← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευστάθιος Βαλανίδης, Αρ. Υπόθεσης: 22477/10, 24/8/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευστάθιος Βαλανίδης, Αρ. Υπόθεσης: 22477/10, 24/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22477/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Ευστάθιος Βαλανίδης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 24/08/

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Δημητρίου Για τον κατηγορούμενο: κ. Ρ. Ερωτοκρίτου. Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά τρεις κατηγορίες ως ακολούθως: 1) Αμελής οδήγηση 2) Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. 3) Επικίνδυνος Οδήγηση. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις τρεις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή το Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε τον κατηγορούμενο από την 3η κατηγορία που αντιμετώπιζε και έτσι η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίστηκε μόνο σε σχέση με τις κατηγορίες 1) και 2). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 2778 Ανδρέα Ιακώβου (Μ.Κ.1) και τον Αστυφ. 3778 Αντώνη Σωφρονίου (Μ.Κ.2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με τις κατηγορίες 1 και 2 αλλά και την εκδοχή που προωθήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι στις 08/03/2010 και περί ώρα 06:30, ενώ αυτός οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KWQ 380 στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού και οδό Ν. Παττίχη στη Λεμεσό συγκρούστηκε με το ποδηλάτη Constantin Izina, του οποίου προκάλεσε τραυματισμό και ακολούθως εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια. Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή, πήρε διάφορα μέτρα, ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 2) και ακολούθως βάση αυτού συμμετρικό (τεκμήριο 3). Επίσης, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 5). Κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε το ποδηλάτη Constantin Izina από τη Ρουμανία ο οποίος είχε τραυματιστεί και αφίχθηκε ασθενοφόρο το οποίο τον μετέφερε στο Νοσοκομείο Λεμεσού. Το ποδήλατο του θύματος είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση. Εξηγώντας το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε, ανέφερε ότι σε αυτό απεικονίζεται η διασταύρωση της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με την οδό Ν. Παττίχη η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά. Με το σημείο Α δεικνύεται η πορεία του οχήματος με αρ. εγγραφής KWQ 380 η οποία σημειώνεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με Ανατολική κατεύθυνση της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού. Με το σημείο Β σημειώνεται η πορεία του ποδηλάτη Constantin Izina, η οποία βρίσκεται επίσης στη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της πιο πάνω λεωφόρου με Ανατολική κατεύθυνση. Η εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 4,10 μέτρα και στο σημείο όπου βρίσκονται τα φώτα τροχαίας υπάρχουν τρεις σκούρες γραμμές. Η πρώτη απεικονίζει το σημείο αλτ ενώ η δεύτερη και τρίτη τη διάβαση πεζών. Το σημείο Χ σημειώνεται επί της δεύτερης σκούρας γραμμής στην αριστερή πλευρά της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Σπ. Κυπριανού κοντά στην αριστερή άκρη της εν λόγου λωρίδας. Τόσο τις πιο πάνω πορείες όσο και το σημείο Χ, τις σημείωσε ανέφερε με βάση τις υποδείξεις του ποδηλάτη αλλά και του Αστ. 3778 Σωφρονίου καθότι ο ίδιος δεν βρήκε οποιαδήποτε ευρήματα στη σκηνή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από δυτικά προς ανατολικά σύμφωνα με τις πορείες των ενεχόμενων υπήρχε ορατότητα και ότι την ώρα που έγινε το επίδικο δυστύχημα είχε ξημερώσει και υπήρχε φως της ημέρας. Περαιτέρω, επεξήγησε τη διαμόρφωση της οδού Ν. Παττίχη στη βόρεια της πλευρά. Αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση με τη δεξιότερη να χρησιμοποιείται από τους οδηγούς που έχουν πρόθεση να κατευθυνθούν δυτικά προς τη Λεωφόρο Σπ. Κυπριανού. Επίσης, αποτελείται από δύο λωρίδες με βόρεια κατεύθυνση. Πέραν των πιο πάνω, κατέθεσε στο Δικαστήριο έντυπο ζημιών του οχήματος με αρ. εγγραφής KWQ 380 ως τεκμήριο 6, στο οποίο σημειώνεται η ζημιά που υπήρχε σε αυτό στην αριστερή μπροστινή του πόρτα. Η ζημιά αυτή ανέφερε ήταν μαύρισμα τροχού. Επίσης, το ποδήλατο είχε ζημιά είπε στο μπροστινό του τροχό. Ο ποδηλάτης είχε τραυματιστεί και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε εγκαύματα τριβής από την πτώση του στην άσφαλτο και προς τούτο κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική ιατρική αναφορά ως τεκμήριο
  2. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυρας και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 7). Η εν λόγω κατάθεση αναφέρει αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Υπηρετώ στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού και είμαι τοποθετημένος στην Τροχαία Λ/σου στους ουλαμούς πρόληψης τροχαίων δυστυχημάτων. Στις 08/03/2010 και περί ώρα 0630 ενώ κατευθυνόμουν στην Τροχαία Λεμεσού με την ιδιωτική μου μοτοσυκλέτα και βρισκόμουν σταματημένος στον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη της συμβολής των λεωφόρων Μακαρίου και Σπ. Κυπριανού είδα το όχημα με αριθμούς εγγραφής KWQ 380 μάρκας B.M.W. χρώματος ασημί να κατευθύνεται ανατολικά στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού κρατώντας την αριστερή λωρίδα. Μπροστά του επίσης στην αριστερή λωρίδα κινήτο με την ίδια κατεύθυνση ένας ποδηλάτης. Το αυτοκίνητο στην προσπάθεια του να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί βόρεια στην οδό Νίκου Παττίχη αφού προσπέρασε από τα δεξιά το ποδήλατο κτύπησε με τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου τον ποδηλάτη ο οποίος ανατράπηκε στην άσφαλτο και στην συνέχεια αυτός ανέπτυξε ταχύτητα εγκαταλείποντας τη σκηνή. Εγώ βλέποντας το πιο πάνω περιστατικό ακολούθησα το αυτοκίνητο. Ενώ το αυτοκίνητο κατευθυνόταν βόρεια στην οδό Νίκου Παττίχη ενώ υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση προσπερνούσε από το αντίθετο ρεύμα με επικίνδυνο τρόπο. Μπήκε αριστερά στην οδό Ουώλτερ Ντίσνευ και στη συνέχεια σε δεξιά ανώνυμη πάροδο η οποία ήταν αδιέξοδο. Εγώ αφού ήμουν με αστυνομική στολή τον πλησίασα αφού μόλις με είδε κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Από έλεγχο που έκανα στα στοιχεία του ονομάζεται Βαλανίδης Ευστάθιος, Δ.Τ. 980342, Ημερ. Γενν. 19-06-1991, Στρατιώτης στο ΚΕΝ Λ/σου, διεύθυνση Γεώργιου Μουρούζη 34 Κάτω Πολεμίδια. Τον πληροφόρησα για τα αδικήματα που διέπραξε, της αμελής οδήγησης και εγκατάλειψης σκηνής του δυστυχήματος και του επέστησα τη προσοχή του στον νόμο και απάντησε «εγώ δεν είδα τίποτε». Ακολούθως στο 0635 τον συνέλαβα για τα αυτόφωρα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησα την προσοχή του και απάντησε «βιάζουμαι να πάω στρατό». Το πιο πάνω αυτοκίνητο είχε ζημιές στη δεξιά μπροστινή πόρτα και στην ποδιά κάτω από την πόρτα, δηλαδή τρίψιμο - μαύρισμα τροχού του ποδηλάτου όπως επίσης και στην μπροστινή αριστερή γωνιά η οποία δεν γνωρίζω από πού προκλήθηκε. Στην συνέχεια αφού ενημέρωσα την Τροχαία Λ/σου προσήλθε στο σημείο ο Αστ. 2778 όπου του παρέδωσε το συλληφθέντα.» Σε περαιτέρω εξέταση, ζητήθηκε από τον μάρτυρα να αναγνώσει την πιο πάνω κατάθεση του. Κατά την ανάγνωση της διαφώνησε με κάποιες από τις αναφορές του σε αυτήν και προέβηκε σε διορθώσεις. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι οι οδοί που αναφέρει στο αρχικό μέρος της κατάθεσης του (4η γραμμή αυτής) είναι λάθος και έπρεπε να αναφέρεται η συμβολή της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με την Ν. Παττίχη καθώς επίσης και η αναφορά του ότι το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε το ποδήλατο με τη δεξιά του πλευρά είναι λάθος. Έπρεπε είπε να ήταν με την αριστερή του πλευρά. Περαιτέρω, η ζημιά του οχήματος δεν ήταν στη δεξιά μπροστινή πόρτα και στην ποδιά κάτω από την πόρτα αλλά στην αριστερή μεριά. Επίσης, εκεί που αναφέρει στην κατάθεση του ότι το όχημα είχε ζημιά και στην αριστερή γωνιά και δεν γνωρίζει από πού προκλήθηκε έπρεπε να ήταν στην δεξιά γωνιά. Τις πιο πάνω αναφορές του τις απέδωσε σε λάθος κατά τη σύνταξη της κατάθεσης του και τώρα το εντόπισε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από το σημείο που βρισκόταν είχε απρόσκοπτη ορατότητα και είδε το όχημα του κατηγορουμένου να προσπερνά το ποδήλατο και αμέσως να στρίβει προς τα αριστερά για να κατευθυνθεί στην οδό Ν. Παττίχη. Με την πρώτη μετακίνηση του οχήματος προς τα αριστερά κτύπησε τον ποδηλάτη και ανατράπηκε. Το μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου που κτύπησε το ποδήλατο ήταν, είπε, στη περιοχή του προφυλακτήρα, στον αριστερό μπροστινό τροχό. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι αν ο εξεταστής της υπόθεσης διάβαζε την κατάθεση του θα διαπίστωνε τα λάθη που υπήρχαν σε αυτή και θα τον ειδοποιούσε για να προβεί σε συμπληρωματική για να τα διορθώσει. Όπως αυτός έκανε τέσσερα λάθη είπε στην κατάθεση του και ο εξεταστής μπορεί να ήταν παράλειψη του να τα εντοπίσει. Αρνήθηκε ότι τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του είναι τα ορθά και διευκρίνισε ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι αυτά που είπε στο Δικαστήριο με τις διορθώσεις που έκανε στην κατάθεση του. Περαιτέρω, ερωτούμενος κατά πόσο είχε συνομιλία με τον εξεταστή της υπόθεσης στη σκηνή απάντησε καταφατικά και σε περαιτέρω ερώτηση κατά πόσο του είπε ότι το όχημα κτύπησε τον ποδηλάτη με τη δεξιά πλευρά του ή κάτι άλλο απάντησε ότι του ανέφερε τα γεγονότα και ότι είναι με την αριστερή πλευρά που κτύπησε τον ποδηλάτη. Σε σχέση με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος έτρεχε για να διαφύγει και κατά πόσο αντιλήφθηκε τον μάρτυρα αυτόν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να τον δει ότι τον είδε αφού φορούσε στολή. Πιο κάτω ερωτούμενος κατά πόσο η θέση του είναι ότι επειδή φορούσε τη συγκεκριμένη στολή τότε ο κατηγορούμενος όφειλε να τον δει απάντησε ότι δεν είπε κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε και δεν σταμάτησε και συμφώνησε ότι δεν όφειλε να τον αντιληφθεί. Κατωτέρω, διαφώνησε ότι ο κατηγορούμενος έστριψε στην οδό Ντίσνευ για να σταματήσει μόλις τον αντιλήφθηκε. Τέλος, ανέφερε ότι με τον παραπονούμενο ουδέποτε μίλησε και ότι όταν σταμάτησε τον κατηγορούμενο αυτός του είπε ότι δεν είδε τίποτε. Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης στην Αστυνομία. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 από τον Μ.Κ.1 αναφέρει ότι στις 08/03/2010 και περί ώρα έξι και τριάντα το πρωί οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής KWQ 380 στη Λεωφόρο Σπ. Κυπριανού στη Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση με πρόθεση να πάει στην μονάδα του καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στρατιώτης. Η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 45 χ.α.ω και είχε πρόθεση να στρίψει αριστερά για να κατευθυνθεί βόρεια στην οδό Νίκου Παττίχη. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της πορείας του και μπροστά του δεν είχε άλλα αυτοκίνητα. Όταν κόντεψε τα φώτα τροχαίας με την οδό Νίκου Παττίχη το φως στην πορεία του ήταν αναμμένο πράσινο. Δεν αντιλήφθηκε να υπήρχε οποιοδήποτε ποδήλατο μπροστά του ή δίπλα του και όταν έφτασε στη διασταύρωση έστριψε αριστερά. Δεν ένοιωσε οποιοδήποτε κτύπημα στο αυτοκίνητο του και ούτε είδε κανέναν ποδηλάτη δίπλα του. Απλώς έστριψε αριστερά και συνέχισε την πορεία του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του αναφέρει ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου προσπέρασε από τη δεξιά λωρίδα της πορείας του ένα αυτοκίνητο και σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθούσε ένας αστυνομικός με τη μοτόρα και τότε έστριψε αριστερά σε μια πάροδο και σταμάτησε. Τότε ο αστυνομικός, του είπε ότι έκανε δυστύχημα και έφυγε. Από ότι πρόσεξε το αυτοκίνητο του είχε μαύρισμα τροχού στην αριστερή του μεριά. Στο μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του έχει ζημιά η οποία προήλθε στο γήπεδο Γ.Σ.Π. χθες όταν πήγε στο ποδοσφαιρικό αγώνα όταν κτύπησε με κάποιο φίλο του. Τέλος, αναφέρει ότι το σχέδιο της σκηνής το οποίο του επεξηγήθηκε το υπέγραψε αν και δεν έχει αντιληφθεί ότι έγινε οποιοδήποτε δυστύχημα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή και ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο και ακολούθως το συμμετρικό. Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικό έντυπο ζημιών του οχήματος του κατηγορούμενου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή το μάρτυρα αυτό την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και σε συνάρτηση με τον τρόπο που μαρτυρούσε και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αλήθειας και ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να το βοηθήσει να καταλήξει στο δικά του ευρήματα αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Κατά την αντεξέταση του δεν έχουν αμφισβητηθεί οι διάφορες μετρήσεις που φαίνονται στα σχέδια της σκηνής του δυστυχήματος ούτε έχει προκύψει ότι αυτές δυνατό να είναι λανθασμένες. Περαιτέρω, δεν έχει φανεί ότι τα εν λόγω σχέδια και τα σημεία σε αυτά σημειώθηκαν από μάρτυρα αυθαίρετα και χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία. Εκείνο το οποίο έχει προκύψει όμως, είναι ότι τόσο η πορεία του ενεχομένου οχήματος όσο και η πορεία του μοτοποδηλάτου καθώς επίσης και το σημείο σύγκρουσης τοποθετήθηκαν στο σχέδιο κατόπιν υποδείξεων του παραπονούμενου και του Αστ. 3778 Α. Σωφρονίου. Ο ίδιος δεν βρήκε στο σημείο οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία που να δικαιολογεί τα σημεία αυτά. Επομένως, τα σημεία αυτά θα πρέπει να ανευρεθούν από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα από την μαρτυρία του Αστ. 3778 Α. Σωφρονίου ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός ισχυρίστηκε ότι ο ποδηλάτης κτυπήθηκε με την αριστερή πόρτα του οχήματος του κατηγορούμενου καθότι στο σημείο αυτό εντόπισε μαύρισμα από τον τροχό του ποδηλάτου. Επίσης, είπε ότι το ποδήλατο είχε ζημιά στον μπροστινό τροχό. Επί αυτών των θέσεων του μάρτυρα, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και τις δικαιολογίες που έδωσε για την κατάληξη του στο συμπέρασμα αυτό. Ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα τα εχέγγυα έτσι ώστε να μπορεί το ίδιο να ελέγξει την ορθότητα των θέσεων του αυτών και να μπορεί το ίδιο να καταλήξει με ασφάλεια στο συμπέρασμα αυτό. Επί αυτών των σημείων, ο μάρτυρας είπε ότι είναι πεπεισμένος ότι το μαύρισμα στην αριστερή πόρτα του οχήματος του κατηγορούμενου προκλήθηκε από τον τροχό του ποδηλάτου καθότι ο κατηγορούμενος δεν του έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση. Πέραν τούτου, είπε ότι δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις για την ανεύρεση ζημιών και από πού προκλήθηκαν ούτε έλεγξε το μαύρισμα και το κατά πόσο ταυτίζεται ή προήλθε από το τροχό του ποδηλάτου. Από την πείρα του όμως και την υπόλοιπη μαρτυρία που είχε ενώπιον του πιστεύει ότι προκλήθηκε από τον τροχό του ποδηλάτου. Περαιτέρω, είπε ότι το όχημα του κατηγορουμένου είχε και άλλες ζημιές στη δεξιά του πλευρά, οι οποίες όμως δεν σχετίζονται με το επίδικο δυστύχημα καθότι γι αυτές ο κατηγορούμενος έδωσε εξηγήσεις. Με αυτές τις αναφορές του μάρτυρα επί του σημείου αυτού κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να καταλήξει ότι αυτό προκλήθηκε από το κτύπημα ή την επαφή με τον μπροστινό τροχό του ποδηλάτου. Δεν έχει με κανένα τρόπο ταυτιστεί το μαύρισμα αυτό με τον τροχό του ποδηλάτου και ούτε προκύπτει με την απαραίτητη βεβαιότητα ότι αυτό προήλθε από το τροχό. Πέραν των πιο πάνω, ο ίδιος ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι ένα τέτοιο μαύρισμα δεν αποκλείεται να προκλήθηκε με πολλούς τρόπους όπως για παράδειγμα με την τριβή προφυλακτήρα άλλου οχήματος και ο κατηγορούμενος να το ανακάλυψε εκείνη την ώρα. Με την πιο πάνω μαρτυρία και δικαιολογίες που έχει παραθέσει ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι δεν θα ήταν ασφαλές να αποδεκτώ τη θέση του ότι το μαύρισμα επί της αριστερής πόρτας του οχήματος του κατηγορουμένου προκλήθηκε από τον τροχό του ποδηλάτου. Επίσης, δεν μπορώ να αποδεκτώ και τη θέση ότι το ποδήλατο είχε ζημιά στον μπροστινό τροχό. Η θέση αυτή είναι γενική και αόριστη και σε κανένα σημείο της μαρτυρία του μάρτυρα αυτού επεξηγήθηκε η ζημιά αυτή, η έκταση της και πως ακριβώς αυτή ήταν. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές του μάρτυρα ότι ο Αστ. Α. Σωφρονίου του ανέφερε τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Αποδέχομαι το γεγονός ότι ο εν λόγω Αστυφύλακας προέβηκε σε αυτές τις αναφορές στον μάρτυρα πλην όμως η αλήθεια του περιεχομένου της εν λόγω δήλωσης θα πρέπει να εξεταστεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα. Η δήλωση αυτή αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία και παρόλο που τέτοια μαρτυρία είναι αποδεκτή εντούτοις για σκοπούς ορθής απονομής δεν θα ήταν ορθό να δοθεί βαρύτητα. Είναι μια δήλωση γενική για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα και θα ήταν επικίνδυνο να αποδεκτώ την ορθότητα της χωρίς την αξιολόγηση της μαρτυρίας του προσώπου που προέβηκε σε αυτήν. Ο μάρτυρας αυτός επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 7 το οποίο τιτλοφορείται ως «Ιατρική Αναφορά». Προκύπτει από αυτό ότι ο παραπονούμενος παραπέφθηκε στο Τ.Α.Ε.Π. Λ/σου για εξέταση από τον μάρτυρα αυτόν στις 08/03/2010. Μετά από αυτό υπάρχει η ιατρική αναφορά της Δρ. Μαρίας Ησαϊα την οποία υπογράφει. Παρόλο που η εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει εντούτοις θεωρώ ότι μπορώ να δώσω βαρύτητα στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Η ιατρική αναφορά ετοιμάστηκε από την Δρ. Μαρία Ησαϊα στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της κατά την ημέρα του ατυχήματος και δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα. Επίσης, δεν έχει σε κανένα στάδιο αμφισβητηθεί το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου σε σχέση με τους τραυματισμούς που είχε ο παραπονούμενος. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην αποδεκτώ το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και το αποδέχομαι. Πέραν από τις πιο πάνω διευκρινήσεις αποδέχομαι και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος και της μετέπειτα οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από εδώλιο του μάρτυρα. Επίσης, έχω λάβω υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του με τον τρόπο που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε συνάρτηση και με την υπόλοιπη μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες σε βαθμό που δεν παρέχει ασφαλή βάση για το Δικαστήριο να εξάξει τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο μάρτυρας αυτός φάνηκε ότι δεν μπορούσε να περιγράψει στο Δικαστήριο με την απαραίτητη σαφήνεια τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, πέραν του γενικού τρόπου περιγραφής του. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο προέβηκε στην κυρίως του εξέταση και συγκεκριμένα υιοθετώντας την γραπτή του κατάθεση και ακολούθως διορθώνοντας της και περιγράφοντας τον τρόπο του δυστυχήματος καθιστούν την μαρτυρία του ακροσφαλή για το Δικαστήριο να βασιστεί επί αυτής. Συγκεκριμένα, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η γραπτή του κατάθεση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 32
(1)/
  1. Σε αυτή αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε το ποδηλάτη με τη δεξιά πλευρά του οχήματος του και ότι το όχημα του έφερε ζημιά στη δεξιά μπροστινή πόρτα και στην ποδιά κάτω από την πόρτα, δηλαδή τρίψιμο - μαύρισμα τροχού. Σε περαιτέρω εξέταση του ανέφερε ότι αυτό που αναφέρει στην κατάθεση του είναι λάθος και το ορθό είναι ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε τον ποδηλάτη με τη αριστερή πλευρά του οχήματος του και η ζημιά ήταν επίσης στην αριστερή μπροστινή πόρτα και όχι στη δεξιά. Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι το όχημα του κατηγορουμένου είχε ζημιά και στην αριστερή μπροστινή γωνιά στην προφορική του εξέταση αναφέρει ότι το ορθό είναι στη δεξιά γωνία. Πιο πάνω στην ίδια κατάθεση του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος αφού προσπέρασε από τα δεξιά το ποδήλατο κτύπησε με τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του τον ποδηλάτη ενώ το ορθό είπε είναι ότι τον κτύπησε με την αριστερή του πλευρά. Τα πιο πάνω τα απέδωσε σε λάθος και ότι τα ορθά γεγονότα είναι αυτά που ανέφερε στο Δικαστήριο σήμερα. Είμαι της άποψης ότι η δικαιολογία αυτή που έδωσε ο μάρτυρας για τις αλλαγές που προέβηκε στην κατάθεση του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας είναι Αστυνομικός ο οποίος δίνει καταθέσεις συχνά στα πλαίσια των καθηκόντων του. Η κατάθεση του δόθηκε την ίδια ημέρα με το επίδικο δυστύχημα που λογικά τα γεγονότα ήταν φρέσκια στη μνήμη του. Επίσης, κλητεύθηκε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή και στις 09/4/2012 ημερομηνία που αναβλήθηκε η υπόθεση αυτή. Δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο υπό αυτές τις περιστάσεις μπορεί να δεχθεί τη θέση του ότι αυτά που αναφέρει είναι λάθος και τα ορθά είναι αυτά που είπε στο Δικαστήριο. Η κατάθεση του αυτή κατατέθηκε στο Δικαστήριο και αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης και της εκδοχής του για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα και αμέσως μετά διαφοροποίησε τη θέση του αυτή επίσης στο στάδιο της κυρίως του εξέτασης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες αναφορικά με τα αληθή γεγονότα. Είναι υποχρέωση του μάρτυρα να δώσει στο Δικαστήριο μια ξεκάθαρη και σαφή εικόνα αναφορικά με αυτά. Πέραν των πιο πάνω, ακόμη και να δεχόμουν τις διορθώσεις που ο μάρτυρας αυτός προέβηκε στην κατάθεση του και τη θέση του ότι το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε το ποδηλάτη με την αριστερή του μπροστινή πόρτα, πάλι η θέση του αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη θέση που εξέφρασε κατά την προφορική του εξέταση. Συγκεκριμένα, είπε ότι το όχημα κτύπησε τον ποδηλάτη με τον αριστερό μπροστινό προφυλακτήρα και τροχό. Η θέση αυτή συγκρούεται με προηγούμενη θέση του ίδιου του μάρτυρα αλλά και με την εκδοχή του Μ.Κ.1 ότι ουσιαστικά η σύγκρουση έγινε με τη αριστερή μπροστινή πόρτα αφού εκεί υπήρχε ζημιά και δη μαύρισμα από τον τροχό του ποδηλάτου. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία αναφορικά με το σημείο συγκρούσεως και πού ακριβώς έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό σύγκρουση. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του επιβεβαίωσε το σημείο Χ που σημείωσε ο Μ.Κ.1 επί του σχεδίου, το οποίο σύμφωνα με τις αναφορές του σημειώθηκε εκεί καθ' υπόδειξη και του Μ.Κ.
  2. Πέραν τούτου, φάνηκε από τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις ότι δεν μπορούσε να πει με σιγουρία την πορεία που ακολουθούσε ο ποδηλάτης πριν από την κατ' ισχυρισμό σύγκρουση. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός με τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν δεν με έπεισε ότι μπορούσε να αναφέρει τα γεγονότα που είπε με σιγουριά και να δώσει μια ξεκάθαρη εικόνα αναφορικά με τον τρόπο που ισχυρίστηκε ότι επήλθε η σύγκρουση του οχήματος με το ποδήλατο, πέραν της θέσης του ότι είδε τον κατηγορούμενο να πλησιάζει τα φώτα τροχαίας της Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού με την οδό Ν. Παττίχη και να στρίβει αριστερά και τον ποδηλάτη να πέφτει από το ποδήλατο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή και να προβεί σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα και ούτε το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε εύρημα ότι επήλθε σύγκρουση κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταξύ του οχήματος του κατηγορούμενου και του ποδηλάτη. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση το περιεχόμενο της οποίας έχει αναφερθεί ανωτέρω. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, την οποία υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωσή του, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στις αναφορές του κατηγορούμενου στην κατάθεση αναφορικά με την πορεία που ακολούθησε τη συγκεκριμένη ημέρα και το γεγονός ότι οδηγούσε στην Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ότι στα φώτα τροχαίας με την οδό Ν. Παττίχη έστριψε αριστερά και εισήλθε στην εν λόγω οδό και ακολούθως όταν αντιλήφθηκε ένα Αστυνομικό έστριψε αριστερά σε μια πάροδο και σταμάτησε. Επίσης, αποδέχομαι τη θέση του ότι το όχημα του είχε μαύρισμα στην αριστερή μπροστινή πόρτα. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε άλλο μέρος της κατάθεσης του καθότι αυτό αποτελεί δικαιολογίες και εξηγήσεις για εγκληματικές πράξεις και δεν έχει δοθεί ενόρκως έτσι ώστε να μπορεί να εξεταστεί η αλήθεια τους ούτε συνάδει με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και της μαρτυρίας που παρέμεινε αναντίλεκτη τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: O κατηγορούμενος στις 06:30 πρωί οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής KWQ 380 στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν έφτασε στα φώτα τροχαίας της συμβολής με την οδό Ν. Παττίχη και το φως στην πορεία του ήταν πράσινο έστριψε αριστερά σύμφωνα με την πορεία του και εισήλθε στην εν λόγο οδό κατευθυνόμενος προς τα βόρεια. Σε κάποιο σημείο της εν λόγου οδού αντιλήφθηκε τον Μ.Κ.2 να τον ακολουθεί και στρίβοντας σε μια πάροδο στα αριστερά σταμάτησε. Κατά τον ίδιο χρόνο ο παραπονούμενος οδηγούσε το ποδήλατο του στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού και έπεσε από αυτό. Συνεπεία της πτώσης του αυτός τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Διαπιστώθηκε ότι έφερε εγκαύματα τριβής αριστερής άκρης χειρός, κνήμης και έσω σφυρού και αφού του παρασχέθηκαν οι Α΄ Βοήθειες απολύθηκε. Τη σκηνή επισκέφθηκε ο Μ.Κ.1 ο οποίος δεν βρήκε οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία και το ποδήλατο είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση. Το όχημα του κατηγορουμένου έφερε μαύρισμα στη αριστερή μπροστινή του πόρτα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Σε σχέση με την 3η κατηγορία, το άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2).................................
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο». Από τις πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 235 Α
(1)προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α. Η εμπλοκή σε ατύχημα. Β. Η πρόκληση από το ατύχημα, θανάτου ή άλλης σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο. Γ. Η εγκατάλειψη του χώρου του ατυχήματος χωρίς την παροχή βοήθειας. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί αμέλεια εκ μέρους του οδηγού για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Στην Abdalla El Sayed v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση Αρ. 210/2009, Ημερομηνίας 22/11/2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι δηλαδή σαφές ότι η ενοχή με βάση το άρθρο αυτό είναι ανεξάρτητη από το αν ο κατηγορούμενος ευθύνεται ή όχι στο ατύχημα στο ατύχημα το οποίο έχει εμπλακεί.» Πέραν των πιο πάνω, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ένοχη σκέψη (mens rea) δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει γνώση για την πρόκληση ατυχήματος. Η άγνοια του ατυχήματος αποτελεί υπεράσπιση (βλ. Harding v. Price
(1948)1 ALL ER. 283). Στην υπόθεση αυτή ο Lord Goddard ανέφερε ότι χρειάζεται ένοχη σκέψη (mens rea) σε αδικήματα που δεν απαγορεύουν συγκεκριμένη συμπεριφορά αλλά αντίθετα επιβάλλουν ειδικό καθήκον στον κατηγορούμενο με την επέλευση συγκεκριμένου συμβάντος. Επίσης, στην εν λόγω υπόθεση αναφέρεται ότι είναι περιορισμένος ο αριθμός των υποθέσεων όπου ο οδηγός ενός οχήματος δεν αντιλαμβάνεται ότι το όχημα του ενεπλάκη σε ατύχημα. Το στοιχείο όμως αυτό θα εξαρτηθεί από τα ξεχωριστά γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το αποδεικτικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, το άρθρο 235Α συνδυάζει την εγκατάλειψη της σκηνής του ατυχήματος με την παράλειψη παροχής βοήθειας. Η γνώση ή όχι του γεγονότος ότι υπάρχουν θύματα από το ατύχημα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο αδικήματος. Κατάληξη: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα πραγματικά γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου και στις δύο κατηγορίες. Σε σχέση με την 1η κατηγορία, δεν έχει προκύψει ότι η αιτία της πτώσης του ποδηλάτη ήταν η οποιαδήποτε ενέργεια ή οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Κατ' αρχή δεν έχει προκύψει σε ποιο σημείο της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού ο ποδηλάτης κινείτο και με ποια κατεύθυνση. Επίσης, δεν έχει προκύψει σε ποιο σημείο αυτός έπεσε από το ποδήλατο και κάτω από ποιες συνθήκες. Ούτε έχει προκύψει κατά πόσο υπήρξε σύγκρουση του οχήματος του κατηγορούμενου με το ποδήλατο και με ποιο μέρος αυτού αλλά ούτε και ότι η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου προκάλεσε με οποιοδήποτε τρόπο τη πτώση του ποδηλάτη. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας και με το μόνο πραγματικό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε στην Λεωφ. Σπ. Κυπριανού και στη συμβολή με την οδό Ν. Παττίχη έστριψε αριστερά και προχώρησε εντός της εν λόγο οδού δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε αμέλεια ή παράλειψη του κατηγορουμένου. Τα γεγονότα όπως έχουν διακριβωθεί δεν μπορούν να οδηγήσουν στο ένα και μοναδικό συμπέρασμα ότι η πτώση του ποδηλάτη προκλήθηκε από οποιαδήποτε αμελή πράξη του κατηγορούμενου. Πέραν τούτου, η ζημιά που έφερε το όχημα του κατηγορουμένου στην αριστερή μπροστινή του πόρτα δεν έχει συνδεθεί με οποιαδήποτε σύγκρουση του με το ποδήλατο. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί η κατηγορία αυτή στον απαραίτητο βαθμό και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται. Σε σχέση με την 2η κατηγορία, εν όψει των ευρημάτων του Δικαστηρίου και αυτή θα πρέπει να έχει την ίδια κατάληξη. Δεν έχει αποδειχθεί η εμπλοκή του κατηγορούμενου σε δυστύχημα ούτε υπάρχουν οποιαδήποτε γεγονότα που να υποδηλούν γνώση του κατηγορούμενου έστω για την πτώση του ποδηλάτη στο έδαφος. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται και στην κατηγορία αυτή. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.