← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Abdul Ghafoor Alam, Αρ. Υπόθεσης: 12792/2012, 9/8/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Abdul Ghafoor Alam, Αρ. Υπόθεσης: 12792/2012, 9/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12792/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Abdul Ghafoor Alam Kατηγορούμενου ------------------- Ημερομηνία: 9 Αυγούστου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος που είναι αλλοδαπός από το Πακιστάν αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), την κατηγορία της αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία), τις κατηγορίες της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια (4η κατηγορία), χωρίς ισχύουσα άδεια οδηγήσεως (5η κατηγορία), χωρίς άδεια κυκλοφορίας (6η κατηγορία) και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας (7η κατηγορία), την κατηγορία της επικίνδυνης οδήγησης (8η κατηγορία) και τέλος, την κατηγορία της παράληψης συμμορφώσεως με οδηγίες αστυνομικού με στολή (9η κατηγορία). Αντιμετώπιζε και την κατηγορία της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, κατά παράβαση του άρθρου 19

(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 (3η κατηγορία), η οποία ωστόσο, εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας διακόπηκε. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη όλων των παραπάνω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες τον αστυφύλακα 3544 Αναστάσιο Συρίμη (Μ.Κ.1) καθώς και τη γενική γιατρό στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, Μαίρη Ευστρατίου (Μ.Κ.2). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του αστυφύλακα 3544 Α. Συρίμη, το οποίο υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Λόγω και της έκτασής του, που δεν είναι μεγάλη, το περιεχόμενο της συγκεκριμένης κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 1) παρατίθεται αυτούσιο: «Υπηρετώ στην ΑΔΕ Λεμεσού και είμαι τοποθετημένος στη Τροχαία. Στις 28/05/2012 και ώρα 1900 ανέλαβα καθήκον μέχρι τις 0700 της 29/05/
  1. Στις 28/05/2012 περί ώρα 2100 ενώ ευρισκόμουν για έλεγχο τροχαίας με τον Αστ. 5452 στην οδό Φιλίου Ζαννέτου έκανα σήμα «ΣΤΟΠ» στον οδηγό του αυτοκινήτου ΕΑΧ103 να σταματήσει για έλεγχο τροχαίας. Οδηγείτο από αλλοδαπό μελαχρινό άνδρα γύρω στα 35 που φορούσε κόκκινη φανέλα και είχε ακόμη τρεις συνεπιβάτες πιθανόν αλλοδαπούς σκούρου χρώματος. Αντί αυτού ο οδηγός του πιο πάνω αυτοκινήτου με απέφυγε αναπτύσσοντας ταχύτητα και κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς εισήρθε σε παρακείμενο χωράφι όπου ακινητοποίησε το όχημα του. Εξήλθαν από την θέση του οδηγού και τράπηκαν σε φυγή τρέχοντας προς δυτική κατεύθυνση και ο οδηγός έτρεχε χωρίς να φέρει υποδήματα στα πόδια του. Τότε χωρίς να τον χάσω από το οπτικό μου πεδίο και αφού φώναξα του οδηγού τόσο στην Ελληνική όσο και στην Αγγλική γλώσσα «Αστυνομία, σταμάτα» ακολούθησα τον πιο πάνω άνδρα και περί τα 600-700 μέτρα αφού πέρασε από παρακείμενη κοίτη ποταμού ύψους 3 μέτρων περίπου και κατά την πτώση του έχασε την ισορροπία του και έπεσε με το σώμα, ακολούθως στάθηκε στα πόδια του και εισήρθε στον χώρο στάθμευσης πίσω από την Α Τεχνική Σχολή Λεμεσού ο πιο πάνω άνδρας έχασε την ισορροπία του εκ νέου και έπεσε στο έδαφος. Αμέσως εγώ τον πλησίασα και τον πληροφόρησα για το αδίκημα που διέπραξε, ότι οδηγούσε επικίνδυνα και αλόγιστα το αυτοκίνητο του και ότι παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού εν στολή και του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και χωρίς να μου απαντήσει μου επιτέθηκε κλοτσώντας με στα πόδια για να αποφύγει τη σύλληψη. Αμέσως χρησιμοποίησα την ανάλογη βία για να τον ακινητοποιήσω για να μην μου χτυπήσει και τον ακινητοποίησα στο έδαφος προσπαθώντας να του περάσω χειροπέδες στα χέρια. Ακολούθως τον πληροφόρησα ότι είναι υπό σύλληψη, του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και χωρίς να αναφέρει κάτι άλλο ο άγνωστος άνδρας προσπάθησε να αποφύγει επανειλημμένα της νόμιμης σύλληψης δαγκώνοντας με στο δεξί χέρι και συγκεκριμένα στον δεξιό αντίχειρα και κλοτσώντας με στα πόδια. Τότε αφού χρησιμοποίησα την ανάλογη υπό της περιστάσεις βία κατάφερα να τον ακινητοποιήσω και να του περάσω χειροπέδες στα χέρια του. Αμέσως τον συνέλαβα για τα πιο πάνω αυτόφωρα αδικήματα ως επίσης και για εξακρίβωση στοιχείων και του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και απάντησε «please sir let me go». Μου ανάφερε επίσης ότι το όνομα του είναι Απτουλ Γκαφουρ και ότι είναι από το Πακιστάν. Αμέσως του εξήγησα τα νόμιμα δικαιώματα επικοινωνίας που είχε και ανάφερε ότι επιθυμούσε να επικοινωνήσει με κάποιο φίλο του με το όνομα «Αλί». Από εξετάσεις που έγιναν μέσω της ΥΑΜ Λεμεσού και συγκεκριμένα μέσω του Α/Αστ. 2253 διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον Abdul Ghafoor Alam, ARC:5460538, Αρ. Πακιστανικού διαβατηρίου: KG
  2. Έκανε αίτηση πολιτικού ασύλου η οποία απορρίφτηκε, ακολούθως υπέβαλε νέα αίτηση στην αναθεωρητική αρχή προσφύγων η οποία απορρίφτηκε εκ νέου στης 30/10/2005 και έκτοτε βρισκόταν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής δημοκρατίας. Επίσης διαπιστώθηκε ότι ο πιο πάνω οδηγούσε το αυτοκίνητο χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδηγού, χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ακολούθως μεταφέρθηκε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λεμεσού τόσο αυτός και το όχημα του και παραδόθηκαν στον Αστ.3464 δια τα περαιτέρω. Στη συνέχεια μετάβηκα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για το τραύμα που μου προκάλεσε στο δεξιό χέρι και από εξετάσεις του ιατρού είχα θλαστικό τραύμα στο δεξιόν αντίχειρα όπου και μου έγινε συρραφή και μου παραχωρήθηκε άδεια ασθενείας μέχρι την 04/06/2012.» Από την άλλη, η εκδοχή του κατηγορούμενου για τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, σύμφωνα με όσα έχει αναφέρει κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης είναι η εξής: Δεν έχει άδεια οδηγού αυτοκινήτου μα ούτε και ξέρει να οδηγεί αυτοκίνητο. Έχει μόνο μοτοσικλέτα. Στον ουσιώδη χρόνο επέβαινε μαζί με άλλα τρία άτομα στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΑΧ 103 το οποίο οδηγούσε ο φίλος του Ali Vakas. Ο ίδιος καθόταν στο πίσω κάθισμα πίσω από το οδηγό. Ενώ βρίσκονταν σε κάποιο δρόμο τούς ακολουθούσε ένα διπλοκάμπινο αυτοκίνητο, το οποίο είχε ένα μικρό μπλε φως της Αστυνομίας που άναβε και τους έκανε σήμα να σταματήσουν. Όταν ο οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε και ο ίδιος κατάλαβε ότι επρόκειτο για την Αστυνομία το όχημα που τους ακολουθούσε, άρχισε να αυξάνει ταχύτητα. Δεν ήθελε να σταματήσει επειδή ήταν παράνομος στην Κύπρο. Αφού διένυσε απόσταση 600 με 700 περίπου μέτρων βγήκε εκτός δρόμου και σταμάτησε σε ένα χωράφι. Τότε, ο οδηγός και οι άλλοι δύο που επέβαιναν στο αυτοκίνητο βγήκαν έξω και έτρεξαν μακριά. Καταδιώχθηκαν από τον ένα από τους δύο αστυνομικούς, ο οποίος δεν κατάφερε να τους πιάσει. Προσπάθησε να ξεφύγει και ο ίδιος, όμως το σταμάτησε ο άλλος αστυνομικός, ο οποίος το διέταξε να μείνει εκεί που ήταν, δηλαδή, μέσα στο αυτοκίνητο, όπως και έγινε. Πρόκειται για το Μ.Κ.1, ο αστυνομικός που καταδίωξε τους τρεις που διέφυγαν, ο οποίος, όταν σταμάτησε να τους καταδιώκει και επέστρεψε στο μέρος όπου βρισκόταν και ο ίδιος, μέσα στο αυτοκίνητο, το ρώτησε από πού είναι. Όταν του είπε πως είναι από το Πακιστάν άρχισε να το χτυπά και να του υποβάλλει διάφορες ερωτήσεις, προκειμένου να μάθει πού μένουν οι άλλοι τρεις που διέφυγαν και ιδίως ο οδηγός, για τον οποίο το ρωτούσε και ποιος είναι. Ενώ βρισκόταν ακόμη μέσα στο αυτοκίνητο, στην προσπάθεια του ο Μ.Κ.1 να το χτυπήσει με το χέρι, έσκυψε και τραβήχτηκε πίσω για να τον αποφύγει, οπότε ο μάρτυρας χτύπησε κατά λάθος το χέρι του πάνω στην πόρτα, σε σημείο που δεν υπήρχε το πλαστικό, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο δάκτυλο από το οποίο άρχισε να τρέχει αίμα. Ο ίδιος, εξαιτίας της επίθεσης που δέχθηκε από το μάρτυρα τραυματίστηκε στα πλευρά και στα πόδια και αιμορραγούσαν τα χείλη του. Χτυπήθηκε παντού στο σώμα και ένιωθε φοβερούς πόνους για μερικές μέρες. Ο άλλος αστυνομικός που ήταν μαζί με το Μ.Κ.1 στο επίδικο συμβάν και το συγκρατούσε μέσα στο αυτοκίνητο, σε αντίθεση με το δεύτερο που το χτύπησε πολύ άσχημα, ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Μετά το συμβάν, αφού του έβαλαν χειροπέδες μεταφέρθηκε από το μάρτυρα στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Εκεί, ο μάρτυρας το χτύπησε ξανά. Πήραν και τον ίδιο στο γιατρό, τόσο εδώ στη Λεμεσό όσο και στη Λευκωσία. Ωστόσο, δεν τον εξέτασαν σωματικά, αλλά, του έγινε μόνο ακτινογραφία και του έδιναν ένα panadol κάθε μέρα. Του είπαν πως δεν υπάρχουν σπασμένα κόκαλα, όμως, πολλοί μαλακοί ιστοί έπαθαν ζημιά. Στο νοσοκομείο δεν το ρώτησε κανείς τι του συνέβη και ήταν χτυπημένος. Ρωτούσαν τους αστυνομικούς και απαντούσαν αυτοί, οι οποίοι δεν επέτρεπαν στον ίδιο να μιλήσει. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους δύο μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Σε σχέση με αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Για λόγους που θα παραθέσω αμέσως δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Απεναντίας, θεωρώ ότι αυτά αναδύονται μέσα από τη μαρτυρία και κατ' επέκταση την εκδοχή του κατηγορούμενου. Στην κατάληξή μου αυτή προβαίνω, όχι επειδή ο αστυφύλακας 3544 Α. Συρίμης υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του - κάτι που ισχύει και για τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν εξίσου σταθερός ως μάρτυρας - όσο επειδή θεωρώ την εκδοχή του κατηγορούμενου πιο λογική από την αντίστοιχη του μάρτυρα, ο οποίος, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τη μαρτυρία του αστυφύλακα Συρίμη, τα οποία, αιτιολογούν πιστεύω τη διαπίστωσή μου, ότι, η εκδοχή του, επί της ουσίας, στερείται λογικής και πειστικότητας. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο μάρτυρας στη γραπτή του κατάθεση, ότι, όταν ο κατηγορούμενος εξήλθε του αυτοκινήτου από τη θέση του οδηγού τράπηκε σε φυγή ξυπόλητος. Τότε, τον ακολουθούσε και περί τα 600 με 700 μέτρα και αφού ο κατηγορούμενος πέρασε από παρακείμενη κοίτη ποταμού, ύψους τριών περίπου μέτρων, κατά την πτώση του έχασε την ισορροπία του και έπεσε με το σώμα, ενώ στη συνέχεια, αφού σηκώθηκε εισήλθε στο χώρο στάθμευσης πίσω από την Α' Τεχνική Σχολή οπότε έχασε και πάλι την ισορροπία του, με αποτέλεσμα να πέσει ξανά στο έδαφος. Αν ληφθεί υπόψη ότι το συμβάν έλαβε χώρα στις 21:00, δηλαδή βράδυ και ο κατηγορούμενος κατά το μάρτυρα ήταν ξυπόλητος, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι ο μάρτυρας χρειάστηκε να κυνηγά τον κατηγορούμενο σε απόσταση μέχρι και 700 μέτρα για να το φτάσει, τη στιγμή μάλιστα που το φέρει να έχασε και την ισορροπία του δύο φορές, με αποτέλεσμα να πέσει και τις δύο στο έδαφος. Δυσκολεύομαι ακόμη να πιστέψω ότι ο κατηγορούμενος πήδηξε ξυπόλητος μέσα στην «ποταμοσιά», όπως είπε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, από ύψος τριών περίπου μέτρων. Ισχυρίστηκε ακόμη ο μάρτυρας, ότι, στην προσπάθειά του να ακινητοποιήσει τον κατηγορούμενο καθώς και να του περάσει χειροπέδες για να το συλλάβει, αυτός αντιδρούσε κλοτσώντας τον στα πόδια, ενώ το δάγκωσε και στο δεξιό αντίχειρα. Η γιατρός Μαίρη Ευστρατίου (Μ.Κ.2), που αναμφίβολα εξέτασε το μάρτυρα στον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με το τεκμήριο 2 διάγνωσε δάγκωμα από άλλο άτομο που προκάλεσε θλαστικό τραύμα. Ωστόσο, αντεξεταζόμενη, μάλιστα από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, στην υποβολή του ότι ο αστυφύλακας Συρίμης τραυματίστηκε από το αυτοκίνητο και δεν το δάγκωσε ο ίδιος, «Εγώ δεν ήμουν στον τόπο του εγκλήματος. Εγώ είδα το αποτέλεσμα του συμβάντος, είδα ένα δάκτυλο δαγκωμένο, είχε θλαστικό τραύμα και του έγινε συρραφή.», απάντησε. Όταν όμως στη συνέχεια ρωτήθηκε πώς έκανε διάγνωση ότι ήταν δάγκωμα, «Δεν μπορώ να απαντήσω αυτή την ερώτηση.», ήταν η απάντησή της. Είναι σαφές από την τελευταία απάντηση της γιατρού Ευστρατίου ότι η διάγνωσή της αναφορικά με την αιτία τραυματισμού του αστυφύλακα Συρίμη υπέχει μηδενικής αξίας. Επί του προκειμένου θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής: Ο κατηγορούμενος, που δεν αμφισβητεί ότι ο αστυφύλακας Συρίμης τραυματίστηκε στο δάκτυλο, αλλά αμφισβητεί την αιτία που προκάλεσε το συγκεκριμένο τραυματισμό, έδωσε τη δική του εκδοχή σε σχέση με αυτό, την οποία θεωρώ λογική, οπότε και αποδέχομαι. Υπάρχει όμως ακόμα κάτι που χρήζει σχολιασμού. Ο αστυφύλακας Συρίμης, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τού επιτέθηκε ο κατηγορούμενος, κλοτσώντας τον στα πόδια για να αποφύγει τη σύλληψη, δε θα έπρεπε να προσκομίσει σχετική ιατρική μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τον εν λόγω ισχυρισμό του; Και τι να πω για τον ισχυρισμό του, ότι, την ώρα που κυνηγούσε τον κατηγορούμενο, ο συνάδελφός του, αστυφύλακας 5452 έμεινε κοντά στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο και το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου για να τα προσέχει, επειδή μπορούσε ανά πάσα στιγμή, να πάθει ζημιά το πρώτο ή να έρθει ο κατηγορούμενος είτε κάποιος από τους άλλους τρεις που διέφυγαν και να πιάσει το δεύτερο. Και πώς το ξέρει αυτό, αφού, όπως αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση, με το που βγήκαν από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και οι τέσσερις που επέβαιναν σε αυτό και άρχισαν να τρέχουν, ο ίδιος ακολούθησε αμέσως τον κατηγορούμενο, τον οποίο κυνηγούσε τρέχοντας σε μια απόσταση 600 με 700 περίπου μέτρων; Πιστώνω το μάρτυρα και το συνάδελφό του και γενικά την Αστυνομία μας με περισσότερη ευφυΐα και αποτελεσματικότητα σε σχέση με τον τρόπο χειρισμού έκτακτων συμβάντων, όπως το επίδικο, οπότε, ενώ δέχομαι ότι ο αστυφύλακας 5452 παρέμεινε στο μέρος όπου βρίσκονταν τα δύο αυτοκίνητα, δεν μπορώ να δεχθώ ότι παρέμεινε για το λόγο που ανάφερε ο μάρτυρας, αλλά, για το λόγο που ανάφερε ο κατηγορούμενος, τον οποίο θεωρώ και πιο λογικό. Παρέμεινε λοιπόν εκεί ο αστυφύλακας 5452, για να προσέχει τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν πρόλαβε να διαφύγει, ενώ ο μάρτυρας καταδίωξε τους άλλους τρεις που διέφυγαν. και έτσι έπρεπε να γίνει και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής. Αφού η Αστυνομία κατόρθωσε να περιορίσει τον ένα από τους τέσσερις, αυτός, με κανένα τρόπο θα έπρεπε να διαφύγει, ενώ, εάν ήταν δυνατόν να συλληφθούν και οι υπόλοιποι ή κάποιος από αυτούς, θα ήταν ό,τι καλύτερο υπό τις περιστάσεις. Και κάτι ακόμη. Κάθε άλλο παρά λογικό ακούγεται ένας αστυνομικός να κυνηγά τέσσερις ανθρώπους και κάποιος άλλος να προσέχει τα αυτοκίνητα. Και επειδή ο μάρτυρας, ειδικά για το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε και ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο συνάδελφός του παρέμεινε εκεί όπου αυτό βρισκόταν, για το ενδεχόμενο που θα επέστρεφε, είτε ο κατηγορούμενος είτε οι συνεπιβάτες του και να το πιάσουν, η απάντησή μου είναι πολύ απλή. Αυτό το ενδεχόμενο θα μπορούσε να αποτραπεί με το να πάρουν τα κλειδιά του συγκεκριμένου οχήματος. Ούτε και ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ότι ο κατηγορούμενος φεύγοντας, πήρε μαζί του και τα κλειδιά του οχήματος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι ο συνάδελφός του πρόσεχε το αυτοκίνητο της Αστυνομίας, επειδή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πάθει ζημιά, θα έλεγα ότι μου ακούγεται αρκετά παράλογο, κατά τη διάρκεια μίας αστυνομικής επιχείρησης, με στόχο τη σύλληψη τεσσάρων ανθρώπων, η έγνοια της Αστυνομίας να είναι η ασφάλεια του υπηρεσιακού της οχήματος και όχι η σύλληψη των υπόπτων ή δραστών. Και κάτι ακόμη. Ο μάρτυρας, ο οποίος επέμενε ότι είναι ο κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΑΧ103 και που διαπίστωσε, όπως αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση, ότι το οδηγούσε χωρίς άδεια οδηγού, χωρίς ασφάλεια, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, δε θα έπρεπε να επιδιώξει να μάθει και τον ιδιοκτήτη του, προκειμένου να διαφανεί, αν δεν ήταν ο κατηγορούμενος, κατά πόσο αυτός το οδηγούσε με τη συγκατάθεσή του ιδιοκτήτη ή όχι, είτε ακόμη εάν αυτό ήταν κλεμμένο; Επί του προκειμένου, αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, στην ερώτηση γιατί λέει συνέχεια το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου καθώς και αν εξέτασε σε ποιον ανήκει αυτό, «Γιατί το οδηγούσε.», απάντησε. Ωστόσο, ακολούθως συμφώνησε ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν γραμμένο επ' ονόματι του κατηγορούμενου. Όταν όμως ρωτήθηκε αν εξέτασε ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του, «Εξέτασε ο αστυνομικός που ανέλαβε την υπόθεση», απάντησε. Φυσικά, ποιος είναι αυτός και αν ορίστηκε εξεταστής της υπόθεσης, μου είναι άγνωστο. Και με αυτό υπεισέρχομαι σε ακόμη ένα λόγο, για τον οποίο, σε συνδυασμό και με όλα τα προηγούμενα, δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή του αστυφύλακα Συρίμη και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής. Ακόμη κι αν ορίστηκε εξεταστής της υπόθεσης θεωρώ ότι με τον τρόπο που χειρίστηκε το έργο διερεύνησής της παραβιάστηκε το συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Καταρχήν τίθεται το ερώτημα ποιος είναι ο εξεταστής. Έπειτα, αν υπάρχει εξεταστής, σε ποιες ενέργειες προέβηκε προκειμένου να διερευνήσει και τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου; Γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου, επομένως δικαιούμαι να υποθέτω πως δεν του έχει ληφθεί. Το ίδιο ισχύει και για τη γραπτή κατηγορία. Έπειτα, σε αντίθεση με τον αστυφύλακα Συρίμη, ο οποίος προέβη σε γραπτή κατάθεση, αλλά μετέβη και στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για εξέταση, σε σχέση με το τραύμα που υποτίθεται του προκάλεσε στο δάκτυλο ο κατηγορούμενος, ακόμη και να δεχθώ ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν σύμφωνα με την εκδοχή του αστυφύλακα Συρίμη, ο εξεταστής, δε θα έπρεπε να παραπέμψει και τον κατηγορούμενο για ιατρική εξέταση, τη στιγμή που, όπως ισχυρίστηκε ο αστυφύλακας Συρίμης, ενώ έτρεχε ξυπόλυτος πήδηξε από ύψος τριών περίπου μέτρων και έπεσε με την κοιλιά μέσα στην κοίτη του ποταμού; Και τούτο, χωρίς να μου διαφεύγει, ότι υποβλήθηκε κιόλας στον κατηγορούμενο από τον κ. Αβρααμίδη, ότι είναι όταν έπεσε μέσα στην κοίτη του ποταμού που χτύπησε στα πλευρά του. Δε μου διαφεύγει ακόμη και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης ότι διακομίστηκε στο νοσοκομείο για εξέταση, κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου και εκεί του ανάφεραν ότι πολλοί μαλακοί ιστοί του έπαθαν ζημιά, ως επίσης και ότι οι αστυνομικοί που ήσαν εκεί δεν του επέτρεπαν να μιλήσει στους γιατρούς, αφού, στις διάφορες ερωτήσεις τους απαντούσαν οι ίδιοι, ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο κ. Αβρααμίδης ρώτησε τον κατηγορούμενο, αν είναι αλήθεια ότι αρνήθηκε να μεταβεί στο νοσοκομείο για εξέταση, ερώτηση στην οποία απάντησε αρνητικά ο κατηγορούμενος, εντούτοις, επειδή δε δόθηκε συνέχεια από τον κ. Αβρααμίδη, το συμπέρασμά μου ότι ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν τραυματισμένος διακομίστηκε στο νοσοκομείο για εξέταση, κατόπιν διαταγής μου και όχι με πρωτοβουλία του εξεταστή, είναι αναπόφευκτο. Είναι φανερό ότι εκείνος που αποφάσισε την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου βασίστηκε αποκλειστικά στην εκδοχή του αστυφύλακα Συρίμη, εκλαμβάνοντας ως δεδομένο και αποδεδειγμένο γεγονός ότι αναφέρεται στην γραπτή κατάθεση του μάρτυρα, χωρίς να δώσει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να ακουστεί κι αυτός, για να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς. Ωστόσο, η περίπτωση όπου διαπράττεται κάποιο ποινικό αδίκημα στην παρουσία αστυνομικού, χωρίς να εμπλέκεται καθοιονδήποτε τρόπο σ' αυτό ο ίδιος, οπότε δικαιούται να παρέμβει και να συλλάβει το δράστη για αυτόφωρο αδίκημα, ο οποίος, χωρίς να χρειάζεται να ανακριθεί γι' αυτό, προσάγεται απευθείας στο Δικαστήριο είναι διαφορετική από την παρούσα, όπου, δύο αδικήματα, αυτά των κατηγοριών 1 και 2, ναι μεν φέρονται να είναι αυτόφωρα, πλην όμως, ο αστυφύλακας Συρίμης υπέχει προσωπικά και θέση παραπονούμενου και όχι απλώς αυτόπτη μάρτυρα, οπότε, το έργο διερεύνησης της υπόθεσης είναι διαφορετικό, υπό την εξής έννοια. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να οριστεί κάποιος άλλος αστυνομικός, ως ανακριτής, ο οποίος όφειλε, τουλάχιστον να ακούσει και την εκδοχή του κατηγορούμενου, προτού αποφασίσει να του προσάψει οποιαδήποτε κατηγορία και να τον παρουσιάσει στο Δικαστήριο για δίκη, κάτι που δε φαίνεται να έχει γίνει. Και κάτι ακόμη που αφορά τον τρόπο με τον οποίο διερευνήθηκε η υπόθεση από την Αστυνομία, πάντοτε με την προϋπόθεση ότι ορίστηκε εξεταστής. Σε ποιες ενέργειες αυτός προέβηκε προκειμένου να διαπιστώσει το όνομα του ιδιοκτήτη του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος; Δύο ενδεχόμενα υπάρχουν. Είτε δεν προέβη σε καμία ενέργεια είτε ακόμη, διερεύνησε το θέμα και επειδή προέκυψε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος είναι το πρόσωπο που ανάφερε ο κατηγορούμενος, σκόπιμα δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου μέσω κάποιου μάρτυρα το συγκεκριμένο αυτό στοιχείο, προφανώς, επειδή εάν ετίθετο θα ενίσχυε και ενδυνάμωνε ακόμη περισσότερο την εκδοχή του κατηγορούμενου. Δεν μπορεί να δοθεί διαφορετική εξήγηση. Κατ' ανάλογο τρόπο ερμηνεύω και την παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει ως μάρτυρα και τον αστυφύλακα 5452 που ήταν παρών στο επίδικο συμβάν, τον οποίο θεωρώ ουσιώδη μάρτυρα, δεδομένης της εμπλοκής του σ' αυτό, λαμβάνοντας υπόψη, είτε την εκδοχή του κατηγορούμενου είτε την εκδοχή του αστυφύλακα Συρίμη, με τη διαφορά ότι, ενώ ο πρώτος κατάθεσε με θετικό τρόπο για την εμπλοκή του εν λόγω αστυφύλακα στο συμβάν, ο δεύτερος αρκέστηκε σε διάφορες υποθέσεις. Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι θα μπορούσε να τον είχε κλητεύσει ο κατηγορούμενος για σκοπούς αντεξέτασής του. Η μαρτυρία του είναι ουσιώδης και σημαντική, αφού θα συμπλήρωνε ένα σημαντικό κενό στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, που αφορά στο λόγο για τον οποίο ο εν λόγω αστυφύλακας παρέμεινε στο σημείο όπου βρίσκονταν τα δύο αυτοκίνητα, για τον οποίο οι εκατέρωθεν εκδοχές διίστανται. Από την άλλη, δεν μπορώ να έχω απαίτηση από τον κατηγορούμενο να κλητεύσει, έστω για σκοπούς αντεξέτασης, κάποιο αστυνομικό και να αναμένω ότι αυτός θα διαψεύσει κάποιο συνάδελφό του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους απορρίπτω την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με το επίδικο συμβάν και την ίδια ώρα, γιατί δέχομαι την εκδοχή του κατηγορούμενου συναφώς με αυτό. Είναι κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου σ' οποιαδήποτε κατηγορία οπότε αυτός, δικαιωματικά αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΜΠ Subject: General / Criminal / Final (Αναφορά: Επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και διάφορα τροχαία αδικήματα. Μαρτυρία - αξιολόγηση, ουσιώδης μάρτυρας - ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.