Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παντελής Παντελή , Αρ. Υπόθεσης: 34985/10, 22/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34985/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Παντελής Παντελή Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 22/08/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον κατηγορούμενο: κ. Σ. Αγγελίδης Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 17 κατηγορίες ως ακολούθως: 1) Επικίνδυνος Οδήγηση. 2) Αμελής Οδήγηση. 3) Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. 4) Παράλειψη συμμορφώσεως με οδηγίες Αστυνομικού με στολή. 5) Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος εναντίον μονοδρόμου κατευθύνσεως. 6) Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος εναντίον μονοδρόμου κατευθύνσεως. 7) Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος εναντίον μονοδρόμου κατευθύνσεως. 8) Μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας. 9) Μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας. 10) Αμελής Οδήγηση. 11) Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. 12) Επικίνδυνος οδήγηση. 13) Αμελής οδήγηση. 14) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος καθόν χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο. 15) Επικίνδυνος οδήγηση. 16) Χρήση Μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. 17)Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε άμεση παραδοχή στις κατηγορίες 1,4,5,6,7,8,9,12,13,14,15,16 και 17 και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας παραδέκτηκε και τις κατηγορίες 10 και
- Έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο για τις κατηγορίες 2 και
- Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες, την Γ/Αστ. 4782 Νίκολα Παπανικολάου (Μ.Κ.1) και τον Αστ. 4386 Κωνσταντίνο Εγκωμίτη (Μ.Κ.2) Επίσης, δηλώθηκαν τα κάτωθι ως παραδεκτά γεγονότα: 1) Γραπτή κατάθεση της Γ/Αστ. 4792 Ν. Πετεβίνου (τεκμήριο Α) εκτός από τις αναφορές σε αυτή ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος. 2) Έντυπο ζημιών της Αστυνομικής μοτοσυκλέτας (τεκμήριο Β) 3) Πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο Γ) 4) Συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο Δ). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης και 3ης κατηγορίας αλλά και την εκδοχή που προωθήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος στις 28/12/2010 και περί ώρα 03:30, ενώ αυτός οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KUR 064 και του έγινε αρχικά σήμα από Αστυνομικό εν στολή για να σταματήσει, αυτός παρέλειψε να το πράξει με αποτέλεσμα να αρχίσει η καταδίωξη του. Φθάνοντας στη συμβολή των οδών Προμαχών Ελευθερίας και Κ.Δ. Πιτσιλλίδη, ο κατηγορούμενος έστριψε αριστερά από την οδό Προμαχών Ελευθερίας, εισήλθε σε πρατήριο καυσίμων και ακολούθως έστριψε δεξιά κινούμενος κάθετα στην οδό Κ.Δ. Πιτσιλλίδη και περνώντας τη διαχωριστική γραμμή των λωρίδων κυκλοφορίας εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση όπου σταμάτησε για μερικά δευτερόλετπα. Ο Αστ. 4386 Κ. Εγκωμίτης ο οποίος επέβαινε της Αστυνομικής μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής KUY 284 σταμάτησε μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου σε απόσταση 15 - 20 μέτρα, επί του σημείου του άλτ της εν λόγο οδού κάνοντας του σήμα να σταματήσει. Τότε ο κατηγορούμενος ανάπτυξε απότομα ταχύτητα και στην προσπάθεια του να διαφύγει πέρασε από τα αριστερά της μοτοσυκλέτας κτυπώντας σε αυτή και στο πόδι του εν λόγω Αστυνομικού και ακολούθως εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος, συνεχίζοντας την πορεία του. Προτού αναφερθώ στη προφορική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων που δηλώθηκαν από τον κατηγορούμενο και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Το τεκμήριο Α είναι η κατάθεση της Γ/Αστ. 4792 Ν. Πετεβείνου η οποία όπως προκύπτει ήταν η εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Κατά την άφιξη της στη σκηνή ήταν παρών ο Αστ. 4386 Κ. Εγκωμίτης, στην παρουσία του οποίου ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, πήρε διάφορες μετρήσεις και τοποθέτησε σε αυτό μεταξύ άλλων την πορεία του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KUR 064, την κηλίδα λαδιού που προκλήθηκε από την ανατροπή της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο ως επίσης και το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ. Η μοτοσυκλέτα είχε μετακινηθεί από την τελική της θέση πριν από την άφιξη της στο μέρος. Ακολούθως, υπέδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα στον πιο πάνω αστυνομικό με το οποίο συμφώνησε πλήρως και ως ορθό το υπέγραψε. Περαιτέρω, αναφέρει ότι μετά το τέλος των εξετάσεων στη σκηνή ο εν λόγω αστυφύλακας μεταφέρθηκε με αστυνομικό όχημα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση κνήμης αριστερού ποδιού και αφού του παρασχέθηκαν οι Α΄ Βοήθειες απολύθηκε. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Υπήρχε αρκετά ικανοποιητικός οδικός φωτισμός λόγω των φώτων τροχαίας και πασσάλων της Α.Η.Κ. Η αστυνομική μοτοσυκλέτα υπέστη ζημιές στην αριστερή πλευρά (καθρεφτάκι, φάρος) ενώ το όχημα ΚUR 064 υπέστη εκτεταμένες ζημιές αφού ενεπλάκη και σε δύο άλλα δυστυχήματα στην περιοχή Γερμασόγειας πριν ακινητοποιηθεί. Το τεκμήριο Β είναι το έντυπο ζημιών της αστυνομικής μοτοσυκλέτας. Σε αυτό απεικονίζεται ζημιά στο αριστερό μπροστινό καθρεφτάκι που βρίσκεται πάνω στο τιμόνι. Τα τεκμήρια Γ και Δ είναι το πρόχειρο και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής, αντίστοιχα. Σε αυτά απεικονίζεται η διασταύρωση των οδών Προμαχών Ελευθερίας και Κ.Δ. Πιτσιλλίδη. Η εν λόγω οδός είναι κάθετη επί της οδού Προμαχών Ελευθερίας. Η οδός Κ.Δ. Πιτσιλλίδη φαίνεται να αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Με το σημείο Α σημειώνεται η πορεία του αυτοκινήτου ΚUR 064 και αυτή βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση στην οδό Κ.Δ. Πιτσιλλίδη. Με το γράμμα Χ σημειώνεται το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚUR 064 επί της αστυνομικής μοτοσυκλέτας ΚUY
- Αυτό φαίνεται να βρίσκεται στο τέρμα της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Κ.Δ. Πιτσιλλίδη με νότια κατεύθυνση, πριν την είσοδο στην διασταύρωση. Με το σημείο Β σημειώνεται κηλίδα λαδιών της αστυνομικής μοτοσυκλέτας και βρίσκεται επί του σημείου Χ. Τα μόλις πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Η σημασία και αξία των παραδεκτών γεγονότων έχει εξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το περιεχόμενο της δήλωσης που κατατίθεται ως παραδεκτό γεγονός αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά ως δεδομένο, τέτοιας σημασίας που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη κρίνεται ανάλογα. Το δε δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα αναθεώρησης αποδοχής κάποιου γεγονότος ως παραδεκτού. Όταν υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων υπερέχουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Ευριπίδης Ανδρέα Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, Ανδρέας Μ. Ανδρέα κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, ΚΟΤ ν. Πάμπου Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, 603, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 Πέραν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και οι δύο πιο πάνω αναφερόμενοι μάρτυρες. Ολόκληρη η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη στα πλαίσια της κατωτέρω αξιολόγησης των εν λόγω μαρτύρων για να διαφανεί και η λεπτομερής θέση τους. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους εν λόγω μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). H Μ.Κ.1 κατέθεσε ως η Αστυνομικός η οποία συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο και ακολούθως του πήρε γραπτή ανακριτική κατάθεση. Κατέθεσε στο Δικαστήριο το σχετικό ένταλμα σύλληψης βάσει του οποίου συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος (τεκμήριο 3) καθώς επίσης και την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από αυτόν (τεκμήριο 4). Ανέφερε επίσης, ότι ο κατηγορούμενος παρόλο που του αναγνώστηκε η κατάθεση του και συμφώνησε με αυτή, αρνήθηκε να την υπογράψει καθότι όπως της ανέφερε δεν γνώριζε τί θα γινόταν αν την υπέγραφε. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στην μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και κρίνω ότι μοναδικό σκοπό και στόχο είχε να αναφέρει στο Δικαστήριο τη δική της εμπλοκή στην υπόθεση. Η εμπλοκή της αυτή περιορίζεται στις πιο πάνω ενέργειες που ανέφερε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, η μάρτυρας αυτή έτυχε πολύ περιορισμένης αντεξέτασης, διευκρινιστικής φύσεως. Επομένως, αποδέχομαι ολόκληρη τη μαρτυρία της. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο Αστυνομικός που ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στο όλο επεισόδιο και ο παραπονούμενος σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 3. Ήταν ο οδηγός της αστυνομικής μοτοσυκλέτας και η θέση του ήταν ότι στην προσπάθεια του να ανακόψει τον κατηγορούμενο, αυτός τον κτύπησε προκαλώντας του τραυματισμό στο πόδι. Η θέση του αναφορικά με την πορεία που ακολούθησε το όχημα του κατηγορουμένου πριν από την κατ' ισχυρισμό σύγκρουση με τη μοτοσυκλέτα του είναι παραδεκτή. Δηλαδή, ότι ο κατηγορούμενος στρίβοντας αριστερά από την οδό Προμαχών Ελευθερίας προς την οδό Κ.Δ. Πιτσιλλίδη εισήλθε σε πρατήριο βενζίνης και εξήλθε από αυτό εντός την οδού Κ.Δ. Πιτσιλλίδη κάθετα, πέρασε τη διαχωριστική γραμμή των λωρίδων κυκλοφορίας και ευθυγραμμίστηκε εντός της πιο πάνω οδού έχοντας νότια κατεύθυνση όπου σταμάτησε το όχημα του για μερικά δευτερόλεπτα. Ο μάρτυρας ο οποίος ακολουθούσε τον κατηγορούμενο συνέχισε ευθεία στην οδό Προμαχών Ελευθερίας και σταμάτησε τη μοτοσυκλέτα του μπροστά από το όχημα του κατηγορουμένου, σε απόσταση 15 - 20 μέτρων στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας κάνοντας του σήμα για να σταματήσει. Αντί αυτού ο κατηγορούμενος ανάπτυξε απότομα ταχύτητα με πρόθεση να περάσει από δίπλα του, δηλαδή από την αριστερή πλευρά του σύμφωνα με την πορεία του και να διαφύγει. Η διαφωνία των μερών σε σχέση με τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού προκύπτει να είναι στον τρόπο που ο κατηγορούμενος πέρασε δίπλα από τον παραπονούμενο, κατά πόσο κτύπησε με οποιονδήποτε τρόπο τη μοτοσυκλέτα του ή/και το πόδι του και κατά πόσο η οποιαδήποτε σύγκρουση έγινε αντιληπτή από τον κατηγορούμενο. Επίσης, διαφωνία υπήρξε και για τη φύση των τραυματισμών του μάρτυρα αυτού. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της εκδοχής του παραπονουμένου στα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, θα πρέπει να γίνει αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα. Από αυτά προκύπτει ότι είναι παραδεκτό γεγονός το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου με την αστυνομική μοτοσυκλέτα. Επομένως, αφού το πιο πάνω σημείο είναι παραδεκτό θα ήταν παράλογο να λεχθεί ότι δεν υπήρχε σύγκρουση του αυτοκινήτου με τη μοτοσυκλέτα όπως ήταν η θέση που προώθησε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση. Στο ευρετήριο του τεκμηρίου Δ, όπου επεξηγείται το σημείο Χ επί του σχεδίου, αναφέρεται ότι αυτό είναι το σημείο σύγκρουσης του οχήματος επί της αστυνομικής μοτοσυκλέτας. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αναθεωρήσει το πιο πάνω παραδεκτό γεγονός, ιδιαίτερα στο στάδιο αυτό. Αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο. Επομένως, η οποιαδήποτε μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα η προσπάθεια της υπεράσπισης να αμφισβητήσει τη σύγκρουση με την αστυνομική μοτοσυκλέτα συγκρούεται με το παραδεκτό γεγονός και σε αυτή τη περίπτωση υπερισχύει το παραδεκτό γεγονός. Εκείνο ουσιαστικά που παραμένει να αξιολογηθεί από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ο τρόπος με τον οποίο έγινε η εν λόγω σύγκρουση, ποιο σημείο του οχήματος κτύπησε επί της αστυνομικής μοτοσυκλέτας, τι είδους επαφή είχαν τα δύο οχήματα και τί ένταση είχε αυτή. Η θέση του μάρτυρα επί του σημείου αυτού, ήταν ότι ολόκληρη η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου τρίφτηκε με την αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας του, κτυπώντας του επίσης και το αριστερό του πόδι το οποίο εξείχε και το είχε στο έδαφος για να στηρίζει τη μοτοσυκλέτα του και ακολούθως όταν το όχημα του κατηγορουμένου πέρασε η μοτοσυκλέτα με τον κατηγορούμενο έγειραν στο έδαφος προς τα αριστερά. Η θέση αυτή του μάρτυρα θα πρέπει να αξιολογηθεί έχοντας υπόψη την περιγραφή που ο ίδιος έδωσε στο Δικαστήριο σε σχέση με τον τρόπο που έλαβε χώρα η σύγκρουση καθώς επίσης και με την πραγματική και υπόλοιπη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και με τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν. Κατ' αρχή ο μάρτυρας στην γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 4) την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης αναφέρει ότι η μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου κτύπησε με την αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας του και στο αριστερό του πόδι. Τρίφτηκαν το ένα με το άλλο. Σε περαιτέρω εξέταση του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου κτύπησε περισσότερο στα τιμόνια της μοτοσυκλέτας και στο καθρεφτάκι και το πόδι του, επειδή προεξείχε από τη μοτοσυκλέτα. Επίσης, ανέφερε ότι η επαφή στο όχημα του κατηγορουμένου ξεκίνησε από τη αριστερή μπροστινή γωνιά του και ήταν σε επαφή με τη μοτοσυκλέτα του σε όλο το μήκος του μέχρι που πέρασε εντελώς, δηλαδή το όχημα ήρθε σε επαφή με τη μοτοσυκλέτα με ολόκληρη την αριστερή του πλευρά και είχαν πλευρική τριβή. Τον τράβηξε ισχυρίστηκε με όλη του την αριστερή πλευρά. Με τις πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα και μόνο φαίνεται ότι δεν μπορούσε να περιγράψει με σαφήνεια στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο τα δύο οχήματα ήρθαν σε επαφή. Πέραν τούτου κατατέθηκαν και ως παραδεκτό γεγονός οι ζημιές που έφερε η αστυνομική μοτοσυκλέτα. Αυτές ήταν στο αριστερό καθρεφτάκι και μόνο. Δεν έχει προκύψει ότι η εν λόγω μοτοσυκλέτα έφερε οποιεσδήποτε άλλες ζημιές ή τριψίματα ή γδαρσίματα στην αριστερή της μεριά. Πέραν τούτου, ακόμη και αυτή η ζημιά η οποία φαίνεται να υπήρχε στο αριστερό καθρεφτάκι, δεν έχει με κανένα τρόπο συνδεθεί με το κτύπημα του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να εξηγείται ο τρόπος με τον οποίο έσπασε το εν λόγω καθρεφτάκι, κατά πόσο υπήρχαν σε αυτό ίχνη της μπογιάς του οχήματος του κατηγορούμενου ή οποιαδήποτε ίχνη της μπογιάς από το καθρεφτάκι στο όχημα του κατηγορουμένου. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ότι το καθρεφτάκι της μοτοσυκλέτας έσπασε από τη πρόσκρουση του οχήματος του κατηγορουμένου σε αυτό, δεδομένου μάλιστα ότι η μοτοσυκλέτα μετά τη φυγή του αυτοκινήτου έγειρε στην άσφαλτο στην αριστερή μεριά. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα και να καταλήξει σε τέτοιο εύρημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πότσης
(2002)2 Α.Α.Δ. 252) Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και η θέση του μάρτυρα ότι τα δύο οχήματα τρίφτηκαν και από την τριβή αυτή προκλήθηκε θόρυβος. Χωρίς το Δικαστήριο να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα, σε περίπτωση που υπήρχε τέτοια τριβή των μετάλλων των δύο οχημάτων σε βαθμό που θα ακουγόταν θόρυβος, θεωρώ ότι θα έπρεπε να υπήρχαν εμφανείς ζημιές στα δύο οχήματα από την τριβή αυτή. Τέτοιες ζημιές δεν προκύπτει να υπήρχαν, ιδιαίτερα στην αστυνομική μοτοσυκλέτα η οποία εξετάστηκε για το σκοπό αυτό. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι το καθρεφτάκι του οχήματος του κατηγορούμενου ακούμπησε και το αριστερό του χέρι. Τη θέση αυτή δεν την είχε αναφέρει ποτέ προηγουμένως και περαιτέρω ανέφερε ότι άφησε από το τιμόνι το αριστερό του χέρι το οποίο ήταν σε επαφή με ολόκληρη την αριστερή πλευρά του οχήματος. Δηλαδή, ενώ για πρώτη φορά αναφέρει ότι το αριστερό του χέρι ήρθε σε επαφή με το καθρεφτάκι του οχήματος στη συνέχεια είπε ότι το χέρι του ήταν σε επαφή με ολόκληρο το αριστερό μέρος του οχήματος. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να θυμάται ποιο μέρος του αυτοκινήτου ήρθε σε επαφή με τη μοτοσυκλέτα καθότι υπό τις περιστάσεις, ο σκοπός του ήταν να σταματήσει τον κατηγορούμενο. Με τις πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στον τρόπο με τον οποίο έγινε η σύγκρουση του αυτοκινήτου με τη μοτοσυκλέτα ή καλύτερα η επαφή, σε ποιο σημείο τα δύο οχήματα ήρθαν σε επαφή, πόση ένταση είχε η επαφή αυτή και κατά πόσο προκλήθηκε οποιασδήποτε θόρυβος από την επαφή αυτή. Επίσης, δεν μπορεί να προσδοθεί και οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές του μάρτυρα ότι λόγω της επαφής αυτής ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί τη σύγκρουση. Αυτή είναι η άποψη του η οποία δεν στηρίζεται σε οτιδήποτε άλλο ή σε οποιεσδήποτε εξειδικευμένες γνώσεις και το γεγονός αυτό θα κριθεί από το Δικαστήριο από τα ευρήματα που θα προκύψουν. Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει και οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές του μάρτυρα περί κατάγματος στο αριστερό του πόδι. Ο μάρτυρας δεν έχει ιατρικές γνώσεις και ούτε παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν κάτι τέτοιο. Άλλωστε και ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι ιατρός για να κρίνει αν είχε κάταγμα ή όχι και παρέπεμψε στον ιδιώτη ιατρό που ισχυρίστηκε ότι τον εξέτασε. Πέραν τούτου, η θέση του αυτή συγκρούεται και με τα παραδεκτά γεγονότα και συγκεκριμένα με το γεγονός ότι ο παραπονούμενος έφερε κάκωση κνήμης αριστερού ποδιού και αφού του παρασχέθηκαν οι Α΄ Βοήθειες απολύθηκε. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού επί των πιο πάνω σημείων. Δεν έχει προκύψει με την απαραίτητη σαφήνεια ο τρόπος που το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε τη μοτοσυκλέτα ή ήρθε σε επαφή με αυτή και με ποιο μέρος της. Ούτε έχει προκύψει ότι αυτός υπέστη οποιοδήποτε κάταγμα από τη σύγκρουση αυτή. Από τη αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος στην ένορκη του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι δεν κτύπησε τον Αστυνομικό και ότι περνώντας από δίπλα του δεν άκουσε οποιοδήποτε θόρυβο ούτε ένιωσε οποιοδήποτε τράνταγμα για να τον κάνει να αντιληφθεί ότι προκάλεσε δυστύχημα, ούτε είδε τον αστυνομικό να βρίσκεται στο έδαφος. Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος από την όλη μαρτυρία του φάνηκε ότι αυτός προσπαθούσε να διαφοροποιηθεί από ορισμένες αναφορές του στην γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 2). Για παράδειγμα ισχυρίστηκε ότι η αναφορά του ότι ο συνοδηγός του είπε ότι τον άρπαξε ο μοτοσυκλετιστής δεν ισχύει καθότι η κατάθεση του λήφθηκε μερικές ώρες μετά το συμβάν και ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πώς έγινε το όλο συμβάν και επίσης την κατάθεση αυτή δεν την υπέγραψε. Η πιο πάνω θέση του κλονίζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του αφού αποδείκτηκε στο Δικαστήριο ότι το τεκμήριο 2 αποτελεί τη κατάθεση του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 την οποία το Δικαστήριο έκανε αποκδετή και η οποιαδήποτε άλλη θέση εξέφρασε ο κατηγορούμενος αναφορικά με το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Άλλωστε και ο ίδιος δεν ισχυρίστηκε ότι δεν προέβηκε στην πιο πάνω αναφορά, απλώς ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν ισχύει η πιο πάνω αναφορά για τους λόγους που είπε. Δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί όμως αφού δεν αμφισβητήθηκε η θεληματικότητα της εν λόγω κατάθεσης και πουθενά δεν έχει διαφανεί ότι κατά την ώρα της λήψης της ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Πέραν των πιο πάνω, φάνηκε κατά την μαρτυρία του κατηγορούμενου ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να καθορίσει αλλά και να θυμάται κατά πόσο περνώντας δίπλα από την αστυνομική μοτοσυκλέτα την κτύπησε καθοιονδήποτε τρόπο. Εφόσον δεν αντιλήφθηκε να έγινε κάτι τέτοιο θεωρεί ότι δεν έγινε. Στην κατάθεση του επίσης, αναφέρει ότι νομίζει ότι δεν κτύπησε με οποιοδήποτε όχημα. Πέραν των πιο πάνω, η πιο πάνω θέση του συγκρούεται και με το παραδεκτό γεγονός ότι το σημείο Χ απεικονίζει το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου με την αστυνομική μοτοσυκλέτα. Επομένως, η θέση του κατηγορούμενου ότι δεν κτύπησε με την αστυνομική μοτοσυκλέτα συγκρούεται με το πιο πάνω παραδεκτό γεγονός και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία του κατηγορουμένου κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου την απορρίπτω στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία που αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος στις 28/12/2010 και περί ώρα 03:30 ενώ οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής KUR 064 και του έγινε σήμα από αστυνομικό με στολή να σταματήσει αυτός παρέλειψε να το πράξει με αποτέλεσμα να αρχίσει η καταδίωξη του, μεταξύ άλλων και από τον Αστ. 4386 Κωνσταντίνο Εγκωμίτη. Σε κάποια φάση της καταδίωξης ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στην οδό Προμαχών Ελευθερίας με ανατολική κατεύθυνση και τον ακολουθούσε ο πιο πάνω αστυφύλακας. Φθάνοντας στη διασταύρωση με την οδό Κ.Δ. Πιτσιλλίδη, ο κατηγορούμενος έστριψε αριστερά και εισήλθε σε πρατήριο βενζίνης όπου συνέχισε την πορεία του και εξήλθε από αυτό στρίβοντας δεξιά στην οδό Κ.Δ. Πιτσιλλίδη όπου κατευθύνθηκε κάθετα σε αυτή περνώντας τη διαχωριστική γραμμή των λωρίδων κυκλοφορίας. Ακολούθως, έστριψε δεξιά σύμφωνα με την πορεία του και ευθυγραμμίστηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της πιο πάνω οδού έχοντας νότια κατεύθυνση ως η πορεία Α του σχεδίου της σκηνής, όπου σταμάτησε για μερικά δευτερόλεπτα. Ο Αστυφ. 4386 Κωνσταντίνος Εγκωμίτης, φθάνοντας στην διασταύρωση με την οδό Κ.Δ.Πιτσιλλίδη συνέχισε ευθεία, εισήλθε εντός της διασταύρωσης και ακολούθως κατευθύνθηκε αριστερά σύμφωνα με την πορεία του και σταμάτησε την αστυνομική μοτοσυκλέτα του στο σημείο Β επί του σχεδιαγραφήματος που βρίσκεται στην λωρίδα κυκλοφορίας που βρισκόταν το όχημα του κατηγορουμένου σε απόσταση περίπου 15 - 20 μέτρων. Η μοτοσυκλέτα του εν λόγω αστυνομικού είχε βόρεια κατεύθυνση και στηριζόταν στο έδαφος από το αριστερό του πόδι. Τότε το όχημα του κατηγορουμένου έκανε απότομη εκκίνηση με σκοπό να διαφύγει από τον αστυνομικό και στην προσπάθεια του να περάσει από δίπλα του, από την αριστερή πλευρά σύμφωνα με την πορεία του, κτύπησε επί της αστυνομικής μοτοσυκλέτας. Η αστυνομική μοτοσυκλέτα καθόν χρόνο το όχημα του κατηγορούμενου περνούσε από δίπλα της ήταν όρθια και έγειρε στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία της, αφού το όχημα του κατηγορούμενου έφυγε και συνέχισε την πορεία του. Η αστυνομική μοτοσυκλέτα έφερε ζημιές στο αριστερό της καθρεφτάκι και φάρο ενώ το όχημα του κατηγορουμένου έφερε εκτεταμένες ζημιές αφού ενεπλάκη σε άλλα δύο δυστυχήματα στην περιοχή της Γερμασόγειας προτού ακινητοποιηθεί. Τη σκηνή του δυστυχήματος επισκέφθηκε η Γ/Αστ. 4792 Ν. Πετεβείνου όπου ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με το οποίο συμφώνησε ο Αστυφ. Εγκωμίτης. Μετά το τέλος των εξετάσεων στη σκηνή ο εν λόγω αστυνομικός μεταφέρθηκε με αστυνομικό όχημα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό όπου και διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση κνήμης αριστερού ποδιού και αφού του παρασχέθηκαν οι Α΄ Βοήθειες απολύθηκε. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό και υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός λόγω των φώτων τροχαίας και πασσάλων της Α.Η.Κ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Σε σχέση με την 3η κατηγορία, το άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Από τις πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 235 Α
(1)προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α. Η εμπλοκή σε ατύχημα. Β. Η πρόκληση από το ατύχημα, θανάτου ή άλλης σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο. Γ. Η εγκατάλειψη του χώρου του ατυχήματος χωρίς την παροχή βοήθειας. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί αμέλεια εκ μέρους του οδηγού για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Στην Abdalla El Sayed v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση Αρ. 210/2009, Ημερομηνίας 22/11/2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι δηλαδή σαφές ότι η ενοχή με βάση το άρθρο αυτό είναι ανεξάρτητη από το αν ο κατηγορούμενος ευθύνεται ή όχι στο ατύχημα το οποίο έχει εμπλακεί.» Πέραν των πιο πάνω, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ένοχη σκέψη (mens rea) δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει γνώση για την πρόκληση ατυχήματος. Η άγνοια του ατυχήματος αποτελεί υπεράσπιση (βλ. Harding v. Price
(1948)1 ALL ER. 283). Στην υπόθεση αυτή ο Lord Goddard ανέφερε ότι χρειάζεται ένοχη σκέψη (mens rea) σε αδικήματα που δεν απαγορεύουν συγκεκριμένη συμπεριφορά αλλά αντίθετα επιβάλλουν ειδικό καθήκον στον κατηγορούμενο με την επέλευση συγκεκριμένου συμβάντος. Επίσης, στην εν λόγω υπόθεση αναφέρεται ότι είναι περιορισμένος ο αριθμός των υποθέσεων όπου ο οδηγός ενός οχήματος δεν αντιλαμβάνεται ότι το όχημα του ενεπλάκη σε ατύχημα. Το στοιχείο όμως αυτό θα εξαρτηθεί από τα ξεχωριστά γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το αποδεικτικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, το άρθρο 235Α συνδυάζει την εγκατάλειψη της σκηνής του ατυχήματος με την παράλειψη παροχής βοήθειας. Η γνώση ή όχι του γεγονότος ότι υπάρχουν θύματα από το ατύχημα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο αδικήματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω, αρχικά, κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα της 2ης κατηγορίας εν όψει των πιο πάνω πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αναπτύσσοντας απότομα ταχύτητα με σκοπό να διαφύγει από τον Αστ. Κ. Εγκωμίτη ο οποίος προσπαθούσε να τον σταματήσει, κτύπησε επί της αστυνομικής μοτοσυκλέτας. Προτού ο κατηγορούμενος πράξει αυτό είχε σταματήσει για μερικά δευτερόλεπτα το όχημα του και μπροστά του σε απόσταση περίπου 15 - 20 μέτρων βρισκόταν επίσης σταματημένη η αστυνομική μοτοσυκλέτα. Εκκινώντας απότομα και στην προσπάθεια του να περάσει από τα δεξιά την μοτοσυκλέτα που βρισκόταν μπροστά του κτύπησε σε αυτή. Από τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτει ότι η αστυνομική μοτοσυκλέτα ήταν ορατός και υπαρκτός κίνδυνος για τον κατηγορούμενο στον οποίο όφειλε και έπρεπε να στρέψει την προσοχή του. Από τη στιγμή που επέλεξε να μην συμμορφωθεί με τις οδηγίες του αστυνομικού και να ακινητοποιήσει το όχημα του αλλά να διαφύγει, όφειλε να το πράξει με ασφάλεια και να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα έτσι ώστε να περάσει δίπλα από τη μοτοσυκλέτα σε τέτοια απόσταση έτσι ώστε να μην συγκρουστεί με αυτή καθοιονδήποτε τρόπο. Προκύπτει επίσης, ότι είχε όλο τον απαιτούμενο χώρο να το πράξει αυτό. Η παράλειψη του αυτή συνιστά αμέλεια. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να οδηγήσει το όχημα του υπό τις περιστάσεις δεν ήταν ο ενδεδειγμένος. Λαμβανομένου υπόψη μου τα ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε τη 2η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάση λογικής αμφιβολίας γι αυτό και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία αυτή. Σε σχέση τώρα με την 3η κατηγορία, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της εμπλοκής του κατηγορουμένου σε ατύχημα από το οποίο προκλήθηκε τραυματισμός στον παραπονούμενο. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε για την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος ή αντιλήφθηκε αυτό και παρέλειψε να σταματήσει και να παράσχει βοήθεια. Το κατά πόσο έχει αποδειχθεί το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος θα πρέπει να κριθεί από τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το ατύχημα και όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης. Δεν έχει προκύψει με ποιο τρόπο το όχημα του κατηγορουμένου συγκρούστηκε με την αστυνομική μοτοσυκλέτα. Το μόνο το οποίο έχει αποδειχθεί ως πραγματικό γεγονός είναι ότι ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να περάσει δίπλα από τη μοτοσυκλέτα κτύπησε επί αυτής ή ήρθε σε επαφή με αυτή. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο που τα δύο οχήματα ήρθαν σε επαφή ούτε ποιο μέρος του οχήματος κτύπησε τη μοτοσυκλέτα αλλά ούτε και σε ποιο σημείο αυτής κτύπησε. Το σπάσιμο στο αριστερό καθρεφτάκι της μοτοσυκλέτα και του φάρου αυτής δεν έχει συνδεθεί με το κτύπημα του οχήματος επί αυτών. Επίσης, ούτε έχει προκύψει κατά πόσο η επαφή έγινε με την μπροστινή μεριά του οχήματος ή με την πισινή. Ούτε έχει προκύψει αν από τη σύγκρουση ή την επαφή προκλήθηκε οποιοσδήποτε θόρυβος ή τράνταγμα στο όχημα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι καθόν χρόνο το όχημα του κατηγορουμένου περνούσε δίπλα από τη μοτοσυκλέτα, αυτή ήταν όρθια και δεν είχε με οποιοδήποτε τρόπο ανατραπεί. Ακολούθως, δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία να υποδηλώνει ότι αντιλήφθηκε την πρόκληση του ατυχήματος αλλά συνέχισε την πορεία του και εγκατέλειψε τη σκηνή. Δεν παραγνωρίζεται φυσικά με κανένα τρόπο η όλη οδική συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος και ότι ο μοναδικός του σκοπός ήταν να καταφέρει να διαφύγει από τον αστυνομικό με οποιοδήποτε τρόπο ανεξάρτητα ίσως των συνεπειών που θα προκαλούσε. Αυτό όμως, δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να του αποδώσει πραγματική γνώση για το ατύχημα στον απαιτούμενο βαθμό. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος μετά που ήρθε σε επαφή με τη μοτοσυκλέτα κοίταξε από το καθρεφτάκι του και αντιλήφθηκε αυτήν να βρίσκεται στο έδαφος. Ούτε έχει προκύψει πόση απόσταση αυτός διένυσε όταν η μοτοσυκλέτα βρέθηκε στο έδαφος. Άλλωστε και ο παραπονούμενος στη μαρτυρία του ανέφερε ότι όταν βρισκόταν στο έδαφος και να φώναζε στον κατηγορούμενο δεν θα τον άκουγε αφού είχε ήδη απομακρυνθεί και ήταν πλέον αργά. Με τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πρόκληση του ατυχήματος και αυτός εγκατέλειψε τη σκηνή. Κατ' ακολουθία καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την 3η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία αυτή. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο