← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λούκα Kυριάκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34389/10, 13/7/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λούκα Kυριάκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34389/10, 13/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34389/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v.

  1. Λούκα Kυριάκου
  2. Άλκη Νεοφύτου
  3. Κωνσταντίνου Γεωργίου Κατηγορούμενων ----------------------------- Ημερομηνία: 13.7.2012 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο 1 : κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενος 1: Παρών ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η ------------------------------ Ο 1ος κατηγορούμενος (στο εξής «ο κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, με αναφορά στο αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 371, 255, 262 και 20 του ποινικού κώδικα (1η κατηγορία) καθώς και την κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Τις ίδιες κατηγορίες αντιμετώπιζαν και οι κατηγορούμενοι 2 και
  4. Στις 3.6.2011 διακόπηκε η διαδικασία αναφορικά με το 2ο κατηγορούμενο, λόγω μη επίδοσης, ενώ, ο 3ος κατηγορούμενος - που είναι αδελφός του κατηγορούμενου - εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας προέβηκε σε αλλαγή απάντησης και στις δύο κατηγορίες. Στις 23.4.2012 του επιβλήθηκε ποινή, στο πλαίσιο της υπόθεσης 27039/11, στην οποία λήφθηκε υπόψη και η παρούσα υπόθεση. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι στις 19.1.2010 στη Λεμεσό συνωμότησε με τους κατηγορούμενους 2 και 3 να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλοπή. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας τού καταλογίζεται ότι την ίδια μέρα, στη Λεμεσό, μαζί με τους κατηγορούμενους 2 και 3 έκλεψαν την περιουσία που αναφέρεται στο συνημμένο πίνακα Α' (24 δακτυλίδια χρυσού και λευκού χρυσού, αξίας €3.500,00, 5 καδένες λαιμού χρυσές, αξίας €2.500,00, μία καδένα λαιμού χρυσού και λευκού χρυσού, αξίας €400,00 και 40 σταυρούς χρυσού και λευκού χρυσού, αξίας €4.000,00) όλα, συνολικής αξίας €10.400,00, περιουσία της Κατερίνας Μιχαήλ από τη Λεμεσό. Όλα τα παρακάτω γεγονότα απορρέουν από το περιεχόμενο των δύο γραπτών καταθέσεων της παραπονούμενης Κατερίνας Μιχαήλ (Μ.Κ.3) που υιοθετήθηκε από αυτήν για σκοπούς κυρίως εξέτασης (βλ. τα τεκμήρια 10 και 11, οι καταθέσεις). Στο σύνολό τους τα θεωρώ αποδεδειγμένα, αφού η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Η παραπονούμενη είναι ιδιοκτήτρια του χρυσοχοείου με την ονομασία «Αντρέας & Ντίνα» που βρίσκεται στην οδό Λεοντίου Α΄ αρ.167, στη Λεμεσό. Σ' αυτό πουλά διάφορα κοσμήματα, ρολόγια, βραχιόλια, δακτυλίδια και άλλα. Στις 18.1.2010 γύρω στις 15.00 εισήλθαν στο χρυσοχοείο της τρεις νεαροί άνδρες. Ο ένας από αυτούς στάθηκε μπροστά από το γραφείο της, ενώ οι άλλοι δύο στάθηκαν πιο πίσω, προς την είσοδο. Ο πρώτος είχε μαζί του ένα δακτυλίδι-αντίκα και ζητούσε από την παραπονούμενη ν' αγοράσει ένα το ίδιο. Η τελευταία έψαξε σε περιοδικό για να βρει κάτι παρόμοιο να του δείξει, αλλά, αυτός, της είπε μόλις βρει κάτι να τον πάρει τηλέφωνο και ακολούθως έφυγε μαζί με τους άλλους δύο από το χρυσοχοείο. Η παραπονούμενη δεν πρόσεξε να της πήραν κάτι από το κατάστημά της φεύγοντας οι τρεις νεαροί. Την επομένη, 19.1.2010, γύρω στις 12.30, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν και πάλι μόνη της στο κατάστημα και συγκεκριμένα στο γραφείο, οι τρεις νεαροί εισήλθαν και πάλι σ' αυτό από την μπροστινή κύρια είσοδό του. Αυτός που την προηγούμενη μέρα ήθελε ν' αγοράσει το δακτυλίδι στάθηκε και πάλι μπροστά της και τη ρώτησε αν είχε βρει κάτι για την αντίκα του. Οι άλλοι δύο στάθηκαν και πάλι πίσω από τον πρώτο, χωρίς η παραπονούμενη να μπορεί να δει τις κινήσεις τους. Ενώ η παραπονούμενη μιλούσε τηλεφωνικώς με κάποιο εργαστήρι χρυσαφικών για να τους εξηγήσει τι ζητούσε, άκουσε τους δύο που συνόδευαν «τον πελάτη» να φωνάζουν: «Ρε πάμε τζιαι εττούμπαρε ο αρφός μας». Τότε, αυτός, που στεκόταν ακόμη μπροστά της της είπε ότι ονομάζεται Μάριος και ότι το τηλέφωνό του είναι 99-
  5. Ακολούθως, της είπε να του τηλεφωνήσει αν βρει κάτι, οπότε και έφυγε από το κατάστημα μαζί με τους άλλους δύο. Ευθύς αμέσως μπήκε στο χρυσοχοείο ιδιοκτήτης διπλανού καταστήματος «φωτογραφείου», ο οποίος είπε στην παραπονούμενη ότι είδε τρεις νεαρούς να τρέχουν βιαστικά. Τότε, η παραπονούμενη προέβη αμέσως σε έλεγχο στις βιτρίνες του καταστήματος οπότε και είδε ότι η πλαϊνή συρόμενη γυάλινη πόρτα της βιτρίνας που βρίσκεται μέσα από την είσοδο του καταστήματος ήταν ανοικτή και ότι έλειπαν από αυτή δύο σταντς, στα οποία είχε τοποθετημένα από 12 δακτυλίδια διαφόρων ειδών, δηλαδή, χρυσά και λευκόχρυσα, συνολικής αξίας περίπου €3.500,
  6. Επισημαίνεται ότι η πόρτα της παραπάνω βιτρίνας προτού εισέλθουν στο κατάστημα οι τρεις νεαροί ήταν κλειστή. Αργότερα την ίδια ημέρα προέβη και σε νέο έλεγχο στο κατάστημα οπότε και διαπίστωσε ότι έλειπαν απ' αυτό και άλλα χρυσαφικά. Συγκεκριμένα, από βιτρίνα που κλείνει με γυάλινη πόρτα, η οποία ήταν κρεμασμένη στον τοίχο δεξιά της εισόδου, έλειπαν 5 χρυσές καδένες λαιμού, αξίας €500,00 κάθε μία και μία χρυσή καδένα λαιμού με λευκό χρυσό, αξίας €400,
  7. Οι καδένες ήταν κρεμασμένες πάνω σε βελούδινα ξύλινα σταντς. Τα βασικά επίδικα θέματα που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που μετέβη στο κατάστημα της παραπονούμενης μαζί με τους άλλους δύο νεαρούς άνδρες στις 18 και 19.1.2010; Δεύτερο, αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, αυτοί έκλεψαν την περιουσία της παραπονούμενης από το κατάστημά της στις 19.1.2010; Τρίτο, είναι αλήθεια ότι ο κατηγορούμενος στις 22.1.2010, κατά την προσαγωγή του με αστυνομικό όχημα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ομολόγησε στο Μ.Κ.2 τη διάπραξη των αδικημάτων εμπλέκοντας και τους άλλους δύο κατηγορούμενους; Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής περιορίστηκε να με παραπέμψει στην ενώπιόν μου μαρτυρία, ενώ, ο κ. Κονναρής, δικηγόρος του κατηγορούμενου, προέβαλε τις ακόλουθες θέσεις: Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις επίδικες κατηγορίες. Είναι παραδεκτό ότι ο κατηγορούμενος έθεσε τον εαυτό του στη σκηνή, ωστόσο, η παραπονούμενη δεν τον αναγνώρισε στο δικαστήριο. Μαρτυρία που να το συνδέει με τη διάπραξη των αδικημάτων δεν υπάρχει. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 4845 Χάρη Μπέρο (Μ.Κ.2) όσο και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα, από τη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλέπε και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Τέλος, αναφορικά με την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί, από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Ο όλος χειρισμός της υπόθεσης από την υπεράσπιση ήταν τέτοιος, ώστε το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου να είναι πολύ εύκολο, δεδομένου ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης, ως αναντίλεκτη - και ασφαλώς αξιόπιστη - αποτελεί στέρεα βάση για σκοπούς αντιπαραβολής και σύγκρισής της με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, ο οποίος, για να επαναλάβω, ενώ τοποθετεί τον εαυτό του στο κατάστημα της παραπονούμενης, τόσο στις 18 όσο και στις 19.1.2010 αρνείται τη διάπραξη των αδικημάτων. Αλγεινή είναι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, ο οποίος υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, ήρθε σε σύγκρουση με τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης, για τις οποίες αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, ενώ συγκρούστηκε και με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, με εξαίρεση εκείνο το μέρος που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή που υπέχει θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά του ή ενοχοποιητικών δηλώσεων, κατά τα λοιπά απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Προτού παραθέσω μερικά παραδείγματα που αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, θα ήθελα να εξηγήσω γιατί θεωρώ πως πρόκειται γι' αυτόν το πρόσωπο που παρουσιάστηκε στο κατάστημα της παραπονούμενης στον ουσιώδη χρόνο, συνοδευόμενος από τους άλλους δύο κατηγορούμενους και προσποιήθηκε ότι δήθεν ήθελε να αγοράσει ένα δακτυλίδι, ίδιο με αυτό που παρουσίασε στην παραπονούμενη, έστω κι αν η τελευταία, ερωτηθείσα από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, αν βλέπει κανένα από τα τρία πρόσωπα που μπήκαν στο κατάστημά της απάντησε πως δε θυμάται. Καταρχήν αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι οι 7 αριθμημένες φωτογραφίες που συνθέτουν σε δέσμη το τεκμήριο 2 είναι από το κατάστημα της παραπονούμενης και λήφθηκαν από τον αστυφύλακα 266 Α. Περικλέους, στις 19.1.2010 (ουσιώδης χρόνος) μεταξύ των ωρών 13.30 - 13.
  2. Ο κατηγορούμενος δε, αντεξεταζόμενος, αφού του υποδείχθηκαν οι εν λόγω φωτογραφίες παραδέχτηκε πως είχε μπει στο συγκεκριμένο κατάστημα μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο και τον Άλκη για να κάνει το δακτυλίδι. Ακολούθως, πλείστα όσα έχει αναφέρει η παραπονούμενη, σε σχέση με τους τρεις νεαρούς που μετέβηκαν στο κατάστημά της και τις δυο μέρες, με αναφορά στην περιγραφή τους, την ώρα που αυτοί εισήλθαν στο κατάστημα, τον λόγο για τον οποίο υποτίθεται πήγαν εκεί και το πρόσωπο με το οποίο συνομίλησε, συνάδουν απόλυτα με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, ο οποίος, καθ' ομολογία του είναι αυτός που απευθύνθηκε στην παραπονούμενη και αφού της παρουσίασε το δακτυλίδι - αντίκα ζήτησε ν' αγοράσει ένα το ίδιο. Επί του προκειμένου, η μαρτυρία του κατηγορούμενου, ασφαλώς και γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη υπέχει και θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά του. Επομένως, το γεγονός, ότι η παραπονούμενη δεν το θυμόταν για να τον αναγνωρίσει στο δικαστήριο, δε δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αφού ο ίδιος, με τη μαρτυρία του κάλυψε το σχετικό κενό. Έπειτα, προτού ανακριθεί ο κατηγορούμενος στις 21.1.2010, του έγινε η σχετική προειδοποίηση, από την οποία είναι σαφές, ότι θα ανακρινόταν και ανακρίθηκε σε σχέση με τα υπό διερεύνηση, τότε, αδικήματα, της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και της κλοπής των χρυσαφικών από το χρυσοχοείο με την ονομασία Αντρέας & Ντίνα, ιδιοκτησίας της Κατερίνας Μιχαήλ, αδικήματα που διαπράχθηκαν στη Λεμεσό τη 19η 1.
  3. Επομένως, οτιδήποτε ανάφερε ανακρινόμενος ήταν σε συνάφεια με όλα τα παραπάνω. Τέλος, ούτε και υπάρχει μαρτυρία, ότι στις 18 και 19.1.2010 μετέβησαν στο κατάστημα της παραπονούμενης και τρεις άλλοι νεαροί άνδρες, με τον έναν να ζητά από την παραπονούμενη ό,τι ζήτησε και ο κατηγορούμενος, για να τίθεται θέμα ποια από τις δυο ομάδες των τριών νεαρών ενέχεται σε όσα τους καταλογίζει η παραπονούμενη. Γιατί τώρα θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον κατηγορούμενο, στην έκταση που προανάφερα. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 6) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ότι ο λόγος που έφυγε από το κατάστημα της παραπονούμενης στις 18.1.2010 ήταν επειδή όταν ήταν εκεί έπεσε το δακτυλίδι χαμαί και όταν πήγε να σκύψει να το πιάσει σχίστηκε το τζην του και έπρεπε να φύγουν. Ωστόσο είπε της παραπονούμενης ότι θα πήγαινε εκεί την επομένη μέρα. Εκτός του ότι δεν υποβλήθηκε κάτι τέτοιο στην παραπονούμενη, η ίδια αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση - το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί μιας και ούτε καν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου -, ότι, όταν έψαξε σε περιοδικό για να βρει παρόμοιο δακτυλίδι με αυτό που της είχε πάρει ο κατηγορούμενος για ν' αγοράσει το ίδιο, της είπε μόλις βρει κάτι να τον πάρει τηλέφωνο οπότε και έφυγε από το κατάστημα μαζί με τους άλλους δύο. Ισχυρίζεται ακόμη ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ότι την ώρα που μιλούσε στην παραπονούμενη, ο αδελφός του και ο Άλκης ήταν δίπλα του. Φυσικά και δεν έλεγε την αλήθεια, αφού, σύμφωνα με την παραπονούμενη, τη στιγμή αυτή, οι άλλοι δύο που συνόδευαν τον κατηγορούμενο, ήταν πιο πίσω από τον ίδιο, προς την είσοδο του καταστήματος. Όταν την επομένη 19.1.2010 ξαναπήγε στο κατάστημα της παραπονούμενης, μαζί με τους άλλους δύο κατηγορούμενους, κάθισε σε καρέκλα μπροστά από το γραφείο της παραπονούμενης, ενώ οι άλλοι δύο στέκονταν σχεδόν δίπλα του, αναφέρει και πάλι στην ανακριτική του κατάθεση. Και αυτό αποτελεί ψέμα και ο κατηγορούμενος το είπε για προφανή λόγο, που δεν είναι άλλος, από το να πείσει τον εξεταστή που τον ανέκρινε, πως δεν μπορεί να είναι αυτός είτε οι συνοδοί του που έκλεψαν την περιουσία της παραπονούμενης, επειδή ακριβώς γνώριζε και ποιοι την έκλεψαν και από ποιο σημείο του καταστήματος την έκλεψαν. Επί του προκειμένου, το διαψεύδει ξανά η παραπονούμενη, η οποία αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση, ότι ο κατηγορούμενος στάθηκε και πάλι μπροστά της καθώς βρισκόταν μόνη στο γραφείο, ενώ οι άλλοι δύο που το συνόδευαν στέκονταν πίσω του, αλλά δεν μπορούσε να δει τις κινήσεις τους. Φυσικά και δεν μπορούσε να δει τις κινήσεις τους, αφού δε θα είχε κανένα νόημα για τους ίδιους να σταθούν εκεί καθώς και για τον κατηγορούμενο που φρόντισε να σταθεί μπροστά της για τον ίδιο λόγο, εάν μπορούσε να βλέπει τις κινήσεις τους. Την ίδια μέρα, δηλαδή στις 19.1.2010, σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, είπε της παραπονούμενης να υπολογίσει την τιμή και ότι θα ξανάρθει άλλη μέρα. Τους είπε ο Άλκης ότι πρέπει να φύγουν, αλλά δεν ξέρει το λόγο και ούτε το ρώτησε. Μου φαίνεται αρκετά παράλογο για να το πιστέψω, τη μια μέρα να φεύγουν, επειδή, υποτίθεται σκίστηκε το παντελόνι του και την επομένη που ξαναπήγαν στο κατάστημα για τον ίδιο λόγο, να φεύγουν και πάλι επειδή του είπε ο Άλκης πρέπει να φύγουμε και να μην μπει στον κόπο είτε προτού φύγουν από το κατάστημα είτε μέχρι και τις 21.1.2010 που του λήφθηκε η ανακριτική κατάθεση, να ρωτήσει τον Άλκη για ποιο λόγο θα έπρεπε να φύγουν. Σε συνέχεια του προηγούμενου, εν τέλει έφυγαν από το κατάστημα επειδή του είπε ο Άλκης πρέπει να φύγουμε ή επειδή η παραπονούμενη, λόγω του ότι δεν έβρισκε την κοπέλα που θα του έκανε το δακτυλίδι, του είπε να περάσει άλλη μέρα, όπως ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος; Τα ψέματα που είπε ο κατηγορούμενος δεν έχουν τελειωμό. Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική και απορρέει από τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Ενώ η ίδια μιλούσε τηλεφωνικώς με κάποιο εργαστήρι χρυσαφικών για να τους εξηγήσει τι ζητούσε και ο κατηγορούμενος στεκόταν μπροστά της, κάποια στιγμή άκουσε τους άλλους δύο που το συνόδευαν να φωνάζουν: «Ρε πάμε τζιαι εττούμπαρε ο αρφός μας». Μάλιστα, ο ίδιος, προτού φύγει μαζί με τους άλλους δυο, ψευδώς και πάλι είπε στην παραπονούμενη ότι ονομάζεται Μάριος και το τηλέφωνό του είναι 99-592035 και να τον πάρει αν βρει κάτι. Ακολούθως, αφού βγήκαν και οι τρεις από το κατάστημα μπήκε αμέσως σ' αυτό ο ιδιοκτήτης διπλανού καταστήματος, ο οποίος είπε στην παραπονούμενη ότι είδε τρεις νεαρούς να τρέχουν βιαστικά. Είναι ηλίου φαεινότερο, ότι η αποστολή των τριών κατηγορούμενων στο κατάστημα της παραπονούμενης είχε εκτελεστεί επιτυχώς, όπως διαπίστωσε η ίδια, ευθύς αμέσως. Ωστόσο, διερωτώμαι και για το εξής: πώς θα υπολόγιζε την τιμή του δακτυλιδιού η παραπονούμενη προτού καν γνωρίζει είτε αυτή είτε ο κατηγορούμενος, αν θα έβρισκε το δακτυλίδι που ήθελε ο τελευταίος; Ακολούθως, τι από τα δύο ισχύει; Ότι φεύγοντας ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη να υπολογίσει την τιμή του δακτυλιδιού, όπως λέει στην ανακριτική του κατάθεση ή ότι συμφώνησαν για την τιμή, όπως ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος; Έπειτα, αφού πήγε στο κατάστημα για να αγοράσει ένα ίδιο δακτυλίδι με αυτό που του έδωσε ο θείος του, πώς κατέληξαν με την παραπονούμενη να συζητούν για παρόμοιο; Και αφού του το έδωσε ο θείος του μια εβδομάδα προηγουμένως το δακτυλίδι που παρουσίασε στην παραπονούμενη - υποθέτω του το έδωσε για να γίνει δικό του μιας και δεν ισχυρίστηκε ότι θα του το επέστρεφε - ποιός ο λόγος για να θέλει να αγοράσει ακόμα ένα το ίδιο; Και πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι, όταν στις 18.1.2010 πήγε στο κατάστημα της παραπονούμενης, στεκόταν μεταξύ του γραφείου της και της πρώτης βιτρίνας στον κενό χώρο, τη στιγμή που, όπως φαίνεται στη φωτογραφία με αριθμό 2 του τεκμηρίου 2, την οποία μάλιστα είδε προτού απαντήσει, ως ανωτέρω, δεν υπάρχει καθόλου κενός χώρος μεταξύ των δύο, αφού αυτά εφάπτονται; Τέλος, πώς θα του έφτιαχνε η παραπονούμενη το δακτυλίδι που ήθελε, για το οποίο μάλιστα συμφώνησαν και στην τιμή, αφού όταν έφυγε το πήρε μαζί του; Δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, σε συνδυασμό και με την εξαιρετική εντύπωση που μου έκανε επίσης ως μάρτυρας, ο εξεταστής της υπόθεσης, αστυφύλακας 4845 Χάρης Μπέρος (Μ.Κ.2) η μαρτυρία του τελευταίου, στο σύνολό της γίνεται αποδεκτή. Η ουσία της έγκειται στο γεγονός, ότι, κατά την προσαγωγή του κατηγορούμενου με αστυνομικό όχημα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στις 22.1.2010 και ώρα 10:15 για σκοπούς έκδοσης διατάγματος προσωποκράτησης για την παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος ομολόγησε προφορικά τη διάπραξη των αδικημάτων λέγοντας στο μάρτυρα καθώς και στον αστυφύλακα 1454 Σ. Χριστοδούλου: «Άτε να σας πω ήντα που εκάμαμε για να τελειώνουμε γλίορα, εγώ εστέκουμουν μπροστά τζιαι οι άλλοι εκλέφκαν τα.» Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο ο μάρτυρας, ο κατηγορούμενος απάντησε: «Τούτον έγινε, εν να σας τα πω μετά το δικαστήριο.» Σε ερώτηση του εξεταστή σε ποιόν πώλησαν τα χρυσαφικά, ο κατηγορούμενος απάντησε: «΄Ηβρα ένα τηλέφωνο στην εφημερίδα τζιαι έπιασα. Ήταν κάποιος τζιαι βρεθήκαμε στο Τσίρειο, έδωσα του τα και μου έδωσε λεφτά.» Όλες τις παραπάνω παραδοχές του κατηγορούμενου, ο εξεταστής τις κατέγραψε στο προσωπικό του σημειωματάριο (βλ. το τεκμήριο 8), στις σελίδες 53 μέχρι 57, στις 15:00 την ίδια μέρα. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου συγκεφαλαιώνοντας βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής. Ειδικότερα: Στις 18.1.2010 γύρω στις 15:00, ο 1ος κατηγορούμενος συνοδευόμενος από τον αδελφό του Κωνσταντίνο Γεωργίου (3ος κατηγορούμενος) και τον Άλκη Νεοφύτου (2ος κατηγορούμενος) εισήλθαν στο χρυσοχοείο με την ονομασία «Αντρέας & Ντίνα» που βρίσκεται στην οδό Λεοντίου Α' αρ. 167, στη Λεμεσό, ιδιοκτησίας της παραπονούμενης Κατερίνας Μιχαήλ. Ο 1ος κατηγορούμενος, αφού προχώρησε στο βάθος του καταστήματος στάθηκε μπροστά από το γραφείο της παραπονούμενης και αφού της έδειξε ένα δακτυλίδι - αντίκα τής είπε πως ήθελε ν' αγοράσει ένα το ίδιο. Τη στιγμή αυτή, οι 2ος και 3ος κατηγορούμενοι στέκονταν πιο πίσω από τον 1ο κατηγορούμενο, προς την είσοδο του καταστήματος. Η παραπονούμενη έψαξε σε κάποιο περιοδικό για να βρει κάτι παρόμοιο με το δακτυλίδι που της παρουσίασε ο 1ος κατηγορούμενος για να του δείξει, όμως, αυτός, αφού της είπε μόλις βρει κάτι να τον πάρει τηλέφωνο έφυγε από το κατάστημα μαζί με τους άλλους δύο κατηγορούμενους. Την επομένη, 19.1.2010, γύρω στις 12:30, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν και πάλι μόνη στο κατάστημά της εισήλθαν σ' αυτό ξανά οι τρεις κατηγορούμενοι, με τον 1ο κατηγορούμενο να στέκεται στο ίδιο σημείο, δηλαδή μπροστά από το γραφείο της και να τη ρωτά αν βρήκε κάτι για την αντίκα του και τους άλλους δύο να στέκονται πίσω του, σε σημείο που η παραπονούμενη δεν μπορούσε να δει τις κινήσεις τους. Ενώ η παραπονούμενη μιλούσε τηλεφωνικώς με κάποιο εργαστήρι χρυσαφικών και τους εξηγούσε τι ζητούσε, προφανώς για να εξυπηρετήσει τον 1ο κατηγορούμενο, άκουσε τους άλλους δύο να του φωνάζουν «Ρε πάμε τζιαι εττούμπαρε ο αρφός μας.» Τότε, ο 1ος κατηγορούμενος, αφού είπε στην παραπονούμενη ότι ονομάζεται Μάριος και της έδωσε και κάποιο αριθμό τηλεφώνου (99-592035) τής είπε αν βρει κάτι να τον πάρει τηλέφωνο. Ακολούθως, αφού βγήκε από το κατάστημα μαζί με τους άλλους δύο εγκατέλειψαν και οι τρεις το μέρος τρέχοντας. Μετά από αυτό, η παραπονούμενη προέβη σε έλεγχο στο κατάστημα οπότε και είδε ότι σε βιτρίνα που βρισκόταν μέσα από την είσοδο ήταν ανοικτή η πλαϊνή συρόμενη γυάλινη πόρτα και ότι έλειπαν από αυτή δύο σταντς, στα οποία υπήρχαν από 12 δακτυλίδια διαφόρων ειδών, δηλαδή, χρυσά και λευκόχρυσα, συνολικής αξίας περίπου €3,500,
  4. Προτού εισέλθουν στο κατάστημα οι τρεις κατηγορούμενοι, η γυάλινη πόρτα της βιτρίνας ήταν κλειστή. Μετά από νέο έλεγχο στον οποίο προέβη η παραπονούμενη την ίδια μέρα διαπίστωσε ότι έλειπαν και άλλα χρυσαφικά από το κατάστημα. Συγκεκριμένα, 5 χρυσές καδένες λαιμού, αξίας €500,00 η κάθε μία και μία καδένα λαιμού χρυσή με λευκόχρυσο, αξίας €400,
  5. Όλες οι καδένες ήταν κρεμασμένες πάνω σε βελούδινα ξύλινα σταντς σε βιτρίνα που κλείνει με γυάλινη πόρτα και ήταν κρεμασμένη στον τοίχο, στη δεξιά πλευρά της εισόδου του καταστήματος. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο 1ος κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, με αναφορά στο αδίκημα της κλοπής (1η κατηγορία) καθώς και την κατηγορία της κλοπής (2η κατηγορία). Από το συνδυασμό των λεπτομερειών αδικήματος των δύο κατηγοριών είναι σαφές ότι εκείνο που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι ότι στις 19.1.2010, κατόπιν συνωμοσίας με τους άλλους δύο κατηγορούμενος έκλεψαν τα χρυσαφικά που αναφέρονται στο συνημμένο - σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας - πίνακα Α', περιουσία της παραπονούμενης Κατερίνας Μιχαήλ από τη Λεμεσό. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134): «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L.328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28 - 4». Και λίγο παρακάτω: «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and king [1966] Crim. L. R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker, [1962] Crim. L. R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28 - 9).» Σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα και την έννοιά της παραπέμπω στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Συνάγεται απ' όσα αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση, ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, δεύτερο, χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και τρίτο, με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του 1ου κατηγορούμενου είτε στην 1η είτε στη 2η κατηγορία. Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων άμεσης, πραγματικής, περιστατικής και ενισχυτικής μαρτυρίας, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι καταφατική, με τη διευκρίνιση, ότι σε σχέση με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, δηλαδή της κλοπής, ο κατηγορούμενος θα καταδικαστεί μόνο για τα αναφερόμενα με αριθμό 1, 2 και 3 στο συνημμένο πίνακα Α', αντικείμενα, συνολικής αξίας €6.400,
  2. Αναφορικά με τους 40 σταυρούς, χρυσού και λευκόχρυσου, αξίας €4.000,00, δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία ότι κλάπηκαν οποτεδήποτε από το κατάστημα της παραπονούμενης. Ειδικότερα: Ο 1ος κατηγορούμενος, στις 18.1.2010 μετέβη στο κατάστημα της παραπονούμενης μαζί με τον αδελφό του - 3ο κατηγορούμενο - και το 2ο κατηγορούμενο προφασιζόμενος ότι ήθελε να αγοράσει ένα δακτυλίδι, ίδιο με εκείνο που κρατούσε και έδειξε της παραπονούμενης. Ενώ συνομιλούσε μαζί της, σκόπιμα στεκόταν μπροστά της, ενώ οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι έστεκαν πιο πίσω από τον ίδιο, προς την είσοδο του καταστήματος. Με το που έψαξε η παραπονούμενη σε κάποιο περιοδικό για να βρει κάτι παρόμοιο με αυτό που ήθελε να του δείξει, της είπε μόλις βρει κάτι να του τηλεφωνήσει, οπότε και έφυγε από το κατάστημα μαζί με τους άλλους δύο. Όχι τυχαία φυσικά, φεύγοντας, δεν άφησε το δακτυλίδι στην παραπονούμενη. Είναι προφανές, ότι ο πραγματικός σκοπός της επίσκεψης των τριών κατηγορούμενων στο κατάστημα της παραπονούμενης, ήταν ο εντοπισμός του στόχου και η αναγνώριση του χώρου, για σκοπούς καλύτερης οργάνωσης, σχεδιασμού και εκτέλεσης αυτού που θα έκαναν την επόμενη μέρα. Τόσο στις 18 όσο και στις 19.1.2010, η παραπονούμενη βρισκόταν μόνη της στο κατάστημα, όταν εισήλθαν σε αυτό οι τρεις κατηγορούμενοι. Και ενώ, φεύγοντας από το κατάστημα της παραπονούμενης στις 18.1.2010 οι τρεις κατηγορούμενοι, ο 1ος κατηγορούμενος της είπε αν βρει κάτι να του τηλεφωνήσει, την επομένη, χωρίς να του τηλεφωνήσει, μετέβη ξανά στο κατάστημά της συνοδευόμενος και πάλι από τους άλλους δύο κατηγορούμενους. Προφανής ο λόγος. Η υποτιθέμενη αγορά του δακτυλιδιού, αποτελούσε απλώς το πρόσχημα, προκειμένου οι τρεις κατηγορούμενοι να δικαιολογήσουν την παρουσία τους στο κατάστημα. Την πρώτη μέρα αναφέρθηκε για ποιο λόγο, ενώ, τη δεύτερη, σαφώς, για να εκτελέσουν το σχέδιο και κατ' επέκταση τη μεταξύ τους συμφωνία. Επειδή το σχέδιο των τριών συνωμοτών ήταν τόσο άρτια και καλά οργανωμένο, από κάθε άποψη, με προδιαγεγραμμένο το ρόλο που θα διαδραμάτιζε καθένας από αυτούς κατά την εκτέλεσή του, ο 1ος κατηγορούμενος στάθηκε και πάλι μπροστά από το γραφείο της παραπονούμενης, κατά τρόπο ώστε αυτή να μην έχει οπτική επαφή για να μπορεί να βλέπει και να αντιλαμβάνεται τις κινήσεις των άλλων δύο, οι οποίοι στάθηκαν πίσω ακριβώς από τον ίδιο. Ο 1ος κατηγορούμενος, προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή της παραπονούμενης κατά τον κρίσιμο χρόνο, τη ρώτησε αν βρήκε κάτι για την αντίκα του. Όταν αυτή τηλεφώνησε σε κάποιο εργαστήρι χρυσαφικών και προσπαθούσε να εξηγήσει τι ήθελε για τον υποτιθέμενο πελάτη, οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι, άνοιξαν τις βιτρίνες του καταστήματος και χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από την παραπονούμενη, πήραν από αυτές τα δύο στάντς με τα 24 δακτυλίδια, συνολικής αξίας €3.500,00 και τις 6 καδένες λαιμού, συνολικής αξίας €2.900,
  3. Αφού εκτέλεσαν το βασικό σκέλος του σχεδίου τους οι κατηγορούμενοι, στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνωμοσίας, ακολούθως έθεσαν σε εφαρμογή το τελικό του σκέλος, που ήταν η εγκατάλειψη του καταστήματος, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από την παραπονούμενη για αυτό που έκαναν. Έτσι, δίκην συνθηματικού, προκειμένου να αντιληφθεί ο 1ος κατηγορούμενος ότι η αποστολή εξετελέσθη, οι άλλοι δύο τού φώναξαν με τη φράση: «Ρε πάμε τζιαί ετούμπαρε ο αρφός μας». Αυτός δε που αντιλήφθη αμέσως το νόημα της παραπάνω φράσης, για να διαλύσει κάθε πιθανή υποψία της παραπονούμενης, ότι ενδεχομένως να συνέβη κάτι κακό στο κατάστημά της, προτού βγει από αυτό μαζί με τους συνεργούς του, απευθυνόμενος στην παραπονούμενη, της είπε ψευδώς ότι ονομάζεται Μάριος και της έδωσε και κάποιο αριθμό τηλεφώνου, που προφανώς δεν του ανήκει, λέγοντάς της, όπως και την προηγούμενη μέρα, αν βρει κάτι να τον πάρει τηλέφωνο. Αφού βγήκαν από το κατάστημα οι τρεις κατηγορούμενοι, εγκατέλειψαν το μέρος τρέχοντας, με την παραπονούμενη στη συνέχεια να διαπιστώνει την κλοπή της περιουσίας της. Σ' όλα τα παραπάνω στοιχεία προστίθεται και η ομολογία του κατηγορούμενου προς τον εξεταστή της υπόθεσης για τη διάπραξη των αδικημάτων, το περιεχόμενο της οποίας, ενταγμένο στον κορμό της αποδεκτής μαρτυρίας, ασφαλώς και είναι αληθές. Βλέπε τις υποθέσεις Κίτας ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Καύκαρος & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του 1ου κατηγορούμενου για τη διάπραξη και των δύο αδικημάτων στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του 1ου κατηγορούμενου και στις δύο κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο 1ος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος, τόσο στην 1η όσο και στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΜΠ.ΓΚ Αναφορά : συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κλοπή. Συστατικά στοιχεία. Μαρτυρία - άμεση, περιστατική, πραγματική, ενισχυτική. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.