← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Gospodin Georgiev κ.α., Αρ. Υπόθεσης:13156/10, 21/8/2012

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Gospodin Georgiev κ.α., Αρ. Υπόθεσης:13156/10, 21/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:13156/10 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και 1.Gospodin Georgiev 2. Dorbi Penv Gospodino Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21/8/2012 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τον κατηγορούμενο 2 : κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενο 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος από τώρα και στο εξής θα καλείται ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει τις κατηγορίες για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της ληστείας, της ληστείας και της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (1-3η Κατηγ.). Η υπόθεση για τον κατηγορούμενο 1 έλαβε άλλη πορεία αφού οι κατηγορίες εναντίον του διεκόπησαν και έτσι απαλλάχθηκε των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα συνωμότησε να διαπράξει κακούργημα δηλαδή ληστεία και στις 23/5/2010 στη Λεμεσό, έκλεψαν από τον Bassem Adel Fouad Nakla από την Αίγυπτο ένα πορτοφόλι το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των €500= σε μετρητά και κατά ή αμέσως πριν, ή αμέσως μετά τον χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησαν πραγματική βία κατά του πιο πάνω με σκοπό να αποκτήσουν ή να κατακρατήσουν το κλαπέν χρηματικό ποσό καθώς και ότι την ίδια μέρα διέπραξε επίθεση στο ίδιο πρόσωπο και προκάλεσε σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήρια 4 και 5 η κατάθεση του λοχία 1901 Κ. Μιχαήλ και η ιατρική αναφορά και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια τους. Δηλώθηκαν περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα ότι τα Τεκμήρια Α

(2), Β
(2), Γ
(2), 1(Α), 2(Α) αποτελούν πιστή μετάφραση των Τεκμηρίων Α
(1), Β
(1), Γ
(1), 1(Β), 2(Β) αντίστοιχα. Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν, ο Bassem Adel Fouad, ο Moanes Adel Fouad Nakhita και ο αστυφ. 1807 Μ. Περικλέους (Μ.Κ.1-3). Οι μάρτυρες αυτοί και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου. Μετά δε την κλήση του τελευταίου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως χωρίς να προσκομίσει καμία άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ως Μ.Κ.1 και 2 κατέθεσαν ο παραπονούμενος και ο αδελφός του. Παρακολουθώντας τους να καταθέτουν από το εδώλιο του μάρτυρα, παρακολουθώντας την όλη στάση και συμπεριφορά τους μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, που ήταν αυθόρμητη και πηγαία, είμαι πεπεισμένη ότι και οι δύο, μαρτύρησαν μόνο την αλήθεια και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους, εκτός μόνο την εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε ο Μ.Κ.2 σε σχέση με το τι ανέφερε ο παραπονούμενος αδελφός του. Και αυτό γιατί μεταξύ της εξ' ακοής αυτής μαρτυρίας και αυτής του παραπονούμενου εντοπίζονται κάποιες μικροδιαφορές, ανίκανες εν πάση περιπτώσει να κλονίσουν την αξιοπιστία των δύο αυτών μαρτύρων, λόγω της γενικότερης πολύ καλής εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτούς. Οι αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία του καθενός ξεχωριστά είτε μεταξύ τους, κρίνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν προήλθαν από πρόθεση τους να αλλοιώσουν ή παραποιήσουν την αλήθεια και για το λόγο αυτό κρίνονται και οι δύο ως μάρτυρες της αλήθειας. Καλή εντύπωση επίσης μου έκαμε και ο Μ.Κ.3 που είναι ο αστυφύλακας που ενεπλάκη στη διερεύνηση της υπόθεσης μετά την καταγγελία του παραπονούμενου. Αυτός μαρτύρησε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του εκτός μόνο από το σημείο όπου ανάφερε ότι ο παραπονούμενος στην κατάθεση του είπε ότι δεν κατάλαβε ποιός του πήρε το πορτοφόλι. Και αυτό γιατί τούτο ανατρέπεται από το περιεχόμενο της κατάθεσης του παραπονούμενου που είναι τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως το στοιχείο αυτό δεν είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα αφού ήταν φανερό ότι δεν ήταν αποτέλεσμα ηθελημένης παραποίησης της αλήθειας αφού απαντώντας και σε σχετική ερώτηση, διευκρίνησε ότι η απάντηση του αυτή ήταν σύμφωνα με τα όσα μπορούσε να θυμηθεί. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την παρουσία του στην σκηνή και την αναγνώριση που του έγινε από τον παραπονούμενο, ούτε ακόμα και το ότι ενεπλάκη σε κάποιο βαθμό στο επεισόδιο, παρουσίασε όμως με εντελώς διαφορετικό το ρόλο και την ανάμιξη του. Προέβαλε συγκεκριμένα ότι βρέθηκε στο χώρο εντελώς τυχαία και ότι απλώς επενέβη για να σταματήσει τον καυγά. Όμως και παρά την προσπάθεια που κατέβαλε να πείσει για την ειλικρίνεια του και τη γνησιότητα της εκδοχής του ήταν προφανές ότι απλώς προέβαλε μια κατασκευασμένη εκδοχή στην προσπάθεια του να αποφύγει οποιαδήποτε ποινική ευθύνη μπορούσε να του αποδοθεί. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του σχημάτισα την εντύπωση ότι αυτός δεν ήταν καθόλου ειλικρινής. Τούτο ήταν εμφανές από την όλη εμφάνιση και παρουσία του στο Δικαστήριο ακόμα και από το βλέμμα του στο οποίο διαφαινόταν η πονηριά του αλλά και η αμηχανία του η οποία σε κάποιες στιγμές ήταν ιδιαίτερα έντονη. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση στην οποία αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν ήθελε να απαντήσει σε άλλες ερωτήσεις προβάλλοντας ότι είχε πονοκέφαλο. Εύλογες απορίες επίσης δημιουργούνται από κάποιες θέσεις που προέβαλε και οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή στην οποία δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει το γεγονός γιατί ο κατηγορούμενος 1, ο Gospodin, επέλεξε και μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου όταν αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το μέρος μετά το επεισόδιο και δεν έφυγε μαζί με τους άλλους Βούλγαρους οι οποίοι και σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου συμμετείχαν στο περιστατικό και μπήκαν μετά από αυτό στα αυτοκίνητα τους εγκαταλείποντας το μέρος. Γιατί δεν είναι εύλογα αναμενόμενο ένα άτομο που εμπλέκεται σε μία τόσο σοβαρή υπόθεση φεύγοντας από την σκηνή του εγκλήματος να μην φεύγει μαζί με τα άλλα άτομα που μαζί διέπραξαν το έγκλημα, αλλά εγκαταλείποντας τον χώρο να επιλέξει να φύγει από εκεί μαζί με έναν απλό γνωστό του που βρέθηκε στο μέρος τυχαία και μόνο. Ούτε κατάφερε να δικαιολογήσει γιατί μετέφερε τον Gospodin στο σπίτι του μετά το επεισόδιο και ενώ γνώριζε όπως είπε τουλάχιστον, ότι είχε προηγηθεί καταγγελία στην αστυνομία και αναμενόταν η άφιξη της στο μέρος. Ενώ από την μια ισχυρίσθηκε ότι δεν γνωρίζει καλά τον Gospodin και ότι δεν έχει σχέσεις μαζί του και ότι απλώς είναι γνωστός του, είπε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ότι ο Gospodin του τηλεφώνησε και του ζήτησε να πάει στην αστυνομία για να καταθέσει. Τούτο δημιουργεί επίσης ερωτήματα, καθότι δεν είναι αναμενόμενο ένα πρόσωπο να έχει τον αριθμό τηλεφώνου κάποιου άλλου ατόμου με τον οποίο είναι απλά γνωστoί και με τον οποίο δεν διατηρούν οποιουδήποτε είδους σχέσεις. Εκτός από τα πιο πάνω και αρκετές αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία του ενισχύουν την αρνητική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Ενώ στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 1 (Α) και 1(Β) αναφέρει ότι όταν έφθασε στο μέρος είδε τον Gospodin να βρίσκεται μέσα σε καυγά στον οποίο λάμβαναν μέρος 5 με 6 άτομα, στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου προέβαλε ότι όταν έφθασε στο μέρος αυτοί που τσακώνονταν ήταν μόνο ο Gospodin και ο παραπονούμενος οι οποίοι κρατούσαν μία σωλήνα από τα δύο της άκρα και ότι τα άλλα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στο επεισόδιο και άρχισαν να κτυπούν τον παραπονούμενο εμφανίσθηκαν μετά που ο ίδιος ο κατηγορούμενος άρπαξε την σωλήνα αυτή και την πέταξε. Στην κατάθεση του επίσης αναφέρει ότι στον καυγά είχαν εμπλακεί 5 με 6 άτομα, προφορικά όμως ισχυρίσθηκε ότι τα άτομα αυτά ήταν μόνο
  1. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο λόγος που μετέβη στο φούρνο κοντά στον οποίο έγινε το επεισόδιο ήταν γιατί ήθελε να αγοράσει ζυμάρι να το πάρει της γυναίκας του για να ετοιμάσει κάποιο παραδοσιακό γλυκό της χώρας τους, καταθέτοντας ενόρκως είπε ότι σκοπός του ήταν να αγοράσει αλμυρά για να φάνε τα παιδιά του όταν θα ξυπνούσαν. Σε άλλο δε σημείο της μαρτυρίας του είπε ότι η γυναίκα του ήθελε το ζυμάρι για να φτιάξει κάποιο φαγητό. Αντιλαμβανόμενος στη συνέχεια της αντεξέτασης και μετά από σχετικές ερωτήσεις και υποβολές τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, προσπάθησε να τις δικαιολογήσει προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι όμως όχι μόνο ήταν εντελώς ανίσχυροι να το πετύχουν, αλλά αντίθετα ανέδειξαν περαιτέρω την ανειλικρίνεια του και την αναλήθεια των ισχυρισμών του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει η νομολογία από τα ακόλουθα σημεία. Ότι βρισκόταν στο μέρος του επεισοδίου την ώρα που συνέβη και ότι μετέφερε τον Gospodin με το αυτοκίνητο του στο σπίτι του τελευταίου. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο παραπονούμενος γνώρισε και συνδέθηκε φιλικά με τον κατηγορούμενο 1, τον Gospodin, ως το πρόσωπο με το όνομα Deni ή Daniel από τη Βουλγαρία. Μέσα στα πλαίσια της σχέσης που ανέπτυξαν, ο Gospodin επισκεπτόταν τον παραπονούμενο στο σπίτι όπου διέμενε με τον αδελφό του, παίρνοντας μαζί του σε κάποιες περιπτώσεις τη φίλη του με το όνομα Δαιλάνκα. Περί τον Μάρτιο του 2010 τα δύο αυτά άτομα ο Gospodin και η Δαιλάνκα, ζήτησαν από τον παραπονούμενο να τους δανείσει το ποσό των €300= τα οποία όπως του είπαν τα χρειάζονταν επειγόντως γιατί η μητέρα της Δαιλάνκα θα υποβαλλόταν σε εγχείρηση. Πράγματι ο παραπονούμενος τους δάνεισε το χρηματικό αυτό ποσό κάτι που έπραξε χωρίς να ζητήσει οποιοδήποτε αντάλλαγμα και με τη συμφωνία ότι τα χρήματα θα του επιστρέφονταν σε μία βδομάδα. Ο Gospodin όμως προθυμοποιήθηκε και του έδωσε ως εξασφάλιση για την επιστροφή των χρημάτων, την ταυτότητα της Δαιλάνκας και ένα άλλο έγγραφο. Μετά την παρέλευση της εβδομάδας και επειδή ο Gospodin δεν είχε επικοινωνήσει με τον παραπονούμενο, ο τελευταίος άρχισε να του τηλεφωνεί και να τον ρωτά πότε θα του επιστρέψει τα λεφτά. Στην αρχή ο Gospodin του προέβαλλε διάφορες δικαιολογίες, στη συνέχεια όμως του είπε ότι δεν θα του επέστρεφε τα χρήματα. Τότε ο παραπονούμενος επισκέφθηκε τον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας όπου αφού εξήγησε τι είχε συμβεί, άφησε εκεί την ταυτότητα της Δαιλάνκας μέχρι να διευθετηθεί το θέμα. Σε μεταγενέστερο στάδιο η Δαιλάνκα τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2, αδελφό του παραπονούμενου και του ζήτησε να της επιστρέψει τα έγγραφα αλλά της αναφέρθηκε ότι αυτά είχαν παραδοθεί στην αστυνομία και ότι για να της επιστραφούν θα έπρεπε πρώτα να πληρώσει τα χρήματα που χρωστούσαν στον παραπονούμενο. Στο διάστημα που ακολούθησε ο Gospodin εξέφραζε απειλές και ζητούσε πίσω τα έγγραφα που είχαν δώσει ως εξασφάλιση. Το πρωί της 23ης Μαίου του 2010 και συγκεκριμένα γύρω στις 6.00 π.μ. ο Gospodin τηλεφώνησε στον Μ.Κ. 2 και τον απειλούσε ότι θα του κάμει κακό. Όταν ο Μ.Κ.2 το ανέφερε στον παραπονούμενο ο τελευταίος του είπε να του πει να βρεθούν κάπου και ότι εάν του έδινε έστω και μέρος των χρημάτων που του είχε δανείσει τότε θα μετέβαιναν στην αστυνομία για να πάρουν τα έγγραφα. Τότε ο Gospodin είπε στον Μ.Κ.2 να πει στον παραπονούμενο να συναντηθούν σε συγκεκριμένο σημείο στη Λεωφ. Ομονοίας κοντά σε φούρνο. Έτσι ο παραπονούμενος γύρω στις 7.00 π.μ. ξεκίνησε μόνος του για να μεταβεί στον φούρνο όπου και περίμενε περί τα δέκα λεπτά περίπου οπόταν έφθασε στο μέρος και ο Gospodin και ρώτησε τον παραπονούμενο εάν έφερε μαζί του τα έγγραφα που αναζητούσε. Ο παραπονούμενος του απάντησε ότι δεν τα έχει και ότι εάν του έδινε τα χρήματα τότε θα τον έπαιρνε στην αστυνομία να τα πάρει. Ο Gospodin επέμενε ότι ο παραπονούμενος κρατούσε τα έγγραφα και έβγαλε από το μανίκι του ένα μαχαίρι. Ο παραπονούμενος όταν είδε το μαχαίρι έπιασε το χέρι του Gospodin και ο τελευταίος έπιασε τον παραπονούμενο από το γιακά. Τότε αμέσως και από αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα στο μέρος πριν από την άφιξη του Gospodin κατέβηκαν κάποια άτομα τα οποία κρατούσαν διάφορα αντικείμενα όπως ξύλα και μεταλλικές σωλήνες και περικύκλωσαν τον παραπονούμενο. Μεταξύ των ατόμων αυτών ήταν και ο κατηγορούμενος. Μερικοί από αυτούς, ένας εκ των οποίων και ο κατηγορούμενος, έπιασαν τον παραπονούμενο από τα χέρια και τον κρατούσαν και ο Gospodin επιμένοντας ότι ο παραπονούμενος κρατούσε τα έγγραφα έβαλε το χέρι του στη τσέπη του τελευταίου. Ο Gospodin πήρε το πορτοφόλι που ο παραπονούμενος είχε στη τσέπη του, το άνοιξε και πήρε από μέσα ποσό €500= και το έβαλε μέσα στη τσέπη του. Αμέσως 6-7 άτομα μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος άρχισαν να κτυπούν τον παραπονούμενο με τα χέρια, με ξύλα και με την μεταλλική σωλήνα σε ολόκληρο του το σώμα και το κεφάλι. Ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον παραπονούμενο με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει χάμω. Τα άτομα αυτά μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, συνέχισαν να τον κτυπούν και με τα χέρια και με ένα ξύλο μέχρι που ο παραπονούμενος ζαλίστηκε μέχρι που λιποθύμησε και οι εμπλεκόμενοι εγκατέλειψαν το μέρος. Τον Gospodin φεύγοντας από εκεί τον μετέφερε με το αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος. Στο μεταξύ ο Μ.Κ.2 μετέβη στο μέρος. Όταν ο παραπονούμενος συνήλθε και του εξήγησε τι συνέβη ο M.K.2 τηλεφώνησε στον Gospodin ο οποίος και τον απείλησε ότι την επόμενη φορά θα σκοτώσει τον Μ.Κ.2 και την οικογένεια του. Για το επεισόδιο ειδοποιήθηκε η αστυνομία και ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου και διαπιστώθηκε ότι έφερε τραύμα μετώπου αριστερά με ερυθρότητα 2-3 εκατοστών, με πόνους στον αυχένα, έντονους κατά την ψηλάφηση και την κίνηση, τραύμα στην 3η φάλαγγα της άκρας χειρός δεξιά, πόνο ζυγωματικού και δεξιά ερυθρότητα 2 εκατοστών, ζωτικά σημεία ΚΦ, CGS15/15 εκ των λοιπών συστημάτων ΧΡΟ-ΝJ, U/S κοιλίας-ΚΦ και παρέμεινε στο νοσοκομείο για παρακολούθηση. O M.K.3 έλαβε την ίδια μέρα του περιστατικού κατάθεση από τον Μ.Κ.
  2. Από τον ίδιο τον παραπονούμενο έλαβε κατάθεση λίγες μέρες αργότερα γιατί ο τελευταίος αμέσως μετά το επεισόδιο δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Στις 24/5/10 ο Μ.Κ. 3 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο 1 και αυτός απάντησε «τι να σου πω, δεν ξέρω». Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.3 έλαβε από τον ίδιο ανακριτική κατάθεση. Αργότερα την ίδια μέρα ο Μ.Κ.3 συνέλαβε τον κατηγορούμενο και με την βοήθεια διερμηνέα του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «εγώ του έπιασα τον σωλήνα». Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας ο Μ.Κ.3 έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση καθώς και γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου με την οποία αποδέχθηκε τη μη διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης και όπως ο παραπονούμενος τον δει σε δωμάτιο για σκοπούς αναγνώρισης κάτι που έγινε στις 27/5/2010 και κατά την οποία ο παραπονούμενος είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως ένα από τα πρόσωπα που του επιτέθηκαν και τον κτύπησαν στις 23/5/10 λέγοντας «ήταν ένα από τα πρόσωπα που κρατούσε τα χέρια μου και με κτυπούσε». Ο λοχίας 1901 επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο και ο τελευταίος απάντησε «εγώ δεν έκανα τίποτε, μόνο τράβηξα την σωλήνα πίσω». Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω εάν η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογεί και το οποίο είναι όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το οποίο την βαρύνει εξ' ολοκλήρου (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Θα ξεκινήσω κάπως ανορθόδοξα, από το αδίκημα της τελευταίας κατηγορίας, δηλαδή της 3η που αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι από την επίθεση, ο παραπονούμενος έχει υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All E R 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί τόσο η επίθεση όσο και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος μαζί με τους λοιπούς συμπατριώτες του ανέμεναν τον παραπονούμενο να προσέλθει στον προκαθορισμένο χώρο συνάντησης και άσκησε εναντίον του πραγματική βία χωρίς τη συγκατάθεση του και με πρόθεση, αφού εντελώς απρόκλητα του επιτέθηκε μαζί με τους άλλους, κρατώντας διάφορα αντικείμενα όπως ξύλα και μεταλλικές σωλήνες και περικύκλωσαν τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος, έπιασε τον παραπονούμενο από τα χέρια και τον κρατούσε για να διευκολύνει τον Gospodin να επιτελέσει τον στόχο του. Όταν ο Gospodin πήρε το πορτοφόλι του παραπονούμενου και πήρε από μέσα το ποσό των €500= τότε ο κατηγορούμενος μαζί με τα άλλα πρόσωπα που ήταν εκεί άρχισαν να κτυπούν τον παραπονούμενο με τα χέρια, με ξύλα και με την μεταλλική σωλήνα σε ολόκληρο του το σώμα και το κεφάλι, ενώ επίσης ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον παραπονούμενο με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει χάμω. Όλοι αυτοί και ειδικότερα ο κατηγορούμενος, συνέχισαν να κτυπούν τον παραπονούμενο με τα χέρια και με ένα ξύλο μέχρι που ο παραπονούμενος ζαλίστηκε και λιποθύμησε, οπόταν όλοι οι εμπλεκόμενοι εγκατέλειψαν το μέρος. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο παραπονούμενος, προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα της επίθεσης που υπέστη από τον κατηγορούμενο και τα υπόλοιπα πρόσωπα που συμμετείχαν. Τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ιατρικής αναφοράς η οποία αποτέλεσε και παραδεκτό γεγονός. Τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος από την επίθεση συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη, εντός της έννοιας του νόμου. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 3ης κατηγορίας. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω εάν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της ληστείας (2η κατηγορία). Με αυτήν καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι στις 23 Μαίου του 2010 στη Λεμεσό, έκλεψε από τον Bassem Adel Fouad Nakla από την Αίγυπτο, ένα πορτοφόλι το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των €500= σε μετρητά και κατά ή αμέσως πριν, ή αμέσως μετά τον χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησε πραγματική βία κατά του πιο πάνω με σκοπό να αποκτήσει ή να κατακρατήσει το κλαπέν χρηματικό ποσό. Το αδίκημα της ληστείας, σύμφωνα με το άρθρο 282 του Ποινικού Κώδικα, διαπράττεται, όταν κάποιος: (α) κλέβει κάτι, (β) κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής, χρησιμοποιεί ή απειλεί να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας, (γ) με σκοπό απόκτησης ή κατακράτησης εκείνου που κλάπηκε ή με σκοπό αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού που κλάπηκε. Από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, προκύπτει ότι είναι απαραίτητο για στοιχειοθέτηση του αδικήματος, να υπάρχει ταυτόχρονη σύνδεση της χρήσης ή απειλής χρήσης βίας με τον σκοπό, διαφορετικά το αδίκημα της ληστείας δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί. Όπως προαναφέρεται ο Gospodin πήρε από τον παραπονούμενο το ποσό των €500= που ο τελευταίος είχε μέσα στο πορτοφόλι του. Τούτο έγινε ενόσω ο κατηγορούμενος και προς διευκόλυνση του Gospodin, μαζί με άλλα πρόσωπα ακινητοποίησαν τον παραπονούμενο. Όταν ο Gospodin πήρε τα χρήματα από το πορτοφόλι του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος μαζί με τους άλλους, άσκησαν εναντίον του παραπονούμενου πραγματική βία έτσι ώστε να τον διευκολύνουν στην επίτευξη του στόχου του αυτού, ενώ είναι περαιτέρω αναμφίβολο ότι τα χρήματα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής. Το γεγονός ότι εκείνος που πήρε από το πορτοφόλι του παραπονούμενου το ποσό των €500= και δεν ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν διαφοροποιεί την ευθύνη του κατηγορούμενου αφού αυτός μαζί με όλους τους υπόλοιπους συμμετείχε σε μια κοινή «επιχείρηση», όλοι μαζί ενήργησαν οργανωμένα και ομαδικά. Κρίνεται λοιπόν ότι τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ληστείας έχουν αποδειχθεί. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον έχει αποδειχθεί το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η σύνδεση δηλαδή των πιο πάνω, με τον σκοπό, απόκτησης δηλαδή ή κατακράτησης εκείνου που κλάπηκε ή αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού που έχει κλαπεί. Όπως διαφάνηκε από τα γεγονότα ο κατηγορούμενος μαζί με τα λοιπά πρόσωπα επεδίωκαν αρχικά να εκφοβίσουν τον παραπονούμενο και να πάρουν από αυτόν τα έγγραφα της Δαιλάνκας που ο Gospodin αναζητούσε και ο οποίος για τον λόγο αυτό κάλεσε τον παραπονούμενο να μεταβεί στο μέρος όπου συναντήθηκαν και του επιτέθηκαν. Στη συνέχεια όμως και όταν ο Gospodin άνοιξε το πορτοφόλι του παραπονούμενου και διαπίστωσε ότι μέσα σε αυτό υπήρχε το ποσό των €500=, πήρε τα χρήματα και άσκησαν βία εναντίον του παραπονούμενου. Ακόμα και να θεωρηθεί δηλαδή ότι ο αρχικός τους σκοπός δεν ήταν η απόκτηση των χρημάτων, αλλά η παραλαβή των εγγράφων, σίγουρα η άσκηση της βίας στη συνέχεια έγινε με σκοπό την κατακράτηση των χρημάτων αυτών και την εξουδετέρωση οποιασδήποτε αντίστασης ήταν δυνατό να προβάλει ο παραπονούμενος. Κρίνεται λοιπόν ότι και τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ληστείας έχουν αποδειχθεί και έτσι και το αδίκημα αυτό έχει στοιχειοθετηθεί. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω εάν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 1ης κατηγορίας το οποίο βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 που προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια ποινή». Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στην συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί την βάση της κατηγορίας και συνίσταται στην συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει μόνο στο στάδιο της πρόθεσης και είναι χωρίς σημασία εάν αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία είχαν συμφωνηθεί. Επιπρόσθετα κάποιος συνωμότης, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης που συμφώνησε να παίξει ρόλο στη συνωμοσία, αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από την στιγμή που η συμφωνία ήταν ολοκληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που κάθε ένας από τους συνωμότες έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης και η οποία λαμβάνει την μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «....Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνοιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (βλ. Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L., 328, O´Connelli v. R.
(1844)5 St.Tr.(N.S.) 1, R. V. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035, παρ. 28-4». Στην σελίδα 144 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα : «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως ούτε συνωμοσία. Το πότε συνβαίνει το ένα και πότε ο άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (βλ. R. V. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. V. Mills, 47 Cr. App. R.49, R. V. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. V. O´Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παραγρ. 28-9». Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα περίμεναν τον παραπονούμενο να φτάσει σε συγκεκριμένο μέρος το οποίο είχε προκαθορισθεί. Όταν ο παραπονούμενος έφτασε στο μέρος ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα κατέβηκαν από ένα από τα περισσότερα αυτοκίνητα τα οποία ήταν σταματημένα στο μέρος και στα οποία επέβαιναν, προφανώς αναμένοντας την άφιξη του παραπονούμενου τον ακινητοποίησαν και ένας από αυτούς του πήρε το πορτοφόλι από την τσέπη του και στη συνέχεια τον κτύπησαν. Όλες οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου μαζί με τα λοιπά πρόσωπα που μαζί του έλαβαν μέρος στο επεισόδιο, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε συμφωνία, αλλά και προσχεδιασμός εκ μέρους των προσώπων που ανέμεναν τον παραπονούμενο και τον κτύπησαν. Κρίνεται συνεπώς ότι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας έχει αποδειχθεί. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος και στις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Υπ............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.