← Κύπρος

Ευρίπιδη Αντωνιάδη ν. Μ.MA ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11657/11, 10/7/2012

Ευρίπιδη Αντωνιάδη ν. Μ.MA ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11657/11, 10/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11657/11 Ευρίπιδη Αντωνιάδη v.

  1. M.M.A. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10.07.12 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ε. Αντωνιάδης Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 παραδέχθηκε ότι κατά ή περί τις 27.06.11 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού έκδωσε υπ' ονόματι του παραπονούμενου την επιταγή υπ' αριθμό 97052663 της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για το ποσό των €1500 πληρωτέα στις 27.06.11 η οποία όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και παρέμεινε χωρίς εξόφληση για περίοδο 15 ημερών από την ημέρα παρουσίασης της στην εν λόγω τράπεζα. Ο δε κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι την πιο πάνω αναφερόμενη ημερομηνία και τόπο, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, παρείχε συνδρομή στην κατηγορούμενη 1 για να διαπράξει το αδίκημα που σημειώνεται στην πρώτη κατηγορία. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υιοθέτησε ως γεγονότα στην υπόθεση αυτή τις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Περαιτέρω ο κ. Αντωνιάδης δήλωσε πως οι κατηγορούμενοι έχουν αποζημιώσει πλήρως την παραπονούμενη ενώ εκκρεμούν τα δικηγορικά έξοδα τα οποία ο ίδιος υπολόγισε σε €700 πλέον ΦΠΑ πλέον €22 έξοδα επίδοσης. Από την άλλη ο κατηγορούμενος 2 στην δική του επιχειρηματολογία δήλωσε πως κατέβαλε προσπάθειες για διευθέτηση όλων των υποθέσεων του περιλαμβανομένης και αυτής. Δήλωσε ότι είναι νυμφευμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδικών και αδειούχος εργολήπτης στο επάγγελμα. Τα όσα ανέφεραν τόσο ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής όσο και ο κατηγορούμενος 2 βρίσκονται καταγραμμένα στο πρακτικό και δεν χρειάζεται να αναφερθώ επί λέξη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία παραδέχτηκαν ενοχή οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα είναι σοβαρό επειδή ενέχει τα στοιχεία της κατάχρησης εμπιστοσύνης, της εξαπάτησης, της οικονομικής εκμετάλλευσης και της ταλαιπωρίας των θυμάτων. Παράλληλα, η διάπραξη του αδικήματος αυτού θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των εμπορικών συναλλαγών αλλά και την απρόσκοπτη λειτουργία της κοινωνικής, εμπορικής και οικονομικής ζωής του τόπου. Η σοβαρότητα του αδικήματος αναγνωρίζεται τόσο από τη νομολογία όσο και από την νομοθεσία μέσω του ανωτάτου ορίου ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000,00 ή και οι δυο ποινές. Αδικήματα τέτοιας φύσεως όπως με την παρούσα υπόθεση βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και γ' αυτό θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Η συχνότητα αλλά και η ευκολία με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά δικαιολογούν επάξια το χαρακτηρισμό της 'οικονομικής μάστιγας' της κοινωνίας που τους έχουν αποδώσει. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία, του στοιχείου της σοβαρότητας που ενέχεται στα εν λόγω αδικήματα καθώς και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.

(1999)2 Α.Α.Δ. 60: "Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις." Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο ομιλεί από μόνο σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας: "Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια." Βέβαια έκτοτε, όπως προαναφέρθηκε, ο νομοθέτης με τον τροποποιητικό νόμο Ν.70(Ι)/2008αύξησε το μέγιστο όριο χρηματικής ποινής σε €10.000,00 ενώ παρέμεινε η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή και οι δυο ποινές. Στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 6649, ημερομηνίας 08.02.01, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι βαρύ επειδή έχει καταλυτικές συνέπειες στα συναλλακτικά ήθη και την εμπορική πίστη. Στην ίδια απόφαση υποδείχθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το αδίκημα αυτό κατάντησε η μάστιγα της εμπορικής ζωής του τόπου αφού ένας κοινότατος τρόπος συναλλαγής μεταβλήθηκε από τους επιτήδειους σε όργανο εξαπάτησης Στη δε υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 663 ποινή άμεσης φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε άτομο που έκδωσε ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού €44.748,27 (ισότιμο σε Λ.Κ.£26.190) αφού λήφθηκε υπόψη η παραδοχή και συνεργασία του, η εξόφληση των επιταγών σε μεταγενέστερο στάδιο, η έλλειψη καταδικών και οι οικογενειακές του συνθήκες, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως το ότι οι επιταγές τελικά εξοφλήθηκαν λίγες μέρες πριν από την επιβολή της ποινής, αν και δεν μειώνει τη σημασία της εξόφλησης τους ως ένδειξης έμπρακτης μεταμέλειας, σίγουρα δεν μπορούσε βεβαίως και να τη χαρακτήριζε ως άμεση τέτοια. Περαιτέρω, τονίστηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως την παρούσα, η νομολογία υποδεικνύει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φυλάκισης ακριβώς για το σκοπό που η ποινή φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις επιδιώκει να εξυπηρετήσει, δηλαδή την καταστολή της ευρύτατης εκδήλωσης τέτοιων αδικημάτων τα οποία και πλήττουν τη θεμελιακή ασφάλεια και εντιμότητα των συναλλαγών (βλέπε Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd
(2002)2 Α.Α.Δ. 368). Περαιτέρω, στην υπόθεση Νέλλυ Λούτσιου v. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343 το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου, επέβαλε στην κατηγορούμενη ποινές φυλάκισης 10 μηνών σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε αναφορικά με την έκδοση τριών επιταγών χωρίς αντίκρισμα για την αγορά μετοχών συνολικής αξίας Λ.Κ.£1.738.282. Στην υπόθεση Ηλίας Λάζος Λτδ v. Πετεβίνου
(1994)2 Α.Α.Δ 61 ποινή φυλάκισης δύο μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο ποινικού μητρώου με σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω ασθένειας της συζύγου του και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών και αφού λήφθηκαν υπόψη δύο προηγούμενες υποθέσεις που διαπράχθηκαν 2 χρόνια πριν από την καταδίκη του επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ 108 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου που διέπραξε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής των κατηγορουμένων 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση τους: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το μεγάλο ποσό που σημειώνεται στην επιταγή. Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το ποινικό μητρώο τους το οποίο θεωρώ ως λευκό καθότι κανένα στοιχείο περί επί του αντιθέτου έχει τεθεί ενώπιον μου. (β) Την παραδοχή τους. (γ) Το γεγονός ότι υπήρχε πλήρης αποζημίωση του παραπονούμενου γεγονός το οποίο λαμβάνεται ως έμπρακτη μεταμέλεια. (δ) Το ότι είναι παντρεμένος και πατέρας δύο ανήλιων παιδιών. Γενικά λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τους κατηγορουμένους. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη 1 είναι αυτής της χρηματικής ποινής ενώ για τον κατηγορούμενο 2 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς των σχετικών με τα αδικήματα νόμων και κανονισμών αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη του και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Καταληκτικά επιβάλλονται στους κατηγορουμένους οι εξής ποινές: Κατηγορουμένη 1 πρώτη κατηγορία - χρηματική ποινή €750. Κατηγορούμενος 2 δεύτερη κατηγορία - Ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν η ποινή που επιβλήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου 2 ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Αυτό εξάλλου ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των γεγονότων και περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικονομικών, επαγγελματικών και οικογενειακών συνθηκών του κατηγορούμενου 2 και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι μετά την διάπραξη του αδικήματος ο κατηγορούμενος 2 δεν έχει καταδικαστεί από αρμόδιο δικαστήριο για οποιαδήποτε αδίκημα καθώς επίσης και το ότι ο παραπονούμενος έχει αποζημιωθεί πλήρως, κρίνω ότι είναι από τις περιπτώσεις όπου θα πρέπει να δοθεί στον κατηγορούμενο 2 μια δεύτερη ευκαιρία. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης των δύο μηνών που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2 αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο 2 η έννοια της αναστολής ποινής φυλάκισης). Ενόψει του ότι ο παραπονούμενος εκπροσωπείται αυτοπροσώπως, δεν εκδίδω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Sentence Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Ακάλυπτη επιταγή/Άρθρο 305Α
(1)Κεφ.154/ Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.