Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. PZAZOO UNISEX BOUTIQUE LTD , Αρ. Υπόθεσης: 21481/10, 23/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21481/10 Μεταξύ: Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας v.
- P.ZAZOO UNISEX BOUTIQUE LTD
- ΓΙΩΤΑΣ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ
- ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 23.05.12 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζηγιάννη Για κατηγορούμενη 2: κος Π. Αγγελίδης Κατηγορούμενη 2: παρούσα ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ 2 Με την παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του χρεώστη ως νομικό πρόσωπο που είναι και οι κατηγορούμενες 2 και 3 κατηγορούνται ως διευθύντριες της κατηγορουμένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου για παράλειψη καταβολής στον Έφορο Φ.Π.Α. εντός 14 ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 16.06.05 ποσό Φ.Π.Α. ύψους €18.274,30 (ισότιμο σε Λ.Κ.£10.695,48) που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 2000, Ν.95(Ι)/2000μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία) καθώς επίσης για παράλειψη εμπρόθεσμης πληρωμής στον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του συνολικού ποσού των €428,18 που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για τη φορολογική περίοδο από 01.01.04 μέχρι 31.03.04 (δεύτερη κατηγορία) κατά παράβαση διαφόρων άρθρων του Ν.95(Ι)/2000 καθώς και των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/2002). Σε σχέση με την κατηγορούμενη 3 η υπόθεση αποσύρθηκε στις 06.04.11 προτού αυτή απαντήσει στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα η εν λόγω κατηγορούμενη να απαλλαχθεί. Η δε κατηγορούμενη 1, κατόπιν δικής της παραδοχής, βρέθηκε ένοχη στις προαναφερόμενες δύο κατηγορίες με αποτέλεσμα στις 21.06.11 να της επιβληθεί χρηματική ποινή ύψους €1.500,00 στην πρώτη κατηγορία και €500,00 στην δεύτερη κατηγορία. Επιπλέον, εναντίον της κατηγορουμένης 1 εκδόθηκε, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Ν.95(Ι)/2000, διάταγμα για καταβολή του ποσού των €18.274,30 συνεπεία βεβαίωσης φόρου ημερομηνίας 16.06.05 καθώς και για πληρωμή του ποσού των €428,18 από φορολογική δήλωση για τη φορολογική περίοδο από 01.01.04 μέχρι 31.03.04 πλέον νόμιμο τόκο από 10.05.04 μέχρι εξοφλήσεως. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 2, αυτή αρχικά είχε δηλώσει παραδοχή στη συνέχεια άλλαξε απάντηση σε μη παραδοχή με αποτέλεσμα η υπόθεση της να οδηγηθεί σε ακρόαση. Ωστόσο μετά την ανακοίνωση της ενδιάμεσης απόφασης Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, η κατηγορούμενη 2 προχώρησε εκ νέου σε αλλαγή απάντησης της δηλώνοντας παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Μετά την εξέλιξη αυτή, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υιοθέτησε τα γεγονότα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Περαιτέρω, η κυρία Χατζηγιάννη ανάφερε ότι η κατηγορούμενη 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ επισήμανε στο Δικαστήριο ότι εξακολουθεί να οφείλεται στον Έφορο Φ.Π.Α. το συνολικό ποσό των €18.702,48. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης 2 επικαλέστηκε ως μετριαστικούς παράγοντες το λευκό ποινικό μητρώο της πελάτιδας του καθώς και την άγνοια του νόμου από την ίδια. Επίσης, ο κύριος Αγγελίδης ανάφερε ότι η κατηγορούμενη 1 διευθυνόταν από τον αποβιώσαντα σύζυγο της κατηγορουμένης 2 χωρίς όμως να είναι δηλωμένος διευθυντής στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. Για τις προσωπικές, οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί την ετοιμασία σχετικής έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας καθότι ο ίδιος ήταν σε θέση να τις αναφέρει στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο ευθυγραμμιζόμενο με το σκεπτικό της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 701 σε συνδυασμό με την δηλωμένη ικανότητα και γνώση του συνηγόρου υπεράσπισης στο να θέσει από μόνος του τις προσωπικές, οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης 2 δεν έδωσε οδηγίες για ετοιμασία τέτοιας έκθεσης. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ο κύριος Αγγελίδης ανάφερε ότι στις 11.03.05 απεβίωσε ο σύζυγος της κατηγορουμένης 2, η οποία, ως μητέρα δύο παιδιών, αναγκάστηκε να τα αναθρέψει χωρίς καμία βοήθεια. Επιπλέον, ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι σήμερα η κατηγορούμενη 2 εργάζεται ως υπάλληλος σε μια παρόμοια με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία παραδέχθηκε ενοχή η κατηγορούμενη 2 είναι σοβαρά. Το γεγονός ότι η ίδια δεν είναι το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο αλλά η διευθύντρια του οργανισμού που είναι ο χρεώστης δεν μειώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων του κατηγορητηρίου σε σχέση με το άτομο της. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επηρεάζει το ύψος είσπραξης δημοσίου χρήματος και κατ' επέκταση επηρεάζει κατά τρόπο αρνητικό το ύψος των δημοσίων εσόδων. Παράλληλα, η διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων εμποδίζει το κράτος από του να ασκεί ελεύθερα και απρόσκοπτα την οικονομική και κοινωνική πολιτική του κατά τρόπο ωφέλιμο προς τους πολίτες του. Η υποχρέωση για αυστηρή και έγκαιρη συμμόρφωση στα φορολογικά καθήκοντα από μέρους των πολιτών αλλά και νομικών προσώπων δια των διευθυντών τους σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.95(Ι)/2000 συμβάλλει θετικά στη δημιουργία μιας εύρωστης οικονομίας για το κράτος. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών, το νόημα και η σημασία των οποίων απευθύνεται και αγγίζει και τους διευθύνοντες αξιωματούχους των νομικών προσώπων που είναι υποκείμενα στο φόρο: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, η οποία επίσης απευθύνεται και αγγίζει τους διευθύνοντες αξιωματούχους των νομικών προσώπων που είναι υποκείμενα στο φόρο, αναφέρθηκε ότι: ″......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν την θέση της κατηγορουμένης 2: α) Την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. β) Το μεγάλο ποσό, ήτοι €18.702,48, που συνολικά οφείλεται σήμερα προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. γ) Το γεγονός ότι κανένα ποσό ως έναντι έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα από ή εκ μέρους και για λογαριασμό της κατηγορουμένης
- δ) Με τις παραλείψεις της αλλά και γενικότερα την στάση και συμπεριφορά που η κατηγορούμενη 2 επέδειξε, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει που αν υπήρχε θα μπορούσε να διατεθεί προς όφελος των Κυπρίων πολιτών. Αντίθετα, με τις παραλείψεις της η κατηγορούμενη 2 προκάλεσε ζημιά στην Κυπριακή Δημοκρατία, σε βαθμό ίσο με το ύψος του μεγάλου οφειλόμενου ποσού, που βέβαια μόνο αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να επιφέρει στην κυπριακή οικονομία και στην κοινωνία γενικότερα. Προς όφελος της κατηγορουμένης 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο της. (β) Την παραδοχή της έστω και αν αυτή έγινε σ' αυτό το καθυστερημένο στάδιο. (γ) Το ότι η κατηγορούμενη 1 ουσιαστικά διευθυνόταν από τον αποβιώσαντα σύζυγο της κατηγορουμένης 2 χωρίς όμως αυτός να είναι δηλωμένος διευθυντής στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες της κατηγορουμένης 2, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: - είναι χήρα και μητέρα δύο παιδιών. - ανάθρεψε τα παιδιά της χωρίς να έχει βοήθεια από οποιονδήποτε. - σήμερα εργάζεται ως υπάλληλος σε εταιρεία. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ενεργούσε υπό το καθεστώς άγνοιας του νόμου χωρίς όμως αυτό να αναιρεί την ποινική ευθύνη που έχει, εξ' ου και η παραδοχή της. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη 2 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς των σχετικών με τα αδικήματα νόμων και κανονισμών αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν το γενικό δημόσιο συμφέρον και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία του κράτους. Καταληκτικά επιβάλλεται στην κατηγορούμενη 2 οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 2 να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση της κατηγορουμένης 2 ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών της κατηγορουμένης 2, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που της επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση των ποινών της κατηγορουμένης 2 θα αρχίσει από σήμερα (23.05.12). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Sentence Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Παράλειψη πληρωμής ποσών στο Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε από τον Έφορο Φ.Π.Α. και φαίνεται στη φορολογική δήλωση /Άρθρα 20
(1), 46
(9),
(11), 48, 49
(1),
(2)και 57 του Ν.95(Ι)/2000 μετά των συναφών τροποποιήσεων/Διευθύνον αξιωματούχος νομικού προσώπου υποκείμενο σε φόρο/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο