Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. NEMAT MIRZAKHANIHAMZEHKOLAEI, Αρ. Υπόθεσης: 12542/12, 25/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B33 ΣTO ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12542/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. NEMAT MIRZAKHANIHAMZEHKOLAEI Κατηγορούμενου ----------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25.7.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ.κ. Π. Αβρααμίδης και κ. Α. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, αλλοδαπός από το Ιράν αντιμετωπίζει την κατηγορία της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19
(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 155 (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας τού καταλογίζεται ότι μεταξύ της 13ης Μαΐου 2011 και της 24ης Μαΐου 2012 στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή, Ιρανός υπήκοος και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι και τις 12.5.2011 οπότε και απορρίφθηκε η έφεσή του από την Αναθεωρητική Αρχή παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειάς του, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρα τη Χριστίνα Σταύρου, η οποία εργάζεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η μάρτυρας, στην κυρίως εξέταση ανάφερε τα εξής: Ο κατηγορούμενος σήμερα είναι παράνομος στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 20.2.2009 υπόβαλε μέσω του νομικού του εκπροσώπου διοικητική προσφυγή. Η Αναθεωρητική Αρχή απέρριψε το αίτημά του και του έστειλε σχετική επιστολή, ημερομηνίας 20.5.2011 (βλ. τα τεκμήρια 1, 2 και 3). Λόγω του ότι η διεύθυνση που είχε δώσει ήταν εντελώς λανθασμένη, ως επίσης και επειδή δεν ανταποκρινόταν σε τηλεφωνικές κλήσεις που του είχαν κάνει, η σχετική επιστολή στάληκε με φαξ στο δικηγορικό γραφείο των κκ. Γαβριηλίδη και Θ. Αχιλλέως. Ο τελευταίος παρέλαβε και προσωπικά την επιστολή - απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής και υπόγραψε για να ενημερώσει τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανάφερε ότι όσα είπε στην κυρίως εξέταση, σε σχέση με τη διεύθυνση του κατηγορούμενου και τις προσπάθειες αποστολής σ' αυτόν της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής απορρέουν από την έκθεση της Αναθεωρητικής Αρχής, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του κατηγορούμενου τον οποίο κατέχει η ίδια. Βασικά, δε γνωρίζει προσωπικά, αν όντως ο δικηγόρος Θ. Αχιλλέως παρέλαβε την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής, από την οποία η ίδια ενημερώθηκε ότι αυτό έγινε. Δε δέχτηκε την υποβολή ότι δεν έχει γνώση κατά πόσο επιδόθηκε ποτέ η συγκεκριμένη απόφαση, συμφώνησε όμως ότι αυτή δεν επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με επιδότη, ως επίσης και ότι δεν του ταχυδρομήθηκε ποτέ. Επέμενε ότι η εν λόγω απόφαση δόθηκε στο νομικό εκπρόσωπο του κατηγορούμενου, μέσω του οποίου έγινε η έφεση. Στην υποβολή ότι δεν έχει ιδίαν γνώση ότι η έφεση έγινε από το δικηγόρο Θ. Αχιλλέως, «Δε θα απαντήσω γιατί έχω δώσει υπογραφή ότι έχει παραληφθεί από τον κ. Αχιλλέως.» ήταν η απάντησή της. Ωστόσο, όταν στη συνέχεια της υποβλήθηκε ότι αμφισβητείται η φερόμενη ως η υπογραφή του δικηγόρου Θ. Αχιλλέως, επί του τεκμηρίου 3, «Δεν ήμουν εκεί.» απάντησε. Το βασικό επίδικο θέμα που καλούμαι να επιλύσω είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του προσφυγή και αν ναι, πότε συνέβη αυτό. Παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 28Θ.
(7)του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν.6
(1)/00): «Όλες οι αποφάσεις της Αναθεωρητικής Αρχής είναι γραπτές και δεόντως αιτιολογημένες, αποστέλλονται στον αιτητή και κοινοποιούνται στην Υπηρεσία Ασύλου και στο Διευθυντή, για τη λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων για εκτέλεση της απόφασης ανάλογα με την περίπτωση. » Η σχετική απόφαση, ημερομηνίας 20.5.2011, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική προσφυγή του κατηγορούμενου αποτελεί ασφαλώς ατομική διοικητική πράξη, της οποίας, ενώ η εγκυρότητα ελέγχεται στο πλαίσιο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, η οριστικοποίησή της κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης, συναφώς με το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στη βάση των λεπτομερειών αδικήματος της σχετικής κατηγορίας. Για να το πω και διαφορετικά, το δεύτερο αποτελεί ακόμη ένα συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Στην υπόθεση Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ.75, οι εφεσείοντες διώχτηκαν για την παράλειψή τους να καταβάλουν το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας εκ μέρους του δικηγορικού συνεταιρισμού που είχαν συστήσει. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Μηλιώτης Λτδ & άλλοι ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ.12, επισημαίνει τα εξής: «.. στην ποινική δίκη, δεν αποτελεί επίδικο θέμα η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από διοικητική απόφαση, για την παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας διώκεται ο κατηγορούμενος. Η οριστικοποίηση της υποχρέωσης, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης. Η ύπαρξή της αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Το άλλο είναι η παράλειψη εκπλήρωσής της. Η εγκυρότητα της υποχρέωσης δεν ελέγχεται από το ποινικό δικαστήριο. Το μόνο πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι εκείνο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ.128, ο εφεσείων καταδικάστηκε πρωτόδικα για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής φόρου κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας, παρά τον ισχυρισμό του ότι η φορολογία για το συγκεκριμένο έτος, ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του, προφανώς, θεωρώντας ότι αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι η ειδοποίηση επιβολής φορολογίας περιήλθε σε γνώση του ή ότι λήφθηκαν τα αναγκαία μέτρα για γνωστοποίησή της σ' αυτόν, αποδέχθηκε την έφεση και ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ακολουθεί το σκεπτικό: «Η δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις καταβολής φορολογίας προϋποθέτει το ανέκκλητο της φορολογίας, με μόνο παρεπόμενο την είσπραξή της. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα η επιβληθείσα φορολογία, εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για το ανέκκλητο της υποχρέωσης καταβολής της φορολογίας αποτελεί η γνωστοποίησή της στο διοικούμενο ή, έστω, η λήψη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος, από την ημέρα εκείνη, του χρονικού διαστήματος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής - (Άρθρο 146.3 του Συντάγματος).» Επί του προκειμένου, στο σύνολό της η προσαχθείσα μαρτυρία, για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο είναι εξ ακοής, άγνωστου βαθμού, δεν έχει δοθεί καμιά εξήγηση ή δικαιολογία γιατί δεν κλήθηκαν στο Δικαστήριο να καταθέσουν τα πρόσωπα που προέβησαν στις αρχικές δηλώσεις μα ούτε και για ποιο λόγο δεν προσκομίστηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία, επομένως, σε εφαρμογή του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, σε συνδυασμό και με τη σχετική επιφύλαξη του άρθρου 24
(1)του ίδιου νόμου, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της Χριστίνας Σταύρου, στο βαθμό που πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία αυτή, αφού, δεδομένης και της εμβέλειάς της για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, θεωρώ ότι αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όμως και διαφορετική να ήταν η απόφασή μου αναφορικά με την εξ ακοής μαρτυρία, η κατάληξή μου για την τύχη της επίδικης κατηγορίας δε θα ήταν διαφορετική, απ' ό,τι η διαφαινόμενη. Ακολουθεί το σκεπτικό: Είναι σαφές ότι η Χριστίνα Σταύρου βασίζει τον ισχυρισμό της ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του προσφυγή, στο γεγονός, ότι, η απόφαση φαίνεται να έχει παραληφθεί από το δικηγόρο Θ. Αχιλλέως, μέσω του οποίου υποβλήθηκε και η διοικητική προσφυγή, όπως ανάφερε η μάρτυρας. Φυσικά, μαρτυρία που να αποδεικνύει το τελευταίο δεν υπάρχει και σε ποινική δίκη, υποθέσεις, όσο εύλογες κι αν είναι δεν επιτρέπονται. Ωστόσο, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ο κατηγορούμενος υπόβαλε τη διοικητική προσφυγή μέσω του δικηγόρου Θ. Αχιλλέως, ο οποίος παρέλαβε και τη σχετική απορριπτική απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής στις 28.6.2011, όπως αναφέρεται στο τεκμήριου 3, δεν έχει αποδειχθεί πρώτο, ότι ο Θ. Αχιλλέως εξακολουθούσε να εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο και κατά το χρόνο που παρέλαβε την απορριπτική απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής και δεύτερο, ακόμη και στην περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι τον εκπροσωπούσε μέχρι τότε, εάν και πότε ο Θ. Αχιλλέως ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης. Το τελευταίο αποτελεί αναγκαίο όρο εκ των ων ουκ άνευ, προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί κατά πόσο παρήλθε η σχετική προθεσμία των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, για να διαφανεί εν τέλει κατά πόσο η συγκεκριμένη απόφαση οριστικοποιήθηκε κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Στην απουσία απόδειξης των παραπάνω στοιχείων, σε εφαρμογή και όσων αναφέρονται στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, η σχετική κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος στην 1η κατηγορία αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΠ Subject: Criminal /Final Αναφορά: Παραμονή στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο