← Κύπρος

Χαράλαμπος Γεωργίου κ.α. ν. Τατιάνας Σιμιλλίδου, Αρ. Υπόθεσης: 12074/10, 27/7/2012

Χαράλαμπος Γεωργίου κ.α. ν. Τατιάνας Σιμιλλίδου, Αρ. Υπόθεσης: 12074/10, 27/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12074/10

  1. Χαράλαμπος Γεωργίου
  2. Στάλω Γεωργίου v. Τατιάνας Σιμιλλίδου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 27.07.12 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Δ. Μιχαήλ Για Κατηγορούμενη: κος Χ. Ιωάννου Κατηγορούμενη: παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 της ιδίας νομοθεσίας. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.07.12, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης ανάφερε ότι η πελάτιδα του είναι 47 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, νυμφευμένη με κύπριο και μητέρα ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 5 ετών η οποία διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 15 χρόνια. Όπως ο κύριος Ιωάννου εξήγησε, επειδή ο σύζυγος της πελάτιδας του εργάζεται πολλές ώρες καθημερινώς η κατηγορούμενη έχει υπό τη συνεχή φροντίδα και φύλαξη της τη μονάκριβη θυγατέρα της. Περαιτέρω, ο εν λόγω συνήγορος σημείωσε ότι τα επίδικα περιστατικά στα οποία η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη με βάση την δικαστική απόφαση ημερομηνίας 25.07.12 εντάσσονται στα πλαίσια μιας γενικότερης διαμάχης που υπάρχει μεταξύ των παραπονούμενων και της κατηγορουμένης. Είναι η θέση του κυρίου Ιωάννου ότι στην παρούσα περίπτωση υπάρχει το στοιχείο της πρόκλησης καθότι τα καθημερινά περιστατικά που διαδραματίστηκαν μεταξύ τους ουσιαστικά οδήγησαν την κατηγορούμενη στο να ανταποδώσει μέσω των επιδίκων επεισοδίων. Σε σχέση με το αδίκημα της κοινής επίθεσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι αυτό θα πρέπει να αντικριστεί ως ένα μεμονωμένο γεγονός με την κατηγορούμενη να δικαιούται μία δεύτερη ευκαιρία. Επίσης, ο εν λόγω συνήγορος επισήμανε ότι ο αναληθής ισχυρισμός του πρώτου παραπονούμενου να δείξει ότι είχε τραυματιστεί από τα θραύσματα του πιάτου που ρίχτηκε θα πρέπει να εκληφθεί ως αλλότρια προσπάθεια του να αποδώσει στην κατηγορούμενη τη διάπραξη αδικήματος μεγαλύτερης σοβαρότητας από αυτής που το Δικαστήριο τελικά έκρινε με ευρύτερες προεκτάσεις ως προς τα κίνητρα του για να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα ακόμη με τον κύριο Ιωάννου, η πιθανότητα τραυματισμού του πρώτου κατηγορουμένου είναι εδώ άνευ σημασίας ενώ παράλληλα κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι τελικά το μόνο που προκλήθηκε είναι φόβος χωρίς έτσι να υπάρχει ο παράγοντας πόνος. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Ιωάννου ότι η παρούσα υπόθεση κατατάσσεται στις πλέον ελαφριάς μορφής επιθέσεις. Αναφορικά με το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι η καταγεγραμμένη καταγγελία της κατηγορουμένης στην αστυνομία εναντίον της δεύτερης παραπονούμενης δείχνει ότι το εν λόγω αδίκημα διαπράχτηκε κατόπιν πρόκλησης που η πελάτιδα του δέχτηκε από την εν λόγω παραπονούμενη. Καταλήγοντας, ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι τα έξοδα που προέκυψαν από τη χρήση υπηρεσιών διερμηνέα για την κατηγορούμενη κατά τη δικαστική διαδικασία πρέπει να βαρύνουν αποκλειστικά τους παραπονούμενους επειδή αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα της πελάτιδας του να έχει δωρεάν μεταφραστή. Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα της υπόθεσης, ο κύριος Ιωάννου, έχοντας υπόψη του ότι η κατηγορούμενη αθωώθηκε σε τέσσερις από τις έξι κατηγορίες του κατηγορητηρίου στο εκ πρώτης όψεως στάδιο δυνάμει ενδιάμεσης απόφασης δικαστηρίου ημερομηνίας 18.04.12 και παράλληλα το γεγονός ότι η πελάτιδα του κρίθηκε ένοχη στις υπόλοιπες δύο, ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέχρι το στάδιο του εκ πρώτης όψεως αυτά θα πρέπει να βαρύνουν κατά 2/3 τους παραπονούμενους και κατά 1/3 την κατηγορούμενη ενώ από εκεί και πέρα να βαρύνουν αποκλειστικά την πελάτιδα του. Με τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης στο ζήτημα των εξόδων μεταφραστή καθώς και δικηγορικών εξόδων της υπόθεσης διαφώνησε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε πως η κατηγορούμενη θα πρέπει να επωμιστεί τόσο τα έξοδα του μεταφραστή όσο και όλα τα δικηγορικά έξοδα που προέκυψαν από την παρούσα δικαστική διαδικασία με το αιτιολογικό ότι η παρούσα υπόθεση βρέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εξ' υπαιτιότητας της κατηγορουμένης. Τα όσα ανάφεραν αμφότεροι συνηγόροi αξιολογούνται ανάλογα και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού και επιβολής της ποινής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα της κοινής επίθεσης στο οποίο κρίθηκε ένοχη η κατηγορούμενη είναι σοβαρό επειδή ενέχει το στοιχείο της χρήσης βίας κατά προσώπου και την πρόκληση επιπτώσεων μέσα από μια τέτοια πράξη. Η σοβαρότητα αυτής της φύσης αδικημάτων έγκειται στο γεγονός ότι η βία στρέφεται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του ατόμου και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού αναγνωρίζεται από το νομοθέτη και αντανακλάται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή μέχρι €1.708,60 ή και οι δύο ποινές. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση του που παρατηρείται στη χώρα μας επιτάσσει συνήθως την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στα πλαίσια πάταξη του με σκοπό την προστασία της σωματικής ακεραιότητας και ασφάλειας των πολιτών, της προσωπικότητάς τους, των ηθών γενικά και ευρύτερα της κοινωνίας καθώς και της έννομης τάξης. Τα πιο πάνω έχουν τονιστεί κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σωρεία αποφάσεών του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τόκκαλλου

(2001)2 Α.Α.Δ. 95 επισημαίνονται τα εξής, σε συνάφεια με αδικήματα που περικλείουν το στοιχείο της χρήσης βίας: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Παράλληλα όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η υπόθεση Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 όπου με επίκληση την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 18 τονίστηκε ότι δεν επιβάλλεται ποινή φυλάκισης σε κάθε περίπτωση επίθεσης αφού δεν είναι πάντοτε που αρμόζει η επιβολή ποινής, η οποία συνήθως χαρακτηρίζεται ως αποτρεπτική. Πάντοτε εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, την ένταση της επίθεσης και τις επιπτώσεις στο θύμα. Στην υπόθεση αυτή ποινή φυλάκισης 45 ημερών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε κατηγορία της κοινής επίθεσης αντικαταστάθηκε από το Εφετείο σε χρηματική ποινή ύψους €700,00 επειδή κρίθηκε ότι η επίθεση εκεί δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα σφοδρή. Ειδικότερα, δεν συνέβηκε μπροστά σε άλλα μέλη της οικογένειας και ιδιαίτερα τα παιδιά της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου. Το περιστατικό δεν έγινε μπροστά σε άλλα άτομα ώστε οι επιπτώσεις στην προσωπικότητα της παραπονούμενης να έχουν και άλλη διάσταση. Το δε αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης διαπράττεται με τόση ανησυχητική συχνότητα που δεν θα ήταν υπερβολή αν κάποιος έλεγε ότι τέτοια περιστατικά έχουν καταντήσει 'τρόπος ζωής' των πολιτών. Η διάπραξη του δεν προάγει επίπεδο ευγένειας, ηθικής και ευπρέπειας που πρέπει να χαρακτηρίζει τον κάθε πολίτη αλλά αντίθετα προκαλεί το αίσθημα της ντροπής και της προσβολής στο θύμα. Το εν λόγω αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ενός μηνός ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €128,15 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Περιστατικά κοινής επίθεσης και δημόσιας εξύβρισης παρατηρούνται συχνά ανάμεσα σε άτομα των οποίων οι οικίες γειτνιάζουν με τα Δικαστήρια να καλούνται σχεδόν καθημερινά να επιλύσουν δικαστικά τις μεταξύ τους παρεξηγήσεις οι οποίες στην πορεία ξεφεύγουν από το επίπεδο ευγένειας, λογικής, ανεκτικότητας και πολιτισμένου διαλόγου, στοιχεία που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις γειτόνων στα πλαίσια αντιμετώπισης προβλημάτων γειτονίας και μοιραία καταλήγουν σε θλιβερά περιστατικά όπως αυτά που διαδραματίστηκαν στη δική μας υπόθεση. Δυστυχώς η ανάπτυξη του μορφωτικού επιπέδου των πολιτών μαζί με τον εκσυγχρονισμό της πολιτείας στον τρόπο που αντιμετωπίζονται καθημερινά προβλήματα δεν στάθηκαν ικανά από του εκριζώσουν το φαινόμενο αυτό από την κοινωνία μας με αποτέλεσμα να συνεχίζει να υποβαθμίζει και να υπονομεύει τις αξίες μας ως κράτος και το επίπεδο του πολιτισμού μας. Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στη βάση των πιο πάνω, για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής της κατηγορουμένης στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση της: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος της κοινής επίθεσης όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι το αδίκημα αυτό βρίσκεται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το ότι η κατηγορούμενη έριξε πιάτο από το μπαλκόνι του δωματίου της οικίας της προς το μέρος του πρώτου παραπονούμενου. (γ) Το ότι η κατηγορούμενη δεν περιορίστηκε σε μία φράση υβριστικού περιεχομένου εναντίον της δεύτερης παραπονούμενης αλλά εκστόμισε και δεύτερη υβριστική φράση εναντίον του ιδίου προσώπου στην παρουσία των παιδιών της αλλά και της δικής της ανήλικης θυγατέρας. (δ) Το χαμόγελο της κατηγορουμένης μετά το ρίξιμο του πιάτου σε συνδυασμό με την απαθή στάση που επέδειξε στην εκδήλωση φόβου από τον πρώτο παραπονούμενο προς τον οποίο ρίχτηκε το πιάτο καθώς και από το περιεχόμενο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής δεν προκύπτει στοιχείο απολογίας και μεταμέλειας από μέρους της κατηγορουμένης σε σχέση με το περιστατικό της κοινής επίθεσης. Προς όφελος της κατηγορουμένης για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο της. (β) Τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορουμένης, όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 47 ετών. · Είναι νυμφευμένη και μητέρα ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 5 ετών. · Δεν εργάζεται με αποτέλεσμα να έχει υπό τη συνεχή φροντίδα και φύλαξη της την ανήλικη θυγατέρα της. (γ) Το ότι οι συχνές προστριβές και διαμάχες που χαρακτήριζαν τις σχέσεις μεταξύ της κατηγορουμένης και των παραπονούμενων που ας σημειωθεί είναι γείτονες οδήγησαν σε πολλές αλληλοκαταγγελίες στην αστυνομία κάποτε την ίδια ημέρα από αμφότερες τις πλευρές, τουλάχιστο, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 1, 2 και 5, από τον Μάιο του έτους 2006 μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2011, γεγονός που εμφανώς δημιούργησε ένταση και συναισθηματική φόρτιση στην κατηγορούμενη, υπό το καθεστώς των οποίων η τελευταία, αφού απέτυχε να ελέγξει τον εαυτό της, παρασύρθηκε και αντέδρασε με τον τρόπο που παράνομα ενήργησε στην παρούσα υπόθεση αναφορικά και με τα δύο αδικήματα. (δ) Απουσιάζει το στοιχείο του προσχεδιασμού. (ε) Το περιστατικό της κοινής επίθεσης διαδραματίστηκε σε χρόνο όπου εκτός από τους δύο παραπονούμενους ουδείς άλλος ήταν παρών και κυρίως δεν εκτυλίχτηκε μπροστά σε παιδιά, είτε των παραπονούμενων είτε της κατηγορουμένης είτε άλλων ατόμων. (στ) Από το περιστατικό της κοινής επίθεσης δεν προκλήθηκε πόνος ή τραυματισμός στον πρώτο παραπονούμενο. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για την κατηγορούμενη. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων και συνθηκών που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα και περιστατικά που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι από αυτές όπου απαιτείται η επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η καταλληλότερη, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη και στα δύο αδικήματα που η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη είναι η χρηματική. Καταληκτικά, επιβάλλεται στην κατηγορούμενη οι ακόλουθες χρηματικές ποινές: δεύτερη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €400,00. τέταρτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €100,00. Όσον αφορά το θέμα εξόδων που προέκυψαν από τη χρήση υπηρεσιών διερμηνέα για την κατηγορούμενη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης εκφράστηκαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους. Το τι ακριβώς ανάφερε έκαστος συνήγορος έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω. Το άρθρο 30
(3)(ε) του Συντάγματος επισημαίνει πως ο καθένας έχει το δικαίωμα να έχει δωρεάν βοήθεια διερμηνέα εφόσον δεν μπορεί να καταλαβαίνει ή να μιλά τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο Δικαστήριο. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας' των Λοΐζου και Πική, σελίδα 203 διευκρινίζεται ότι η εν λόγω παράγραφος εφαρμόζεται και σε ποινικές υποθέσεις (βλέπε Varnava Fourri and Others v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 152). Περαιτέρω, το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δωρεάν χρήση υπηρεσιών διερμηνέα όταν δεν αντιλαμβάνεται ή δεν ομιλεί την γλώσσα που χρησιμοποιείται στο Δικαστήριο κατοχυρώνεται συνταγματικά και από το άρθρο 12
(5)(ε) του Συντάγματος. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι οι δύο αυτές παράγραφοι ταυτίζονται πλήρως με το άρθρο 6
(3)(ε) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/62. Μέσα από το εν λόγω άρθρο τονίζεται ρητά, όπως περιέχεται και στις δύο προαναφερόμενες παραγράφους, ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να τύχει δωρεάν παραστάσεως διερμηνέως εάν δεν αντιλαμβάνεται ή δεν ομιλεί τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο Δικαστήριο. Επίσης, το συνταγματικό αυτό δικαίωμα του κατηγορουμένου αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε από την νομολογία μέσω διαφόρων κυπριακών αποφάσεων όπως στις υποθέσεις Kasapoglou v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 301, Sener Erbecki v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 και Γαβριηλίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.
  1. Έχοντας υπόψη μου τα πιο προαναφερόμενα και με δεδομένο ότι η μητρική γλώσσα της κατηγορουμένης είναι η Ρωσική χωρίς η ίδια να αντιλαμβάνεται ή ομιλεί την γλώσσα που χρησιμοποιείται στο Δικαστήριο, κρίνω ότι οι παραπονούμενοι θα πρέπει να επωμιστούν αποκλειστικά τα έξοδα του διερμηνέα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Διαφορετικές θέσεις εκφράστηκαν από τους συνηγόρους και στο θέμα των δικηγορικών εξόδων. Το τι ακριβώς λέχθηκε από αμφότερους τους δικηγόρους σημειώθηκε πιο πάνω. Η επιδίκαση εξόδων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστούν οι αρχές που ρυθμίζουν το θέμα αυτό σε ποινικές υποθέσεις. Σχετικό είναι το άρθρο 168 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων όπου παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί στην έκδοση διαταγής για έξοδα χωρίς κατ' ανάγκη να ακολουθεί το αποτέλεσμα, όπως κατά κανόνα εφαρμόζεται στις πολιτικές υποθέσεις. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπεισέρχεται και ο παράγοντας δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος αφορά την έγερση ποινικής διαδικασίας. Δεν υφίστανται διαδικαστικοί κανονισμοί για τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής σε ποινικές υποθέσεις. Εξαίρεση αποτελεί ο διαδικαστικός κανονισμός, ο οποίος ρυθμίζει την αμοιβή δικηγόρων σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, αρχών τοπικών, δημοτικών και δημοσίου δικαίου, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Συνεπώς, ο υπολογισμός και κατ' επέκταση η καταβολή αμοιβής δικηγόρου σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις διέπεται από τον σχετικό Περί Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων και Εφέσεων (Δικηγορική Αμοιβή) Διαδικαστικό Κανονισμό του
  2. Μέσα από τον εν λόγω διαδικαστικό κανονισμό σημειώνονται ρητά οι περιπτώσεις στις οποίες καταβάλλεται δικηγορική αμοιβή, το ύψος της οποίας υπολογίζεται και εγκρίνεται ή αναλόγως ψηφίζεται κατάλογος εξόδων μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης σύμφωνα με διαταγή του Δικαστηρίου. Σχετικές με τις εφαρμοστέες αρχές στο θέμα επιδίκασης εξόδων σε ποινικές υποθέσεις είναι οι υποθέσεις Katharina v. Ευθυμίου
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132. Στη σελίδα 215 του κυπριακού νομικού συγγράμματος 'Criminal Procedure in Cyprus' των Λοΐζου και Πική σημειώνονται τα εξής: "The power is discretionary... A person sentenced to imprisonment should not, as a matter of practice be ordered to pay costs (Nicolaou v. The Republic
(1966)2 C.L.R. 60. An order for the payment of costs is unusual in sentences of imprisonment and costs must not, in any event, be adjudged against a person sentenced to a considerable period of imprisonment, unless he is a well-to-do person and able to pay (Attorney-General v. Georgios Stavrou and Others
(1962)C.L.R. 274, Christofakis v. The Police
(1963)1 C.L.R. 33). The reason why it is undesirable to require a person convicted to a term of imprisonment to bear costs is that the accused should be given a chance to make a fresh start after his release from prison (R. v. McKenzie
(1970)Crim. L.R. 594 (C.A.))." Περαιτέρω, στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Sentencing in Cyprus' του κυρίου Γ. Πική, δεύτερη έκδοση, σελίδα 49 αναφέρονται τα εξής: "A person sentenced to imprisonment should not, as a rule, be ordered to pay costs. It is unusual to order the accused to pay prosecution costs if sentenced to imprisonment. Such a course should be avoided in the absence of special reasons. When the accused is sentenced to a long term of imprisonment he should not be ordered to pay costs unless he is both well to do and able to meet the expense." Επίσης, άντλησα καθοδήγηση από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Blackstone's Criminal Practice 2000 όπου στις σελίδες 1719-1720 αυτού σημειώνονται τα ακόλουθα: "Where the offender is given an immediate custodial sentence it is unusual to impose an order for costs , if only because he will for the time being have no income out of which to make the required payments. But, again, it is ultimately a matter for the court's discretion. Thus, if there is a good reason to suppose that he has substantial capital assets (in particular if they are the proceeds of crime), an order may be made (see Maher [1983] QB 784 for an example). Where the sentence is non-custodial, one line of authority suggests that any order for costs should not be out of proportion to the penalty proper. This principle was clearly stated by Phillimore LJ in Whalley
(1972)56 Cr App R 304: This court takes the view that whenever a court is imposing a financial penalty, or making an order in regard to costs, it must have regard to the means of the individual... Σχετική ακόμη είναι η υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232. Βέβαια στην Αγγλία κατά την ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του αναφορικά με την επιδίκαση ή όχι εξόδων το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, ανάμεσα σ' άλλα, τη συμπεριφορά της κατηγορούσας αρχής αλλά και του κατηγορουμένου καθώς και η εξέλιξη που έχει η ουσία της υπόθεσης συγκριτικά με αυτή που θα έπρεπε υπό τις περιστάσεις να είχε. Στην αγγλική υπόθεση Northallerton Magistrate's Court, ex parte Dove
(1999)163 JP 657 το Δικαστήριο έθεσε μία σειρά από κατευθυντήριες γραμμές για το πότε ενδείκνυται η καταδίκη του κατηγορουμένου στα έξοδα: "
(1)The order to pay costs should never exceed the sum which the offender was able to pay, and which it was reasonable to expect him to pay, having regard to his means and any other financial order imposed on him.
(2)Nor should it exceed the sum which the prosecutor had actually and reasonably incurred.
(3)The purpose of such an order was to compensate the prosecutor and not to punish the offender, e.g., for exercising his constitutional right to defend himself.
(4)Any costs ordered should not in the ordinary way be grossly disproportionate to any fine imposed. Where the fine and the costs exceeded the sum which the offender could reasonably be ordered to pay, the costs should be reduced, rather than the fine.
(5)An offender facing a fine or an order as to costs should disclose to the magistrates the data relevant to his financial position, so that they could assess what he could reasonably afford to pay. Failure to make such disclosure could lead the court to draw reasonable inferences as to his means.
(6)The court should give the offender a fair opportunity to adduce any relevant financial information and make submissions prior to the determination of any financial order". Στην προκειμένη περίπτωση με γνώμονα ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε από το εκ πρώτης όψεως στάδιο να αποδείξει τις τέσσερις από τις έξι κατηγορίες του κατηγορητηρίου, όλες οι οποίες αφορούσαν διάφορα περιστατικά, με αποτέλεσμα η κατηγορούμενη να αθωωθεί σ' αυτές χωρίς να χρειαστεί να κληθεί σε απολογία αλλά και κατόπιν εξέτασης του ιστορικού του φακέλου της υπόθεσης, κρίνω ότι δίκαιη αμοιβή θα είναι τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικαστούν υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον της κατηγορουμένης, μειωμένα όμως κατά 1/2. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Sentence Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/ Κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση / Άρθρα 242 και 99 του Κεφ.154/ Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.