← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σόλωνα Μητροφάνους, ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ, 26/7/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σόλωνα Μητροφάνους, ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ, 26/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7624/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Σόλωνα Μητροφάνους Κατηγορούμενου -------------- Ημερομηνία: 26 Ιουλίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Για Κατηγορούμενο: κ. Καψάλης Κατηγορούμενος παρών --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για τα αδικήματα της αποστολής μηνύματος διά τηλεφώνου, απειλητικού και προσβλητικού χαρακτήρα, αντίστοιχα, κατά παράβαση των άρθρων 4 και 149

(6)(α) του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου του 2004, Ν. 112(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, η αξιόποινη συμπεριφορά που αποδίδεται στον κατηγορούμενο έγινε στις 20.5.2009 προς τον Χαράλαμπο Κούρρη. Ο πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αρχι/Λοχ. 2003 Μάριος Ανδρέου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο τμήμα μικροπαραβάσεων Λεμεσού. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι στις 20.5.2009 ανέλαβε καθήκον στις 18.50 και έλαβε οδηγίες από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού να αναλάβει τη διερεύνηση υπόθεσης προσβλητικών τηλεφωνημάτων που διαπράχθηκε σε προγενέστερο χρόνο της ίδιας μέρας από τον κατηγορούμενο εναντίον του Χαράλαμπου Κούρρη από τη Λεμεσό. Στις 24.6.2009 ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 1, και τον κατηγόρησε γραπτώς. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 είπε ότι δεν είναι παράξενο να δίνει οδηγίες ο ίδιος ο Αστυνομικός Διευθυντής για τη διερεύνηση μίας υπόθεσης, όπως έγινε με την παρούσα, και θεώρησε ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας της καταγγελίας στις 20.5.2009 και της λήψης της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο στις 24.6.2009, δεν είναι τόσο μεγάλο, καθότι ο Μ.Κ.1 ερευνούσε την υπάρχουσα μαρτυρία και έπρεπε να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο για να του λάβει κατάθεση. Ο Μ.Κ.1 είπε ότι ο κατηγορούμενος ήταν καθόλα συνεργάσιμος και τον χαρακτήρισε επίσης ως πολύ σωστό συνάδελφο. Τέλος, ο Μ.Κ.1 είπε ότι κατηγόρησε τον κατηγορούμενο με βάση τη μαρτυρία που κατείχε και την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου. Η επόμενη μάρτυρας ήταν η Χριστοθέα Κρόκου Κούρρη, σύζυγος του Χαράλαμπου Κούρρη. Η Μ.Κ.2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της προς την αστυνομία ημερ. 21.5.
  2. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα. Στο ισόγειο της κατοικίας τους διατηρεί με τον σύζυγο της ζαχαροπλαστείο. Στις 14.5.2009 κλάπηκε από το ζαχαροπλαστείο το ποσό των 150 ευρώ περίπου και την ίδια μέρα ο σύζυγος της κατάγγειλε το συμβάν στην αστυνομία. Στις 20.5.2009 πήγε μαζί με τον σύζυγο της στην αστυνομία με σκοπό να εκφράσουν τις υποψίες τους προς την υπάλληλο τους, Άντρη Δημητρίου, για την κλοπή. Εκεί, στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό συνάντησαν τον Υπ/μο Ι. Σωτηριάδη, στον οποίο ο σύζυγος της εξέφρασε τις υποψίες που είχαν για την υπάλληλο τους. Ο κ. Σωτηριάδης τους παράπεμψε στον αστ. Γιακουμή ο οποίος τους είπε ότι θα καλούσε την Άντρη για κατάθεση και ακολούθως θα επικοινωνούσε με τον σύζυγο της Μ.Κ.
  3. Ενώ έφευγαν από τα γραφεία του ΤΑΕ, και αφού προηγουμένως πέρασαν για επιθεώρηση του όπλου του συζύγου της Μ.Κ.2, κτύπησε το κινητό του και η Μ.Κ.2 τον άκουσε να λέει «Περίμενε ρε Σόλωνα». Μέχρι την έξοδο τους από την αστυνομία, ο σύζυγος της άκουγε αλλά δεν απαντούσε. Επειδή η Μ.Κ.2 είδε ότι ο σύζυγος της εκνευρίστηκε, του είπε να κλείσει το τηλέφωνο, όπως και έγινε. Μετά η Μ.Κ.2 ρώτησε τον σύζυγο της τι του είπε ο Σόλωνας, τον οποίο γνωρίζουν επειδή ενοικίαζε σπίτι από κοντά τους για περίπου 4 χρόνια. Ο σύζυγος της Μ.Κ.2 της είπε ότι ο Σόλωνας του είπε «Ήντα πουν τούντα πράματα που κάμνεις, πήγες και κατάγγειλες την Άντρη στην αστυνομία αφού ξέρεις ότι είμαι αστυνομικός. Ξέρεις την πελλάρα μου, εν νάρτω τζιαμέ να τα κάμω ίσια-ίσια τζιαι να σπάσω τα μούτρα σου». Επίσης του είπε ότι «η κοπέλα έβαλε λάστιχα χωρίς να πληρώσει μπακίρα τζιαι εσύ πήγες να την καταγγείλεις». Τότε η Μ.Κ.2 είπε στον σύζυγο της να επιστρέψουν και καταγγείλουν τις απειλές του Σόλωνα. Επέστρεψαν πίσω στο γραφείο του κ. Γιακουμή και εκεί κτύπησε ξανά το τηλέφωνο του συζύγου της ο οποίος είπε στον κ. Γιακουμή ότι ήταν ο Σόλωνας και να πάρει το τηλέφωνο να ακούσει. Ο κ. Γιακουμής πήρε το τηλέφωνο και η ίδια δεν ξέρει τι είπαν μεταξύ τους. Η ίδια είπε στον κ. Γιακουμή ότι θέλει να κάνει καταγγελία εναντίον του Σόλωνα για τις απειλές, και αυτός τους είπε να μην φοβούνται. Η Μ.Κ.2 επέστρεψε στη δουλειά της και όταν σχόλασε στις 14.15, ο σύζυγος της, της είπε ότι επικοινώνησε με τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, και συναντήθηκαν στο γραφείο του στις 15.10, όπου εξέφρασαν το παράπονο τους εναντίον του Σόλωνα. Η Μ.Κ.2 αναγνώρισε τον Σόλωνα ως τον κατηγορούμενο. Επίσης είπε ότι ο Σόλωνας μιλούσε δυνατά στο τηλέφωνο και τις δύο φορές και αυτή άκουγε τη φωνή και τις απειλές του. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.2 είπε ότι άκουσε τον σύζυγο της να λέει «Περίμενε ρε Σόλωνα, τι είναι τούτα τα πράματα που λες». Η Μ.Κ.2 επέμενε ότι ανέφερε στον αστυνομικό που της έλαβε την κατάθεση ότι άκουσε τις φωνές του κατηγορούμενου, αλλά αυτός της είπε ότι είναι λεπτομέρεια, αυτό θα το αναφέρει ο σύζυγος της και έτσι δεν χρειάζεται να το καταγράψει στη δική της κατάθεση. Επίσης η Μ.Κ.2 επέμενε ότι άκουσε τις φωνές του κατηγορούμενου από το τηλέφωνο, και δεν ήταν μία ήρεμη συνομιλία, και αντιλήφθηκε ότι αυτός απειλούσε, και είδε τον σύζυγο της που ταράχτηκε. Δεν ήταν σε θέση να ξέρει ακριβώς τα λόγια του κατηγορούμενου. Η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ενοικίαζε το σπίτι τους για περίπου 4 χρόνια, είχαν καλές σχέσεις με τον ίδιο και την οικογένεια του, ενώ δεν δέχθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ενοικίαζε το σπίτι τους για 5 χρόνια πριν το
  4. Ακόμα είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος μετακόμισε από εκεί στο σπίτι που έκτισε, πήγαν μία φορά στο σπίτι του. Τέλος, η Μ.Κ.2 είπε ότι ο μόνος λόγος που ο κατηγορούμενος είχε για να απειλήσει τον σύζυγο της ήταν η καταγγελία που έκαναν εναντίον της Άντρης, που είναι κουνιάδα του κατηγορούμενου και αυτός τους την σύστησε για εργασία. Οι υποψίες εναντίον της ηγέρθηκαν λόγω κάποιων κινήσεων της, και ο σύζυγος της, της έδωσε αρκετές ευκαιρίες να ομολογήσει την κλοπή και να τη συγχωρέσει και βοηθήσει αν έχει οικονομική ανάγκη, και όταν αυτή κατηγόρησε την κόρη τους, τότε πήγαν και την κατάγγειλαν στην αστυνομία. Μάλιστα, η ίδια χρησιμοποίησε τη σχέση της με τον κατηγορούμενο όταν η αστυνομία επισκέφθηκε το ζαχαροπλαστείο. Μετά το επίδικο συμβάν, ο σύζυγος της και η Άντρη επισκέφθηκαν τον κατηγορούμενο στο σπίτι του, κατόπιν προτροπής της τελευταίας, με την ελπίδα ίσως βοηθούσε στην όλη κατάσταση. Σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η εν λόγω επίσκεψη έγινε κατόπιν προτροπής του συζύγου της, η Μ.Κ.2 είπε ότι είναι καλύτερα να απαντήσει σε αυτό ο σύζυγος της. Η Μ.Κ.2 είπε ότι η κλοπή έγινε στις 14.5.2010, και παρέπεμψε στην κατάθεση της για την ημερομηνία αυτή ως και στην ημερομηνία της λήψης της κατάθεσης της, καθότι δεν ήταν σε θέση να τις θυμηθεί. Ο Χαράλαμπος Κούρρης και πάλι υιοθέτησε την κατάθεση του, ημερ. 20.5.2009, ως μέρος της κύριας εξέτασης του, στην οποία βασικά περιέχονται όσα αναφέρονται και στην κατάθεση της συζύγου του. Ο Μ.Κ.3 αναφέρει ακόμα ότι έλαβε το τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο η ώρα 10.58, και του είπε «Ήντα που εν τούτα τα πράματα που κάμνεις, επήες τζιαι κατάγγειλες την κοπελλούα τζιαι έκαμες την να κλαίει. Να με κάμεις ρεζίλι μες την αστυνομία, ξέρεις ότι είμαι αστυνομικός. Παλιάνθρωπε.» Ο Μ.Κ.3 δεν είπε οτιδήποτε αφού εκπλάγηκε και έμεινε άφωνος από τη συμπεριφορά του. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να του μιλά και να βρίζει ασταμάτητα, χωρίς να του δώσει την ευκαιρία να μιλήσει, και συνέχισε να του λέει «Ξέρεις την πελλάρα μου, εννά μπω μες το μαγαζί σου τζιαι έννα σου τα σπάσω ούλλα, έννα σε κάμω άχρηστο, έννα σου σπάσω τα μούτρα σου, έννα στείλω άλλους εν τζιαι να φανώ εγώ, η κοπελλούα επήε τζιαι έβαλε τα λάστιχα τζιαι δεν επλέρωσε μπακκίρα». Ο κατηγορούμενος συνέχισε να του μιλά και να τον βρίζει με τον ίδιο απειλητικό τρόπο μέχρι την έξοδο του από την αστυνομία. Η εν λόγω τηλεφωνική κλήση διάρκεσε 2 λεπτά. Επίσης ο Μ.Κ.3 είπε ότι όταν είδε την κλήση εκ νέου του κατηγορούμενου, απάντησε το τηλέφωνο και ο κατηγορούμενος του είπε «Άκουσες ήντα που σου είπα;» και αμέσως έδωσε το τηλέφωνο του στον κ. Γιακουμή, χωρίς να ακούσει τι είπαν μεταξύ τους. Ο Μ.Κ.3 έφυγε από την αστυνομία και πήγε στο ζαχαροπλαστείο να δουλέψει αλλά δεν μπορούσε, επειδή φοβόταν ότι από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιζόταν ο κατηγορούμενος και θα του έκανε ζημιά ή θα τον κτυπούσε. Έτσι μίλησε ξανά τηλεφωνικώς με τον κ. Σωτηριάδη, και ακολούθως τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Διευθυντή, ο οποίος τον κάλεσε στο γραφείο του. Ο Μ.Κ.3 πρόσθεσε ότι άκουσε τον κ. Γιακουμή να λέει στον κατηγορούμενο «Σόλωνα σταμάτα τις πελλάρες». Η συνομιλία του με τον κατηγορούμενο ήταν σε δυνατή ένταση. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.3 είπε ότι οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο και την οικογένεια του πριν το επίδικο συμβάν ήταν άριστες, και δεν θυμόταν ακριβώς για πόσα χρόνια ο κατηγορούμενος διέμενε στο σπίτι τους. Αποδίδει την επίδικη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην προσπάθεια του να υποστηρίξει την κουνιάδα του λόγω λανθασμένων πληροφοριών που είχε, και επανέλαβε όσα είπε και η σύζυγος του για το ότι εξάντλησε όλα τα περιθώρια πριν καταγγείλει την Άντρη στην αστυνομία. Το πρώτο βράδυ κιόλας πήγε με την Άντρη στον κατηγορούμενο για να τους βοηθήσει και ο Μ.Κ.3 είπε στον κατηγορούμενο ότι το πρόσωπο που η Άντρη θεωρούσε ως ύποπτο είχε άλλοθι. Ο Μ.Κ.3 δεν θυμόταν αν πήγαν στον κατηγορούμενο με πρωτοβουλία δική του ή της Άντρης, ή αν αυτό έγινε αυθόρμητα και από τους δύο. Ο Μ.Κ.3 είπε ότι πήρε και το όπλο του στον αστυνομικό σταθμό για επιθεώρηση, και επέμενε έντονα ότι τα όσα καταλογίζει στον κατηγορούμενο είναι αλήθεια. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι και τα δύο τηλεφωνήματα του κατηγορούμενου ήταν φιλικά και όχι απειλητικά και ο Μ.Κ.3 αρνήθηκε αυτή την υποβολή. Ακόμα, ο Μ.Κ.3 είπε ότι ξέρει και τα καλά και τα κακά του κατηγορούμενου, και ότι όταν έγιναν τα τηλεφωνήματα, αυτός φοβήθηκε ότι θα του έκανε κακό. Μετά από τόσο καιρό και τις φορές που ήρθαν στο Δικαστήριο γι΄ αυτή την υπόθεση, ο Μ.Κ.3 συγχώρεσε τον κατηγορούμενο και ήθελε να κλείσει το όλο θέμα. Γι΄ αυτό συνέταξε Δήλωση ημερ. 1.2.2012, Τεκμήριο 3, με την οποία δηλώνει ότι το όλο συμβάν είναι μία παρεξήγηση και ένα μεμονωμένο περιστατικό, και δεν έχει πλέον παράπονο ή απαίτηση από τον κατηγορούμενο και δεν επιθυμεί περαιτέρω την ποινική του δίωξη. Ο τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστ. 68 Γιασεμής Γιακουμή, του ΤΑΕ Λεμεσού. Ο Μ.Κ.4 υιοθέτησε και αυτός με τη σειρά του την κατάθεση του, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα. Στις 20.5.2009 και περί ώρα 10.40, ενώ βρισκόταν καθήκον στο τμήμα, προσήλθε ο Υπ/μος Ι. Σωτηριάδης που συνόδευε τους Μ.Κ.2 και 3, οι οποίοι, όπως του ανέφερε, ήθελαν να καταγγείλουν υπόθεση κλοπής από το ζαχαροπλαστείο τους και υποψιάζονταν την υπάλληλο τους, Άντρη Δημητρίου. Οι Μ.Κ. 2 και 3 είπαν στον μάρτυρα ότι στις 14.5.2009 κατάγγειλαν διάρρηξη του ζαχαροπλαστείου στη Γ/Αστ. 1944 Στ. Περικλέους του ΤΑΕ Λεμεσού, αλλά μετά από κάποια γεγονότα υποψιάστηκαν την υπάλληλο τους. Αφού ο Μ.Κ.4 άκουσε το παράπονο τους και πήρε σημειώσεις για διερεύνηση της υπόθεσης, τους είπε ότι θα ενεργούσε άμεσα για ανάκριση της ύποπτης. Αμέσως μετά ο Μ.Κ.4 τηλεφώνησε στην ύποπτη και την κάλεσε να παρουσιαστεί στα γραφεία του ΤΑΕ για διερεύνηση της υπόθεσης. Αφού οι Μ.Κ.2 και 3 έφυγαν, μετά από λίγα λεπτά επέστρεψαν και ο Μ.Κ.4 διερωτήθηκε γιατί. Πριν του μιλήσουν, κτύπησε το κινητό τηλέφωνο του Μ.Κ.3 και μόλις το απάντησε το έδωσε στον μάρτυρα. Ο Μ.Κ.4 ρώτησε ποιος ήταν και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι φίλος του Μ.Κ.3 και γαμπρός της ύποπτης και πήρε τηλέφωνο τον Μ.Κ.3 για να δει τι έγινε με την υπόθεση. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι είχε καταγγελθεί υπόθεση κλοπής από υπάλληλο και του εξήγησε ότι χρειαζόταν την κουνιάδα του στο ΤΑΕ για ανάκριση. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έκλεισε το τηλέφωνο και ο Μ.Κ.4 δεν μίλησε εκ νέου μαζί του. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.3, αυτό ήταν το δεύτερο τηλεφώνημα που έλαβε σε λίγα λεπτά από τον κατηγορούμενο, το πρώτο τηλεφώνημα έγινε πριν ακόμα προλάβει να εξέλθει της αστυνομίας, και ο κατηγορούμενος του φώναζε επειδή εξέφρασε υποψίες κατά της κουνιάδας του. Ο Μ.Κ.4 εξήγησε εκ νέου στον Μ.Κ.3 ότι η υπόθεση θα διερευνηθεί κανονικά και ότι θα επικοινωνούσε μαζί τους για να τους ενημερώσει για τις εξελίξεις της υπόθεσης. Αυτοί αποχώρησαν από το τμήμα. Την ίδια μέρα παρουσιάστηκε στα γραφεία του ΤΑΕ η ύποπτη Άντρη Δημητρίου, από την οποία ο Μ.Κ.4 έλαβε ανακριτική κατάθεση, και ακολούθησε έρευνα στην οικία της, κατόπιν συγκατάθεσης της, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.4 είπε ότι η αρχική συνομιλία του με τους Μ.Κ.2 και 3 διήρκησε περίπου 10 λεπτά, αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσον αμέσως μετά που έφυγαν ή πιο μετά επικοινώνησε με την ύποπτη καλώντας την να προσέλθει στο ΤΑΕ. Οι Μ.Κ.2 και 3 επέστρεψαν στο γραφείο του Μ.Κ.4 μετά από 2-3 λεπτά. Ο Μ.Κ.4 είπε ότι όταν πήρε το τηλέφωνο του Μ.Κ.3, αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο ο οποίος απλώς έκανε ερωτήσεις για την υπόθεση και ενδιαφερόταν να βοηθήσει, μιλώντας κανονικά και ήρεμα. Ο Μ.Κ.4 δεν θυμόταν τι ακριβώς του είπε, αλλά δεν φώναζε και ούτε ο Μ.Κ.4 του είπε «Σόλωνα σταμάτα τις πελλάρες» ή «Τι είναι τούτες οι πελλάρες που κάμνεις;» Τέλος, ο Μ.Κ.4 είπε ότι πρέπει να ζήτησε από τον κατηγορούμενο, αν εντοπίσει την ύποπτη, να της πει να προσέλθει για κατάθεση, ενώ τελικά η υπόθεση ταξινομήθηκε ως ανεξιχνίαστη. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, κάλεσε αυτόν σε απολογία και του εξήγησε τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωσε στην οποία ανέφερε ότι δεν παραδέχεται τις κατηγορίες και δηλώνει αθώος, και ότι σε καμία περίπτωση δεν απείλησε τον κ. Κούρρη. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα κριθεί με βάση την αξιοπιστία των μαρτύρων και ήταν η θέση του ότι οι Μ.Κ.2 και 3 ήταν ειλικρινείς και η μαρτυρία τους δεν διαψεύδεται από τον Μ.Κ.
  5. Επομένως ήταν η εισήγηση του κ. Αργυρού ότι η υπόθεση έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος αναφέρθηκε εκτενώς στη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3 για να καταδείξει ότι παρουσιάζονται αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας του καθενός και μεταξύ τους, ενώ ο Μ.Κ.4 σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαίωσε τα όσα οι Μ.Κ.2 και 3 ανέφεραν στο Δικαστήριο. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αρχικά αναφέρω ότι ο Μ.Κ.1 δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Αυτός κατέθεσε για τις ενέργειες του σε σχέση με τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και έδωσε ολοκληρωμένες απαντήσεις κατά την αντεξέταση του για τον τρόπο έναρξης της διερεύνησης της υπόθεσης και γενικά τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια αυτής. Γενικά ο Μ.Κ.1 φάνηκε αντικειμενικός κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης και κρίνεται αξιόπιστος από το Δικαστήριο το οποίο αποδέχεται πλήρως τη μαρτυρία του. Η Μ.Κ.2 με τη σειρά της γενικά δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων είπε. Αρχικά παρατηρώ ότι υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ της κατάθεσης και της προφορικής της μαρτυρίας, ενώ υπάρχει και το στοιχείο της υπερβολής, για να υποστηρίξει τη θέση του συζύγου της, κατά την αφήγηση των γεγονότων από την ίδια. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση της η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο σύζυγος της έλαβε το πρώτο τηλεφώνημα, αυτή κατάλαβε ότι τον πήρε ο κατηγορούμενος επειδή ο σύζυγος της είπε το όνομα του, ενώ μεταφέρει το τι ο κατηγορούμενος είπε στον σύζυγο της με βάση τα όσα της είπε ο σύζυγος της μόλις έκλεισε το τηλέφωνο. Κατά την προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Μ.Κ.2 είπε ότι και η ίδια άκουσε τι έλεγε ο κατηγορούμενος από το τηλέφωνο στον σύζυγο της επειδή αυτός μιλούσε δυνατά και άκουγε τις φωνές και απειλές του. Περαιτέρω, σε κατοπινό στάδιο κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.2, αυτή ρωτήθηκε επανειλημμένα τι άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει στον σύζυγο της, και αυτή απέφευγε να δώσει συγκεκριμένη απάντηση, λέγοντας μόνο ότι άκουσε τα λεγόμενα του, όχι επακριβώς, και μάλιστα της τα είπε και ο σύζυγος της, και ότι είδε τον σύζυγο της που είχε ταραχτεί. Η όλη στάση της προκάλεσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι η ίδια δεν άκουσε τι λέχθηκε από τον κατηγορούμενο, αλλά το πληροφορήθηκε μετά από τον σύζυγο της, και προσπαθούσε με ζήλο να στηρίξει τη θέση του συζύγου της και την υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Ακόμα η απάντηση που έδωσε προς τον συνήγορο υπεράσπισης για την παράλειψη αναφοράς της στην κατάθεση της ότι άκουσε και η ίδια τι είπε ο κατηγορούμενος στον σύζυγο της, δηλαδή ότι ο αστυνομικός της είπε ότι είναι λεπτομέρεια και αυτά θα τα αναφέρει ο σύζυγος της, δεν πείθουν το Δικαστήριο. Το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του κατηγορούμενου με τον Μ.Κ.3 είναι η πιο ουσιαστική μαρτυρία και θεωρώ ότι η αστυνομία θα έκρινε ιδιαίτερα σημαντική και χρήσιμη την επιβεβαίωση των λεχθέντων από τον κατηγορούμενο και από τη σύζυγο του Μ.Κ.3 έτσι ώστε αυτή θα καταγραφόταν στην κατάθεση της. Η ίδια στάση εκ μέρους της Μ.Κ.2 αφορά και τη δεύτερη τηλεφωνική επικοινωνία του κατηγορούμενου προς τον σύζυγο της. Στην κατάθεση της και πάλι η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο σύζυγος της απάντησε το τηλέφωνο του και είπε στον Μ.Κ.4 ότι είναι ο κατηγορούμενος και του έδωσε το τηλέφωνο. Η Μ.Κ.2 ανέφερε επίσης ότι δεν άκουσε τι λέχθηκε μεταξύ κατηγορούμενου και Μ.Κ.4 στο τηλέφωνο, και κυρίως παραλείπει οποιαδήποτε αναφορά στο τι του είπε ο Μ.Κ.
  6. Κατά την προφορική της μαρτυρία, η Μ.Κ.2 είπε ότι άκουσε τον Μ.Κ.4 να λέει στον κατηγορούμενο από το τηλέφωνο «Μα τι είναι τούτα τα πράγματα, μεν συνεχίσεις». Αυτές οι αντιφάσεις που παρατηρούνται μεταξύ της κατάθεσης και της προφορικής μαρτυρίας της Μ.Κ.2 είναι σημαντικές γιατί αφορούν το ουσιώδες θέμα του περιεχομένου των τηλεφωνημάτων του κατηγορούμενου προς τον σύζυγο της και της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια αυτών, και επομένως θεωρώ ότι είναι τέτοιες που πλήττουν την αξιοπιστία της. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 παρουσιάζει επίσης τη σημαντική παράλειψη στην κατάθεση του για το τι είπε ο Μ.Κ.4 στον κατηγορούμενο κατά τη συνομιλία μαζί του στο τηλέφωνο, ενώ κατά την προφορική του μαρτυρία είπε ότι άκουσε τον Μ.Κ.4 να του λέει «Σόλωνα, σταμάτα τις πελλάρες». Αυτή η στάση του Μ.Κ.3 δημιουργεί και πάλι τις ίδιες αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του, όμως θεωρώ ότι καθοριστικό κριτήριο για την αξιολόγηση και μη αποδοχή της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και 3 είναι ότι οι ίδιοι διαψεύδονται από τη μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα κατηγορίας, του Μ.Κ.
  7. Ο Μ.Κ.4 παρουσίασε εντελώς διαφοροποιημένη εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με το τι έγινε όταν ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε για δεύτερη φορά στον Μ.Κ.
  8. Ειδικότερα, ο Μ.Κ.4 είπε ότι μόλις ο Μ.Κ.3 απάντησε το τηλέφωνο, το έδωσε στον μάρτυρα, και αυτός με τη σειρά του ρώτησε ποιος ήταν στη γραμμή και διαπίστωσε ότι ήταν ο κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.4 περαιτέρω περιγράφει τον κατηγορούμενο ήρεμο, σε αντίθεση με τη Μ.Κ.2, και με μοναδικό σκοπό του τηλεφωνήματος του προς τον Μ.Κ.3 να πληροφορηθεί για την υπόθεση της κλοπής και μάλιστα επιθυμώντας να βοηθήσει. Ο Μ.Κ.4 είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν φώναξε καθόλου, ήταν συνεργάσιμος και αρνήθηκε έντονα ότι ανέφερε τις φράσεις που οι Μ.Κ.2 και 3 τον άκουσαν να απευθύνει στον κατηγορούμενο μέσω τηλεφώνου. Η μαρτυρία του Μ.Κ.4 κρίνεται αξιόπιστη καθότι ήταν συνεπής και σταθερή. Όμως, από τη στιγμή που ο Μ.Κ.4 διαψεύδει τους Μ.Κ.2 και 3 ότι είπε τα όσα οι ίδιοι ανέφεραν ότι είπε στον κατηγορούμενο και κατά συνέπεια το περιεχόμενο της τηλεφωνικής τους συνομιλίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου δύο αντικρουόμενες εκδοχές για τα επίδικα γεγονότα, καθιστώντας πλέον αδύνατο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα. Θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να παρουσιάζει και προωθεί δύο διαφορετικές εκδοχές για τα επίδικα γεγονότα, και το Δικαστήριο να καλείται να επιλέξει ποιαν από τις δύο θα προτιμήσει. Αναφορικά τώρα με την αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν εξομοιώνεται όμως με ένορκη μαρτυρία που υπόκειται σε έλεγχο από αντεξέταση. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 199, Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Καντάρ ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 97, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και R. v. Frost
(1964)48 Cr. App. R. 284. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ
(1983)του Κακογιάννη, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι η δήλωση του κατηγορούμενου έγινε χωρίς όρκο και ότι, επομένως, δεν μπήκε στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο, όμως, έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελίδα 17 το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου παρέμεινε χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική ή πειστική αξία, ως μία απλή δήλωση, και χωρίς να προσκομιστεί οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία από την πλευρά της υπεράσπισης για να την επιβεβαιώσει. Γι΄ αυτό, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο μπορεί μόνο να καταλήξει σε εύρημα ότι την επίδικη μέρα, στις 20.5.2009, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε δύο φορές από το κινητό του τηλέφωνο στο κινητό τηλέφωνο του Μ.Κ.3, την πρώτη φορά συνομίλησε με αυτόν ενώ τη δεύτερη, αμέσως μόλις ο Μ.Κ.3 απάντησε τη τηλέφωνο το έδωσε στον Μ.Κ.4. Αυτός ρώτησε ποιος ήταν στη γραμμή, διαπίστωσε ότι ήταν ο κατηγορούμενος με τον οποίο συνομίλησε ήρεμα καθότι ο τελευταίος τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3 για να μάθει και βοηθήσει για την υπόθεση. Το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα για το περιεχόμενο της πρώτης τηλεφωνικής επικοινωνίας του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.3, και επομένως αδυνατεί να καταλήξει ότι σε οποιοδήποτε από τα δύο τηλεφωνήματα του κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ.3, ο κατηγορούμενος του απηύθυνε απειλητικά ή προσβλητικά λόγια. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινική / Τελική Αναφορά: Αποστολή μηνύματος απειλητικού χαρακτήρα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.