← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντώνης Κυριάκου , Αρ. Υπόθεσης: 9642/11, 21/5/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντώνης Κυριάκου , Αρ. Υπόθεσης: 9642/11, 21/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9642/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Αντώνης Κυριάκου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21 Mαϊου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Θωμά. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος σε τρεις κατηγορίες ως ακολούθως:

  1. Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα.
  2. Παράβαση των όρων άδειας οδήγησης μαθητευομένου.
  3. Μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας. Η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε σχετικό έγγραφο επί των οποίων εκτίθενται τα γεγονότα (τεκμήριο Α) με το περιεχόμενο του οποίου, η Υπεράσπιση συμφώνησε. Το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, έχει ως ακολούθως: «Την 1.7.10 και περί ώρα 12.55 ο κατηγορούμενος Αντώνης Κυριάκου οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΤΗ248 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στην περιοχή Μονοβόλιου στη Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση ως η πορεία Α επί του σχεδιαγραφήματος. Την ίδια ημερομηνία και ώρα ο Μ.4 στο κατηγορητήριο Στέλιος Πέτρου, οδηγούσε το ταξί αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής TKSY098 στην ίδια Λεωφόρο με δυτική κατεύθυνση ως η πορεία B επί του σχεδιαγραφήματος και βρισκόταν σε αναμονή στα φώτα τροχαίας της συμβολής της Λεωφόρου με την οδό Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου με σκοπό να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του και να κατευθυνθεί βόρεια. Στο όχημα του Μ.4 στο κατηγορητήριο επέβαινε ως επιβάτιδα στο πισινό κάθισμα πίσω από την θέση του συνοδηγού η Κυριακού Ξενοφώντος 84 χρόνων, από τη Λευκωσία (θύμα). Όταν ο κατηγορούμενος προσέγγισε την συμβολή των πιο πάνω αναφερομένων οδών και το φως στα φώτα τροχαίας προς την πορεία του ήταν κόκκινο σύμφωνα με τους Μ.1, 2 και 4 στο κατηγορητήριο παρέλειψε να σταματήσει με αποτέλεσμα να κτυπήσει με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου στην αριστερή πλευρά του οχήματος του Μ.4 το οποίο εκείνη την ώρα εισήλθε στη συμβολή και περνούσε κάθετα μπροστά του για να εισέλθει στην οδό Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου με πράσινο τόξο. Το θύμα από την σύγκρουση εκτινάχθηκε από το ταξί και τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι επιβαίνοντες στα δύο ενεχόμενα οχήματα παραλήφθησαν από ασθενοφόρο και μεταφέρθησαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου η επί καθήκοντι γιατρός, Μ.3 στο κατηγορητήριο Δρ. Μάρω Κωνσταντή, εξέτασε το θύμα και διαπίστωσε ότι ήταν νεκρή και εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου. Επίσης από την σύγκρουση τραυματίστηκε ο κατηγορούμενος και ο Μ.4 στο κατηγορητήριο. Την σκηνή επισκέφθηκαν οι Μ.12 και 13 στο κατηγορητήριο, όπου ο Μ.13 έλεγξε τα φώτα τροχαίας στην πιο πάνω αναφερόμενη συμβολή και διαπίστωσε ότι αυτά λειτουργούσαν κανονικά. Από την σύγκρουση τα δύο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές. Ο Μ.13 στο κατηγορητήριο Α/Λοχ. 1700 Τρύφωνας Θεοχάρους έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος οι οποίες κατατίθενται στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο. Στις 2.7.10 και περί ώρα 12.30 ο Μ.10 στο κατηγορητήριο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και αποφάνθηκε ότι αιτία θανάτου ήταν πολυτραυματισμός ως είναι κατά τροχαίο δυστύχημα. Κατά την διάρκεια της νεκροψίας την αναγνώριση της σωρού του θύματος έκαμε η Μ.5 στο κατηγορητήριο Δήμητρα Πολυδώρου, αδελφότεκνη της. Στις 7.7.10 στο τμήμα Τροχαίας Λεμεσού ο Μ.7 στο κατηγορητήριο Ιωάννης Ανδρέου, τεχνικός της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας Λεμεσού επιθεώρησε τα δύο ενεχόμενα οχήματα και διαπίστωσε ότι αυτά ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση. Ο καιρός κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν αίθριος, το οδόστρωμα στεγνό και η ορατότητα ως προς τις κατευθύνσεις των δύο ενεχομένων οχημάτων ήταν απεριόριστη.» Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκε στο Δικαστήριο το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο Β), Βεβαίωση Θανάτου (τεκμήριο Γ), δέσμη από φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο Δ), Ιατροδικαστική Έκθεση (τεκμήριο Ε) και Ανακριτική Κατάθεση του Κατηγορουμένου (τεκμήριο ΣΤ). Τέλος, αναφέρθηκε ότι κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος προέκυψαν και τα αδικήματα των κατηγοριών 2) και 3) και ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ούτε έχει οποιοδήποτε βαθμό ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Ο κ. Θωμά, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ευθύς εξ' αρχής αναγνώρισε τη σοβαρότητα της 1ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ανέφερε ότι το εν λόγω δυστύχημα προκλήθηκε λόγω της απειρίας του κατηγορούμενου ως οδηγού αφού μόλις ένα μήνα προηγουμένως είχε εξασφαλίσει μαθητική άδεια και δεν είχε έμπειρο οδηγό στο πλευρό του. Ενώ πλησίαζε στη διασταύρωση είπε, είδε το φανάρι να γίνεται πορτοκαλί και έτσι ανέπτυξε ταχύτητα θεωρώντας ότι θα προλάμβανε να περάσει. Ο υπολογισμός του όμως, ήταν λανθασμένος και έτσι εισήλθε στη διασταύρωση παραβιάζοντας το κόκκινο φως, με αυξημένη ταχύτητα και όταν αντιλήφθηκε το ταξί να προσπαθεί να στρίψει ήταν πλέον αργά με αποτέλεσμα να το κτυπήσει και να εκτιναχθεί από αυτό το θύμα το οποίο δεν φορούσε τη ζώνη ασφαλείας. Αν τη φορούσε ανέφερε, το θύμα ίσως να ζούσε αφού ο θάνατος προκλήθηκε από την εκτίναξη. Περαιτέρω, απέδωσε το όλο συμβάν σε λάθος υπολογισμό και κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τη συμπεριφορά του αυτή ως ένα στιγμιαίο σφάλμα ή λάθος. Μετά το ατύχημα ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και πήγε να βοηθήσει χωρίς μέχρι εκείνη τη στιγμή να αντιληφθεί ότι το θύμα εκτινάχθηκε από το ταξί. Όταν το αντίκρυσε στην άσφαλτο έπαθε νευρικό σιοκ και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου παρέμεινε για 48 ώρες μέχρι να συνέλθει. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 19 χρονών, εθνοφρουρός. Κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά τον Ιούλιο του 2010 και εξακολουθεί να υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία χωρίς να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα. Αναμένεται να απολυθεί τον ερχόμενο Ιούλιο. Είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας και απόφοιτος Λυκείου με ικανοποιητική απόδοση σύμφωνα με τον ίδιο. Διαμένει με τους γονείς του σε ιδιόκτητη κατοικία. Ο πατέρας του διατηρεί δικό του εστιατόριο με απολαβές γύρω στα €1,180 μηνιαίως και η μητέρα του εργάζεται με μερική απασχόληση ως καθαρίστρια σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο με απολαβές γύρω στα €350 μηνιαίως. Επιθυμία του κατηγορούμενου είναι να ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια να εργαστεί για να εξασφαλίσει τα έξοδα του για να μεταβεί στο εξωτερικό για σπουδές. Οι σχέσεις του με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του χαρακτηρίζονται πολύ ικανοποιητικές και δεν αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε πρόβλημα. Χαρακτηρίζεται από τους οικείους του ευαίσθητο και φιλότιμο παιδί και φαίνεται ότι το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται τον έχει προβληματίσει και καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να υπακούει στους Νόμους της Πολιτείας. Το γεγονός ότι εκκρεμεί εναντίον του η υπόθεση αυτή του προκαλεί άγχος και ανασφάλεια. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την παραδοχή και μεταμέλεια του αφού από τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος και μέχρι σήμερα, δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Επίσης, ζήτησε όπως δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο νεαρό της ηλικίας του. Κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν ηλικίας 17 χρονών και σήμερα είναι
  4. Έχει αντιληφθεί πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος και έχει συνειδητοποιήσει πλήρως τις συνέπειες των πράξεων του. Νιώθει τύψεις για το εν λόγω συμβάν και αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα ένεκα του συμβάντος αυτού. Βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής του και κάλεσε το Δικαστήριο όπως αντιμετωπίσει τον κατηγορούμενο με κάθε δυνατή επιείκεια. Περαιτέρω, ο συνήγορος του κατηγορουμένου αναφέρθηκε στο χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Το αδίκημα ανέφερε, διαπράχθηκε την 01ην/07/2010 και η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρησε την υπόθεση στις 04/07/2011, ένα και πλέον χρόνο μετά χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Επίσης, το Δικαστήριο καλείται το 2012 να επιβάλει ποινή, σχεδόν δύο χρόνια μετά. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι γίνονται προσπάθειες για διευθέτηση των ζημιών και να αποζημιωθούν τα θύματα και ο κατηγορούμενος προτίθεται να καταβάλει των 50% των ζημιών οι οποίες ανέρχονται στις €25,
  5. Η οικογένεια του κατηγορούμενου έχει συνάψει δάνειο και θα τακτοποιηθούν τις επόμενες ημέρες. Τέλος, αποτέλεσε εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, τότε δικαιολογείται η αναστολή της παραπέμποντας στις σχετικές αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος αυτού. Νομική Πτυχή Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα των πιο πάνω προνοιών, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, το δε άρθρο 20 του ιδίου νόμου, να επιβάλει βαθμούς ποινής. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο τόπο μας έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει ακόμη αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και τον τόπο μας. Η διαπίστωση που έγινε στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543)). Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι υλικές ζημιές, οι σοβαροί τραυματισμοί και αναπηρίες ανθρώπων καθώς και η απώλεια ανθρωπίνων ζωών, ως αποτέλεσμα τροχαίων δυστυχημάτων, αποτελούν χαίνουσα πληγή της κοινωνίας μας. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς συνεχίζεται γιατί προφανώς μερικοί ασυνείδητοι οδηγοί δεν θέλουν να συνετιστούν αλλά ούτε και να αντιληφθούν πως, για την απάμβλυνση του θλιβερού φαινομένου, απαιτείται συνεχής προσπάθεια για συνετή οδήγηση και σεβασμός των δικαιωμάτων των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τους δρόμους. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η μέσω της τιμωρίας αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου μπορεί να συμβάλει θετικά στην προσπάθεια ανάσχεσης της παράνομης συμπεριφοράς με προοπτική τον περιορισμό του φαινομένου. Τα δικαστήρια, συναισθανόμενα την αγωνία της κοινωνίας και με επίγνωση των σοβαρών προεκτάσεων της κατάστασης, οφείλουν να βρίσκονται σε εγρήγορση και με τις κατάλληλες ποινές να στοχεύουν στην πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων.» Πέραν των πιο πάνω, για το καθορισμό της ποινής, τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της, η νομολογία τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή, η οποία την υιοθέτησε, έχει θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Αυτές είναι άρρηκτα συνυφασμένες με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της αμέλειας και ευθύνης του κατηγορουμένου και τις προσωπικές του συνθήκες. Στην Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» (βλ. επίσης R v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, Αttorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344, Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128 Γενικός Εισαγγελέας v. Tόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και X΄΄ Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453). Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας. Ποιν. Έφεση Αρ. 54/2011, Ημερ. 28/12/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές και κατευθυντήριες γραμμές που έθεσε η νομολογία. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή σε τέτοιου είδους αδικήματα. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, την έκταση της αμέλειας του και την συμπεριφορά και πράξεις του που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 και Παμπακάς και άλλος v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491). Όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου, ο κατηγορούμενος πλησιάζοντας στη συμβολή της Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού με την οδό Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας, εισήλθε σε αυτή ενώ το φώς στην πορεία του είχε μετατραπεί σε κόκκινο με αποτέλεσμα να κτυπήσει το ταξί - αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΤΚSY 098 το οποίο είχε εισέλθει στη διασταύρωση από την απέναντι κατεύθυνση με πρόθεση να κινηθεί δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Η θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι όταν πλησίαζε στη διασταύρωση είδε το φωτεινό σηματοδότη να γίνεται κίτρινο χρώμα και επιτάχυνε με σκοπό να προλάβει να περάσει χωρίς όμως να τα καταφέρει με αποτέλεσμα να εισέλθει στη διασταύρωση με αυξημένη ταχύτητα και ενώ το φως είχε ήδη μετατραπεί σε κόκκινο. Όπως και να ειδωθούν τα περιστατικά κάτω από τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, αυτά είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Ο κατηγορούμενος οδήγησε με επικίνδυνο τρόπο αφού αντιλαμβανόμενος την αλλαγή του φωτός από πράσινο σε πορτοκαλί αντί να ελαττώσει ταχύτητα και να ακινητοποιήσει το όχημα του στο σημείο αλτ των φώτων, αυτός επέλεξε να επιταχύνει με αποτέλεσμα όταν έφτασε στο άλτ της διασταύρωσης να εισέλθει σε αυτήν με κόκκινο φως αδιαφορώντας πλήρως για την ασφάλεια των άλλων οδηγών που είχαν προτεραιότητα να κατευθυνθούν προς την οδό Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου και ειδικότερα για το άλλο ενεχόμενο στο δυστύχημα όχημα. Ο κατηγορούμενος, ουτέ καν έστρεψε την προσοχή του προς την αντίθετη και απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας, παρόλο που υπήρχε ορατότητα και ούτε ενδιαφέρθηκε για την ύπαρξη άλλων οχημάτων σε αυτή. Τη στιγμή που αυτός αποφασίζει να οδηγήσει με τον τρόπο που οδήγησε, αδιαφόρησε πλήρως για την τροχαία κίνηση που επικρατούσε στο δρόμο και για την ασφάλεια των άλλων οδηγών. Η όλη συμπεριφορά και ο τρόπος οδήγησης του δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως εγωιστικός και αδιάφορος για την ασφάλεια των άλλων οδηγών. Οδήγησε επικίνδυνα αλλά και απερίσκεπτα υπό τις περιστάσεις και δεν μπορεί η περίπτωση αυτή να ενταχθεί στα πλαίσια στιγμιαίου λάθους ή σφάλματος. Πέραν των πιο πάνω, υπάρχει ακόμη ένα επιβαρυντικό στοιχείο στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου αλλά ήταν και η θέση της υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος, ήταν άπειρος οδηγός αφού είχε εξασφαλίσει μαθητική άδεια μόλις ένα μήνα πριν από το δυστύχημα. Ενώ το γνώριζε αυτό καθώς επίσης και ως εκ του Νόμου αυτός όφειλε να συνοδεύεται από αδειούχο και πεπειραμένο οδηγό, αυτός το παραγνώρισε εντελώς και αποφάσισε να οδηγήσει χωρίς να επιβαίνει στο διπλανό κάθισμα του οδηγού ένα τέτοιο άτομο, με αποτέλεσμα να οδηγήσει με τον τρόπο που οδήγησε και να καταλήξει σε τραγωδία και στην απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής. Η απειρία του δεν μπορεί να αποτελέσει ελαφρυντικό στοιχείο αφού αυτός όφειλε να συμμορφώνεται το Νόμο και να μην αποφασίσει να οδηγήσει χωρίς τη συνοδεία του κατάλληλου προσώπου που ίσως θα τον οδηγούσε στη λήψη διαφορετικών αποφάσεων από αυτές που έλαβε. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία ως ανωτέρω αναφέρθηκε βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές. (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (ανωτέρω)). Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου τη παραδοχή του έστω και στο στάδιο το οποίο αυτή έλαβε χώρα. Σύμφωνα με τη νομολογία η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς επίσης και τη μεταμέλεια του, το συγκλονισμό του και την απολογία του. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι αναμένει να απολυθεί και μετά να εργαστεί και ακολούθως να μεταβεί για σπουδές. Θα πρέπει όμως, να αναφερθεί ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Ειδικότερα αναφέρομαι και στο νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου το οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος του κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα παραπέμποντας στις σχετικές αρχές επί του θέματος. Δεν παραγνωρίζω την ηλικία του κατηγορούμενου, αλλά θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα βρίσκονται σε έξαρση στον τόπο μας και είναι τα νεαρά άτομα τα οποία θα πρέπει να συνετιστούν. Στην Κυριάκος Παντέλα v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση. Αρ.54/2011, Ημερ. 28/12/2011 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου μπορεί, γενικά, να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός παράγων. Όμως σε παρόμοιας φύσης αδικήματα έχουμε τη γνώμη ότι το νεαρό της ηλικίας σίγουρα δεν μπορεί να ενεργήσει έτσι. Ιδιαίτερα, εν όψει του γεγονότος ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στον τόπο μας έχουν πολλαπλασιαστεί επικίνδυνα τα τελευταία χρόνια. Ακριβώς είναι τα άτομα νεαρής ηλικίας που θα πρέπει να συνετιστούν και οι αυστηρές ποινές μπορούν να συμβάλουν προς το σκοπό αυτό.» (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Σωτηρίου (ανωτέρω)) Eπιπρόσθετα από τα πιο πάνω λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν την 01/07/2010 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 04/07/2011 χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος γι αυτή την καθυστέρηση. Είναι νομολογημένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση όπως προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, νοουμένου ότι στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον τους (βλ. Ιωάννου κ.α v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200). Πέραν των πιο πάνω, η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 06/10/2011 οπότε και ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού απάντησε μη ενοχή η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 22/02/2012. Την πιο πάνω ημερομηνία ζητήθηκε αναβολή από την υπεράσπιση καθότι εξεταζόταν το ενδεχόμενο να γίνει αλλαγή απάντησης και έτσι η υπόθεση ορίστηκε στις 12/03/2012, ημερομηνία κατά την οποία πράγματι έγινε αλλαγή απάντησης και η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 06/04/2012 με οδηγίες όπως ετοιμαστεί σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για τον κατηγορούμενο. Την πιο πάνω ημερομηνία η εν λόγω Έκθεση ήταν έτοιμη αλλά ζητήθηκε αναβολή από την υπεράσπιση καθότι ο δικηγόρος του κατηγορούμενου, ο οποίος θα αγόρευε για μετριασμό της ποινής απουσίαζε και έτσι η υπόθεση ορίστηκε στις 02/05/2012 ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, για την μετέπειτα καθυστέρηση εν μέρει ευθύνεται και ο κατηγορούμενος. Η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77)». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 λέχθηκε ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Πέραν των πιο πάνω, έχει νομολογηθεί ότι βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Περαιτέρω, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προ το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει και ιδιαίτερη αναφορά στην Αβραάμ (ανωτέρω) όπου διαφαίνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων». Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αναφορικά με το ζήτημα αυτό, παρατηρώ ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ευθέως οποιαδήποτε στοιχεία αλλαγής των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου. Εκείνο το οποίο προκύπτει όμως είναι ότι τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν αμέσως προτού ο κατηγορούμενος καταταχθεί στην Εθνική Φρουρά, στην οποία υπηρετεί ακόμη. Επομένως, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δραματική αλλαγή στις προσωπικές του συνθήκες στο διαρρεύσαντα χρονικό διάστημα. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι και το συνολικό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, το οποίο ανέρχεται γύρω στον 1 χρόνο και 10 μήνες, δεν είναι τέτοιο που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, τις περιστάσεις διάπραξης τους, την έκταση της αμέλειας του και την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών Παρόλα αυτά όμως, η καθυστέρηση αυτή θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής και στον καθορισμό του ύψους της. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 μηνών. Επιπλέον ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 18 μηνών από σήμερα και του επιβάλλονται επίσης 8 βαθμοί ποινής. Στις κατηγορίες 2 και 3 καμία ποινή. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία για την αναστολή ποινών φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε άλλο λόγο για αναστολή των ποινών φυλάκισης. Όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν τεθεί ενώπιον μου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για αναστολή της ποινής φυλάκισης. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.