← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hani Abdul Ghani Kabbara κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4474/11, 19/9/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hani Abdul Ghani Kabbara κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4474/11, 19/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4474/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v.

  1. Hani Abdul Ghani Kabbara
  2. Xρυσόστομου Σκούρου Κατηγορούμενων ----------------------------- Ημερομηνία: 19.9.2012 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης με κ. Α. Σάββα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ.κ. Λ. Λουκαϊδης και Α. Χατζηπαναγιώτου (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Χ. Πότσης) Κατηγορούμενος 1: Παρών ------------------------------ Π Ο Ι Ν Η ------------------------------ Ο 1ος κατηγορούμενος (στο εξής «ο κατηγορούμενος») μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255

(1)
(2)
(3)και 262 του Ποινικού Κώδικα (415η κατηγορία), στην κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (438η κατηγορία) και τέλος, στην κατηγορία της αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα (439η κατηγορία). Αντιμετώπιζε ακόμη 436 κατηγορίες, οι οποίες, ωστόσο, διακόπηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις που περιβάλλουν τα διαπραχθέντα αδικήματα εκτίθενται πλήρως στην απόφασή μου επί της ενοχής του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 14.9.
  1. Η ουσία τους έγκειται στα εξής: Στις 27.2.2011 και περί ώρα 09:13, ο ειδικός αστυφύλακας 5452 Γ. Σωτηρίου, μετά από μήνυμα που έλαβε ότι γινόταν παράνομη ανάληψη μετρητών από την Αυτόματη Ταμειακή Μηχανή της Λαϊκής Τράπεζας που βρίσκεται στη γωνία των οδών Αθηνών και Νικόλα Ξιούτα στη Λεμεσό, σε ελάχιστο χρόνο μετέβη στο μέρος. Εκεί εντόπισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος προέβαινε σε ανάληψη μετρητών από την Αυτόματη Ταμειακή Μηχανή της τράπεζας, τα οποία τοποθετούσε στην τσέπη του μπουφάν του. Kληθείς από τον ειδικό αστυφύλακα να του δώσει την ταυτότητά του για να εξακριβώσει τα στοιχεία του, αντί να συμμορφωθεί τού επιτέθηκε σπρώχνοντάς τον με τα χέρια προς τα πίσω, ενώ, στην προσπάθεια του ειδικού αστυφύλακα να τον ακινητοποιήσει, το χτύπησε με τη γροθιά στο υπηρεσιακό κράνος και τον κλώτσησε στην κοιλιά, με αποτέλεσμα, ο ειδικός αστυφύλακας να χάσει την ισορροπία του και να πέσει από τα σκαλιά της τράπεζας, χτυπώντας στο πεζοδρόμιο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή και καταδιωκόμενος από τον ειδικό αστυφύλακα, αφού έφθασε στην οδό Ανεξαρτησίας που βρίσκεται πλησίον της Λαϊκής Τράπεζας, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Στη νέα προσπάθεια του ειδικού αστυφύλακα να ακινητοποιήσει τον κατηγορούμενο για να το συλλάβει ακολούθησε πάλη μεταξύ τους, επειδή ο τελευταίος αντιστεκόταν στη σύλληψή του και για να διαφύγει έσπρωχνε και χτυπούσε το μάρτυρα με τα χέρια. Η σύλληψή του επιτεύχθηκε γύρω στις 09:20 και αφού στο μεταξύ έφθασε στο μέρος και ο ειδικός αστυφύλακας 5697 Κυπριανού, ο οποίος βοήθησε το συνάδελφό του να συλλάβει τον κατηγορούμενο και να του περάσει χειροπέδες, μιας και αυτός εξακολουθούσε να αντιστέκεται. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για τα αδικήματα της εξακρίβωσης στοιχείων και της επίθεσης εναντίον αστυνομικού. Προέκυψε από τις εξετάσεις που ακολούθησαν, ότι με τη χρήση πλαστής πιστωτικής κάρτας απέσπασε από την Αυτόματη Ταμειακή Μηχανή της τράπεζας με πέντε διαφορετικές συναλλαγές των €2.000 κάθε μία, το συνολικό ποσό των €10.000, σε χαρτονομίσματα των €50, ποσό το οποίο δέκα περίπου λεπτά μετά τη σύλληψή του βρέθηκε στην κατοχή του, κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας στην οποία τον υπόβαλε στο σταθμό, ο αστυφύλακας 4008 Πιερή. Συνεπεία της επίθεσης που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο ο ειδικός αστυφύλακας Σωτηρίου υπέστη θλάση στην οσφυϊκή μοίρα και πόνο στην κοιλιά. Του δόθηκε θεραπεία και αναρρωτική άδεια μέχρι και τις 7.3.
  2. Αναμφίβολα και τα τρία αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους είναι η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή γι' αυτά που είναι φυλάκιση 3 χρόνων για τα αδικήματα της κλοπής και της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και 2 ετών για το αδίκημα της αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως. Ωστόσο, ό,τι καθιστά ιδιαίτερα σοβαρά τα διαπραχθέντα αδικήματα είναι οι επιπτώσεις, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση που παρουσιάζουν αδικήματα αυτής της μορφής στον τόπο μας, γεγονός το οποίο καθιστά αναγκαία την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών για πάταξή τους καθώς και για προστασία της σωματικής ακεραιότητας και ασφάλειας των πολιτών, της περιουσίας τους, των εμπορικών συναλλαγών, ευρύτερα της κοινωνίας καθώς και της έννομης τάξης. Στην υπόθεση Παναγίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, επισημαίνονται και τα εξής, μεταξύ άλλων: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Rares κ.ά v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 699, η οποία αφορούσε και σωρεία αδικημάτων τα οποία διαπράχθηκαν με τη χρήση πλαστών πιστωτικών καρτών επισημαίνονται τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό μορφή καθοδήγησης προς τα Επαρχιακά Δικαστήρια: «Συναισθανόμενοι ότι η απόφασή μας θα συνιστά καθοδήγηση ως προς τα πλαίσια των ποινών σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, έχουμε δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε όλες τις παραμέτρους της υπόθεσης και τις προεκτάσεις τους. Η κατάληξή μας είναι ότι ουδόλως δικαιολογείται παρέμβασή μας με την επιβληθείσα ποινή στις κατηγορίες που αφορούν την κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών. Δεν είναι τυχαία που ο νομοθέτης προσφάτως περιέλαβε τις πιστωτικές κάρτες στα έγγραφα τα οποία αφορούν οι κατηγορίες της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, αναγνωρίζοντας έτσι τις πραγματικότητες που έχουν επιφέρει οι τεχνολογικές εξελίξεις στις συναλλαγές της καθημερινής ζωής. Τοσούτο μάλλον αφού οι πιστωτικές κάρτες έχουν καταστεί το κατ' εξοχήν μέσο συναλλαγής στη σύγχρονη κοινωνία, ώστε η ασφάλεια των συναλλαγών με αυτές να καθίσταται πρωταρχική ανάγκη για διασφάλιση της νομιμότητας των εμπορικών ηθών. Δικαίως λοιπόν η σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν την κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών πρέπει να συνάδει με την καθοδηγητική πρόνοια της ανώτατης ποινής φυλάκισης των 14 ετών που προβλέπεται στο νόμο για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη των εφεσειόντων ότι η κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών δεν έχει τη σοβαρότητα και δεν μπορεί να εξισώνεται με την κυκλοφορία άλλων πλαστών εγγράφων όπως επιταγές. Απεναντίας, θεωρούμε ότι η κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών, ως εκ της ευχέρειας και της ευρύτητας ενδεχόμενης χρήσης, συνιστά σοβαρότερη απειλή προς την ασφάλεια του όλου χρηματοπιστωτικού τρόπου ζωής σήμερα. Όχι μόνο λοιπόν δεν ήταν λανθασμένη η προσέγγιση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ως προς την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, αλλά και ορθώς ετόνισε την ιδιαίτερη ανάγκη τέτοιας ποινής εν όψει της έξαρσης των αδικημάτων αυτού του είδους, η οποία συνιστά ευρύτερη απειλή μέσα στους κόλπους του ιδίου του συστήματος των συναλλαγών. Καθοδήγηση λοιπόν ως προς το ορθό μέτρο της ποινής μπορούσε να αντληθεί και από τη νομολογία η οποία αφορά κυκλοφορία πλαστών εγγράφων γενικότερα, και σαφώς δεν θα έπρεπε να περιορισθεί στις πρόσφατες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων που αφορούν κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών στις οποίες και μας παρέπεμψαν οι Εφεσείοντες. Ασφαλώς δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία των ποινών σε ιδίου είδους υποθέσεις αναλόγως του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο οποίο εκδικάζονται, θα πρέπει όμως να τονίσουμε απεριφράστως ότι οι ποινές που έχουν επιβληθεί στις αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων που μας έχουν αναφερθεί, και λαμβανομένων υπόψη βεβαίως των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε υπόθεσης, δεν αντανακλούν το ορθό μέτρο ποινής για υποθέσεις αυτού του είδους. Να τονίσουμε μάλιστα ότι ο περιορισμός στην ανώτατη ποινή που μπορεί να επιβληθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο σε πέντε χρόνια δεν καθιστά το όριο των πέντε ετών αντίστοιχο του ανωτάτου ορίου της ποινής που προβλέπεται στο νόμο και το οποίο εκφράζει την εγγενή σοβαρότητα του αδικήματος.» Βλέπε και Γενικός Εισαγγελέας v. Girleanu κ.ά.
(2009)2 A.A.Δ. 186 και Konstandinov v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση Αρ. 186/10, ημερομηνίας 22.2.2012. Σε σχέση τώρα με αδικήματα που περικλείουν το στοιχείο της χρήσης βίας θεωρώ καθόλα σχετικά, όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Επειδή, επί του προκειμένου πρόκειται για επίθεση εναντίον αστυνομικού εν ώρα καθήκοντος θεωρώ καθόλα σχετικό και το ακόλουθο απόσπασμα, από την απόφαση στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245: «Οι αστυνομικές Αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δεν μπορεί παρά να χαραχτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας». Προστίθενται και τα εξής: Όταν ο σκοπός της επίθεσης είναι η ματαίωση της νόμιμης σύλληψης για ποινικό αδίκημα, το αδίκημα καθίσταται ιδιάζουσας σοβαρότητας, αφού, μια παράνομη ενέργεια αποτελεί το μέσο για τη ματαίωση μιας νόμιμης, με όλα τα συνεπακόλουθα σε επίπεδο επιπτώσεων. Ό,τι επιδιώκει ο δράστης του συγκεκριμένου αδικήματος, ουσιαστικά είναι ματαίωση της αποστολής του κράτους, η οποία επιτυγχάνεται κάθε φορά δια των συντεταγμένων οργάνων του. Για να το πω πιο απλά, κάθε πρόσωπο που διαπράττει το συγκεκριμένο αδίκημα θέτει τον εαυτό του υπεράνω του νόμου και ταυτόχρονα αντιμάχεται το ίδιο το κράτος, με παρενέργειες που απολήγουν σε βάρος της δικαιοσύνης και τούτο γιατί, κάθε αστυνομικός που συλλαμβάνει ή επιχειρεί να συλλάβει κάποιο πρόσωπο και προσπαθεί να το θέσει υπό κράτηση για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, ενεργεί με προοπτική την προσαγωγή του στο δικαστήριο και όχι ασφαλώς για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Έχει νομολογηθεί επίσης ότι κάθε υπόθεση θα πρέπει να αντικρίζεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών, ως επίσης και ότι κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής απαιτείται εξατομίκευσή της, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Φυσικά, την ίδια ώρα έχω κατά νου ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δε θα πρέπει να εξουδετερώνει την αποτρεπτικότητά της ή να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του νόμου. Προς όφελος του κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη τα ακόλουθα: Το λευκό ποινικό του μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του, 27 ετών. Το γεγονός, ότι, μολονότι αρχικά παραπέμφθηκε στο κακουργιοδικείο σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζοντας 410 κατηγορίες και ακολούθως υποβλήθηκε στη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας, για τις 29 επιπλέον κατηγορίες που προστέθηκαν όταν η υπόθεση βρισκόταν πια ενώπιόν μου, εν τέλει και συγκεκριμένα μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, παρέμειναν προς εκδίκαση μόνο οι τρεις κατηγορίες στις οποίες κρίθηκε ένοχος. Δεδομένης της όλης πορείας της υπόθεσης, ως ανωτέρω, δεν μπορώ παρά να λάβω σοβαρά υπόψη και την αγωνία του όλη αυτή την περίοδο για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Φυσικά, την ίδια ώρα λαμβάνω εξίσου σοβαρά υπόψη και την ανυπαρξία μεταμέλειας εκ μέρους του για ό,τι έκανε στον ουσιώδη χρόνο, ο οποίος, κατά το στάδιο της αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, θα έλεγα ότι το μόνο που έκανε ήταν να επιχειρήσει να μου εξηγήσει γιατί θεωρεί εσφαλμένη την απόφασή μου με την οποία κρίθηκε ένοχος. Αποτιμώντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο για τη συνολική εγκληματική του συμπεριφορά είναι η φυλάκιση. Κατά συνέπεια επιβάλλω σ' αυτόν τις ακόλουθες ποινές: Στην 415η κατηγορία, φυλάκιση ενός έτους. Στην 438η κατηγορία, φυλάκιση 2 μηνών. Στην 439η κατηγορία, φυλάκιση ενός μηνός. Οι ποινές θα συντρέχουν, ωστόσο, η περίοδος έκτισής τους μειώνεται ανάλογα με την περίοδο κατά την οποία ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Συγκεκριμένα, για την περίοδο από 27.2.2011 μέχρι και 20.7.2011 και από 14.9.2012 μέχρι σήμερα. Ούτε έχει τεθεί μα ούτε και εντοπίζω οτιδήποτε που να μου επιτρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς την κατεύθυνση της αναστολής των παραπάνω ποινών και αυτό είναι και το μόνο που θα ήθελα να πω, αναφορικά με το σχετικό αίτημα του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΜΠ Αναφορά: Ποινή - κλοπή από Α.Τ.Μ. τράπεζας, επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.