χωριού του μαζί με δύο συγκεκριμένους φίλους του. Περί η ώρα 00:30 της 05ης/08/2009 αποφάσισαν να πάνε μια βόλτα στη γύρω περιοχή με το αυτοκίνητο του. Αφού ανέβηκε ένα ανήφορο έξω από τον κύριο δρόμο του Αρακαπά, μπήκε σε ένα χωματόδρομο που οδηγεί στα χωριά Διερώνα και Επταγώνια. Επειδή ήταν σκοτεινά και ο χωματόδρομος στενός, άναψε τους τέσσερις προβολείς που είχε εγκατεστημένους στην καμπίνα του αυτοκινήτου. Ακολούθησε το δρόμο που βγαίνει έξω από το χωριό Επταγώνια, στον κύριο δρόμο Επταγώνιας - Κελλακίου με σκοπό μετά να γυρίσει πίσω στο χωριό του. Μετά από δεκαπέντε περίπου λεπτά, μόλις έφτασε στην άκρια του δρόμου Επταγώνιας - Κελλακίου, έκανε άλτ, έσβησε τους προβολείς και αφού είδε ότι από την λωρίδα κυκλοφορίας του δεν ερχόταν αυτοκίνητο, μπήκε στο κύριο δρόμο με κατεύθυνση το χωριό Επταγώνια. Αμέσως, από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας είδε να έρχεται ένα αυτοκίνητο και του έκανε «τιπς» με τα φώτα του. Συγκεκριμένα, άναψε τα ψηλά του φώτα για να δει ποιος είναι από ότι κατάλαβε. Τότε άναψε και αυτός τα ψηλά του φώτα νομιζόμενος ότι ήταν ένας φίλος του που είχε το ίδιο αυτοκίνητο και προχώρησε προς το χωριό Επταγώνια. Μόλις πέρασε από δίπλα του αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν ο φίλος του και τότε κοίταξε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του και πρόσεξε το άλλο αυτοκίνητο να κάνει επαναστροφή, να έχει τα φώτα του τα ψηλά και άρχισε να πλησιάζει προς το μέρος του. Αφού τον ακολουθούσε για περίπου εκατό μέτρα με τα φώτα του τα ψηλά, τον είδε να σταματά, να ξανακάνει επαναστροφή και να πηγαίνει προς το Κελλάκι. Τότε, αυτός διερωτήθηκε ποιος ήταν αυτός που τον ακολουθούσε και έκανε και αυτός επαναστροφή για να δει ποιος ήταν και ακολούθησε το όχημα αυτό. Μέσα στις στροφές του Κελλακίου έχασε αυτό το αυτοκίνητο και συνέχισε για να βγει έξω από το Κελλάκι προς Παρεκκλησιά. Έξω από το χωριό Κελλάκι, εκεί στο πάρκο, του είπε ο Ζήνωνας ( ένας εκ των επιβαινόντων στο όχημα του) ότι το άλλο αυτοκίνητο είναι πίσω τους και τους ακολουθεί με τα φώτα του σβηστά. Τότε αυτός έκανε επαναστροφή, σταμάτησε το αυτοκίνητο του στη λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Κελλάκι και άναψε τα ψηλά του φώτα και τους προβολείς για να τον σταματήσει. Το άλλο αυτοκίνητο όμως, τότε άναψε τα ψηλά του τα φώτα, ανάπτυξε ταχύτητα και έφυγε προς Παρεκκλησιά. Την ώρα που πέρασε από δίπλα τους, ο άλλος επιβαίνοντας στο όχημα του αναγνώρισε τον οδηγό του άλλου οχήματος και του ανέφερε ότι είναι ο συγχωριανός του ο Παναγιώτης ο Κούελλος και αφού τότε ήξεραν ποιος ήταν επέστρεψαν στο χωριό χωρίς να γίνει οτιδήποτε άλλο και σε καμία περίπτωση είχαν οποιαδήποτε συζήτηση με τον άλλο οδηγό. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής της υπόθεσης και έτυχε περιορισμένης αντεξέτασης από την υπεράσπιση. Ουσιαστικά του ζητήθηκε να διευκρινίσει πότε ακριβώς έγινε η καταγγελία και κατά πόσο εξετάστηκε και η υπόνοια του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος πιθανόν να λαθροκυνηγούσε. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι σε σχέση με το θέμα αυτό δεν προέκυψε οτιδήποτε. Εν όψει της μη αμφισβήτησης ουσιαστικά της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού καθώς επίσης και της εντύπωσης που απεκόμισα από τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να μην αποδεκτώ την μαρτυρία του. Επομένως την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος ο οποίος προέβηκε στη συγκεκριμένη καταγγελία. Η μαρτυρία του θα πρέπει να αξιολογηθεί στην ολότητα της και όχι αποσπασματικά.. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της και η εκδοχή του παραπονούμενου τόσο κατά την κυρίως του εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η εικόνα που απεκόμισε το Δικαστήριο από τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Εκείνο που προκύπτει εξετάζοντας την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, είναι ότι η θέση και εκδοχή που πρόβαλε κατά την κυρίως του εξέταση δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του και αυτός ήταν σταθερός σε αυτή. Δεν έχει φανεί αυτός να έχει διαφοροποιηθεί από την αρχική του εκδοχή. Αντεξετάστηκε αναφορικά με το χρόνο που αυτός προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί η αναλήθεια των όσων ανέφερε. Του υποβλήθηκε ότι έπρεπε να προβεί σε καταγγελία αμέσως μετά το συμβάν και όχι να περιμένει να ξημερώσει και να προβεί σε καταγγελία περί τις 12:00. Επίσης, του υποβλήθηκε ότι επειδή είναι πυροσβέστης και γνώριζε ότι υπάρχει Πυροσβεστικός Σταθμός στην Παρεκκλησιά, από όπου πέρασε να κατευθυνθεί στη Λεμεσό, όφειλε να σταματήσει εκεί και να κάνει καταγγελία. Επί αυτών παρατηρώ ότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν το έκανε αυτό καθότι δεν είχε σχέση με την Αστυνομία η Πυροσβεστική γι αυτό και δεν είχε λόγο να πάει εκεί. Δεν θεωρώ παράλογη τη θέση αυτή αλλά ούτε κλονίζει την αξιοπιστία της θέση του και του ουσιαστικού του παραπόνου. Αναφορικά με το γεγονός ότι όταν έφτασε στη Λεμεσό δεν προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία, ο μάρτυρας ανέφερε ότι προσπάθησε επανειλημμένως να το πράξει αλλά ο Αστυνομικός Σταθμός Καλού Χωριού δεν απαντούσε και έτσι τους πήρε ξανά το πρωί και του είπαν να πάει να κάνει γραπτή καταγγελία. Δεν θεωρώ ότι η μη άμεση καταγγελία του παραπονούμενου στην Αστυνομία του όλου επεισοδίου, για οποιοδήποτε λόγο, μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα σε σχέση με αυτό καθεαυτό το επεισόδιο. Ούτε έχει προκύψει ότι η καταγγελία ήταν εκ των υστέρων σκέψεις του παραπονούμενου και ο ίδιος διαπνεόταν από αλλότρια κίνητρα. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός στην περιγραφή του όλου επεισοδίου και στη θέση του ότι ο κατηγορούμενος κινήθηκε στην πορεία του με μια απότομη κίνηση και ακολούθως, επανήλθε στην κανονική του πορεία. Η θέση και εκδοχή του δεν πρέπει να αντικριστεί μικροσκοπικά αλλά στην ουσία της που είναι ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κανονικά στην πορεία του και σε κάποιο σημείο κινήθηκε στην πορεία του παραπονούμενου αναγκάζοντας τον να σταματήσει για να μην συγκρουστούν και ακολούθως μπήκε ξανά στην λωρίδα του και ήρθε στο πλευρό του παραπονούμενου. Δεν διέκρινα ότι ο μάρτυρας αυτός προσπαθούσε να παραποιήσει ή να παραφουσκώσει τα γεγονότα που συνέβηκαν το βράδυ εκείνο με μόνο σκοπό την καταδίκη του κατηγορουμένου. Η εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα και θεωρώ ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων, γι αυτό και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση το περιεχόμενο της οποίας έχω παραθέσει ανωτέρω. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αλλά και το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή. Κατ' αρχή έρχεται σε σύγκρουση με την μαρτυρία του παραπονούμενου η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Πέραν τούτου, η θέση του κατηγορούμενου ότι από αυτά που είπε ο μάρτυρας, εννοώντας προφανώς τον παραπονούμενο, δεν ισχύει τίποτε συγκρούεται και με την γραπτή του κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στον περιεχόμενο της οποίας έγινε αναφορά πιο πάνω. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει τις διαδρομές που ακολούθησαν τα δύο οχήματα και επίσης ο ίδιος αναφέρει ότι σε κάποιο σημείο άναψε τα ψηλά του φώτα και τους προβολείς για να σταματήσει τον παραπονούμενο. Επομένως, δεν μπορεί να δηλώνει στο Δικαστήριο ότι τους προβολείς του είχε αναμμένους μόνο στον Αγροτικό δρόμο και όχι στον κύριο δρόμο. Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε πειστική αξία η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου ούτε μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε άλλη υφή στα γεγονότα. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Από την κατάθεση του κατηγορουμένου αποδέχομαι τη θέση του ότι όταν βγήκε από το χωματόδρομο και εισήλθε στο κύριο δρόμο από απέναντι του ερχόταν ένα αυτοκίνητο μάρκας B.M.W. σκούρου χρώματος. Επίσης, αποδέχομαι ότι το εν λόγο όχημα μετά που πέρασε από δίπλα του, έκανε επαναστροφή και τον ακολουθούσε για κάποια απόσταση και ακολούθως έκανε ξανά επαναστροφή και συνέχισε να κατευθύνεται προς το Κελλάκι. Πέραν τούτου, αποδέχομαι και τη θέση ότι ο κατηγορούμενος τότε διερωτήθηκε ποιος ήταν αυτός που τον ακολουθούσε και έκανε επαναστροφή για να δει ποιος ήταν και τον ακολούθησε αλλά μέσα στις στροφές του Κελλακίου τον έχασε και συνέχισε για να βγει έξω από το Κελλάκι προς Παρεκκλησία. Επίσης, αποδέχομαι και τη θέση του ότι μετέπειτα έκανε ξανά επαναστροφή και άναψε τα ψηλά του τα φώτα και τους προβολείς για να σταματήσει το όχημα αυτό. Τα πιο πάνω που αναφέρει ο κατηγορούμενος συνάδουν με τα γεγονότα που έκανε αποδεκτά το Δικαστήριο αλλά παρέχεται και από τον κατηγορούμενου εξήγηση για τις ενέργειες του. Περαιτέρω, η θέση του ότι άναψε τα ψηλά του φώτα και τους προβολείς για να σταματήσει το όχημα του παραπονούμενου αποτελεί έμμεση παραδοχή του αδικήματος ή τουλάχιστον δήλωση ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό οποιοδήποτε άλλο μέρος από τη κατάθεση του κατηγορουμένου καθότι αυτό περιέχει γεγονότα τα οποία δικαιολογούν τη στάση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου για την οποία κατηγορείται. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Στις 05/08/2009 και περί ώρα 00:45 περίπου, ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2) οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KRU 484 με συνοδηγό τη γυναίκα του στο κύριο δρόμο Επταγώνια - Κελλακίου με κατεύθυνση το Κελλάκι. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, εξήλθε από χωματόδρομο στη δεξιά πλευρά του δρόμου ένα αυτοκίνητο το οποίο είχε στην οροφή του τέσσερις προβολείς αναμμένους, τα φώτα των οποίων ήταν δυνατά και τον τύφλωσαν αναγκάζοντας τον να σταματήσει για να μην προκαλέσει δυστύχημα. Το εν λόγω αυτοκίνητο κατευθύνθηκε προς της Επταγώνια και λόγω του ότι θεώρησε ότι ο οδηγός του πιθανόν να λαθροκυνηγούσε, έκανε επαναστροφή για να δει τους αριθμούς εγγραφής του. Αφού τον ακολούθησε και είδε τους αρ. εγγραφής του οχήματος αυτού, οι οποίοι ήταν KNT 655 επέστρεψε πίσω για να συνεχίσει την πορεία του προς Λεμεσό. Αφού διένυσε περίπου ένα χιλιόμετρο, αντιλήφθηκε το πιο πάνω όχημα να τον ακολουθεί. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον παραπονούμενο που τον ακολούθησε και γύρισε πίσω για να δει ποιος ήταν. Στη συνέχεια, μόλις ο παραπονούμενος μπήκε στο χωριό Κελλάκι σταμάτησε σε χώρο στάθμευσης στα δεξιά με τρόπο που το αυτοκίνητο του δεν φαινόταν με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην το δει και να προχωρήσει. Μετά από λίγη ώρα, ο παραπονούμενος ξεκίνησε και συνέχισε την πορεία του όταν σε κάποιο σημείο πριν βγει από το χωριό Κελλάκι, είδε τον κατηγορούμενο να επιστρέφει προς τα πίσω, να βρίσκεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με τους προβολείς αναμμένους και με μια απότομη κίνηση, εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε αναγκάζοντας τον να σταματήσει για να μην συγκρουστούν. Τότε το εν λόγω όχημα πλεύρισε το δικό του και ο κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει σταμάτα, κατέβα από το αυτοκίνητο να σε κανονίσω. Η γυναίκα του παραπονούμενου φοβήθηκε και ο ίδιος ξεκίνησε και έφυγε από το μέρος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάτε με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης ή προβαίνει σε ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο άλλους οδηγούς αποτελούν αμέλεια (βλ. Νικολαίδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378.) Πέραν των πιο πάνω, σχετική είναι και η Γρηγόρης Ιωάννου v. Aστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 97 στην οποία κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα και αυτό συναρτήθηκε με τον τρόπο που αυτός οδήγησε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στον αναγκαίο βαθμό. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ο τρόπος οδήγησης του οχήματος του. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αυτός εισήλθε στον κύριο δρόμο με τους τέσσερις προβολείς που είχε εγκατεστημένους στο όχημα του, αναμμένους εκτυφλώνοντας τον παραπονούμενο ο οποίος κινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αναγκάζοντας τον να σταματήσει για να μην προκαλέσει δυστύχημα. Η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου κρίνω ότι συνιστά μη επίδειξη εύλογης μέριμνας για τα άλλα οχήματα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη στιγμή εκείνη και συγκεκριμένα το όχημα του κατηγορούμενου. Είναι προβλεπτό γεγονός και ορατό ενδεχόμενο ότι σε ένα κύριο δρόμο κινούνται αυτοκίνητα και ότι εισερχόμενος σε αυτό κάποιος οδηγός θα πρέπει να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα και να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για τα εν λόγω οχήματα. Περαιτέρω, ένας συνετός οδηγός δεν εισέρχεται σε κύριο δρόμο ή δεν οδηγεί σε αυτό με τέσσερις προβολείς αναμμένους. Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος με τα φώτα αυτά να τυφλώσει ή να επηρεάσει την ορατότητα του εξ' αντιθέτου διερχόμενου οχήματος, όπως και έγινε στην παρούσα περίπτωση. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος ενώ γνώριζε την ύπαρξη του οχήματος του κατηγορουμένου στο δρόμο ή καλύτερα ενώ έψαχνε το όχημα του κατηγορουμένου και όταν το εντόπισε να κινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, αυτός οδηγούσε το όχημα του με τους προβολείς αναμμένους, θέτοντας σε κίνδυνο τον παραπονούμενο, επηρεάζοντας την ορατότητα του και αναγκάζοντας τον εκ νέου να σταματήσει. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος έχοντας τους εν λόγω προβολείς αναμμένους με μια απότομη κίνηση, έκανε ελιγμό εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του παραπονούμενου. Η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου και ο τρόπος οδήγησης του συνιστά, τουλάχιστον, μη επίδειξη εύλογης μέριμνας για τα άλλα οχήματα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορουμένου και ο τρόπος που οδήγησε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή, αποδεικνύουν το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει. Τόσο η χρήση των προβολέων στο κύριο δρόμο που είχαν ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της ορατότητας του παραπονούμενου όσο και η ενέργεια του να κινηθεί εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του στοιχειοθετούν το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει. Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάση λογικής αμφιβολίας. Επομένως, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στην 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υπ.)....................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο