← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευστάθιος Βαλανίδης, Αρ. Υπόθεσης: 22477/10, 20/8/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευστάθιος Βαλανίδης, Αρ. Υπόθεσης: 22477/10, 20/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22477/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Ευστάθιος Βαλανίδης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 20/08/

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Δημητρίου Για τον κατηγορούμενο: κ. Ρ. Ερωτοκρίτου. Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες ως ακολούθως: 1) Αμελής οδήγηση 2) Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. 3) Επικίνδυνος Οδήγηση. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις τρεις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 2778 Ανδρέα Ιακώβου (Μ.Κ.1) και τον Αστυφ. 3778 Αντώνη Σωφρονίου (Μ.Κ.2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αλλά και την εκδοχή που προωθήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι στις 08/03/2010 και περί ώρα 06:30, ενώ αυτός οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KWQ 380 στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού και οδό Ν. Παττίχη στη Λεμεσό συγκρούστηκε με το ποδηλάτη Constantin Izina, του οποίου προκάλεσε τραυματισμό και ακολούθως εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια οδηγώντας επικίνδυνα δια το κοινό. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή, πήρε διάφορα μέτρα, ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 2) και ακολούθως βάση αυτού συμμετρικό (τεκμήριο 3). Επίσης, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 5). Εξηγώντας το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε, ανέφερε ότι σε αυτό απεικονίζεται η διασταύρωση της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με την οδό Ν. Παττίχη η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά. Με το σημείο Α δεικνύεται η πορεία του οχήματος με αρ. εγγραφής KWQ 380 η οποία σημειώνεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με Ανατολική κατεύθυνση της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού. Με το σημείο Β σημειώνεται η πορεία του ποδηλάτη Constantin Izina, η οποία βρίσκεται επίσης στη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της πιο πάνω λεωφόρου με Ανατολική κατεύθυνση. Η εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 4,10 μέτρα και στο σημείο όπου βρίσκονται τα φώτα τροχαίας υπάρχουν τρεις σκούρες γραμμές. Η πρώτη απεικονίζει το σημείο άλτ ενώ η δεύτερη και τρίτη τη διάβαση πεζών. Το σημείο Χ σημειώνεται επί της δεύτερης σκούρας γραμμής στην αριστερή πλευρά της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Σπ. Κυπριανού κοντά στην αριστερή άκρη της εν λόγου λωρίδας. Τόσο τις πιο πάνω πορείες όσο και το σημείο Χ, τις σημείωσε ανέφερε με βάση τις υποδείξεις του ποδηλάτη αλλά και του Αστ. 3778 Σωφρονίου καθότι ο ίδιος δεν βρήκε οποιαδήποτε ευρήματα στη σκηνή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από δυτικά προς ανατολικά σύμφωνα με τις πορείες των ενεχόμενων υπήρχε ορατότητα και ότι την ώρα που έγινε το επίδικο δυστύχημα είχε ξημερώσει και υπήρχε φως της ημέρας. Περαιτέρω, επεξήγησε τη διαμόρφωση της οδού Ν. Παττίχη στη βόρεια της πλευρά. Αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση με τη δεξιότερη να χρησιμοποιείται από τους οδηγούς που έχουν πρόθεση να κατευθυνθούν δυτικά προς τη Λεωφόρο Σπ. Κυπριανού. Επίσης, αποτελείται από δύο λωρίδες με βόρεια κατεύθυνση. Πέραν των πιο πάνω, κατέθεσε στο Δικαστήριο έντυπο ζημιών του οχήματος με αρ. εγγραφής KWQ 380 ως τεκμήριο 6, στο οποίο σημειώνεται η ζημιά που υπήρχε σε αυτό στην αριστερή μπροστινή του πόρτα. Η ζημιά αυτή ανέφερε ήταν μαύρισμα τροχού. Επίσης, το ποδήλατο είχε ζημιά είπε στο μπροστινό του τροχό. Ο ποδηλάτης είχε τραυματιστεί και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε εγκαύματα τριβής από την πτώση του στην άσφαλτο και προς τούτο κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική ιατρική αναφορά ως τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι είναι πεπεισμένος ότι το μαύρισμα που υπήρχε στην αριστερή μπροστινή πόρτα του οχήματος του κατηγορουμένου προκλήθηκε από το δυστύχημα με το ποδήλατο καθότι ο κατηγορούμενος δεν του έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση. Επίσης, το συμπέρανε και από τις μαρτυρίες που είχε για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα και από την πείρα του. Ο ίδιος δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις για την ανεύρεση ζημιών και από πού προκλήθηκαν ούτε έλεγξε το μαύρισμα αν αυτό ταυτίζεται ή προήλθε από τον τροχό του ποδηλάτου. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το μαύρισμα να προήλθε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αλλά σύμφωνα με τις μαρτυρίες που είχε υπήρχε επαφή του τροχού του ποδηλάτου με την αριστερή πόρτα του οχήματος. Επίσης, ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορουμένου είχε και άλλες ζημιές στη δεξιά του πλευρά για τις οποίες έδωσε εξηγήσεις και αυτές δεν σχετίζονται με το επίδικο δυστύχημα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μίλησε με τον αυτόπτη μάρτυρα στη σκηνή του δυστυχήματος αλλά και μετέπειτα και του ανέφερε ότι ενώ αυτός βρισκόταν σταματημένος στα φώτα τροχαίας της οδού Ν. Παττίχη με πρόθεση να κατευθυνθεί δυτικά στην Λεωφ. Σπ. Κυπριανού, είδε τον κατηγορούμενο να κτυπά το ποδήλατο με το αριστερό του μέρος. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυρας και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 7). Η εν λόγω κατάθεση αναφέρει αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Υπηρετώ στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού και είμαι τοποθετημένος στην Τροχαία Λ/σου στους ουλαμούς πρόληψης τροχαίων δυστυχημάτων. Στις 08/03/2010 και περί ώρα 0630 ενώ κατευθυνόμουν στην Τροχαία Λεμεσού με την ιδιωτική μου μοτοσυκλέτα και βρισκόμουν σταματημένος στον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη της συμβολής των λεωφόρων Μακαρίου και Σπ. Κυπριανού είδα το όχημα με αριθμούς εγγραφής KWQ 380 μάρκας B.M.W. χρώματος ασημί να κατευθύνεται ανατολικά στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού κρατώντας την αριστερή λωρίδα. Μπροστά του επίσης στην αριστερή λωρίδα κινήτο με την ίδια κατεύθυνση ένας ποδηλάτης. Το αυτοκίνητο στην προσπάθεια του να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί βόρεια στην οδό Νίκου Παττίχη αφού προσπέρασε από τα δεξιά το ποδήλατο κτύπησε με τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου τον ποδηλάτη ο οποίος ανατράπηκε στην άσφαλτο και στην συνέχεια αυτός ανέπτυξε ταχύτητα εγκαταλείποντας τη σκηνή. Εγώ βλέποντας το πιο πάνω περιστατικό ακολούθησα το αυτοκίνητο. Ενώ το αυτοκίνητο κατευθυνόταν βόρεια στην οδό Νίκου Παττίχη ενώ υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση προσπερνούσε από το αντίθετο ρεύμα με επικίνδυνο τρόπο. Μπήκε αριστερά στην οδό Ουώλτερ Ντίσνευ και στη συνέχεια σε δεξιά ανώνυμη πάροδο η οποία ήταν αδιέξοδο. Εγώ αφού ήμουν με αστυνομική στολή τον πλησίασα αφού μόλις με είδε κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Από έλεγχο που έκανα στα στοιχεία του ονομάζεται Βαλανίδης Ευστάθιος, Δ.Τ. 980342, Ημερ. Γενν. 19-06-1991, Στρατιώτης στο ΚΕΝ Λ/σου, διεύθυνση Γεώργιου Μουρούζη 34 Κάτω Πολεμίδια. Τον πληροφόρησα για τα αδικήματα που διέπραξε, της αμελής οδήγησης και εγκατάλειψης σκηνής του δυστυχήματος και του επέστησα τη προσοχή του στον νόμο και απάντησε «εγώ δεν είδα τίποτε». Ακολούθως στο 0635 τον συνέλαβα για τα αυτόφωρα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησα την προσοχή του και απάντησε «βιάζουμαι να πάω στρατό». Το πιο πάνω αυτοκίνητο είχε ζημιές στη δεξιά μπροστινή πόρτα και στην ποδιά κάτω από την πόρτα, δηλαδή τρίψιμο - μαύρισμα τροχού του ποδηλάτου όπως επίσης και στην μπροστινή αριστερή γωνιά η οποία δεν γνωρίζω από πού προκλήθηκε. Στην συνέχεια αφού ενημέρωσα την Τροχαία Λ/σου προσήλθε στο σημείο ο Αστ. 2778 όπου του παρέδωσε το συλληφθέντα.» Σε περαιτέρω εξέταση, ζητήθηκε από τον μάρτυρα να αναγνώσει την πιο πάνω κατάθεση του. Κατά την ανάγνωση της διαφώνησε με κάποιες από τις αναφορές του σε αυτήν και προέβηκε σε διορθώσεις. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι οι οδοί που αναφέρει στο αρχικό μέρος της κατάθεσης του (4η γραμμή αυτής) είναι λάθος και έπρεπε να αναφέρεται η συμβολή της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με την Ν. Παττίχη καθώς επίσης και η αναφορά του ότι το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε το ποδήλατο με τη δεξιά του πλευρά είναι λάθος. Έπρεπε είπε να ήταν με την αριστερή του πλευρά. Περαιτέρω, η ζημιά του οχήματος δεν ήταν στη δεξιά μπροστινή πόρτα και στην ποδιά κάτω από την πόρτα αλλά στην αριστερή μεριά. Επίσης, εκεί που αναφέρει στην κατάθεση του ότι το όχημα είχε ζημιά και στην αριστερή γωνιά και δεν γνωρίζει από πού προκλήθηκε έπρεπε να ήταν στην δεξιά γωνιά. Τις πιο πάνω αναφορές του τις απέδωσε σε λάθος κατά τη σύνταξη της κατάθεσης του και τώρα το εντόπισε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από το σημείο που βρισκόταν είχε απρόσκοπτη ορατότητα και είδε το όχημα του κατηγορουμένου να προσπερνά το ποδήλατο και αμέσως να στρίβει προς τα αριστερά για να κατευθυνθεί στην οδό Ν. Παττίχη. Με την πρώτη μετακίνηση του οχήματος προς τα αριστερά κτύπησε τον ποδηλάτη και ανατράπηκε. Το μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου που κτύπησε το ποδήλατο ήταν, είπε, στη περιοχή του προφυλακτήρα, στον αριστερό μπροστινό τροχό. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι αν ο εξεταστής της υπόθεσης διάβαζε την κατάθεση του θα διαπίστωνε τα λάθη που υπήρχαν σε αυτή και θα τον ειδοποιούσε για να προβεί σε συμπληρωματική για να τα διορθώσει. Όπως αυτός έκανε τέσσερα λάθη είπε στην κατάθεση του και ο εξεταστής μπορεί να ήταν παράλειψη του να τα εντοπίσει. Αρνήθηκε ότι τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του είναι τα ορθά και διευκρίνισε ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι αυτά που είπε στο Δικαστήριο με τις διορθώσεις που έκανε στην κατάθεση του. Περαιτέρω, ερωτούμενος κατά πόσο είχε συνομιλία με τον εξεταστή της υπόθεσης στη σκηνή απάντησε καταφατικά και σε περαιτέρω ερώτηση κατά πόσο του είπε ότι το όχημα κτύπησε τον ποδηλάτη με τη δεξιά πλευρά του ή κάτι άλλο απάντησε ότι του ανέφερε τα γεγονότα και ότι είναι με την αριστερή πλευρά που κτύπησε τον ποδηλάτη. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι στην αριστερή μεριά της οδού Ν. Παττίχη σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα και ο δρόμος στένευε. Συμφώνησε ότι είναι λογικό για κάποιο που κινείται βόρεια στην οδό Ν. Παττίχη και προσπερνά να πηγαίνει δεξιότερα και να μπαίνει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ενόσω είναι ασφαλές να το πράξει. Επίσης, ερωτούμενος κατά πόσο από την ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου κινδύνευσε οποιοδήποτε άλλο όχημα ή θα μπορούσε να προκληθεί δυστύχημα απάντησε ότι δεν είπε κάτι τέτοιο. Ούτε γνώριζε να απαντήσει με πόση ταχύτητα ο κατηγορούμενος κινείτο τη δεδομένη στιγμή. Πιο κάτω επέμενε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε πολύ επικίνδυνα. Σε σχέση με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος έτρεχε για να διαφύγει και κατά πόσο αντιλήφθηκε τον μάρτυρα αυτόν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να τον δει ότι τον είδε αφού φορούσε στολή. Πιο κάτω ερωτούμενος κατά πόσο η θέση του είναι ότι επειδή φορούσε τη συγκεκριμένη στολή τότε ο κατηγορούμενος όφειλε να τον δει απάντησε ότι δεν είπε κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε και δεν σταμάτησε και συμφώνησε ότι δεν όφειλε να τον αντιληφθεί. Κατωτέρω, διαφώνησε ότι ο κατηγορούμενος έστριψε στην οδό Ντίσνευ για να σταματήσει μόλις τον αντιλήφθηκε. Τέλος, ανέφερε ότι με τον παραπονούμενο ουδέποτε μίλησε και ότι όταν σταμάτησε τον κατηγορούμενο αυτός του είπε ότι δεν είδε τίποτε. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 από τον Μ.Κ.1 αναφέρει ότι στις 08/03/2010 και περί ώρα έξι και τριάντα το πρωί οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής KWQ 380 στη Λεωφόρο Σπ. Κυπριανού στη Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση με πρόθεση να πάει στην μονάδα του καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στρατιώτης. Η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 45 χ.α.ω και είχε πρόθεση να στρίψει αριστερά για να κατευθυνθεί βόρεια στην οδό Νίκου Παττίχη. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της πορείας του και μπροστά του δεν είχε άλλα αυτοκίνητα. Όταν κόντεψε τα φώτα τροχαίας με την οδό Νίκου Παττίχη το φως στην πορεία του ήταν αναμμένο πράσινο. Δεν αντιλήφθηκε να υπήρχε οποιοδήποτε ποδήλατο μπροστά του ή δίπλα του και όταν έφτασε στη διασταύρωση έστριψε αριστερά. Δεν ένοιωσε οποιοδήποτε κτύπημα στο αυτοκίνητο του και ούτε είδε κανέναν ποδηλάτη δίπλα του. Απλώς έστριψε αριστερά και συνέχισε την πορεία του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του αναφέρει ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου προσπέρασε από τη δεξιά λωρίδα της πορείας του ένα αυτοκίνητο και σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθούσε ένας αστυνομικός με τη μοτόρα και τότε έστριψε αριστερά σε μια πάροδο και σταμάτησε. Τότε ο αστυνομικός, του είπε ότι έκανε δυστύχημα και έφυγε. Από ότι πρόσεξε το αυτοκίνητο του είχε μαύρισμα τροχού στην αριστερή του μεριά. Στο μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του έχει ζημιά η οποία προήλθε στο γήπεδο Γ.Σ.Π. χθες όταν πήγε στο ποδοσφαιρικό αγώνα όταν κτύπησε με κάποιο φίλο του. Τέλος, αναφέρει ότι το σχέδιο της σκηνής το οποίο του επεξηγήθηκε το υπέγραψε αν και δεν έχει αντιληφθεί ότι έγινε οποιοδήποτε δυστύχημα. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Βάσισε την εισήγηση του αυτή στο γεγονός ότι η μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι αντινομική και αδύνατη και κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή και να καταδικάσει. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στη μαρτυρία του Μ.Κ.2 και στην γραπτή κατάθεση του που κατέθεσε στο Δικαστήριο και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Σε αυτή υπάρχουν τέσσερα λάθη, όπως ο ίδιος είπε στο Δικαστήριο και σε περαιτέρω εξέταση του τη διαφοροποίησε. Η διαφορά της γραπτής κατάθεσης του με την προφορική του μαρτυρία είναι ουσιώδης καθότι αφορά τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Στην κατάθεση αναφέρει ότι το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε το ποδήλατο με τη δεξιά του πλευρά και ότι οι ζημιές στο όχημα ήταν στη δεξιά πλευρά. Στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι έκανε λάθος στην κατάθεση του και αυτό που ήθελε να πει ήταν ότι το όχημα κτύπησε το ποδήλατο με την αριστερή του μεριά και σε αυτή υπήρχαν οι ζημιές. Ένας μάρτυρας είπε, δεν μπορεί να αλλάζει την κατάθεση του στο Δικαστήριο με την μόνη δικαιολογία ότι έκανε λάθος και το Δικαστήριο να αποδέχεται αυτή τη δικαιολογία. Οι αλλαγές τις οποίες προέβηκε είναι ουσιώδεις για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα. Τέτοια μαρτυρία είναι αντινομική και δεν μπορεί το Δικαστήριο με κανένα τρόπο να την αποδεκτεί. Πέραν των πιο πάνω, ο κ. Ερωτοκρίτου ήγειρε ακόμη ένα ζήτημα. Αναφέρθηκε στον τρόπο που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε την υπόθεση της και συγκεκριμένα στην παράλειψη της να καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας τον παραπονούμενο ο οποίος ήταν και ο μόνος ο οποίος θα μπορούσε να πει με ποιόν τρόπο έγινε το δυστύχημα. Κατ' αυτό τον τρόπο συνέχισε έχει επηρεαστεί το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη καθότι του αποστερήθηκε η δυνατότητα να τον αντεξετάσει. Τέλος, σχετικά με την 3η κατηγορία εισηγήθηκε περαιτέρω ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος με την προσκομισθείσα μαρτυρία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχη έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos

(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Προτού προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο ζήτημα της δίκαιης δίκης το οποίο έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου. Η ουσία της θέσης αυτής όπως έχει παρατεθεί ανωτέρω είναι ότι η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ως μάρτυρα κατηγορίας τον παραπονούμενο και κατ' αυτόν τον τρόπο αποστερήθηκε από τον κατηγορούμενο η ευκαιρία να τον αντεξετάσει. Στην Αστυνομία v. Φάντη και Άλλων
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 λέχθηκε ότι η προάσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, βάσει του Άρθρου 30.3 του Συντάγματος, συναρτάται με τη διασφάλιση των εχεγγύων που εξασφαλίζονται στον κατηγορούμενο κατά τη διεξαγωγή της δίκης και όχι με τον αποκλεισμό ή διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Στην Δημοκρατία v. Αlan Carl Ford και Άλλων (Αρ. 2)
(1995), στην οποία έγινε εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας, κυπριακής και όχι μόνο αναφέρθηκε ότι οι εξασφαλίσεις που παρέχονται από το άρθρο 6.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που αποτέλεσαν το πρότυπο για τη στοιχειοθέτηση των δικαιωμάτων που εγγυάται το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος, δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά εχέγγυο για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η τήρηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, γιατί μόνο σ' εκείνο το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Στην Ανδρέα Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505 λέχθηκε ότι το θέμα της δίκαιης δίκης, αποτιμάται από το πρωτόδικο δικαστήριο στο τέλος της δίκης μετά από θεώρηση της δίκης στο σύνολο της. Ο ισχυρισμός για παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται in abstracto αλλά συγκεκριμένα. Σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπισης του. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το ζήτημα το οποίο έχει εγερθεί από την υπεράσπιση στο στάδιο αυτό. Δεν είναι θέμα που άπτεται της διαδικασίας διεξαγωγής της δίκης και χρήζει παρέμβασης του Δικαστηρίου για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Είναι θέμα ουσίας που σχετίζεται με τον τρόπο προώθησης της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης για να διαπιστωθεί αν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου έχουν επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Πέραν τούτου, δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα αναφορικά με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παραπονούμενου επί των οποίων θα αποφασίσει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό και για ποιο λόγο η μη κλήτευση του από την κατηγορούσα αρχή επηρέασε το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Δεν επιθυμώ να επεκταθώ στο θέμα αυτό στο παρόν στάδιο και κρίνω ότι το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί στο τέλος της δίκης, αν εγερθεί, όταν ολόκληρη η μαρτυρία θα έχει ολοκληρωθεί συμπεριλαμβανομένης και αυτής που θα προσφερθεί από την υπεράσπιση, σε περίπτωση πάντοτε που ο κατηγορούμενος κληθεί να το πράξει. Ερχόμενος τώρα στο ζήτημα του εκ πρώτης όψεως θα προχωρήσω να εξετάσω την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία αντικειμενικά και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη πραγματική μαρτυρία και τα σχέδια της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε. Επίσης, σημείωσε σε αυτά τις πορείες των ενεχόμενων στο δυστύχημα και το σημείο σύγκρουσης. Τα στοιχεία αυτά τα τοποθέτησε με βάση τις μαρτυρίες του παραπονούμενου και του Μ.Κ.2 που κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυρας. Περαιτέρω, προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι ήταν η θέση του, με βάση τον ίδιο αλλά και τις μαρτυρίες που είχε και ειδικότερα αυτή του Μ.Κ.2 ότι το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε το ποδήλατο με την αριστερή μπροστινή πόρτα εξ' ού και το μαύρισμα του τροχού που υπήρχε σε αυτή. Επίσης, κατέθεσε και έντυπο ζημιών του οχήματος όπου σημειώνεται σε αυτό η ζημιά που είχε στο πιο πάνω σημείο. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυρας. Ο μάρτυρας αυτός και η κατηγορούσα αρχή επέλεξαν να καταθέσει μέρος της κυρίως του εξέτασης με γραπτή δήλωση και συγκεκριμένα αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην Αστυνομία ημερομηνίας 08/03/2010 (τεκμήριο 8). Πέραν τούτου, ο μάρτυρας ανέφερε και την εκδοχή του δια ζώσης στο Δικαστήριο. Αντικειμενικά αντικρίζοντας την μαρτυρία του και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στο παρόν στάδιο σε περαιτέρω λεπτομέρειες αυτής (γραπτής και προφορικής) προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα του στην Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση, προσπερνώντας τον ποδηλάτη ο οποίος τηρούσε την ίδια πορεία και στην προσπάθεια του να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί βόρεια στην οδό Νίκου Παττίχη κτύπησε και παρέσυρε τον ποδηλάτη, προκαλώντας του τραυματισμό και ακολούθως εγκατέλειψε τη σκηνή συνεχίζοντας την πορεία του. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω μαρτυρία αλλά και την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2. Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να απουσιάζει οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία των εν λόγω αδικημάτων, χωρίς επαναλαμβάνω το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε ζητήματα αξιολόγησης της μαρτυρίας και κατάληξης σε σχετικά ευρήματα, κάτι το οποίο θα πρέπει να γίνει στο τέλος της δίκης. Αναφορικά το ζήτημα το οποίο έχει θίξει ο κ. Ερωτοκρίτου σε σχέση με την μαρτυρία του Μ.Κ.2 κρίνω ότι αυτό είναι θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας του κάτι το οποίο θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Τόσο το περιεχόμενο της γρατπής όσο και αυτό της προφορικής του μαρτυρίας είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και θα αξιολογηθούν από αυτό καθώς επίσης και οι δικαιολογίες που ο μάρτυρας αυτός έδωσε στο Δικαστήριο για την διαφοροποίηση κάποιων από των θέσεων του στη γραπτή του δήλωση. Περαιτέρω, έχοντας υπόψη μου και την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου κρίνω ότι θα ήταν λάθος να απορρίψω τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 στο στάδιο αυτό βασιζόμενος στη διαφοροποίηση κάποιων σημείων της γραπτής του κατάθεσης κατά την περαιτέρω προφορική του μαρτυρία χωρίς να ληφθεί υπόψη και η υπόλοιπη μαρτυρία που έχει προσφερθεί. Τέτοια ενέργεια θεωρώ ότι απαιτεί αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα γεγονότων κάτι το οποίο ανάγεται σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης. Σε σχέση με την 3η κατηγορία κρίνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία έτσι ώστε αυτός να πρέπει να κληθεί σε απολογία. Ουσιαστικά η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η φραστική θέση του Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε επικίνδυνα για το κοινό. Δεν έχουν τεθεί τέτοιες λεπτομέρειες ή ενέργειες του κατηγορουμένου που να είναι ικανές να αποδεικνύουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και συγκεκριμένα την επικίνδυνη οδήγηση. Η Κατηγορία 3 στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, το οποίο αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα της φύσης, της κατάστασης και της χρήσης της οδού και του όγκου της τροχαίας που υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο στην εν λόγω οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2563 (Λ.Κ. 1500) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Στην παρούσα περίπτωση η ενέργεια του κατηγορουμένου να κινηθεί δεξιότερα της πορείας του καταλαμβάνοντας μέρος του αντίθετου ρεύματος πορείας για να προσπεράσεις οχήματα που ήταν σταματημένα στην άκρη της λωρίδας του από μόνη της δεν στοιχειοθετεί επικίνδυνη οδήγηση. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι από την ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου κινδύνεψε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ή προκάλεσε το φόβο αλλά ούτε και έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με την τροχαία κίνηση που επικρατούσε τη δεδομένη στιγμή ή αναμενόταν να επικρατεί. Ούτε επίσης, έχει τεθεί μαρτυρία αναφορικά με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος οδηγούσε γενικότερα τη δεδομένη στιγμή και την ταχύτητα που κινείτο. Τούτων δεδομένων κρίνω ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 3ης κατηγορίας γι αυτό ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαχτεί από αυτό το στάδιο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πάνω, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνω ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τη 1η και 2η κατηγορία στον βαθμό που απαιτείται ώστε να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία. Αναφορικά με την κατηγορία 3, αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.