Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Βαλεντίνου Ιακώβου κ.α., Αρ. υπόθεσης: 30521/10, 8/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 30521/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον
- Βαλεντίνου Ιακώβου
- Πρόδρομου Χριστοφή
- Μάριου Χαριλάου Κατηγορούμενων ----------------------------- Ημερομηνία: 8.5.2012 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για Κατηγορούμενους 2 και 3: κ. Μ. Ηλία Κατηγορούμενοι 2 και 3: παρόντες ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------------- Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β», κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος ΙΙ, 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31 Α και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20(Ι)/92, 5(Ι)/2000, 41(Ι)/2001, 91(Ι)/2003 και 146(Ι)/2005 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Επιπλέον, ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και τη 2η κατηγορία, την οποία έχει παραδεχθεί. Αφορά στο αδίκημα ότι κάπνισε φυτό κάνναβης, κατά παράβαση των άρθρων 10 (α), 24
(1), 30 και 31 ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος ΙΙ και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του Νόμου 29/77, ανωτέρω. Την 1η κατηγορία αντιμετώπιζε και ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος, μετά από παραδοχή κρίθηκε ένοχος. Η υπόθεση αναφορικά με αυτό συμπληρώθηκε στις 20.7.2011 με την επιβολή ποινής. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπό κρίση κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρα τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3490 Γ. Γερολέμου. Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους κατάθεσαν ενόρκως. Τα ακόλουθα γεγονότα έχουν δηλωθεί ως παραδεχτά μεταξύ των δυο πλευρών: Στις 7.1.2009 και ώρα 22:00, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού, κατόπιν πληροφορίας και σχετικής παρακολούθησης ανέκοψαν για έλεγχο στην οδό Ανδοκίδου στη Λεμεσό, το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KRW 429, το οποίο οδηγείτο από τον 1ο κατηγορούμενο, με συνοδηγό τον 3ο και συνεπιβάτη στο πίσω κάθισμα το 2ο κατηγορούμενο και οι τρεις από τη Λεμεσό. Σε έρευνα που ακολούθησε στο εν λόγω όχημα ανευρέθηκε μεταξύ της καρέκλας του οδηγού και του χειρόφρενου, μέσα σε τεμάχιο διαφανές νάιλον σακουλάκι (βλ. το τεκμήριο 7), ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης (βλ. το τεκμήριο 6). Προέκυψε από τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων ότι πρόκειται για 1.3881 γρ. κάνναβης, από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, η πράσινη ξηρή φυτική ύλη (βλ. την έκθεση εξέτασης της Κατερίνας Κονάρη, χημικού 1ης τάξης στο Γενικό Χημείο του Κράτους - τεκμήριο 1 -). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της επιστημονικής εξέτασης του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (βλ. το τεκμήριο 2), από την εξωτερική πλευρά του διαφανές νάιλον σακουλιού που περιείχε την κάνναβη απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού που για ορισμένες χρωμοσωμικές θέσεις παρουσιάζει κύρια συνεισφορά. Για τις χρωμοσωμικές θέσεις που μελετήθηκαν το μερικό ανδρικό γενετικό προφίλ της κύριας συνεισφοράς του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το παραπάνω αντικείμενο ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού του 3ου κατηγορούμενου. Το βασικό επίδικο θέμα που καλούμαι να επιλύσω αφορά στο κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 στον ουσιώδη χρόνο ήσαν κάτοχοι τη εννοία του νόμου της επίδικης ποσότητας κάνναβης. Ο αστυφύλακας 3490 Γ. Γερολέμου αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων, στη γραπτή του κατάθεση (βλ. τεκμήριο 5) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της: Αφού παρέλαβε από το αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου το ανευρεθέν νάιλον σακουλάκι που περιείχε την κάνναβη και το υπέδειξε στους τρεις κατηγορούμενους, τους πληροφόρησε ότι πρόκειται για κάνναβη, η κατοχή της οποίας απαγορεύεται και τους επέστησε την προσοχή στο νόμο, χωρίς αυτοί να δώσουν οποιαδήποτε απάντηση. Στη συνέχεια τους συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής Ε.Φ.Τ.Β΄., δηλαδή κάνναβης, τους εξήγησε τους λόγους της σύλληψής τους και τους επέστησε εκ νέου την προσοχή στο νόμο, χωρίς και πάλι αυτοί να δώσουν οποιαδήποτε απάντηση. Αντεξεταζόμενος ανάφερε και τα εξής: Συνέλαβε τους τρεις κατηγορούμενους και τους κατηγόρησε επειδή και οι τρεις βρίσκονταν στο αυτοκίνητο όπου βρέθηκαν τα ναρκωτικά και δεν απάντησε κανένας όταν τους επέστησε την προσοχή στο νόμο. Όπως ανάφερε χαρακτηριστικά, εάν του έλεγε ένας από αυτούς ότι είναι δικό του το σακουλάκι που περιείχε τα ναρκωτικά, ενδεχομένως να μη συλλάμβανε και τους τρεις. Ο 2ος κατηγορούμενος - όπως και ο 3ος - υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 11) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Με αυτή δε αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων: Στις 4.1.2009 απολύθηκε από το στρατό. Στις 7.1.2009 γύρω στις 10 το βράδυ ενώ ήταν σε κάποιο καφενείο μαζί με το φίλο του - 3ο κατηγορούμενο, ο τελευταίος τηλεφώνησε στο φίλο τους - 1ο κατηγορούμενο και του είπε να περάσει απ' εκεί με το αυτοκίνητό του για να τους πάρει βόλτα. Μετά από λίγη ώρα ήρθε ο 1ος κατηγορούμενος, οπότε μπήκαν στο αυτοκίνητό του, ο ίδιος στο πίσω κάθισμα και ο 3ος κατηγορούμενος στη θέση του συνοδηγού. Ακολούθως, ο 1ος κατηγορούμενος τους πήρε σ' ένα αδιέξοδο πίσω από το λύκειο του Αγίου Σπυρίδωνα όπου πάρκαρε για να κόψουν καμιά κουβέντα. Με το που πάρκαραν ήρθε η αστυνομία και τους έκοψε και σε έρευνα που έκανε βρήκε την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, την οποία, πρώτη φορά έβλεπε ο ίδιος, χωρίς να ξέρει ποιου είναι. Είναι χρήστης ναρκωτικών ο ίδιος και συγκεκριμένα κάνναβης. Πίνει κάνναβη όταν τύχει να βρει. Τελευταία φορά που κάπνισε ήταν στις 5.1.2009 που γιόρταζε την απόλυσή του από το στρατό. Δε γνωρίζει αν οι φίλοι του - κατηγορούμενοι 1 και 3 - κάνουν χρήση ναρκωτικών. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του ισχυρίστηκε ότι έμαθε μετά στο δικαστήριο ποιου ήταν τα ναρκωτικά. Συγκεκριμένα, ο 1ος κατηγορούμενος του είπε πως ήταν δικά του. Αντεξεταζόμενος ανάφερε και τα εξής: Ο δρόμος που τους ανέκοψε η αστυνομία είναι αδιέξοδο. Σε ερώτηση τι πήγαν να κάνουν στο συγκεκριμένο μέρος, «τίποτε, δε γνωρίζω, καθόμουν πίσω απλώς σταμάτησε τζειαμαί» ήταν περίπου η απάντησή του. Αναφορικά με την απάντηση που έδωσε όταν κατηγορήθηκε γραπτώς (βλ. το τεκμήριο 12, η γραπτή κατηγορία) αφού συμφώνησε ότι απάντησε με τη λέξη «συγνώμη» ισχυρίστηκε ότι αυτή αφορά στη 2η κατηγορία, σύμφωνα με την οποία, στις 5.1.2009 έκανε παράνομα χρήση κάνναβης. Όπως διευκρίνισε μετά που είπε - στην αστυνομία - ότι κάπνισε του είπαν ότι είναι κατηγορία οπότε και είπε συγνώμη. Στην υποβολή ότι διάβασε το έντυπο της γραπτής κατηγορίας, το κατάλαβε και του εξηγήθηκε και γι' αυτό απάντησε συγνώμη, «δεν ξέρω τι να πω» ήταν η απάντησή του. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη γραπτή κατηγορία κατηγορείται και για τα δυο αδικήματα που του καταλογίζεται ότι διέπραξε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Η εκδοχή του 3ου κατηγορούμενου σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 14), σε γενικές γραμμές, θα έλεγα πως συνάδει με την εκδοχή του 2ου κατηγορούμενου σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης και αυτού. Ακολουθεί παράθεση των βασικών ισχυρισμών του 3ου κατηγορούμενου σύμφωνα με την ανακριτική του κατάθεση: Πριν από ενάμισι περίπου μήνα είχε σοβαρό τροχαίο ατύχημα με μοτοσικλέτα, κατά το οποίο τραυματίστηκε σε όλο του το σώμα. Έχει σοβαρά προβλήματα υγείας. Το αριστερό του χέρι δε λειτουργεί κανονικά. Το βράδυ της 7ης 1.2009, ενώ καθόταν στο σφαιριστήριο μαζί με το 2ο κατηγορούμενο που είναι φίλος του, γύρω στις 21:50 τηλεφώνησε στο φίλο τους - 1ο κατηγορούμενο, για να πάει απ' εκεί να τους πάρει με το αυτοκίνητό του για μια βόλτα. Μετά από λίγο ήρθε ο 1ος κατηγορούμενος και αφού επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητό του, ο ίδιος στη θέση του συνοδηγού και ο 2ος κατηγορούμενος στο πίσω κάθισμα έφυγαν και πήγαν προς τον Άγιο Σπυρίδωνα. Αφού έκαναν μερικές βόλτες, στο τέλος πήγαν και πάρκαραν στην πίσω πλευρά του λυκείου του Αγίου Σπυρίδωνα. Μετά από λίγο ήρθε η αστυνομία. Σε έρευνα που έκανε ένας αστυνομικός μέσα στο αυτοκίνητο βρήκε ένα νάιλον με κάνναβη. Ο ίδιος δε γνωρίζει σε ποιο ανήκει ή αν ανήκει σε κάποιο από τους φίλους του. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι δική του. Πιο παλιά κάποτε κάπνιζε κανένα τσιγάρο με κάνναβη, αλλά, μετά το δυστύχημα δεν μπορεί να καπνίσει γιατί θα του δημιουργηθεί πρόβλημα στους πνεύμονες. Δε γνωρίζει αν κάποιος από τους φίλους του είναι χρήστης κάνναβης. Δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος που σταμάτησαν στο συγκεκριμένο μέρος. Απλά, κάποτε πηγαίνουν πίσω από το σχολείο και κάθονται για κουβέντα. Απαντώντας και αυτός σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του, η οποία υποβλήθηκε και στο 2ο κατηγορούμενο ισχυρίστηκε ότι έμαθε αργότερα στο δικαστήριο από τον 1ο κατηγορούμενο, ότι το νάιλον σακουλάκι που περιείχε την κάνναβη ήταν δικό του. Για το γεγονός ότι το γενετικό του υλικό εντοπίστηκε στο νάιλον σακουλάκι που περιείχε την κάνναβη ισχυρίστηκε ότι στον ουσιώδη χρόνο είχε το δεξί του χέρι στο χειρόφρενο και ακούμπησε πάνω στο σακουλάκι. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε και τα εξής, μεταξύ άλλων: Από τη στιγμή που τους πήρε ο 1ος κατηγορούμενος από το καφενείο μέχρι να πάνε στο αδιέξοδο πέρασε μισή ώρα, κατά τη διάρκεια της οποίας ακουμπούσε στο χειρόφρενο και άγγιξε πάνω στο σακουλάκι που περιείχε την κάνναβη. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του κ. Αβρααμίδη ισχυρίστηκε ότι ακουμπούσε το δεξί του χέρι δίπλα από το χειρόφρενο. Στην ερώτηση, «Αφού είδες το νάιλον σε ποια θέση βρισκόταν;» «Δε γνώριζα τι είχε μέσα» απάντησε μεταξύ άλλων. Στην υποβολή ότι είχε έρθει σε επαφή με το σακούλι και γνώριζε τι ήταν «όχι δε γνώριζα πως υπήρχε κάνναβη απλά ακούμπησα πάνω» ήταν η απάντησή του. Στην ερώτηση τι βόλτα θα έκαναν σε αδιέξοδο, Γενάρη μήνα, 9 με 10 το βράδυ, απάντησε περίπου ως εξής: «Όταν ήρθε ο Βαλεντίνος - 1ος κατηγορούμενος - να μας πάρει από τον καφενέ πήγαμε τον περίπατό μας μισή ώρα με σαράντα λεπτά και μετά πήγαμε στο αδιέξοδο γιατί νομίζω δεν είχε με πεζίνα πολλή». Ερωτηθείς στη συνέχεια, γιατί αφού δεν είχε πολλή βενζίνη αντί να βάλουν βενζίνη ή να πάνε σπίτι ή στο καφενείο πήγαν στο αδιέξοδο, «Δεν ξέρω, μπορεί να μην είχε λεφτά να βάλει πεζίνα τζειν την ώρα, τζιαι εκάτσαμε τζειαμαί» ήταν η απάντησή του. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των κατηγορούμενων (ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων περιορίστηκε να με παραπέμψει στην ενώπιόν μου μαρτυρία). Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τον αστυφύλακα 3490 Γ. Γερολέμου καθώς και τους κατηγορούμενους ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Επισημαίνεται και η πάγια νομική αρχή, σύμφωνα με την οποία, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης των κατηγορούμενων λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί σ' αυτό επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλ. και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746. Ο εντοπισμός - ύπαρξη - του γενετικού υλικού στον τόπο του εγκλήματος, αναμφίβολα αποτελεί σημαντικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428) και το ίδιο ισχύει και για τα δακτυλικά αποτυπώματα. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225: «Στην περίπτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων η ύπαρξη τους δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε εύρημα ότι το άτομο που άφησε τα αποτυπώματά του στον τόπο του εγκλήματος είναι ο δράστης. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418 - 419). Κατ' αναλογία και η ύπαρξη γενετικού υλικού παρόλο που είναι αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε καταδίκη, αυτό δεν είναι απαραίτητο διότι η ύπαρξη του μπορεί να έχει λογική εξήγηση. Τότε μόνο οδηγεί σε ενοχή, εφόσο η ύπαρξή του συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά του εγκλήματος δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση. (Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331).» Προστίθεται και το εξής: Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η απουσία αποτυπωμάτων οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο (βλ. Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 662. Τέλος, παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα, από τη Χαρίτου (ανωτέρω), σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλέπε και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί - άνευ άλλου - θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3490 Γ. Γερολέμου, που ήταν και ο μόνος που κατάθεσε ενόρκως για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, επί της ουσίας γίνεται αποδεχτή. Γίνεται αποδεχτή, καταρχήν, επειδή συνάδει απόλυτα με το περιεχόμενο των παραδεχτών γεγονότων. Έπειτα, επειδή, σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη, ακολούθως, επειδή στο βαθμό που αμφισβητήθηκε, αυτό έγινε με υποβολές του ευπαίδευτου δικηγόρου των κατηγορούμενων, οι οποίοι με τη μαρτυρία τους δεν είπαν οτιδήποτε συναφώς με αυτές. Για παράδειγμα, ενώ υποβλήθηκε στο μάρτυρα από τον κ. Ηλία, ότι στον ουσιώδη χρόνο (αυτός και οι συνάδελφοί του) έσυραν από το αυτοκίνητο τούς 1ο και 2ο κατηγορούμενους και τους έβαλαν μπρούμυτα στο έδαφος με τα χέρια πίσω και τους πατούσαν, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, δεν ανάφεραν κάτι ανάλογο στο δικαστήριο μα ούτε και στην ανακριτική τους κατάθεση και αυτό ισχύει και για τον 1ο κατηγορούμενο, του οποίου η ανακριτική κατάθεση έχει τεθεί ενώπιόν μου και αποτελεί τεκμήριο (βλ. το τεκμήριο 13) μετά από αίτημα του ευπαίδευτου δικηγόρου των κατηγορούμενων. Εκεί όπου δεν μπορώ να δεχτώ την εκδοχή του μάρτυρα είναι σε σχέση με τη θέση που βρίσκονταν οι τρεις κατηγορούμενοι μέσα στο αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη. Είναι γεγονός, ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραδεχτών γεγονότων, ο 3ος κατηγορούμενος βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού και ο 2ος στο πίσω κάθισμα και όχι αντίστροφα, όπως ήταν η θέση του μάρτυρα. Φυσικά, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν αρκεί ώστε να κλονιστεί η αξιοπιστία του μάρτυρα καθοιονδήποτε τρόπο. Για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, δεν έχω πειστεί ότι οι κατηγορούμενοι κατάθεσαν την αλήθεια, είτε στην αστυνομία είτε στο δικαστήριο, αναφορικά με το λόγο μετάβασής τους στο μέρος όπου ανακόπηκαν από την αστυνομία για έλεγχο και στη συνέχεια, μετά από έρευνα εντοπίστηκε μέσα στο αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου, η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών. Το ίδιο ισχύει και για το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης. Ο κύριος λόγος αφορά στο γεγονός ότι υπήρξε σύγκρουση μεταξύ τους επί του προκειμένου, ενώ, ούτε και μου φαίνεται λογικό, χειμώνα καιρό και αργά το βράδυ, γύρω στις 10, τρεις άνθρωποι να ξεκινήσουν να πάνε βόλτα σε κάποιο αδιέξοδο. Ο 2ος κατηγορούμενος αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση, ότι, στον ουσιώδη χρόνο, κατά τις 10 παρά το βράδυ, ο 3ος κατηγορούμενος τηλεφώνησε του φίλου τους - 1ου κατηγορούμενου να έρθει με το αυτοκίνητο και να τους πάρει βόλτα. Όταν ήρθε επιβιβάστηκαν σ' αυτό και τους πήρε σ' ένα αδιέξοδο πίσω από το λύκειο του Αγίου Σπυρίδωνα όπου πάρκαραν για να κόψουν καμιά κουβέντα. Αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση τι πήγαν να κάνουν στο συγκεκριμένο μέρος, «τίποτε, δε γνωρίζω, καθόμουν πίσω απλώς σταμάτησε τζειαμαί» ήταν περίπου η απάντησή του. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Και ο 3ος κατηγορούμενος, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης ισχυρίζεται ότι στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα γύρω στις 21.50 τηλεφώνησε στον 1ο κατηγορούμενο να έρθει να πάρει τον ίδιο και το 2ο κατηγορούμενο με το αυτοκίνητό του για μια βόλτα. Σε αντίθεση με ό,τι ανάφερε ο 2ος κατηγορούμενος, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι κατέληξαν στο σημείο όπου έγινε η ανακοπή τους από την αστυνομία, αφού προηγουμένως έκαναν βόλτες. Αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση για ποιο λόγο πήγαν στο αδιέξοδο, «εν το σχολείο μας, πάντα συχνάζαμε εκεί, πάντα πηγαίναμε» ήταν περίπου η απάντησή του. Ερωτηθείς στη συνέχεια, τι βόλτα θα έκαναν στο συγκεκριμένο μέρος, Γενάρη μήνα, 9 με 10 το βράδυ είπε τα εξής: Όταν ήρθε ο 1ος κατηγορούμενος να τους πάρει από τον καφενέ πήγαν τον περίπατό τους μισή ώρα με 40 λεπτά και μετά πήγαν στο αδιέξοδο, επειδή, όπως νομίζει, δεν είχε με πολλή βενζίνη. Η αμέσως επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε ήταν γιατί αφού δεν είχε πολλή βενζίνη αντί να βάλουν ή να πάνε στο σπίτι τους ή στο καφενείο πήγαν στο αδιέξοδο. «Δεν ξέρω, μπορεί να μην είχε λεφτά να βάλει πεζίνα τζειν την ώρα τζαι εκάτσαμεν τζειαμαί» ήταν η απάντησή του. Το πόσο αντιφατικός υπήρξε ο κατηγορούμενος επί του προκειμένου είναι εμφανέστατο. Εκτός του ότι οι παραπάνω απαντήσεις του έρχονται σε σύγκρουση με αυτά που αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση, η εκδοχή του συγκρούεται και με την αντίστοιχη εκδοχή του 2ου κατηγορούμενου. Είναι όμως και παράλογα όλα τα παραπάνω για να τα πιστέψω, έστω κι αν, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να γίνει πιστευτός τα ανάφερε υπό τύπον υπόθεσης. Βλέπε τις φράσεις «.νομίζω δεν είχε με πεζίνα πολλή» και «.μπορεί να μην είχε λεφτά να βάλει πεζίνα τζειν την ώρα.». Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι για τους οποίους δεν μπορώ να δεχτώ τη μαρτυρία των κατηγορούμενων και κατ' επέκταση την εκδοχή τους, με εξαίρεση οτιδήποτε ανάφεραν που συνάδει με το περιεχόμενο των παραδεχτών γεγονότων ή με άλλη - αποδεχτή μαρτυρία είτε τέλος, που υπέχει θέση ενοχοποιητικών δηλώσεων ή δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά τους. Αναφορικά με το 2ο κατηγορούμενο δεν μπορώ να δεχτώ την εξήγηση που έδωσε, για το γεγονός, ότι, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς στην αστυνομία και για τα δυο αδικήματα που του καταλογίζεται ότι διέπραξε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, απάντησε «συγνώμη». Ενώ αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε και επέμενε, ότι η συγνώμη που είπε αφορά στη 2η κατηγορία, - με την οποία του καταλογίζεται ότι στις 5.1.2009 έκανε παράνομα χρήση κάνναβης - επειδή, όπως ανάφερε, όταν τους είπε ότι κάπνισε του είπαν ότι είναι κατηγορία, προκύπτει από το περιεχόμενο του υπό αναφορά εγγράφου (τεκμήριο 12) που αποτελεί ασφαλώς και πραγματική μαρτυρία, ότι, ολόκληρο το κείμενο είναι δακτυλογραφημένο, σ' αυτό περιλαμβάνονται και οι δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τέλος, ότι απάντησε όπως απάντησε, δηλαδή με τη λέξη «συγνώμη», αφού προηγουμένως πληροφορήθηκε από τον εξεταστή ότι δεν είναι υπόχρεος να πει τίποτε εκτός αν θέλει να πει και περαιτέρω, πως ό,τι πει θα γραφτεί και πιθανόν να δοθεί σαν μαρτυρία. Ακολούθως αφού απάντησε με τη λέξη «συγνώμη», ο εξεταστής της υπόθεσης που τον κατηγόρησε γραπτώς, του διάβασε την απάντηση και ως ορθή την υπόγραψε στην παρουσία του. Το θέμα είναι πολύ πιο απλό, απ' ό,τι επιχείρησε να το παρουσιάσει ο 2ος κατηγορούμενος. Εάν όντως ήθελε να παραδεχτεί μόνο τη 2η κατηγορία, αυτό θα έπρεπε να πει υπό μορφή απάντησης και επιπλέον, αν ήθελε και συγνώμη. Η απάντηση που έδωσε είναι σαφές ότι αφορά και τις δυο κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν. Εν πάση περιπτώσει όταν έδινε μαρτυρία ο εξεταστής της υπόθεσης, δεν του υποβλήθηκε οτιδήποτε απ' αυτά που ισχυρίστηκε ο 2ος κατηγορούμενος για το υπό αναφορά θέμα. Απορρίπτω και τον ισχυρισμό του 3ου κατηγορούμενου πως δε γνώριζε ότι το διαφανές νάιλον σακουλάκι που βρέθηκε μέσα στο αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου, περιείχε ναρκωτικά και συγκεκριμένα, την επίδικη ποσότητα κάνναβης. Καθ' ομολογία του, μέχρι και ενάμισι μήνα προτού ανευρεθούν τα ναρκωτικά μέσα στο αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου κάπνιζε την ίδια ουσία, δηλαδή κάνναβη. Δέχομαι την ομολογία του επί του προκειμένου γιατί είναι σαφώς ενοχοποιητική για τον ίδιο και ενάντια στα συμφέροντά του, οπότε, δε βλέπω για ποιο λόγο θα έλεγε ψέματα. Φυσικά, η παραδοχή του αυτή απολήγει και σε κάτι άλλο. Όντας χρήστης της συγκεκριμένης ουσίας ο ίδιος δεν μπορεί να μην αντιλήφθηκε ότι το νάιλον σακουλάκι στο οποίο ακούμπησε, όπως επίσης έχει παραδεχθεί, εξωτερικά του οποίου εντοπίστηκε το γενετικό του υλικό, περιείχε τη συγκεκριμένη ουσία, δηλαδή κάνναβη. Και τούτο γιατί, αφ' ης στιγμής είδε το σακουλάκι δεν μπορεί να μην είδε και τι περιείχε αυτό, με δεδομένο ότι πρόκειται για διαφανές νάιλον σακουλάκι. Ακόμη ένας λόγος για τον οποίο δεν μπορώ να δεχτώ την εκδοχή των κατηγορούμενων, αφορά στο γεγονός, ότι, ενώ καθ' ομολογία τους, στον ουσιώδη χρόνο ήσαν χρήστες κάνναβης, αλλά και φίλοι μεταξύ τους, όλως παραδόξως, στην ανακριτική τους κατάθεση ισχυρίζονται πως δε γνώριζαν ο ένας για τον άλλο ότι είναι χρήστης ναρκωτικών. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεών μου βρίσκω ότι τα ακόλουθα γεγονότα, - πέραν όσων ήδη έχουν αναφερθεί υπό μορφή παραδεχτών γεγονότων - έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο: Αφού ο αστυφύλακας Γερολέμου βρήκε μέσα στο αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου το διαφανές νάιλον σακούλι που περιείχε τα ναρκωτικά, το παρέλαβε, το υπέδειξε στους τρεις κατηγορούμενους, τους πληροφόρησε ότι πρόκειται για κάνναβη, η κατοχή της οποίας απαγορεύεται και τους επέστησε την προσοχή στο νόμο, χωρίς αυτοί να δώσουν οποιαδήποτε απάντηση. Το ίδιο έκαναν και όταν στη συνέχεια αφού τους συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής Ε.Φ.Τ.Β.΄, τους εξήγησε το λόγο της σύλληψής τους και τους επέστησε εκ νέου την προσοχή στο νόμο. Το νάιλον σακουλάκι με τα ναρκωτικά βρισκόταν σε εμφανές σημείο μέσα στο αυτοκίνητο και οποιοσδήποτε από τους τρεις κατηγορούμενους θα μπορούσε να το πετάξει ή τοποθετήσει εκεί όπου βρέθηκε. Ο 2ος κατηγορούμενος, όταν στις 14.7.2010 κατηγορήθηκε γραπτώς και για τα δυο αδικήματα που του καταλογίζεται ότι διέπραξε αφού του επιστήθηκε δεόντως η προσοχή στο νόμο απάντησε «συγνώμη», ομολογώντας έτσι τη διάπραξη και των δυο αδικημάτων. Τέλος δέχομαι ότι ο 2ος κατηγορούμενος μέχρι και τις 5.1.2009 και ο 3ος μέχρι και ενάμισι μήνα πριν από τις 7.1.2009 (ουσιώδης χρόνος) ήσαν χρήστες κάνναβης. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας στοιχειοθετείται όταν κάποιος έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄. Η έννοια της κατοχής ναρκωτικών ρυθμίζεται από το άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, ανωτέρω, σύμφωνα με το οποίο: «Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παν πρόσωπον θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα τελούντα υπό τον έλεγχον αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου». Σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 (ανωτέρω) και Oueiss v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 49, στις οποίες διευκρινίστηκε ότι «κατοχή» τη εννοία του νόμου, σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. επίσης Ιωάννου άλλως Τίτος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409 και DPP v. Brooks
(1974)2 All E.R. 840, A.C. 862, P.C.). Φυσική φύλαξη πρέπει να θεωρείται η περίπτωση όπου το πρόσωπο κρατεί στα χέρια του το αντικείμενο ή ακόμη όταν το φυλάσσει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματός του. Έλεγχος υφίσταται όταν το πρόσωπο έχει δυνατότητα επέμβασης επί του αντικειμένου, αποκλειστική ή μαζί με άλλα πρόσωπα. Αν κάποιος κρύβει ναρκωτικά στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού του ή στο συρτάρι του γραφείου του έχει τον έλεγχο και συνεπώς την κατοχή τους. Αν τα ναρκωτικά φυλάσσονται σε ιδιωτικό χώρο, όπου τρίτα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται μόνο κατόπιν αδείας του, τότε το στοιχείο του ελέγχου καταδεικνύεται πιο εύκολα. Κάποτε όμως, παράνομα αντικείμενα φυλάσσονται σε δημόσιους ή ανοικτούς χώρους, προκειμένου, ο κάτοχός τους να μη διατρέχει τον κίνδυνο αυτά να βρεθούν στην κατοχή του. Εφόσον τα παράνομα αντικείμενα βρίσκονται εν γνώσει του σε συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κρυμμένα και δύναται να επισκέπτεται το χώρο και να λαμβάνει τη φυσική κατοχή τους, τότε αυτά είναι υπό τον έλεγχο και κατ' επέκταση υπό την κατοχή του. Κατοχή μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν τα αντικείμενα φυλάσσονται στα υποστατικά τρίτου, νοουμένου πάντοτε πως ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχό τους (βλ. Χριστάκης Ιωάννου «Τίτος», ανωτέρω). Αλληλένδετο με την έννοια της κατοχής, είναι το στοιχείο της γνώσης (βλ. Ιακώβου, ανωτέρω και Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662). Θα πρέπει δηλαδή να προσκομισθεί μαρτυρία (άμεση ή περιστατική) που να καταδεικνύει ότι ο φερόμενος κάτοχος είχε γνώση της κατοχής των ναρκωτικών. Στην Καΐμης (ανωτέρω), τονίζεται πως δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής και ότι απαιτείται και απόδειξη γνώσης της κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Το βάρος απόδειξης των συστατικών αυτών στοιχείων φέρει πάντοτε η κατηγορούσα αρχή. Όπως αναφέρεται συναφώς: «..Σε καμία περίπτωση το βάρος της απόδειξης της γνώσης δεν παρακάμπτεται, μειώνεται ή πολύ περισσότερο μετατοπίζεται στους ώμους του κατηγορούμενου.» Η γνώση μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου, ανωτέρω, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 75, Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59. Όταν η γνώση θα συναχθεί από περιστατική μαρτυρία, το αποτέλεσμα που ανακύπτει θα πρέπει να είναι σχεδόν απόλυτο. Θα πρέπει δηλαδή να μην παραμένει καμία αμφιβολία. Στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295, το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του.» Είναι σαφές, ότι το αποτέλεσμα που προκύπτει θα πρέπει να είναι ασυμβίβαστο με κάθε βάση, πλην την ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 75, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 και Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444). Παρατηρώ τα εξής: Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων άμεσης, πραγματικής, περιστατικής, επιστημονικής και ενισχυτικής μαρτυρίας, περιλαμβανομένων των παραδεχτών γεγονότων οδηγούμαι στο μόνο ασφαλές συμπέρασμα, ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 καθώς και ο 1ος κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο είχαν την κατοχή της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών καθώς και γνώση ότι επρόκειτο για τα ναρκωτικά αυτά και συγκεκριμένα κάνναβη, τα οποία και οι τρεις είχαν το δικαίωμα καθώς και τη δυνατότητα να παραλάβουν κατά βούληση (βλ. Σίφουνας κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 και Πιτσιλλίδης, ανωτέρω). Δηλαδή είχαν κοινή κατοχή αυτών. Ειδικότερα: Στον ουσιώδη χρόνο, η αστυνομία, μετά από πληροφορία - που αποδείχθηκε βάσιμη - και σχετική παρακολούθηση ανέκοψε για έλεγχο το όχημα του 1ου κατηγορούμενου, στο οποίο επέβαιναν και οι άλλοι δυο. Ήταν χειμώνας (7.1.2009) και βράδυ (10 η ώρα). Οι κατηγορούμενοι ανακόπηκαν σε μέρος όπου είναι αδιέξοδο. Ήσαν και οι τρεις φίλοι μεταξύ τους και χρήστες ναρκωτικών οι κατηγορούμενοι 2 και 3. Παρόλα αυτά, στην αστυνομία ανάφεραν ψευδώς πως δε γνώριζαν ο ένας για τον άλλο, ότι είναι χρήστης ναρκωτικών και συγκεκριμένα κάνναβης. Το γενετικό υλικό του 3ου κατηγορούμενου εντοπίστηκε εξωτερικά του νάιλον σακουλιού που περιείχε τα ναρκωτικά, ο οποίος, καθ' ομολογία του το είχε δει, επομένως, με δεδομένο ότι αυτό είναι διαφανές είδε και τι είχε μέσα. Ως χρήστης της συγκεκριμένης ουσίας είναι σαφές ότι είδε και ότι επρόκειτο για κάνναβη. Το τελευταίο ισχύει και για το 2ο κατηγορούμενο έχοντας υπόψη, ότι το νάιλον σακούλι που περιείχε τα ναρκωτικά ήταν τοποθετημένο σε εμφανές σημείο και οποιοσδήποτε από τους τρεις κατηγορούμενους μπορούσε να το τοποθετήσει στο σημείο εντοπισμού του από την αστυνομία. Ο 2ος κατηγορούμενος επιχείρησε ψευδόμενος να εξηγήσει γιατί απάντησε με τη λέξη «συγνώμη» όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, τόσο για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας όσο και γι' αυτό της 2ης την οποία παραδέχτηκε και στο δικαστήριο. Και οι δυο κατηγορούμενοι προέβαλαν ψευδείς ισχυρισμούς, αναφορικά με το λόγο μετάβασής τους στο σημείο όπου ανακόπηκαν από την αστυνομία. Τέλος, τα ναρκωτικά βρίσκονταν σε τέτοιο - εμφανές σημείο και για τους τρεις κατηγορούμενους μέσα στο αυτοκίνητο του 1ου, οπότε και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής αποκλείεται να κατέχονταν μόνο από τον ένα από αυτούς εν αγνοία των άλλων δυο. Για να το πω διαφορετικά, εάν τα ναρκωτικά ανήκαν μόνο στον ένα από τους τρεις, για παράδειγμα στον 1ο κατηγορούμενο που είναι και ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, όπως άλλωστε ήταν και η θέση των κατηγορούμενων 2 και 3, δε νομίζω πως θα τα τοποθετούσε στο μέρος όπου ανευρέθηκαν, με κίνδυνο να εκτεθεί έναντί τους, μιας και αυτοί, υποτίθεται πως δεν είχαν καθόλου σχέση με αυτά. Απεναντίας εκεί όπου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά είναι σαφές, ότι, καθένας από τους τρεις κατηγορούμενους είχε και γνώση ότι επρόκειτο για ναρκωτικά αυτά, αλλά και δυνατότητα επέμβασης καθώς και παραλαβής τους κατά βούληση. Ακολουθεί ότι η ευθύνη των κατηγορούμενων 2 και 3 για τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κρίνονται ένοχοι. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Παράνομη κατοχή ναρκωτικών - συστατικά στοιχεία -, μαρτυρία - άμεση, περιστατική, επιστημονική, πραγματική, ενισχυτική -). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο