← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hani Abdul Ghani Kabbara κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4474/11, 14/9/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hani Abdul Ghani Kabbara κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4474/11, 14/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4474/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v.

  1. Hani Abdul Ghani Kabbara
  2. Xρυσόστομου Σκούρου Κατηγορούμενων ----------------------------- Ημερομηνία: 14.9.2012 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Α. Σάββα) Για τον Κατηγορούμενο 1: κ.κ. Λ. Λουκαϊδης και Α. Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος 1: Παρών ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η ------------------------------ Ο 1ος κατηγορούμενος (στο εξής «ο κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255

(1)
(2)
(3), 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα (415η κατηγορία), την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (438η κατηγορία) και τέλος, την κατηγορία της αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα (439η κατηγορία). Η υπόθεση αρχικά περιελάβανε 410 κατηγορίες, για τις οποίες, ο 1ος κατηγορούμενος καθώς και ο 2ος παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον του κακουργιοδικείου. Ακολούθως, δυνάμει σχετικής συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα για συνοπτική εκδίκασή της τέθηκε ενώπιόν μου. Αργότερα και συγκεκριμένα, στις 2.6.2011, δυνάμει σχετικού διατάγματος, εναντίον και των δύο κατηγορούμενων προστέθηκαν οι κατηγορίες 411 μέχρι 438, ενώ, την ίδια μέρα διακόπηκαν και για τους δύο κατηγορούμενους οι κατηγορίες 1 μέχρι 410, στις οποίες απαλλάχθηκαν. Στις 10.6.2011, ο 2ος κατηγορούμενος απαλλάχθηκε και στις κατηγορίες 411 μέχρι 438, οι οποίες, επίσης διακόπηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα. Η τελευταία κατηγορία - 439η - προστέθηκε εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος της κατηγορούσας αρχής, το οποίο, παρά την ένσταση της υπεράσπισης έγινε δεκτό. Τέλος, μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και συγκεκριμένα, στις 11.7.2012, με εξαίρεση τις κατηγορίες 415, 438 και 439, οι υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος διακόπηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα την απαλλαγή του κατηγορούμενου και σ' αυτές. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών (περιλαμβανομένων και αυτών που διακόπηκαν μετά τη συμπλήρωση της υπόθεσής της) παρουσίασε στο δικαστήριο τους ακόλουθους 20 μάρτυρες: Τον αρχιαστυφύλακα 2118 Α. Πόλια (Μ.Κ.1), το λοχία 2492 Σ. Περικλέους (Μ.Κ.2), τον ειδικό αστυφύλακα 5697 Π. Κυπριανού (Μ.Κ.3), τον αστυφύλακα 4008 Π. Πιερή (Μ.Κ.4), την αστυφύλακα 4282 Ε. Λοϊζου (Μ.Κ.5), τον αστυφύλακα 1094 Μ. Πετάση (Μ.Κ.6), τον ειδικό αστυφύλακα 5452 Γ. Σωτηρίου (Μ.Κ.7), τη γιατρό Β. Δημητρίου (Μ.Κ.8) και τους Σ. Καννίδη (Μ.Κ.9), Λ. Καρταπάνη (Μ.Κ.10), Δ. Μηνά (Μ.Κ.11), Φ. Αλεξάνδρου (Μ.Κ.12), Μ. Ροδά (Μ.Κ.13), Κ. Χαραλάμπους (Μ.Κ.14), Ι. Γρηγορίου (Μ.Κ.15), Θ. Χρίστου (Μ.Κ.16), Χρ. Καρλεττίδου (Μ.Κ.17), Μ. Χριστοφόρου (Μ.Κ.18), Φ. Χριστοδουλίδη (Μ.Κ.19) και Κ. Αδάμου (Μ.Κ.20). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, εάν στον ουσιώδη χρόνο κλάπηκε από την αυτόματη ταμειακή μηχανή (στο εξής «Α.Τ.Μ.») της Μarfin Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής «Λαϊκή Τράπεζα») που βρίσκεται στη γωνία των οδών Αθηνών και Νικόλα Ξιούτα στη Λεμεσό, με τη χρήση της πλαστής πιστωτικής κάρτας με αριθμό 5145 0600 7438 0758, το χρηματικό ποσό των €10.000 σε μετρητά. Δεύτερο, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο παραπάνω ερώτημα, εάν πρόκειται για τον κατηγορούμενο ο δράστης της κλοπής. Τρίτο, εάν κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στο Μ.Κ.7, κάτω από συνθήκες, με τον τρόπο και για το λόγο που ανάφερε ο μάρτυρας και, σε τέτοια περίπτωση, εάν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα των κατηγοριών 438 και 439 ή εάν είναι ο Μ.Κ.7 που επιτέθηκε του κατηγορούμενου. Τέταρτο, εάν η σύλληψη του κατηγορούμενου από το Μ.Κ.7 ήταν νόμιμη ή παράνομη και αντισυνταγματική και στη δεύτερη περίπτωση, εάν θα πρέπει να αποκλειστεί από το μαρτυρικό υλικό, το χρηματικό ποσό των €10.000 σε χαρτονομίσματα των €50 που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου, κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας που του έγινε μετά τη σύλληψή του από το Μ.Κ.
  1. Αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω από το Μ.Κ.7 να προβαίνει σε ανάληψη χρημάτων από την επίδικη Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας, με τη χρήση πλαστής πιστωτικής κάρτας και κατά τον ίδιο χρόνο να τα τοποθετεί στην τσέπη του. Κατά συνέπεια διέπραξε το αδίκημα της κλοπής του χρηματικού ποσού των €10.000 που αργότερα βρέθηκε στην κατοχή του. Επιπλέον, όταν ο κατηγορούμενος, κληθείς από το Μ.Κ.7 - αφού προηγουμένως του ανάφερε ότι είναι αστυνομικός - να του δώσει το δελτίο ταυτότητάς του για να εξακριβώσει τα στοιχεία του, αντί να συμμορφωθεί του επιτέθηκε σπρώχνοντάς τον και ακολούθως, στην προσπάθεια του μάρτυρα να τον ακινητοποιήσει, ο κατηγορούμενος το χτύπησε με τη γροθιά του στο υπηρεσιακό κράνος και τον κλώτσησε στην κοιλιά, σε συνδυασμό και με τον τραυματισμό που του προκάλεσε διέπραξε το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Τέλος, όταν στη συνέχεια και αφού στο μεταξύ ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή, ο μάρτυρας προσπάθησε εκ νέου να τον ακινητοποιήσει για να το συλλάβει, το γεγονός ότι αυτός αντιστεκόταν στη σύλληψη και στην προσπάθειά του να διαφύγει, έσπρωχνε και χτυπούσε με τα χέρια το μάρτυρα διέπραττε και το αδίκημα της αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως, για τα ποινικά αδικήματα της εξακρίβωσης στοιχείων και της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, αδικήματα για τα οποία, εν τέλει συνελήφθηκε καθ' όλα νόμιμα από το μάρτυρα, με τη βοήθεια και του Μ.Κ.
  2. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος έχοντας υπόψη τι ανάφερε ενόρκως στο δικαστήριο, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του ισχυρίζεται τα εξής, μεταξύ άλλων: Στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν μπροστά από την επίδικη Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας, επειδή ήθελε να δει κατά πόσο θα μπορούσε να στείλει μέσω της κάποια χρήματα στον Καναδά, για να πληρώσει κάποιους λογαριασμούς. Για το σκοπό αυτό θα χρησιμοποιούσε μέρος του ποσού των €10.000 που κρατούσε, που αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού των €20.000 που κατάθεσε ως εγγύηση στο δικαστήριο, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, το οποίο του επιστράφηκε μέσω του δικηγόρου του μετά την αθώωσή του, στις 25.2.
  3. Ο δικηγόρος του, αφού κράτησε για τον εαυτό του το ποσό των €10.000 επέστρεψε στον ίδιο το υπόλοιπο ποσό, σε χαρτονομίσματα των €
  4. Ενώ λοιπόν στεκόταν μπροστά από την Α.Τ.Μ. και κοίταζε την οθόνη και τα κουμπιά της, άλλαξε γνώμη, επειδή δεν ήταν σίγουρος αν μπορούσε να διεξάγει τη συγκεκριμένη πράξη. Έτσι έβαλε την πιστωτική του κάρτα στο πορτοφόλι και το πορτοφόλι του πίσω στην αριστερή τσέπη του σακακιού του. Τότε άκουσε κάποιο θόρυβο από πίσω του και ακολούθως αισθάνθηκε κάποιο να του επιτίθεται βίαια από πίσω στην πλάτη. Επρόκειτο για το Μ.Κ.7, που εκείνη τη στιγμή δεν ήξερε ποιος ήταν μα ούτε και την ιδιότητά του, αφού δεν του την αποκάλυψε. Αισθάνθηκε ότι του επιτέθηκε για να το ληστέψει, έτσι, πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να το σπρώξει μακριά για να απελευθερωθεί, ωστόσο, αυτός, το χτύπησε στο κεφάλι οπότε αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Πάλεψαν για λίγα δευτερόλεπτα και βρέθηκαν στο έδαφος. Μετά από λίγο ήρθε ακόμη ένας άνδρας, ο οποίος το χτυπούσε και αυτός οπότε και έχασε τις αισθήσεις του. Ύστερα βρέθηκε σε ένα τζιπ μαζί και με τους δυο που του επιτέθηκαν και άλλους, με τα χέρια δεμένα με χειροπέδες πίσω από την πλάτη. Η αστυνομία τον συνέλαβε επίσημα στο νοσοκομείο, γύρω στις 4:30μ.μ., οπότε και τον πληροφόρησε για τις εναντίον του κατηγορίες. Ούτε έκλεψε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων μα ούτε και χρησιμοποίησε την πιστωτική του κάρτα στον ουσιώδη χρόνο. Ούτε καν άγγιξε την Α.Τ.Μ. Δεν επιτέθηκε στο Μ.Κ.7, αντίθετα, ο ίδιος δέχθηκε επίθεση από αυτόν. Ό,τι έκανε ο ίδιος ήταν η άμυνά του έναντι ενός άγνωστου με κράνος που θεώρησε ότι ήθελε να το ληστέψει. Η σύλληψή του από το μάρτυρα ήταν έκδηλα παράνομη, πρώτο, επειδή έγινε χωρίς δικαστικό ένταλμα σύλληψης, κάτι που μπορούσε να γίνει μόνο αν είχε διαπράξει αυτόφωρο αδίκημα, δεύτερο, επειδή, αν και δε δέχεται ότι ο μάρτυρας του ζήτησε τα στοιχεία του, ακόμη και να του τα είχε ζητήσει, το γεγονός ότι δεν πήρε απάντηση, δεν αποτελεί αδίκημα, σύμφωνα με το άρθρο 76 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002, τρίτο, επειδή ο Μ.Κ.7 παρέλειψε να συμμορφωθεί προς το άρθρο 11 του Συντάγματος. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε παράνομα και αντισυνταγματικά καθιστά το ποσό των €10.000 που βρέθηκε στην κατοχή του, κατά τη διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε της σύλληψής του, μη αποδεκτή μαρτυρία, ως προϊόν παράνομης σύλληψης. Τέλος, αποτελεί θέση του κατηγορούμενου ότι η κλαπείσα περιουσία δεν είναι της τράπεζας. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Σε σχέση με την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Τέλος, αναφορικά με την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί, από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, την οποία, για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια θεωρώ και πιο λογική από την εκδοχή του κατηγορούμενου. Ο αρχιαστυφύλακας 2118 Α. Πόλιας (Μ.Κ.1) στον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας, σε σχέση με τα υπό διερεύνηση, τότε, αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του αναφέρονται στη γραπτή του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, ο μάρτυρας παρουσίασε και διάφορα τεκμήρια, ανάμεσά τους και η επίδικη πλαστή πιστωτική κάρτα με αριθμό 4381 0136 0351 6109 (βλ. το τεκμήριο 5) καθώς και τις πέντε αποδείξεις ανάληψης χρημάτων από την επίδικη Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας, ημερομηνίας 27.2.2011 (βλ. το τεκμήριο 8). Μολονότι ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του, στο σύνολό της γίνεται αποδεκτή. Δεκτή στο σύνολό της, βασικά και ως αναντίλεκτη, εκτός από αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία του λοχία 2492 Σ. Περικλέους (Μ.Κ.2). Για τις ενέργειες και αυτού παραπέμπω στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 3), το οποίο υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στα εξής: Ο μάρτυρας που υπηρετεί στον κλάδο δακτυλοσκοπίας και φωτογραφιών του ΤΑΕ Λεμεσού, στις 27.2.2011 και μεταξύ των ωρών 10:30 με 10:40 φωτογράφησε την επίδικη Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, απ' όπου και παρέλαβε την επίδικη πλαστή πιστωτική κάρτα (τεκμήριο 5). Δέκα από τις φωτογραφίες που έλαβε συνθέτουν σε δέσμη το τεκμήριο
  2. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ειδικού αστυφύλακα 5697 Π. Κυπριανού (Μ.Κ.3) ως μάρτυρα είναι εξαιρετική. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός και απαντούσε αυθόρμητα και με ειλικρίνεια σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση. Απεναντίας, η μαρτυρία του και κατ' επέκταση η εκδοχή του, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται και/ή ενισχύεται ουσιωδώς από άλλη άμεση και πραγματική μαρτυρία. Ούτε και μου διαφεύγει ότι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του παρέμειναν αναντίλεκτοι. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του στο σύνολό της γίνεται αποδεκτή. Για τους ίδιους λόγους που έχω δεχτεί τη μαρτυρία του προηγούμενου μάρτυρα δέχομαι και αυτή του επόμενου που είναι ο αστυφύλακας 4008 Π. Πιερή (Μ.Κ.4). Για τις ενέργειες στις οποίες έχει προβεί ο μάρτυρας και γενικά για οτιδήποτε γνωρίζει για την υπόθεση παραπέμπω στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 9), το οποίο υιοθετήθηκε από αυτό για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Συγκρατώ από τη μαρτυρία του τα εξής: Στις 27.2.2011 και περί ώρα 09:30 παρέλαβε τον κατηγορούμενο, ο οποίος, όπως του ανάφεραν τα μέλη του ΟΠΕ Λεμεσού και της Τροχαίας που το μετέφεραν στο γραφείο του συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, ως επίσης και ότι θεωρείτο ύποπτος για κλοπές χρημάτων από Α.Τ.Μ. τραπεζών. Αφού παρέλαβε τον κατηγορούμενο τού ζήτησε να του δώσει τα στοιχεία του, χωρίς να συμμορφωθεί. Ευθύς αμέσως, τον υπόβαλε σε σωματική έρευνα οπότε βρήκε στην κατοχή του και συγκεκριμένα στις δυο τσέπες του μπουφάν του το οποίο φορούσε, χαρτονομίσματα των €
  3. Το ρώτησε πού βρήκε τόσα χρήματα, χωρίς να πάρει απάντηση. Από περαιτέρω έρευνα που του έκανε βρήκε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του ένα κινητό τηλέφωνο, δύο δέσμες κλειδιά και μια απόδειξη ανάληψης χρημάτων από ταμειακή μηχανή, με αριθμό απόδειξης 0365, ημερομηνίας 27.2.2011 και ώρα 07:36:17, για το χρηματικό ποσό των €2.000 (βλ. το τεκμήριο 11 η απόδειξη, της Μarfin Popular Bank Public Co Ltd, όπως ακριβώς και οι πέντε αποδείξεις που συνθέτουν το τεκμήριο 8). Μετά το τέλος της έρευνας, στην παρουσία του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας καταμέτρησε τα χρήματα που βρήκε στην κατοχή του. ΄Ηταν όλα χαρτονομίσματα των €50, για το συνολικό ποσό των €10.
  4. Επειδή υποβλήθηκε στο μάρτυρα από τον κ. Λουκαϊδη ότι την απόδειξη (τεκμήριο 11) του την έφερε ο Μ.Κ.3, ο οποίος του είπε να πει ότι τη βρήκε μέσα στο παντελόνι του κατηγορούμενου, υποβολή την οποία δε δέχτηκε ο μάρτυρας, θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής: Εκτός του ότι για λόγους που άπτονται της αξιοπιστίας του υπό κρίση μάρτυρα δέχομαι τη μαρτυρία του και επί του προκειμένου, είναι και το γεγονός, ότι δεν υποβλήθηκε κάτι ανάλογο στο Μ.Κ.3, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσει. Εν πάση περιπτώσει, κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, με την οποία, αυτονόητο ότι συναρτάται η κρίση μου σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, θα παραθέσω και διάφορους άλλους λόγους για τους οποίους θεωρώ αξιόπιστους τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Δεκτή στο σύνολό της και ως αναντίλεκτη επί της ουσίας είναι και η μαρτυρία της αστυφύλακα 4282 Ε. Λοϊζου (Μ.Κ.5), η οποία, όπως αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 12) στον ουσιώδη χρόνο παρέλαβε από τον προηγούμενο μάρτυρα τα διάφορα τεκμήρια που βρήκε στην κατοχή του κατηγορούμενου, κατά τη διάρκεια της σωματικής έρευνας στην οποία τον υπόβαλε ενωρίτερα στο γραφείο του, τα οποία, με τη σειρά της, η μάρτυρας, την ίδια μέρα παρέδωσε στο Μ.Κ.
  5. Η μαρτυρία του αστυφύλακα 1094 Μ. Πετάση (Μ.Κ.6) είναι εντελώς τυπική. Στον ουσιώδη χρόνο, κατόπιν οδηγιών απέκλεισε τη σκηνή της Λαϊκής Τράπεζας στην οδό Αθηνών. Θα έλεγα ότι ο ειδικός αστυφύλακας 5452 Γ. Σωτηρίου (Μ.Κ.7) είναι ο πλέον ουσιώδης μάρτυρας για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο μάρτυρας, παρουσιάστηκε στο δικαστήριο με πρόθεση να πει και ότι είπε την απόλυτη αλήθεια, αναφορικά με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, όπως τα βίωσε ο ίδιος από πρώτο χέρι. Ο μάρτυρας απαντούσε αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε ικανά και σε έκταση από τον κ. Λουκαϊδη, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε οποιοδήποτε σημείο. Δεν αποδίδω καθόλου σημασία σε κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίζω στη μαρτυρία του, τις οποίες θεωρώ φυσιολογικό να υπάρχουν, λόγω και του χρόνου που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και τη μέρα που κατάθεσε στο δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, στο βαθμό που υπάρχουν αντιφάσεις στη μαρτυρία του Μ.Κ.7, αυτές αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, οι οποίες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν τη μαρτυρία του επί της ουσίας, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Ούτε και μου διαφεύγει ότι η μαρτυρία του υπό αναφορά, σε σημαντικό βαθμό και πάντοτε επί της ουσίας, συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, ενώ ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της πραγματικής και ιατρικής μαρτυρίας. Αυτονόητο πως, η μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα αξιολογείται και κατόπιν σύγκρισης και αντιπαραβολής της με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, διάφορες θέσεις της υπεράσπισης που υποβλήθηκαν στο μάρτυρα παρέμειναν αίολες είτε ακόμη δε συνάδουν με τις θέσεις που υποβλήθηκαν σε άλλους μάρτυρες τους οποίους αφορούσαν. Για παράδειγμα, ενώ υποβλήθηκε στο μάρτυρα από τον κ. Λουκαϊδη, αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι υπέστη θλάση σπονδύλου - εξαιτίας της επίθεσης που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο - ότι αυτό το μαγείρεψε με το γιατρό, επειδή οι γιατροί του νοσοκομείου συνεργάζονται με την αστυνομία, στη γιατρό Β. Δημητρίου που εξέτασε το μάρτυρα και προέβηκε στη σχετική διαπίστωση, δεν υποβλήθηκε κάτι ανάλογο. Για όλους τους παραπάνω λόγους δέχομαι τη μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα στο σύνολό της. Παρότι καταρχήν επιχειρήθηκε αμφισβήτηση των προσόντων της γιατρού Β. Δημητρίου (Μ.Κ.8) από την υπεράσπιση, εν τέλει, θα έλεγα ότι εκείνο που αμφισβητήθηκε είναι το πραγματικό επί των οποίων εδράζονται τα ευρήματά της κατά την εξέταση του προηγούμενου μάρτυρα από την ίδια, στις 27.2.
  6. Για παράδειγμα, το να ζητείται από τη μάρτυρα να πει κατά πόσο ως γιατρός κάνει διάγνωση επί πόνου, ανάλογα με το τι θα της πει ο ασθενής, εκείνο που σίγουρα δε νομιμοποιεί όποιον υποβάλλει τέτοια ερώτηση είναι να ισχυρίζεται πως δεν είναι γιατρός ο ερωτώμενος. Εν πάση περιπτώσει, η μάρτυρας, η οποία εργάζεται στο τμήμα πρώτων βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, με όσα έχει αναφέρει, κυρίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης, με έχει πείσει για τα εξής: Πρώτο, ότι είναι γιατρός, με ειδικότητα γενικής ιατρικής, η οποία καλύπτει και την εξέταση στην οποία υπόβαλε το Μ.Κ.7, για την οποία - ειδικότητα - διαθέτει τόσο τα αναγκαία επιστημονικά προσόντα όσο και την αναγκαία πείρα, με δεδομένο ότι εργάζεται στο τμήμα πρώτων βοηθειών για 23 χρόνια. Δεύτερο, με έχει εφοδιάσει με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια που θα μου επιτρέψουν να καταλήξω σε δικαστική κρίση (βλ. μεταξύ άλλων Pouris & Another v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 170 και Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R.). Τρίτο, σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.7, ότι, όπως αναφέρει και στη σχετική έκθεσή της (βλ. το τεκμήριο 17), στις 27.2.2011 και ώρα 12:25 εξέτασε το Μ.Κ.7 και διαπίστωσε ότι είχε θλάση οσφυϊκής μοίρας και πόνο στην κοιλιά, στον οποίο έδωσε θεραπεία, άδεια ασθενείας μέχρι και τις 7.3.2011 (βλ. το σχετικό πιστοποιητικό - τεκμήριο 15 - ) και οδηγίες για επανεξέταση από ορθοπεδικό και νεφρολόγο, λόγω του ότι ο αριστερός του νεφρός ήταν έκτοπος, δηλαδή, δεν ήταν στη θέση του, όπως ανάφερε η μάρτυρας, απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση που της υποβλήθηκε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης. Η μαρτυρία των Μ.Κ.9 μέχρι 17 είναι εντελώς άσχετη με τις υπό κρίση κατηγορίες. Ο Μ. Χριστοφόρου (Μ.Κ.18) στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας όπου έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα. Για τις ενέργειές του και γενικά για οτιδήποτε γνωρίζει για την υπόθεση παραπέμπω στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 49) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Μολονότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, δεν έχει αμφισβητηθεί σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Συγκρατώ από αυτή τα εξής: Στις 27.2.2011 (ουσιώδης χρόνος) και περί ώρα 10:15 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από το διευθυντή του καταστήματος της τράπεζας να μεταβεί σ' αυτό, για να παραδώσει μία κάρτα η οποία κατακρατήθηκε στην Α.Τ.Μ., λόγω οδηγιών της αστυνομίας, επειδή έγινε παράνομη χρήση πλαστής κάρτας. Όταν έφτασε στην τράπεζα, αφού άνοιξε την Α.Τ.Μ. στην παρουσία της αστυνομίας βρήκε μέσα σε θήκη στην οποία κατακρατούνται οι κάρτες - για διάφορους λόγους, όπως ανάφερε αντεξεταζόμενος - την επίδικη πιστωτική κάρτα (τεκμήριο 5). Βλέπε και τις φωτογραφίες με αριθμό 6, 7, 8 , 9 και 10 επί του τεκμηρίου
  1. Από περαιτέρω εξέταση που έκανε στο ρολό καταγραφής της συναλλαγής προέκυψε ότι την ίδια μέρα, με τη χρήση της συγκεκριμένης κάρτας έγιναν πέντε συναλλαγές, μεταξύ των ωρών 09:10:13 - 09:14:23, για το ποσό των €2.000 κάθε συναλλαγή. Αφού φωτοτύπησε τις σχετικές πράξεις - συναλλαγές - τις παρέδωσε στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 50). Στην κυρίως εξέταση, ο μάρτυρας αναγνώρισε και τις πέντε αποδείξεις ανάληψης χρημάτων (τεκμήριο 8) ως αποδείξεις από την Α.Τ.Μ. της τράπεζάς τους. Συγκρατώ ακόμη από τη μαρτυρία του και τον ισχυρισμό του ότι εάν μια κάρτα είναι πλαστή, θα την κατακρατήσει η Α.Τ.Μ. σε ένα ειδικό χώρο, ως επίσης και ότι αν η μηχανή αναγνωρίσει (διαβάσει) τις πληροφορίες που περιέχει η μαγνητική ταινία της κάρτας και είναι σωστές και νοουμένου ότι μπει και ο σωστός κωδικός, μολονότι πλαστή η κάρτα, εντούτοις θα δώσει τα χρήματα. Τέλος, συγκρατώ από τη μαρτυρία του και τον ισχυρισμό του ότι η Α.Τ.Μ. έχει ώρα και η ώρα που γίνεται η ανάληψη καταγράφει και την ώρα που έχει η μηχανή, όπως είπε κατά λέξη αντεξεταζόμενος. Η μαρτυρία του Φ. Χριστοδουλίδη (Μ.Κ.19) είναι άμεσα σχετική με τη μαρτυρία του προηγούμενου μάρτυρα και φυσικά, με τη μαρτυρία του επόμενου, κυρίως όμως είναι ουσιαστικής σημασίας για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου στις επίδικες κατηγορίες. Τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του, ο οποίος κατάθεσε και ως εμπειρογνώμονας, σύμφωνα και με το περιεχόμενο της γραπτής - συμπληρωματικής - του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 51) είναι τα εξής: Είναι διευθυντής του τμήματος διαχείρισης κινδύνου της εταιρείας JCC Payments Systems Ltd (στο εξής «JCC»). Σκοπός του τμήματος είναι η παρακολούθηση των συναλλαγών με κάρτες, προς εντοπισμό ύποπτων ή δόλιων ενεργειών, για καταστολή του εγκλήματος με πιστωτικές κάρτες. Ο ίδιος είναι εξουσιοδοτημένος από τους οργανισμός Mastercard και Visa International για να προβαίνει σε έρευνες και να δρα ως expert witness σε υποθέσεις με απάτες στην Κύπρο (βλ. τα τεκμήρια 52, 53 και 54 οι σχετικές εξουσιοδοτήσεις). Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, ο μάρτυρας παρουσίασε και την αναλυτική κατάσταση της JCC (βλ. το τεκμήριο 56), επί της οποίας καταγράφονται όλες οι επιτυχημένες συναλλαγές που έγιναν με τη χρήση δύο πλαστών πιστωτικών καρτών. Πρόκειται για την επίδικη η μια (τεκμήριο 5) και για κάποια άλλη, με αριθμό 5145 0600 7624 1073, με τη χρήση της οποίας, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 56 έγιναν οι περισσότερες παράνομες συναλλαγές. Κατ' ακρίβεια, όλες, εκτός από τις πέντε πρώτες που έγιναν με τη χρήση της επίδικης πλαστής πιστωτικής κάρτας. Περαιτέρω, ο μάρτυρας εξήγησε με ποιο τρόπο το τμήμα του εντοπίζει τις ύποπτες - δόλιες συναλλαγές με τη χρήση πιστωτικών καρτών στην Κύπρο καθώς και πώς μπορεί ο ίδιος με τη χρήση ειδικής συσκευής «αναγνώστη» να ελέγξει αν μια κάρτα είναι γνήσια ή πλαστή. Εξήγησε ακόμη το βασικό κριτήριο - ένδειξη που αποδεικνύει αν μια κάρτα είναι πλαστή. Καθώς έχει αναφέρει η ένδειξη που αποδεικνύει αν μια κάρτα είναι πλαστή είναι ο εντοπισμός διαφορετικών στοιχείων κάρτας στη μαγνητική της ταινία από αυτά που φαίνονται στην μπροστινή της μεριά. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι σε σχέση με τη συσκευή «αναγνώστη», την οποία είχε μαζί του ο μάρτυρας, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός μεταξύ των δυο πλευρών, ότι έχει τη δυνατότητα να υποδεικνύει τις πλαστές πιστωτικές κάρτες και να τις ξεχωρίζει από τις γνήσιες. Ακολούθως, ο μάρτυρας έθεσε σε λειτουργία την εν λόγω συσκευή και μετά από σχετικό πείραμα που έκανε με τη χρήση της επίδικης κάρτας (τεκμήριο 5) αποδείχθηκε ότι όντως πρόκειται για πλαστή κάρτα αυτή, επειδή στην οθόνη του τερματικού της συσκευής εμφανίστηκε ο αριθμός 5145 0600 7438 0758, που είναι ο αριθμός της μαγνητικής ταινίας της κάρτας, ο οποίος ανήκει στην τράπεζα J. P. Morgan Chase των Η.Π.Α. και διαφορετικός από τον αριθμό που αναγράφεται στο μπροστινό μέρος της κάρτας, η οποία φέρει τα στοιχεία της τράπεζας Federal Bank of Middle East Κύπρου. Απ' όσα ανάφερε κατά το στάδιο της αντεξέτασής του ο μάρτυρας συγκρατώ τον ισχυρισμό του, ότι η συσκευή με την οποία προέβη στο σχετικό πείραμα διαβάζει τα στοιχεία της μαγνητικής ταινίας της κάρτας και το ίδιο ισχύει και για την απόδειξη που βγάζει η Α.Τ.Μ. μετά τη συναλλαγή που γίνεται με τη χρήση πλαστής κάρτας. Τέλος, ότι μετά από μία πετυχημένη συναλλαγή, πάντοτε με πλαστή κάρτα, χρεώνεται ο αριθμός, δηλαδή ο λογαριασμός που αναγράφεται στη μαγνητική ταινία της κάρτας. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι πρόκειται για εμπειρογνώμονα ο μάρτυρας για ό,τι ανάφερε υπό αυτή του την ιδιότητα, κάτι που εξάλλου απόδειξε και έμπρακτα ενώπιόν μου με το πείραμα που έκανε, από το οποίο προέκυψε ότι πρόκειται για πλαστή, η επίδικη πιστωτική κάρτα. Θα έλεγα πως, ούτε και αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Κατά συνέπεια, δέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Στο βαθμό που πρόκειται για εξ ακοής αυτή, τη δέχομαι, καταρχήν, επειδή παρέμεινε αναντίλεκτη. Έπειτα, επειδή, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται από άλλη μαρτυρία. Ακολούθως, επειδή δε διέγνωσα κίνητρο σε οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένου και του μάρτυρα, είτε να αποκρύψει είτε να παραποιήσει γεγονότα. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη και το γεγονός, ότι, το πρόσωπο ή πρόσωπα που προέβησαν στις αρχικές δηλώσεις, κατά κύριο λόγο βρίσκονται στο εξωτερικό, οπότε θεωρώ πως δε θα ήταν εύλογο και εφικτό για την κατηγορούσα αρχή να τους κλητεύσει ως μάρτυρες. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα είναι άμεσα σχετική και ταυτόσημη ως προς τη φύση της, ακόμη και στο βαθμό που πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, με τη μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα, οπότε, η υπεράσπιση που μέσω του κ. Λουκαϊδη διακήρυξε ότι δέχεται την αλήθεια αυτού του μάρτυρα σε κάθε λεπτομέρειά της, δεν μπορεί να αμφισβητεί τη μαρτυρία του υπό αναφορά, στο βαθμό που οι δυο μάρτυρες κατέθεσαν για τα ίδια πράγματα και ανάφεραν επίσης τα ίδια πράγματα. Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω την απόφασή μου να δεχτώ στο σύνολό της επί της ουσίας και τη μαρτυρία του Κ. Αδάμου (Μ.Κ.20). Και η ουσία της μαρτυρίας του, σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 58) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης έγκειται στα εξής: Όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας έτσι κι αυτός είναι λειτουργός στο τμήμα διαχείρισης κινδύνου της JCC. Σε έλεγχο ρουτίνας που διεξήγαγαν στο τμήμα, μέσω του συστήματος παρακολούθησης συναλλαγών στις 27.2.2011 το πρωί διαπιστώθηκαν πολλαπλές ύποπτες χρήσεις μιας κάρτας με αριθμό 5145 0600 7624 1073, σε Α.Τ.Μ. της επαρχίας Λεμεσού. Οι συγκεκριμένες χρήσεις ξεκίνησαν στις 05:57 στην Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας στην οδό Αγίας Φυλάξεως 131C. Γύρω στις 08:40 εντόπισαν τις χρήσεις της συγκεκριμένης κάρτας στην Α.Τ.Μ. της ίδιας τράπεζας στην οδό Σπύρου Αραούζου 49 οπότε και ειδοποίησαν τον αξιωματικό υπηρεσίας Λεμεσού. Στις 09:09 ειδοποίησαν και πάλι τον αξιωματικό υπηρεσίας, ότι δεύτερη κάρτα, η επίδικη είχε χρήσεις στην οδό Αθηνών. Απ' ό,τι ενημερώθηκαν έγινε κατορθωτή σύλληψη ενός ατόμου το οποίο έκανε αναλήψεις εκείνη την ώρα στη συγκεκριμένη Α.Τ.Μ. Εξέτασε τη συγκεκριμένη κάρτα, μέσω ειδικού αναγνώστη και διαπίστωσε ακριβώς ό,τι και ο προηγούμενος μάρτυρας, ο οποίος προέβη και στο πείραμα με την ίδια συσκευή ενώπιόν μου. Συγκεκριμένα διαπίστωσε ότι πρόκειται για πλαστή κάρτα, αφού διαγράφηκαν τα αυθεντικά δεδομένα της από τη μαγνητική της ταινία και έχουν γραφτεί τα δεδομένα της κάρτας με αριθμό 5145 0600 7438 0758, ο οποίος ανήκει στην τράπεζα J. P. Morgan Chase των Η.Π.Α. Εξωτερικά η κάρτα φέρει τον αριθμό 4381 0136 0351 6109 και ανήκει στην τράπεζα Federal Bank of Middle East Kύπρου. Επισημαίνεται ότι στη γραπτή κατάθεση του μάρτυρα επισυνάπτονται και αναλυτικές καταστάσεις στις οποίες φαίνονται και οι πέντε επίδικες συναλλαγές (βλ. τις πέντε τελευταίες καταχωρήσεις στην πρώτη σελίδα). Απ' όσα ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας συγκρατώ τον ισχυρισμό του ότι μετά την 5η επιτυχημένη συναλλαγή με τη χρήση της πλαστής κάρτας, η τράπεζα ενημέρωσε το σύστημά της για να κατακρατηθεί η κάρτα, όπως και έγινε, ενώ στην πράξη που κατακρατήθηκε η κάρτα, η τράπεζα δεν έδωσε χρήματα. Αλγεινή είναι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, ο οποίος υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, ήρθε σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής και ιατρικής μαρτυρίας, προέβαλε ισχυρισμούς που αφορούσαν μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής που δεν υποβλήθηκαν στους ίδιους, για να τους δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσουν, είτε ακόμη που παρέμειναν εντελώς αστήριχτοι και ατεκμηρίωτοι, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, αστήριχτοι και ατεκμηρίωτοι παρέμειναν και αρκετοί από τους ισχυρισμούς που προέβαλε μέσω του δικηγόρου του, σε διάφορους μάρτυρες κατηγορίας, τους οποίους δεν προέβαλε ο ίδιος με τη μαρτυρία του. Για όλους τους παραπάνω λόγους, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι άλλοι, θεωρώ εντελώς αναξιόπιστο μάρτυρα τον κατηγορούμενο, του οποίου απορρίπτω τη μαρτυρία ως αναξιόπιστη και ψευδή, ενώ θεωρώ την εκδοχή του σαφώς κατασκευασμένη και εκ των υστέρων σκέψεις, προκειμένου να αποστεί των ευθυνών του για ό,τι έκανε στον ουσιώδη χρόνο. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου: Ο κατηγορούμενος, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε (βλ. τα τεκμήρια 61 - στα αγγλικά - και 61Α - μετάφραση στα ελληνικά - ). Ισχυρίζεται με την πρώτη παράγραφο ότι όταν επέστρεψε από το Λίβανο το συνέλαβαν και τον κατηγόρησαν για κατοχή ναρκωτικών και μετά από δίκη, στις 30.12.2010 αθωώθηκε. Σε σχέση με εκείνη την υπόθεση προσθέτει, έτυχε κακομεταχείρισης από την αστυνομία. Όπως αναφέρει στη δεύτερη παράγραφο, τρεις βδομάδες μετά την αθώωσή του πήρε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, τα οποία κρατούσε η αστυνομία, διαρκούσης της ποινικής διαδικασίας, ενώ, την Παρασκευή 25.2.2011, ο δικηγόρος του κ. Χατζηλοϊζου τού έδωσε €10.000 σε χαρτονομίσματα των €50, που αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού των €20.000 που κατάθεσε ως εγγύηση στο πλαίσιο της υπόθεσης στην οποία αθωώθηκε. Τα υπόλοιπα €10.000 τα κράτησε ο κ. Χατζηλοϊζου. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε πως δεν του έδωσε απόδειξη ο κ. Χατζηλοϊζου για τα €10.000 που κράτησε για τον εαυτό του, ενώ, όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε πως δεν του επέστρεψε το συγκεκριμένο ποσό ο κ. Χατζηλοϊζου, «Διαφωνώ, γιατί ήρθε ο ίδιος στο δικαστήριο περί το μήνα Μάρτιο, δε θυμούμαι ακριβώς και το επιβεβαίωσε ότι μου έδωσε τις €10.000.» ήταν η απάντησή του. Δε γνωρίζω πού πήγε, αν και εφόσον ήρθε στο δικαστήριο ο κ. Χατζηλοϊζου, πάντως, ενώπιόν μου δεν παρουσιάστηκε να καταθέσει κάτι ανάλογο. Ούτε και ανάμενα ασφαλώς από την κατηγορούσα αρχή να καλέσει ως μάρτυρα το δικηγόρο του κατηγορούμενου, για να καταρρίψει ένα από τους ισχυρισμούς του που συνθέτει μέρος της υπεράσπισής του. Η κατηγορούσα αρχή έχει το γενικό βάρος να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που του προσάπτει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το ειδικό βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του κατηγορούμενου που συνθέτουν την υπεράσπισή του βαραίνει αποκλειστικά τον ίδιο. Ο δε ισχυρισμός του, γενικά και αόριστα, ότι ο κ. Χατζηλοϊζου επιβεβαίωσε ότι του αποδίδεται από τον ίδιο, υπέχει μηδενικής αξίας, αφού, όπως έχει τεθεί, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να ελεγχθεί. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, τόσο αυτός όσο και αρκετοί άλλοι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου, τέθηκαν από τον ίδιο για πρώτη φορά, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, οπότε και δεν παρεχόταν διαδικαστικά η δυνατότητα αντίκρουσής τους με μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή. Εν πάση περιπτώσει, ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα όταν ισχυριζόταν ότι το ποσό των €10.000 που βρέθηκε στην κατοχή του είναι το ποσό της εγγύησής του που του έδωσε ο δικηγόρος του, γιατί πολύ απλά, πρόκειται για το ποσό που έκλεψε από την επίδικη Α.Τ.Μ. αυτό, με τη χρήση της πλαστής πιστωτικής κάρτας (τεκμήριο 5). Ισχυρίζεται ακόμη ο κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση ότι από την Παρασκευή 25.2.2011 που του έδωσε τα €10.000 ο δικηγόρος του, τα κράτησε πάνω του και την Κυριακή 27.2.2011, ενώ περιφερόταν περπατητός στη Λεμεσό, όπου πήγε για ένα περίπατο, λόγω των εορτασμών του καρναβαλιού, καθ' οδόν είδε ένα υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας με ένα Α.Τ.Μ., οπότε αποφάσισε να πάει κοντά και να δει κατά πόσο θα μπορούσε να στείλει μερικά χρήματα στον Καναδά. Αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση γιατί δεν άφησε αυτά τα χρήματα σπίτι του, «Ήθελα να βρω ένα τρόπο να στείλω χρήματα στον Καναδά από αυτές τις €10,000.» απάντησε. «Αυτά τα λεφτά έπρεπε να τα πληρώσω στον Καναδά.» πρόσθεσε. Ευθύς αμέσως, στην ερώτηση, «Και θα έστελλες είπες τα χρήματα στον Καναδά;» «Δεν είχα αποφασίσει. Ήξερα ότι έπρεπε να στείλω κάποια χρήματα στον Καναδά για να πληρώσω κάποιους λογαριασμούς, αλλά το σκεφτόμουν ακόμη.» απάντησε. Οι αντιφάσεις που αναδύονται από τις παραπάνω απαντήσεις του κατηγορούμενου είναι ολοφάνερες. Καταρχήν, στη γραπτή του κατάθεση ισχυρίζεται ότι ενώ ήταν στην πόλη και περπατούσε, καθ' οδόν είδε ένα υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας με ένα Α.Τ.Μ. και τότε είναι που αποφάσισε να πάει κοντά για να δει κατά πόσο μπορούσε να στείλει μερικά χρήματα στον Καναδά. Επομένως, δεν μπορεί την ίδια ώρα να λέει, ότι ο λόγος που δεν άφησε τα λεφτά στο σπίτι ήταν επειδή ήθελε να βρει ένα τρόπο να στείλει χρήματα στον Καναδά από αυτά τα €10.000, ισχυρισμός που υποδηλώνει ειλημμένη απόφαση προτού φύγει από το σπίτι του, ο οποίος συγκρούεται με τον άλλο ισχυρισμό του, ότι δεν είχε αποφασίσει αν θα έστελλε χρήματα στον Καναδά, αλλά το σκεφτόταν ακόμα. Και αφού όπως ανάφερε περί το τέλος της αντεξέτασής του, σκοπός του ήταν να στείλει στον Καναδά €7.000, γιατί μετέφερε μαζί του και τα €10.000; Δεν ήταν πιο λογικό και για λόγους ασφάλειας, να αφήσει στο σπίτι τα €3.000; Ακολούθως, διερωτώμαι πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι ενώ περπατούσε είδε ένα υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας με μία Α.Τ.Μ., οπότε αποφάσισε να πάει κοντά για το λόγο που ανάφερε, τη στιγμή που, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11, ενωρίτερα, την ίδια μέρα και συγκεκριμένα στις 07:36:17 προέβη σε ανάληψη ποσού €2.000, από Α.Τ.Μ. της ίδιας τράπεζας. Αυτό είναι και το μόνο συμπέρασμα που εξάγεται αν ληφθεί υπόψη, ότι το συγκεκριμένο έγγραφο, που αποτελεί απόδειξη ανάληψης χρημάτων από Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου μετά τη σύλληψή του, κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας στην οποία τον υπόβαλε ο Μ.Κ.4 και για λόγους που έχω αναφέρει ενώ απέρριψα τη θέση, ότι έδωσε το συγκεκριμένο έγγραφο στο μάρτυρα ο Μ.Κ.3, ο οποίος του είπε δήθεν να πει ότι το βρήκε μέσα στο παντελόνι του κατηγορούμενου, ο τελευταίος, ουδέν ανάφερε επί του προκειμένου. Και με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε ανάληψη €2.000, ενωρίτερα την ίδια μέρα και μάλιστα από Α.Τ.Μ. της ίδιας τράπεζας, εύλογα ανακύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα: Πρώτο, πώς γίνεται την ίδια μέρα, από τη μια να προβαίνει σε ανάληψη χρημάτων από την τράπεζα και λίγο αργότερα, να προβληματίζεται να στείλει χρήματα στο εξωτερικό με το ίδιο μέσο και δεύτερο, γιατί δεν επιχείρησε την ώρα που έκανε την ανάληψη μέσω της Α.Τ.Μ., να εξετάσει κατά πόσο θα μπορούσε να κάνει και τις πληρωμές των λογαριασμών του στο εξωτερικό; Αντιλαμβάνομαι την αγωνία του κατηγορούμενου να θέλει να με πείσει ότι στον ουσιώδη χρόνο είχε μαζί του το πορτοφόλι του και το διαβατήριό του και μέσα στο πορτοφόλι του, την πιστωτική του κάρτα, την άδεια οδηγήσεως και την ιατρική του κάρτα καθώς και τον ισχυρισμό του, υπό τύπον διαμαρτυρίας, ότι η αστυνομία έκλεψε το πορτοφόλι του, το διαβατήριο και την πιστωτική του κάρτα και ουδέποτε του τα επέστρεψε, στην οποία - αστυνομία - ειδικά για την πιστωτική κάρτα προσάπτει και ότι ήθελαν να την εξαφανίσουν, διότι άλλως πως, δε θα μπορούσε να εξηγήσει την αθώα παρουσία του μπροστά στην Α.Τ.Μ. Αντιστρέφω το επιχείρημα και λέω ευθέως, ότι ο κατηγορούμενος επινόησε τις παραπάνω θέσεις, επειδή, διαφορετικά, δε θα μπορούσε να εξηγήσει την ένοχη παρουσία του μπροστά από την Α.Τ.Μ., χωρίς να έχει μαζί του πιστωτική κάρτα. Εν πάση περιπτώσει, το τι κατείχε στον ουσιώδη χρόνο αναφέρθηκε από το Μ.Κ.4 και σ' αυτά, δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε από τα παραπάνω αντικείμενα και με εξαίρεση το πορτοφόλι, ούτε καν υποβλήθηκε στο μάρτυρα ή σε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα οτιδήποτε από τα παραπάνω και ιδίως η θέση, ότι ο κατηγορούμενος κατείχε πιστωτική κάρτα, για να τους δοθεί η ευκαιρία αν μη τι άλλο να σχολιάσουν. Ισχυρίστηκε ακόμη ο κατηγορούμενος και επέμενε πως δεν άγγιξε την Α.Τ.Μ. μα ούτε και πήρε χρήματα από αυτή. Όπως ανάφερε χαρακτηριστικά κατά το στάδιο της αντεξέτασης, «Δεν είναι μεμπτό να κοιτάς τη μηχανή.» Ορθόν, αν έτσι είχαν τα γεγονότα. Δυστυχώς όμως για τον κατηγορούμενο, ο ισχυρισμός του πως δεν άγγιξε τη μηχανή καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της φωτογραφίας με αριθμό 5 επί του τεκμηρίου 16 (δέσμη φωτογραφιών, αποτελούμενη από 16 αριθμημένες φωτογραφίες) το οποίο, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της φωτογραφίας με αριθμό 4 επί του τεκμηρίου 4, κυριολεκτικά τον εκθέτει να έχει τοποθετημένο το δεξί του χέρι πάνω στην επίδικη Α.Τ.Μ. Το περιεχόμενο και των δύο αυτών φωτογραφιών αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα (βλ. τη Δημητρίου, ανωτέρω). Η πραγματική μαρτυρία εκθέτει ανεπανόρθωτα τον κατηγορούμενο και ως προς τον ισχυρισμό του, ότι, ενώ κοιτούσε προς την Α.Τ.Μ. - αφού στο μεταξύ έβαλε την πιστωτική του κάρτα πίσω στο πορτοφόλι του και το πορτοφόλι πίσω στην αριστερή τσέπη του σακακιού του -, τότε άκουσε κάποιο θόρυβο να προέρχεται από πίσω του και αμέσως αισθάνθηκε κάποιο να του επιτίθεται βίαια πάλι από πίσω του στην πλάτη. Παραπέμπω και πάλι στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 16 και συγκεκριμένα στις φωτογραφίες με αριθμό 6 και 7, το περιεχόμενο των οποίων μιλά από μόνο του. Στην πρώτη φωτογραφία, με αριθμό 6 φαίνεται ο κατηγορούμενος κοντά στην Α.Τ.Μ., με γυρισμένο το σώμα και το κεφάλι προς το Μ.Κ.7 να τον κοιτάει, ο οποίος, ευρισκόμενος σε μικρή έστω, αλλά, εμφανή απόσταση, να τον κοιτάει και αυτός. Στη δεύτερη φωτογραφία, με αριθμό 7, που αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, ο Μ.Κ.7, όπως ανάφερε στο δικαστήριο επεξηγώντας την, προσπαθεί να ακινητοποιήσει τον κατηγορούμενο, ο οποίος, προηγουμένως, κληθείς από τον ίδιο να του δώσει τα στοιχεία του, αντί να συμμορφωθεί τού επιτέθηκε. Και με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος είδε και μάλιστα από κάποια απόσταση το Μ.Κ.7, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι, είτε δεν κατάλαβε πως είναι αστυνομικός ο μάρτυρας, αλλά κάποιος που ήθελε να το ληστέψει είτε ακόμη ότι του επιτέθηκε ο μάρτυρας αιφνιδιάζοντάς τον, αρπάζοντάς τον σφιχτά από το λαιμό. Εκτός του ότι για λόγους που έχουν αναφερθεί η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του Μ.Κ.7 είναι εξαιρετική, οπότε δέχομαι και τον ισχυρισμό του, ότι, αφού πλησίασε τον κατηγορούμενο και του είπε την λέξη "police" και τον κάλεσε τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά να του δώσει το δελτίο ταυτότητάς του για να εξακριβώσει τα στοιχεία του είναι και το γεγονός, ότι, η πραγματική μαρτυρία, για μια φορά ακόμη αποτελεί οδηγό και γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου και επί του προκειμένου. Με δεδομένο ότι σε κάποιο στάδιο ο ένας κοιτούσε προς το μέρος του άλλου, δεν μπορεί να μην είδε ο κατηγορούμενος τη λέξη "POLICE" που αναγραφόταν σε αυτοκόλλητο, το οποίο ήταν τοποθετημένo στην υπηρεσιακή στολή - του μοτοσικλετιστή - που φορούσε ο μάρτυρας, στο ύψος του στήθους του, διαστάσεων περίπου 15,5cm μήκος και 2,5cm πλάτος, είτε ακόμη να ισχυρίζεται, αντεξεταζόμενος, πως δεν υπήρχε οποιοδήποτε σήμα «αστυνομία» που να αναγράφεται πάνω στα ρούχα του μάρτυρα, που να είναι ορατό. Ούτε και είναι αλήθεια ότι ο Μ.Κ.7 έφερε πολιτική περιβολή, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση. Ισχυρίζεται ακόμα ο κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση, ότι, εκεί στη Λαϊκή Τράπεζα, εκτός από το Μ.Κ.7 το χτύπησε και ο Μ.Κ.3, ο οποίος ήρθε λίγο αργότερα. Το χτύπησαν και οι δυο στο κεφάλι οπότε έχασε τις αισθήσεις του και ύστερα βρέθηκε σε ένα τζιπ αυτοκίνητο μαζί με τους δυο μάρτυρες και άλλους. Τότε ήταν που αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν υπό αστυνομική κράτηση. Βασανίστηκε, προσθέτει, χωρίς οίκτο από την αστυνομία. Συγκεκριμένα, το χτύπησαν πάνω στην κεφαλή με μια μεταλλική καρέκλα και του έσπασαν ένα από τα μπροστινά του δόντια. Τον κλώτσησαν και το χτύπησαν με ένα ξύλινο ραβδί, το γρονθοκόπησαν και τον αποστέρησαν από τα φάρμακά του και λόγω του ότι υπόφερε από άσθμα, δεν μπορούσε να αναπνέει. Ο βασανισμός του διήρκησε από τη στιγμή που το συνέλαβαν μέχρι και τις 3:00μ.μ. περίπου που μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εκεί, μετά από καμιά δυο μέρες τον επισκέφθηκε η επίτιμη γενική πρόξενος του Καναδά, ενώ αργότερα, στη φυλακή, τον εξέτασε ο ιδιωτικός γιατρός Ιωσηφίδης. Σύμφωνα με την έκθεσή του, ο γιατρός Ιωσηφίδης διαπίστωσε τραύματα πάνω του, μώλωπες στο κορμί του και στο πρόσωπό του. Ωστόσο, όταν του υποβλήθηκε από τον κ. Αβρααμίδη ότι ουδέποτε έχει αποδειχθεί ότι χρησιμοποιήθηκε βία εναντίον του από την αστυνομία, απάντησε περίπου ως εξής: «Τότε πώς εξηγείτε το σπασμένο πόδι μου στην έκθεση του γιατρού Ιωσηφίδη και την επίσκεψη της προξένου στο νοσοκομείο;» Πέραν από την προφανή αντίφαση, αφού για πρώτη φορά ο κατηγορούμενος επικαλείται και σπάσιμο στο πόδι, ως μέρος της διάγνωσης του γιατρού Ιωσηφίδη, σύμφωνα με την έκθεσή του, η απάντησή του στην υποβολή πως δεν υπάρχει τέτοια έκθεση ήρθε στο στάδιο της επανεξέτασης, με την κατάθεση του τεκμηρίου 62 που δεν αποτελεί ιατρική έκθεση, αλλά, μiα απλή απόδειξη είσπραξης του γιατρού Στήβεν Ιωσηφίδη, ημερομηνίας 16.6.2011, για το ποσό των €
  2. Τα μόνα σχόλια που θα ήθελα να κάνω συναφώς με το συγκεκριμένο τεκμήριο είναι ότι αυτό δεν αποτελεί ασφαλώς ιατρική έκθεση, έπειτα, ότι εκδόθηκε τέσσερις περίπου μήνες μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου και τον κατ' ισχυρισμό του ιδίου βασανισμό του από την αστυνομία και τέλος, ότι από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου δεν αποδεικνύεται οποιοσδήποτε από τους κατ' ισχυρισμό του κατηγορούμενου τραυματισμούς και κακώσεις που του προκάλεσε η αστυνομία. Κι όμως, εάν ο κατηγορούμενος έλεγε την αλήθεια, θα έπρεπε, είτε να παρουσιάσει την ιατρική έκθεση του γιατρού Ιωσηφίδη είτε το ορθότερο, να παρουσίαζε στο δικαστήριο ως μάρτυρα τον εν λόγω γιατρό. Ούτε το ένα έκανε μα ούτε και το άλλο και αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος προβάλλει σοβαρούς ισχυρισμούς οι οποίοι παρέμειναν αίολοι. Μολονότι θα μπορούσα να συνεχίσω δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Ειδικότερα: Στις 27.2.2011 και περί ώρα 09:13, ο ειδικός αστυφύλακας 5452 Γ. Σωτηρίου (Μ.Κ.7) της τροχαίας Λεμεσού, ενώ βρισκόταν σε δίκυκλη περιπολία στην οδό Αθηνών πήρε μήνυμα από τον αξιωματικό υπηρεσίας, ότι γινόταν παράνομη ανάληψη μετρητών, από την Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας που βρίσκεται στη γωνία των οδών Αθηνών και Νικόλα Ξιούτα. Ανταποκρινόμενος αμέσως στο παραπάνω μήνυμα ο μάρτυρας, ο οποίος να σημειωθεί φορούσε τη στολή του μοτοσικλετιστή εν ώρα υπηρεσίας, η οποία έφερε στο ύψος του στήθους αυτοκόλλητη ταινία, στην οποία αναγραφόταν η λέξη "POLICE", διαστάσεων, περίπου 15,5cm μήκος και 2,5cm πλάτος καθώς και προστατευτικό κράνος, σε ελάχιστο χρόνο κατευθύνθηκε προς την τράπεζα. Εκεί είδε ένα άγνωστο πρόσωπο, τον κατηγορούμενο, όπως προέκυψε αργότερα, να προβαίνει σε ανάληψη χρημάτων και να τα τοποθετεί στην αριστερή τσέπη του μπουφάν που φορούσε. Τότε σταμάτησε αμέσως τη μοτοσικλέτα και αφού πλησίασε πεζός τον κατηγορούμενο και του είπε τη λέξη "police" τον κάλεσε τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά να του δώσει το δελτίο ταυτότητάς του για να εξακριβώσει τα στοιχεία του. Ο κατηγορούμενος, χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε, αφού γύρισε προς το μέρος του και τον είδε τού επιτέθηκε σπρώχνοντάς τον με τα χέρια προς τα πίσω. Όταν στη συνέχεια ο μάρτυρας προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει, ο κατηγορούμενος το χτύπησε με τη δεξιά γροθιά στο κράνος και τον κλώτσησε στην κοιλιακή χώρα, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει προς τα πίσω από τα σκαλιά της τράπεζας, χτυπώντας στο πεζοδρόμιο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή καταδιωκόμενος από το μάρτυρα, μέχρι που έφθασε στην οδό Ανεξαρτησίας, οπότε, αφού έχασε την ισορροπία του έπεσε στο έδαφος. Στην προσπάθεια του μάρτυρα να τον ακινητοποιήσει για να το συλλάβει ακολούθησε πάλη μεταξύ τους, αφού ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν στη σύλληψή του, ενώ, στην προσπάθειά του να διαφύγει έσπρωχνε και χτυπούσε το μάρτυρα με τα χέρια. Τη στιγμή αυτή έφθασε στο μέρος και ο ειδικός αστυφύλακας 5697 (Μ.Κ.3) που κι αυτός στις 09:13 περίπου, ενώ βρισκόταν σε δίκυκλη περιπολία, έλαβε μέσω ασυρμάτου το ίδιο μήνυμα που πήρε και ο Μ.Κ.7 - για την παράνομη ανάληψη μετρητών από την Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας στην οδό Αθηνών - ο οποίος βρήκε το συνάδελφο του Μ.Κ.7 πεσμένο στο έδαφος μαζί με τον κατηγορούμενο, έξω από κάποιο κατάστημα. Με τη βοήθειά του και αφού οι δύο μάρτυρες χρησιμοποίησαν την ανάλογη βία, στις 09:20, ο Μ.Κ.7 κατόρθωσε να συλλάβει τον κατηγορούμενο και να του περάσει χειροπέδες. Το συνέλαβε για το αδίκημα της εξακρίβωσης στοιχείων και της επίθεσης εναντίον αστυνομικού. Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος δεν απάντησε. Στη συνέχεια κατέφθασαν στο μέρος μέλη του ΟΠΕ, στα οποία και παρέδωσε τον κατηγορούμενο ο μάρτυρας για τα περαιτέρω. Μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.3, καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.7, σε μισό περίπου λεπτό επέστρεψε πίσω στην τράπεζα, η οποία βρίσκεται σε πολύ κοντινή απόσταση από το σημείο σύλληψης του κατηγορούμενου, επειδή, όπως του ανάφερε ο συνάδελφός του υπήρχαν αποδείξεις από τη χρήση της Α.Τ.Μ. Εκεί εντόπισε στο έδαφος κάτω από την Α.Τ.Μ., τέσσερις αποδείξεις ανάληψης χρημάτων, για το ποσό των €2.000 κάθε μία και ακόμη μία για το ίδιο ποσό που βρισκόταν ακόμη στην υποδοχή της Α.Τ.Μ. Οι εν λόγω αποδείξεις που συνθέτουν το τεκμήριο 8 είναι ημερομηνίας 27.2.2011, της Λαϊκής Τράπεζας καθώς ήδη έχει αναφερθεί και κάτω από τη λέξη "ΤΙΜΕ" αναγράφεται η ακόλουθη ώρα σε κάθε απόδειξη: 09:10:29, 09:11:28, 09:12:31, 09:13:39 και τέλος, 09:14:40, αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος, στις 09:30 περίπου μεταφέρθηκε από τα μέλη του ΟΠΕ και συγκεκριμένα από τους αστυφύλακες 1871 και 7071 στο τμήμα μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, οι οποίοι τον παρέδωσαν στον αστυφύλακα 4008 Π. Πιερή (Μ.Κ.4), αφού προηγουμένως τον πληροφόρησαν ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, ως επίσης και ότι θεωρείτο ύποπτος για κλοπές χρημάτων από Α.Τ.Μ. τραπεζών. Σε σωματική έρευνα του κατηγορούμενου στην οποία προέβη ο μάρτυρας βρήκε στις δυο τσέπες του μπουφάν του το οποίο φορούσε, χαρτονομίσματα των €
  3. Το ρώτησε πού βρήκε τόσα χρήματα, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Όταν στη συνέχεια τον πληροφόρησε ότι θα παραληφθούν τα χρήματα που βρήκε στην κατοχή του, επειδή πιθανόν να προέρχονται από κλοπή και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος και πάλι δεν απάντησε. Από περαιτέρω έρευνα που του έκανε ο μάρτυρας, ανάμεσα στα διάφορα αντικείμενα που βρήκε στην κατοχή του ήταν και η απόδειξη ανάληψης χρημάτων από Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας, ημερομηνίας 27.2.2011, για το ποσό των €2.000, στην οποία, κάτω από τη λέξη "ΤΙΜΕ" αναγράφεται η ώρα 07:36:17 (τεκμήριο 11). Μετά το τέλος της έρευνας, ο μάρτυρας καταμέτρησε στην παρουσία του κατηγορούμενου τα χρήματα που βρήκε στην κατοχή του. Ήταν όλα χαρτονομίσματα των €50 συνολικού ύψους €10.
  4. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, ότι, για να κινητοποιηθεί η αστυνομία και να στείλει τους Μ.Κ.3 και 7 στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας όπου έλαβε χώρα το επίδικο επεισόδιο μεταξύ του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.7, μερικά λεπτά προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 09:09 δόθηκε μήνυμα στην αστυνομία από το τμήμα διαχείρισης κινδύνου της JCC ότι στην Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας στην οδό Αθηνών, η πιστωτική κάρτα (τεκμήριο 5) είχε παράνομες χρήσεις. Η συγκεκριμένη κάρτα που για λόγους που έχουν αναφερθεί είναι πλαστή εντοπίστηκε από το Μ.Κ.18 - και παραλήφθηκε από το Μ.Κ.2 γύρω στις 10:40 - σε ειδική θήκη εντός της Α.Τ.Μ., στο εσωτερικό της μέρος όπου είχε κατακρατηθεί επειδή δόθηκε εντολή από την τράπεζα για το σκοπό αυτό και τούτο, επειδή προηγουμένως, με τη χρήση της, έγιναν πέντε πετυχημένες συναλλαγές ανάληψης χρημάτων για το ποσό των €2.000 κάθε μία. Όπως προκύπτει από το ρολό καταγραφής των εν λόγω συναλλαγών (τεκμήριο 50) η πρώτη έγινε στις 09:10:13, η δεύτερη στις 09:11:11, η τρίτη στις 09:12:09, η τέταρτη στις 09:13:12 και η πέμπτη στις 09:14:
  5. Τέλος, ο Μ.Κ.7, την ίδια μέρα επισκέφθηκε το τμήμα πρώτων βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Κατά την εξέτασή του από τη γιατρό Β. Δημητρίου (Μ.Κ.8) στις 12:25 διαπιστώθηκε ότι έφερε θλάση στη οσφυϊκή μοίρα και πόνο στην κοιλιά. Του δόθηκε θεραπεία και αναρρωτική άδεια μέχρι και τις 7.3.2011 και οδηγίες για επανεξέταση από ορθοπεδικό και νεφρολόγο, λόγω του ότι ο αριστερός του νεφρός ήταν έκτοπος. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα (415η κατηγορία), την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (438η κατηγορία) και τέλος, την κατηγορία της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα (439η κατηγορία). Σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα και την έννοιά της παραπέμπω στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. Συνάγεται απ' όσα αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση, ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, δεύτερο, χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και τρίτο, με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης δημιουργεί το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν, ως αποτέλεσμα της επίθεσης, υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime, σελ. 629 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Τέλος, το αδίκημα της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης, έχοντας υπόψη το άρθρο 244(α) του Ποινικού Κώδικα που το δημιουργεί, σε συνδυασμό και με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 439ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στοιχειοθετείται όταν κάποιος, πρώτο, επιτίθεται εναντίον άλλου, δεύτερο, με σκοπό την αντίσταση ή ματαίωση της νόμιμης σύλληψής του, τρίτο, για κάποιο ποινικό αδίκημα. Ακολουθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο στη βάση όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου έχει αποδειχτεί η ενοχή του κατηγορούμενου σε οποιαδήποτε κατηγορία. Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων άμεσης, πραγματικής, επιστημονικής, περιστατικής, ιατρικής και ενισχυτικής μαρτυρίας καταλήγω στο μόνο ασφαλές συμπέρασμα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε και τα τρία αδικήματα που περικλείουν οι επίδικες κατηγορίες. Ειδικότερα: Το τμήμα διαχείρισης κινδύνου της JCC ασχολείται με την παρακολούθηση συναλλαγών που γίνονται μέσω της αποδοχής πιστωτικών καρτών στην Κύπρο και στις διάφορες Α.Τ.Μ. παγκύπρια, με σκοπό τον εντοπισμό οποιοδήποτε δόλιων ενεργειών προς διερεύνηση και καταγγελία στην αστυνομία. Το συγκεκριμένο τμήμα έχει σχέση και με τις γενικές έρευνες που αφορούν παράνομες χρήσεις καρτών ξένων εκδοτριών τραπεζών στην Κύπρο, ως οι μόνοι εκπρόσωποί τους στην Κύπρο, όταν πλήττονται τα συμφέροντά τους μέσω δόλιων ενεργειών. Κατά τον έλεγχο ρουτίνας που διεξήγαγε το τμήμα το πρωί της 27ης 2.2011 με σκοπό τον εντοπισμό και την έρευνα ύποπτων συναλλαγών, ως δόλιων εντόπισε τέτοιες συναλλαγές, με τη χρήση δύο καρτών. Στις 09:09 ειδοποίησε την αστυνομία και συγκεκριμένα τον αξιωματικό υπηρεσίας, για χρήσεις της επίδικης πιστωτικής κάρτας στην Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας στην οδό Αθηνών. Μερικά λεπτά αργότερα και συγκεκριμένα, γύρω στις 09:13, ο Μ.Κ.7, ενώ βρισκόταν σε δίκυκλη περιπολία στην οδό Αθηνών πήρε μήνυμα από τον αξιωματικό υπηρεσίας ότι γινόταν παράνομη ανάληψη μετρητών από την Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας στη συγκεκριμένη οδό. Όταν έφτασε στην τράπεζα είδε τον - άγνωστο τότε - κατηγορούμενο να προβαίνει σε ανάληψη χρημάτων από την Α.Τ.Μ. της τράπεζας και να τα τοποθετεί στην αριστερή τσέπη του μπουφάν του. Αφού τον πλησίασε πεζός και του αποκάλυψε την ιδιότητά του λέγοντάς του «police» όταν τον κάλεσε να του δώσει το δελτίο ταυτότητάς του για να εξακριβώσει τα στοιχεία του, ο κατηγορούμενος, χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε, αφού γύρισε προς το μέρος του και τον είδε και αντιλήφθηκε ότι είναι αστυνομικός, αντί να συμμορφωθεί τού επιτέθηκε με τον τρόπο που αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Ακόμη πιο βίαιη υπήρξε η αντίδρασή του και όταν στη συνέχεια ο μάρτυρας επιχείρησε να τον ακινητοποιήσει. Όταν ο μάρτυρας συνεπεία της επίθεσης που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο έπεσε και χτύπησε στο πεζοδρόμιο, ο τελευταίος τράπηκε σε φυγή, ενώ, όταν ακολούθως τον έφτασε ο μάρτυρας και προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει για να του βάλει χειροπέδες και να το συλλάβει, ακόμη και με τη βοήθεια του Μ.Κ.3, αντιστεκόταν στη σύλληψη και προσπαθούσε να διαφύγει σπρώχνοντας και χτυπώντας με τα χέρια του. Έχοντας υπόψη ότι για λόγους που έχουν αναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε από την πρώτη στιγμή πως ήταν αστυνομικός ο Μ.Κ.7, δε δικαιολογείται να αντιδράσει όπως αντέδρασε, όταν κλήθηκε από αυτόν να του δώσει το δελτίο ταυτότητάς του. Και αντέδρασε με το συγκεκριμένο τρόπο μέχρι και τις 09:20 που συνελήφθηκε από το μάρτυρα, όχι επειδή, όπως ψευδώς ισχυρίστηκε θεώρησε ότι θα το ληστέψουν, αλλά, υπό το βάρος της επίγνωσης ενοχής που είχε για ό,τι έκανε δοθέντος ότι καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω από αστυνομικό να κάνει ανάληψη χρημάτων από Α.Τ.Μ., εν γνώσει του ότι αυτό γινόταν με τη χρήση πλαστής πιστωτικής κάρτας και χωρίς να έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε άλλη, γνήσια πιστωτική κάρτα μα ούτε και την επίδικη, η οποία κατακρατήθηκε από την Α.Τ.Μ., για να εξηγήσει με ποιο τρόπο κατόρθωσε να προβεί σε ανάληψη μετρητών από Α.Τ.Μ., χωρίς τη χρήση πιστωτικής κάρτας. Κατά το χρόνο που βρισκόταν εκεί ο κατηγορούμενος, με τη χρήση της πλαστής πιστωτικής κάρτας αποσπάστηκε το συνολικό ποσό των €10.000, με πέντε διαφορετικές συναλλαγές. Προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 50 ότι με κάθε συναλλαγή - ανάληψη - η Α.Τ.Μ. έδινε στο δράστη 40 χαρτονομίσματα των €50, δηλαδή €2.000. Όχι τυχαία φυσικά, κατά τη διάρκεια της σωματικής έρευνας που έγινε στον κατηγορούμενο από το Μ.Κ.4, μερικά λεπτά αργότερα βρέθηκε στις δυο τσέπες του μπουφάν του (για να υπενθυμίσω, σύμφωνα με το Μ.Κ.7, ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο προέβαινε σε ανάληψη χρημάτων από την Α.Τ.Μ., τα οποία τοποθετούσε στην αριστερή τσέπη του μπουφάν του) το συνολικό ποσό των €10.000, ολόκληρο σε χαρτονομίσματα των €50. Όταν ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν πως είχε μαζί του το πορτοφόλι και την πιστωτική του κάρτα έλεγε ψέματα. Το ίδιο ισχύει και όταν ισχυριζόταν πως δεν άγγιξε την Α.Τ.Μ. στον ουσιώδη χρόνο, ως επίσης και ότι ενώ κοιτούσε στην Α.Τ.Μ. αισθάνθηκε κάποιο να του επιτίθεται βίαια από πίσω. Και έλεγε ψέματα στα πλέον ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης, τα οποία αποδείχθηκαν, όχι απλώς με ανεξάρτητη μαρτυρία, αλλά, με πραγματική μαρτυρία τα δυο τελευταία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αποδεικτική της αξία. Και, με δεδομένη την εμβέλεια της συγκεκριμένης μαρτυρίας είναι φανερό ότι τα ψέματα του κατηγορούμενου ήταν ηθελημένα, ενώ, το κίνητρό του να ψευστεί ήταν η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας, δεδομένων των επιπτώσεων στην υπεράσπισή του, αν έλεγε την αλήθεια. Τα παραπάνω ψέματα του κατηγορούμενου, δεν είναι ασφαλώς χωρίς συνέπειες. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Kωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου κ.ά., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 94/10, 95/10, 96/10, 97/10, 98/10 και 99/10, ημερομηνίας 16.12.2011) αυτά αποτελούν στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας σε βάρος του κατηγορούμενου, ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της κλοπής. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος της 415ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως. Ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, ότι η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής καταρρίπτεται πλήρως με βάθρο τη μαρτυρία του Μ.Κ.20, την οποία, ο κ. Λουκαϊδης αντιδιαστέλλει και αντιπαραβάλλει με άλλη έγγραφη και πραγματική μαρτυρία, δε με βρίσκει σύμφωνο. Καταρχήν, με μόνο λόγο ότι ο κατηγορούμενος καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω να προβαίνει σε ανάληψη μετρητών από Α.Τ.Μ τράπεζας, χωρίς να κατέχει πιστωτική κάρτα, ενώ μερικά λεπτά αργότερα βρέθηκε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό των €10.000, όσο δηλαδή και το συνολικό ποσό που αποσπάστηκε με τη χρήση της πλαστής πιστωτικής κάρτας. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, η υπεράσπιση, δεν μπορεί να ερμηνεύει την αποδεικτική αξία της εξ ακοής μαρτυρίας κατά πως τη βολεύει φθάνοντας στο σημείο, από τη μια να προσπαθεί να με πείσει να μην τη λάβω καθόλου υπόψη και από την άλλη να την εξομοιώνει με άμεση μαρτυρία. Άλλως πως δεν μπορώ να εξηγήσω το ακόλουθο επιχείρημα, από τη γραπτή αγόρευση του κ. Λουκαϊδη: «Εξάλλου ποιον θα πρέπει να πιστέψουμε; Τον κ. Κωνσταντίνο Αδάμου που επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων του λέγοντας ότι όλα στην κατάθεση του είναι ακριβώς όπως συνέβησαν με κάθε λεπτομέρεια. Ή θα πρέπει να προτιμήσετε το νεκρό χαρτί που δεν μπορούσε να τύχει αντεξέτασης;» Διερωτώμαι για το εξής: Αναφορικά με το χρονικό προσδιορισμό των επίδικων γεγονότων, η μαρτυρία όλων όσοι κατέθεσαν δεν είναι εξ ακοής; Με ποιο κριτήριο λοιπόν η υπεράσπιση διακρίνει τη μαρτυρία του Μ.Κ.20 επί του προκειμένου, από την υπόλοιπη μαρτυρία; Είναι σαφές ότι στα διάφορα τεκμήρια που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή υπάρχουν κάποιες μικροδιαφορές σε σχέση με το χρόνο που έγιναν οι επίδικες και παράνομες συναλλαγές (δευτερολέπτων) όχι όμως στην έκταση που τις παρουσιάζει η υπεράσπιση. Ακόμη και ο Μ.Κ.20, τη μαρτυρία του οποίου ο κατηγορούμενος, με ρητή δήλωση του δικηγόρου του αποδέχεται, που κι αυτός, κάποιο ρολόι θα συμβουλεύτηκε όταν έλεγε ότι στις 09:09 ειδοποίησαν τον αξιωματικό υπηρεσίας, σε σχέση με τις λεπτομέρειες των συναλλαγών παραπέμπει σε αναλυτικές καταστάσεις με την ένδειξη ΦΧ
  1. Και σ' αυτές, στο τέλος της πρώτης σελίδας εμφαίνονται οι πέντε επίδικες συναλλαγές, με την πρώτη να γίνεται στις 09:09 και την πέμπτη στις 09:
  2. Επομένως είναι φανερό, ότι, όταν ο μάρτυρας αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση ότι στις 09:09 ειδοποίησαν τον αξιωματικό υπηρεσίας ότι η επίδικη κάρτα είχε χρήσεις στην Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας στην οδό Αθηνών, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι αυτό που ήθελε να πει είναι ότι μέχρι και την ώρα αυτή είχαν συμπληρωθεί οι πέντε παράνομες και επίδικες συναλλαγές. Ούτε και είναι ορθό ότι προέβη οποτεδήποτε σε τέτοια ερμηνεία ο μάρτυρας. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω και τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του Μ.Κ.18 κατά το στάδιο αντεξέτασης, ότι οι ώρες που αναγράφονται στο τεκμήριο 50 είναι οι ώρες που έγιναν οι επίδικες αναλήψεις, με την πρώτη να γίνεται στις 09:10:13 και την τελευταία στις 09:14:
  3. Και αυτές οι ώρες είναι σύμφωνα με την ώρα που είχε η Α.Τ.Μ. που έδωσε και τα χρήματα οπότε και ο βαθμός εξ ακοής μαρτυρίας είναι πιο μικρός. Είναι σαφές λοιπόν ότι η ώρα 09:09 που αναφέρει ο Μ.Κ.20 στην κατάθεση του δεν μπορεί να έπεται του χρόνου που έγιναν οι παράνομες συναλλαγές, κάτι που άλλωστε προκύπτει και από την ίδια την κατάθεσή του, ο οποίος αναφέρει τα εξής, με αναφορά στη συγκεκριμένα ώρα: «Από ότι ενημερωθήκαμε έγινε κατορθωτή σύλληψη ενός ατόμου το οποίο έκανε αναλήψεις εκείνη την ώρα στη συγκεκριμένη Α.Τ.Μ.» Προφανώς, ο μάρτυρας αναφέρεται στον κατηγορούμενο, αφού μόνο αυτός συνελήφθηκε τη συγκεκριμένη μέρα, στην Α.Τ.Μ. της συγκεκριμένης τράπεζας, περίπου κατά τον χρόνο που αναφέρει ο ίδιος. Και για να συνεχίσω ότι εκείνο που προέχει δεν είναι τόσο οι ώρες που αναγράφονται στα διάφορα τεκμήρια, που εν πάση περιπτώσει, ούτε κι αυτές δημιουργούν οποιοδήποτε πρόβλημα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά, κυρίως, τα υπόλοιπα στοιχεία μαρτυρίας που έχουν αναφερθεί προκύπτει και απ' όσα ακολουθούν: Καθ' όν χρόνο ο κατηγορούμενος καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω από το Μ.Κ.7 να κάνει ανάληψη χρημάτων από την Α.Τ.Μ., κάτω στο έδαφος υπήρχαν και οι τέσσερις από τις πέντε αποδείξεις ανάληψης, ενώ η πέμπτη βρισκόταν ακόμη στην υποδοχή της Α.Τ.Μ. Και οι πέντε αποδείξεις παραλήφθηκαν από το Μ.Κ.3, καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.
  4. Η τελευταία, προφανώς παρέμεινε στην υποδοχή της Α.Τ.Μ., επειδή παρενέβη ο Μ.Κ.7 και ο κατηγορούμενος δεν πρόλαβε να προβεί σε νέα ανάληψη, αφού, συν τοις άλλοις, όπως ανάφερε ο Μ.Κ.20 είχε δοθεί εντολή από την τράπεζα να κατακρατηθεί η πλαστή κάρτα. Απ' εκεί και πέρα, οι λόγοι για τους οποίους η επίδικη κάρτα είναι πλαστή έχουν ήδη αναφερθεί. Επομένως, δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Εξάλλου, βασικά, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών το συγκεκριμένο γεγονός Το μόνο που θα ήθελα να πω, υπό μορφή απάντησης στον ισχυρισμό ότι η κλαπείσα περιουσία δεν είναι της τράπεζας είναι να παραπέμψω στο άρθρο 255
(2)(γ) του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, ο όρος «ιδιοκτήτης» περιλαμβάνει και αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Επομένως, είτε ιδιοκτησία της Λαϊκής Τράπεζας είναι τα €10.000 είτε της τράπεζας J.P. Morgan Chase των ΗΠΑ - το πιο πιθανόν - το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχτεί. Ειδικά για τα αδικήματα των κατηγοριών 438 και 439 για σκοπούς στοιχειοθέτησης παραπέμπω στα ακόλουθα στοιχεία μαρτυρίας. Το μήνυμα που έλαβε ο Μ.Κ.7 ενώ βρισκόταν στην οδό Αθηνών, σύμφωνα με το οποίο γινόταν παράνομη ανάληψη μετρητών από την Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας που βρίσκεται στη συγκεκριμένη οδό, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, ουσιαστικά, ευθύς αμέσως, ο μάρτυρας εντόπισε τον κατηγορούμενο μπροστά από την Α.Τ.Μ. της εν λόγω τράπεζας να προβαίνει σε ανάληψη μετρητών, νομιμοποιούσε το μάρτυρα, όχι απλώς να ζητήσει από τον κατηγορούμενο να του δώσει την ταυτότητά του για να εξακριβώσει τα στοιχεία του και ακολούθως να επιχειρήσει να τον περιορίσει για το λόγο αυτό, αλλά, ακόμη και να το συλλάβει. Δυνάμει του άρθρου 14
(1)(α) της Ποινικής Δικονομίας είχε το δικαίωμα να το συλλάβει χωρίς ένταλμα σύλληψης, επειδή στη βάση των παραπάνω στοιχείων, εξ αντικειμένου είχε εύλογη αιτία να υποψιάζεται ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της κλοπής χρημάτων από την Α.Τ.Μ. της τράπεζας. Ακολούθως, θα μπορούσε να το συλλάβει και σε εφαρμογή του εδαφίου
(1)(ια) του ίδιου άρθρου, στη βάση πάντοτε της εύλογης αιτίας που είχε να υποψιάζεται ότι διέπραξε το αδίκημα της κλοπής και ενώ του ζήτησε το δελτίο ταυτότητάς του για να εξακριβώσει τα στοιχεία του, όχι μόνο δε συμμορφώθηκε, αλλά επιτέθηκε κιόλας στο μάρτυρα. Με τη συμπεριφορά του αυτή, ο κατηγορούμενος παρεμπόδιζε το μάρτυρα να εκτελέσει τα καθήκοντά του, οπότε αυτός είχε το δικαίωμα να το συλλάβει και σε εφαρμογή του εδαφίου
(1)(γ) του ίδιου άρθρου. Έπειτα, σε εφαρμογή του άρθρου 28 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν.73
(1)/04), ο μάρτυρας είχε την εξουσία να ανακόψει, κατακρατήσει και ερευνήσει ακόμη τον κατηγορούμενο, στη βάση του εύλογου της υποψίας που είχε ότι διέπραττε το αδίκημα της κλοπής, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, για να επαναλάβω, το βρήκε να προβαίνει σε ανάληψη χρημάτων από την Α.Τ.Μ. της τράπεζας [άρθρο 28
(1)(α) (ii)]. Όταν ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στο Μ.Κ.7, αρχικά σπρώχοντάς τον, ακολούθως χτυπώντας το με γροθιά στο κεφάλι και κλωτσώντας τον στην κοιλιά και τέλος αφού τράπηκε σε φυγή, στη νέα προσπάθεια που κατέβαλε ο μάρτυρας για να τον ακινητοποιήσει και να το συλλάβει, αντιστεκόταν, ενώ, στην προσπάθεια του να διαφύγει έσπρωχνε και χτυπούσε το μάρτυρα με τα χέρια, διέπραττε το αδίκημα της κοινής επίθεσης. σε συνδυασμό και με τα τραύματα που προκάλεσε στο μάρτυρα, τα οποία ασφαλώς συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη διέπραττε το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Τέλος, το γεγονός ότι όταν ο μάρτυρας επιχειρούσε να συλλάβει τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της επίθεσης που διέπραξε εναντίον του, αυτός αντιστεκόταν στοιχειοθετεί και το αδίκημα της αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως. Προτού καταλήξω θα επιχειρήσω να δώσω απάντηση σε όσες θέσεις, επιχειρήματα και ισχυρισμούς του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου δεν έχουν απαντηθεί μέχρι στιγμής. Το γεγονός ότι τα δακτυλικά αποτυπώματα καθώς και το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου δεν εντοπίστηκαν είτε στο πληκτρολόγιο της Α.Τ.Μ. είτε στην πλαστή πιστωτική κάρτα δεν συνεπάγεται και απουσία επαφής του κατηγορούμενου με τα δυο αυτά αντικείμενα. (Βλ. Χαρίτου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225 και Πιτσιλλίδης κ.α. v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 662.) Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε εκείνη τη μαρτυρία που θεωρούσε αναγκαία για σκοπούς απόδειξης των επίδικων κατηγοριών την οποία θεωρώ ικανοποιητική και στη βάση της είναι που θα διαγνωστεί η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Επομένως, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε πρόβλημα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, επειδή δεν κατατέθηκαν οποιεσδήποτε άλλες φωτογραφίες, πέραν όσων έχουν κατατεθεί είτε ακόμη βίντεο που να καλύπτουν το χρόνο προτού μεταβεί εκεί ο κατηγορούμενος, είτε τέλος που να δείχνει - το βίντεο - τι έκανε εκεί ο κατηγορούμενος, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη η κρίση μου επί της αξιοπιστίας τόσο του κατηγορούμενου όσο και του Μ.Κ.7. Οι λόγοι για τους οποίους έχω δεχτεί και την εξ ακοής μαρτυρία αναφέρονται σε άλλο σημείο. Κατά συνέπεια δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Περιορίζομαι να προσθέσω τη γενική αρχή ότι η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής (άρθρο 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου). Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η αστυνομία «.ως γνωστό έχει ως βασικό εργαλείο ανίχνευσης αδικημάτων στην Κύπρο το βασανισμό...» για το δικαστήριο, ούτε είναι μα ούτε και μπορεί να είναι γνωστό κάτι τέτοιο, μάλιστα, σε βαθμό που, όπως τίθεται, να θεωρείται ότι μπορώ να έχω και δικαστική γνώση. Όταν προβάλλεται ανάλογος ισχυρισμός αποτελεί επίδικο θέμα που εξετάζεται και αποφασίζεται όπως όλα τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Κάτι ανάλογο έγινε και στην παρούσα υπόθεση, όπου, για λόγους που έχω αναφέρει απέρριψα τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι υπήρξε θύμα κακοποίησης ή βασανισμού από την αστυνομία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο δε ισχυρισμός, ότι, η αστυνομία, στην προσπάθειά της να δημιουργήσει υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενο εκ του μη όντος με μία παράνομη παραδοχή, «Και όσο δεν την έπαιρνε έσπαζε τα δόντια του...» είναι εντελώς ατεκμηρίωτος, χωρίς να μου διαφεύγει, ότι, ενώ κατά τη δίκη γινόταν λόγος για δόντι, ο κ. Λουκαϊδης, με την αγόρευσή του, αναφέρεται σε δόντια. Εν πάση περιπτώσει, ίχνος ιατρικής μαρτυρίας υπάρχει που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος οποτεδήποτε είχε σπασμένο έστω και ένα δόντι. Ο ισχυρισμός ότι η κατηγορούσα αρχή δεν αμφισβήτησε την επιστροφή της εγγύησης του κατηγορούμενου δεν ευσταθεί αφού, αμφισβητήθηκε ευθέως από τον κ. Αβρααμίδη, στο πλαίσιο αντεξέτασης του κατηγορούμενου ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Ο Μ.Κ.7 εξήγησε με πολύ σαφή, τεκμηριωμένο και πειστικό τρόπο για ποιο λόγο ζητούσε από τον κατηγορούμενο να του δώσει τα στοιχεία του. Με τη σειρά μου παρέθεσα και το νομιμοποιητικό βάθρο για τη συγκεκριμένη απαίτηση του μάρτυρα. Κατά συνέπεια, το άρθρο 76 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (Ν.141
(1)/02) δε βοηθά τον κατηγορούμενο για το λόγο που το επικαλέστηκε ο δικηγόρος του. Τέλος, η θέση ότι θα πρέπει να αποκλειστεί η μαρτυρία της κατοχής από τον κατηγορούμενο του χρηματικού ποσού των €10.000, επειδή, η ανεύρεσή της, ως επακόλουθο της προηγηθείσας «παράνομης» σύλληψης του κατηγορούμενου είναι προϊόν παράνομης έρευνας, επομένως αποτελεί απαράδεκτη μαρτυρία, είναι αβάσιμη για τρεις λόγους: Καταρχήν, επειδή για λόγους που έχουν αναφερθεί η σύλληψη του κατηγορούμενου από το Μ.Κ.7 ήταν καθ' όλα νόμιμη. Έπειτα, επειδή, ο Μ.Κ.4, ο οποίος υπόβαλε τον κατηγορούμενο σε σωματική έρευνα, κατά τη διάρκεια της οποίας βρήκε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό των €10.000, προηγουμένως είχε ενημερωθεί από συναδέλφους του, οι οποίοι του παρέδωσαν τον κατηγορούμενο, ότι αυτός συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, ως επίσης και ότι θεωρείτο ύποπτος για κλοπές χρημάτων από Α.Τ.Μ. τραπεζών. Με αυτό ως δεδομένο, ο μάρτυρας είχε εξουσία να ερευνήσει τον κατηγορούμενο, σε εφαρμογή, τόσο του άρθρου 10 όσο και του άρθρου 25
(1)(α) της Ποινικής Δικονομίας. Σε εφαρμογή δε του εδαφίου
(2)του άρθρου 25 είχε το δικαίωμα να κατακρατήσει το συγκεκριμένο ποσό. Τέλος, έχοντας υπόψη ότι στις 24.4.2012 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός μεταξύ των δυο πλευρών, ότι η λήψη, καταγραφή, σφράγιση, διακίνηση και φύλαξη των τεκμηρίων έγινε σύμφωνα με το νόμο κ.λ.π., ο κατηγορούμενος κωλύεται και/ή δε νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι η ανεύρεση στην κατοχή του του χρηματικού ποσού των €10.000 δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου και στις τρεις κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος, στις κατηγορίες 415, 438 και 439 κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΜΠ Αναφορά: κλοπή από Α.Τ.Μ. τράπεζας, επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.