EFKALIPTOS TRADING CO LTD ν. Ράσπα Σάββας, Αρ. Υπόθεσης: 6635/11 , 26/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6635/11 EFKALIPTOS TRADING CO LTD v. Ράσπα Σάββας Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26 Ιουλίου 2012 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Λ. Νεοφύτου Για Κατηγορούμενο: κος Γ. Κονναρής Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε 7 κατηγορίες έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του Αρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 27.6.07, 25.04.07, 17.03.08, 12.03.08, 08.03.08, 25.03.08 και 28.5.08 έκδωσε 7 επιταγές της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας με αρ. 046-02871568 για το ποσό των €1.611,00, πληρωτέα την 30.09.07, 046-02871583 για το ποσό των €2.279,00 πληρωτέα την 30.09.07, 00323827 για το ποσό των €2.232,15 πληρωτέα την 30.07.08, 00323826 για το ποσό των €1.789,40 πληρωτέα την 30.07.08, 00323824 για το ποσό των €1.243,75 πληρωτέα την 30.07.08, 00323831 για το ποσό των €2.678,35, πληρωτέα την 10.08.08 και 00323844 για το ποσό των €2.541,50 πληρωτέα την 30.08.08, οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν στο πιστωτικό ίδρυμα επί των οποίων εκδόθηκαν, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από της παρουσιάσεως τους στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. Υιοθετώντας τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε πως δεν υπάρχει μέχρι σήμερα συμμόρφωση από μέρους του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Χωρίς να αμφισβητήσει τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του πελάτη του, ο οποίος, όπως ο εν λόγω συνήγορος είπε είναι ηλικίας 62 ετών. Επίσης ο κος Ο κ. Κονναρής επισήμανε στο δικαστήριο πως τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται έχουν διαπραχθεί τα έτη 2007 και 2008 με το κατηγορητήριο να καταχωρείται στις 02.04.11 με αποτέλεσμα το δικαστήριο να καλείται σήμερα να επιβάλει ποινή μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος. Όπως εξήγησε ο κύριος Κονναρής, στο μεσοδιάστημα η οικονομική κατάσταση του πελάτη του έχει χειροτερέψει καθότι τώρα βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης ενώ έχουν εκδοθεί δύο διατάγματα παραλαβής της περιουσίας του ημερομηνίας 22.12.08 και 25.02.10 αντίστοιχα. Παράλληλα, ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι υπάρχει διαδικασία σε εξέλιξη για την έκδοση διατάγματος κήρυξης του κατηγορουμένου σε πτώχευση. Περαιτέρω, ο κύριος Κονναρής ανάφερε πως τόσο ο ίδιος ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του είναι καρκινοπαθείς και λαμβάνουν από το 2008 οικονομική βοήθεια από τον Ερυθρό Σταυρό και αντικαρκινικό σύνδεσμο υπό την μορφή ειδών ένδυσης, υπόδησης και βασικών ειδών διατροφής. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, ο κύριος Κονναρής ανάφερε πως ο πελάτης του, μετά που έκδωσε τις επίδικες επιταγές και προέβηκε σε επιστροφές προιόντων στη βάση της εμπορικής σχέσης που υπήρχε μεταξύ του κατηγορουμένου και της παραπονούμενης εταιρείας, παρέδωσε το πελατολόγιο της εργασίας του στην παραπονούμενη εταιρεία μόλις αποφάσισε να σταματήσει την εργασία του πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα διαγραφόταν το οφειλόμενο χρέος του δίδοντας έτσι την ευκαιρία στην παραπονούμενη εταιρεία να ξεκινήσει η ίδια απευθείας επαγγελματική σχέση και συνεργασία με τους πελάτες του. Καταλήγοντας, ο κύριος Κονναρής ανάφερε πως ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε καθότι αντιμετωπίζει πραγματική αδυναμία πληρωμής επειδή: (α) η οικονομική κατάσταση του δεν του το επιτρέπει και (β) επειδή εμποδίζεται από τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο καθότι σε περίπτωση που αν ακόμα μπορούσε να ανταποκριθεί οικονομικά, μια τέτοια κίνηση θα τον οδηγούσε στην διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Ο κύριος Κονναρής ακόμα δήλωσε πως αν το δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του κατηγορουμένου, η ποινή αυτή να ανασταλεί με βάσει την διακριτική ευχέρεια που το δικαστήριο έχει. Σε σχέση με τον χρόνο που διαπράχθηκαν τα αδικήματα από την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, ο κύριος Κονναρής είπε ότι είναι από τις περιπτώσεις όπου πλέον έχει ατονίσει το στοιχείο της αποτρεπτικότητας ένεκα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε. Τα όσα ανάφερε ο κύριος Κονναρής λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αξιολογούνται ανάλογα και λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της επιβολής της ποινής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία παραδέχτηκε ενοχή οι κατηγορούμενες είναι σοβαρά. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα είναι σοβαρό επειδή ενέχει τα στοιχεία της κατάχρησης εμπιστοσύνης, της εξαπάτησης, της οικονομικής εκμετάλλευσης και της ταλαιπωρίας των θυμάτων. Παράλληλα, η διάπραξη του αδικήματος θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των εμπορικών συναλλαγών αλλά και την απρόσκοπτη λειτουργία της κοινωνικής, εμπορικής και οικονομικής ζωής του τόπου. Η σοβαρότητα του αδικήματος αναγνωρίζεται τόσο από τη νομολογία όσο και από την νομοθεσία μέσω του ανωτάτου ορίου ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000,00 ή και οι δυο ποινές. Αδικήματα τέτοιας φύσεως όπως με την παρούσα υπόθεση βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και γ' αυτό θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Η συχνότητα αλλά και η ευκολία με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά δικαιολογούν επάξια το χαρακτηρισμό της 'οικονομικής μάστιγας' της κοινωνίας που τους έχουν αποδώσει. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60: "Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. .................................................................................................. Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις." Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο ομιλεί από μόνο σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας: "Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια." Βέβαια έκτοτε, όπως προαναφέρθηκε, ο νομοθέτης με τον τροποποιητικό νόμο Ν.70(Ι)/2008αύξησε το μέγιστο όριο χρηματικής ποινής σε €10.000,00 ενώ παρέμεινε η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή και οι δυο ποινές. Στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 6649, ημερομηνίας 08.02.01, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι βαρύ επειδή έχει καταλυτικές συνέπειες στα συναλλακτικά ήθη και την εμπορική πίστη. Στην ίδια απόφαση υποδείχθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το αδίκημα αυτό κατάντησε η μάστιγα της εμπορικής ζωής του τόπου αφού ένας κοινότατος τρόπος συναλλαγής μεταβλήθηκε από τους επιτήδειους σε όργανο εξαπάτησης Στη δε υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 663 ποινή άμεσης φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε άτομο που έκδωσε ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού €44.748,27 (ισότιμο σε Λ.Κ.£26.190) αφού λήφθηκε υπόψη η παραδοχή και συνεργασία του, η εξόφληση των επιταγών σε μεταγενέστερο στάδιο, η έλλειψη καταδικών και οι οικογενειακές του συνθήκες, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως το ότι οι επιταγές τελικά εξοφλήθηκαν λίγες μέρες πριν από την επιβολή της ποινής, αν και δεν μειώνει τη σημασία της εξόφλησης τους ως ένδειξης έμπρακτης μεταμέλειας, σίγουρα δεν μπορούσε βεβαίως και να τη χαρακτήριζε ως άμεση τέτοια. Περαιτέρω, τονίστηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως την παρούσα, η νομολογία υποδεικνύει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φυλάκισης ακριβώς για το σκοπό που η ποινή φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις επιδιώκει να εξυπηρετήσει, δηλαδή την καταστολή της ευρύτατης εκδήλωσης τέτοιων αδικημάτων τα οποία και πλήττουν τη θεμελιακή ασφάλεια και εντιμότητα των συναλλαγών (βλέπε Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd
(2002)2 Α.Α.Δ. 368). Περαιτέρω, στην υπόθεση Νέλλυ Λούτσιου v. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343 το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου, επέβαλε στην κατηγορούμενη ποινές φυλάκισης 10 μηνών σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε αναφορικά με την έκδοση τριών επιταγών χωρίς αντίκρισμα για την αγορά μετοχών συνολικής αξίας Λ.Κ.£1.738.282. Στην υπόθεση Ηλίας Λάζος Λτδ v. Πετεβίνου
(1994)2 Α.Α.Δ 61 ποινή φυλάκισης δύο μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο ποινικού μητρώου με σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω ασθένειας της συζύγου του και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών και αφού λήφθηκαν υπόψη δύο προηγούμενες υποθέσεις που διαπράχθηκαν 2 χρόνια πριν από την καταδίκη του επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ 108 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου που διέπραξε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Τη συστηματική και κατ' εξακολούθηση διάπραξη του αδικήματος αφού ο κατηγορούμενος έκδωσε 7 επιταγές μεταξύ της περιόδου 27.06.07 και 28.05.
- (γ) Το μεγάλο ποσό που σημειώνεται σε κάθε επιταγή αλλά και σαν σύνολο το οποίο ανέρχεται στις €14.375,
- Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την παραδοχή του. (γ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και έχουν υποδειχθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο και συγκεκριμένα το ότι: · είναι ηλικίας 62 ετών, · αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του, · από το 2008 μέχρι σήμερα στηρίζεται αποκλειστικά από τον Ερυθρό Σταυρό και Αντικαρκινικό Σύνδεσμο για την κάλυψη βασικών ειδών διατροφής, ειδών υπόδησης και ένδυσης. Ένα άλλο σημείο το οποίο έλαβα υπόψη μου είναι την ενέργεια του κατηγορουμένου να παραδώσει το πελατολόγιο του στην παραπονούμενη εταιρεία με την ελπίδα ότι θα διαγραφόταν το οφειλόμενο χρέος του που είχε με βάση κατάσταση λογαριασμού που υπήρχε στο αρχείο της παραπονούμενης εταιρείας περιλαμβανομένων και των ποσών των επίδικων επιταγών. Με αυτή του την κίνηση ο κατηγορούμενος πρόσφερε πλεονέκτημα και όφελος στην παραπονούμενη εταιρεία το οποίο η τελευταία απέκτησε δίδοντας της τις κατάλληλες συνθήκες για την έναρξη απευθείας επαγγελματικής συνεργασίας μεταξύ της ιδίας ως χοντρέμπορας και των πελατών του κατηγορούμενου όπου μέχρι την αποχώρηση από την εργασία του εργαζόταν ως μεσάζον, με προοπτική το κέρδος. Πέραν όλων των άλλων παραγόντων οι οποίοι προσμετρούν υπέρ του κατηγορούμενου είναι και η πραγματική αδυναμία που αυτός παρουσιάζει λόγω της οικονομικής του κατάστασης που δεν του επιτρέπει να προβεί σε οποιαδήποτε εξόφληση των επίδικων επιταγών αλλά και το ότι εμποδίζεται να πράξει κάτι τέτοιο ένεκα των δύο διαταγμάτων παραλαβής της περιουσίας του που εκδόθηκαν στις 22.12.08 και 25.2.10 αντίστοιχα καθώς και της διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη για έκδοση διαταγμάτων κήρυξης του σε πτώχευση. Ένας άλλος παράγοντας επίσης που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου είναι και το μεγάλο χρονικό διάστημα που διάρρευσε από την διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Είναι γνωστό ότι η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και ακολούθως η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου που κατοχυρώνεται συνταγματικά μέσω του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, το οποίο ταυτίζεται με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/
- Σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Η πιο πάνω συνταγματική επιταγή αποτέλεσε διαχρονικά αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων μέσα από τις οποίες τονίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει πρωταρχική ευθύνη να τη διασφαλίσει (βλέπε Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 A.A.Δ. 405). Η επί του προκειμένου κυπριακή νομολογία είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι οποίες εκτιμούν το δικαίωμα για δίκη εντός εύλογου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της δικαιοσύνης. Ευθύνη προς τούτο φέρει το κράτος που είναι υπεύθυνο για την καλή οργάνωση του δικαστικού συστήματος ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η εκδίκαση τόσο των πολιτικών υποθέσεων και ιδιαίτερα των ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο (βλέπε König v. Germany [1978] 2 E.H.R.R. 170 και Sussman v. Germany [1998] 25 E.H.R.R. 64). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 υποδείκτηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται στο φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και τη δίκαιη δίκη. Τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής και ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο. Στην δε υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 υποδείχθηκε πως η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινή φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ πως η διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου ποικίλουν και αφορούν περίοδο από τις 15.10.07 μέχρι τις 16.09.08 με το κατηγορητήριο ωστόσο να καταχωρείται στις 02.05.11, δηλαδή πέραν των 3½ ετών από την ημερομηνία διάπραξης του τελευταίου αδικήματος. Για την καθυστέρηση αυτή η κατηγορούσα αρχή ουδεμία λογική και πειστική εξήγηση έδωσε. Ο ισχυρισμός που ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής πρόβαλε μετά από σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου δεν αποτελεί βάσιμη δικαιολογία για την υπέρμετρη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε και συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτή. Πέραν αυτών, ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης του παρόντος κατηγορητηρίου, κρίνεται υπερβολικός, υπέρμετρα μεγάλος και επίσης το δικαστήριο παρατηρεί ότι από τότε μέχρι σήμερα υπήρξε διαφοροποίηση στις οικονομικές και προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, προέκυψε σοβαρό πρόβλημα υγείας τόσο του κατηγορουμένου όσο και της συζύγου του για τα οποία επισυνάφθηκαν ιατρικά πιστοποιητικά καθώς επίσης υπήρξε και διαφοροποίηση της οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου αφού πλέον βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης με διατάγματα παραλαβής της περιουσίας του να έχουν εκδοθεί αλλά και διαδικασία για κήρυξης του σε πτώχευση να βρίσκεται σε εξέλιξη. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παρέλευση του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και μετέπειτα δεν λαμβάνεται υπόψη καθότι από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης διαπιστώνεται πως στην καθυστέρηση που παρατηρείται συνέβαλε και ο κατηγορούμενος με την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης του συνεπεία απουσίας του από το Δικαστήριο (βλέπε Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Εν πάσει περιπτώσει, παρόλο ότι ο χρόνος που διέρρευσε μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα δεν λαμβάνεται υπόψη για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής το γεγονός ότι σήμερα καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο μετά πάροδο σχεδόν 5 ετών από την διάπραξη του πρώτου αδικήματος. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, η κατά συρροή έκδοση επτά επιταγών με διαφορετικές ημερομηνίες πληρωμής χωρίς αυτές να τιμηθούν καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς των σχετικών με τα αδικήματα νόμων και κανονισμών αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της. Παράλληλα, το Δικαστήριο οφείλει να προστατεύσει το κοινό που καθημερινά συναλλάσσεται με αυτό το είδος πληρωμής και ταυτόχρονα να διαφυλάξει τα οικονομικά και συναλλακτικά ήθη της χώρας μας. Δυστυχώς μόνο με την επιβολή αυστηρών ποινών επιτυγχάνονται τα πιο πάνω. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε κάθε κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Αυτό εξάλλου ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο παρατηρεί πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν παρέλθει σχεδόν 5 έτη από τη διάπραξη του πρώτου αδικήματος, εντούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη. Περαιτέρω, σημειώνεται το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την ημερομηνία που η Κατηγορούσα Αρχή αποφάσισε να προωθήσει την υπόθεση αυτή ενώπιον του δικαστηρίου με την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου, το οποίο είναι υπέρμετρο και αδικαιολόγητο και συνοδεύεται από την διαφοροποίηση των προσωπικών και οικονομικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του αλλά και η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει με αποκορύφωμα την έκδοση διαταγμάτων παραλαβής της περιουσίας του τον οδήγησαν στην οικονομική εξάρτηση του από αγαθοεργή ιδρύματα σε θέματα ρουχισμού και βασικών ειδών διατροφής. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Sentence Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Ακάλυπτη επιταγή/Άρθρο 305Α
(1)Κεφ.154/ Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο