← Κύπρος

Χαράλαμπος Γεωργίου κ.α. ν. Τατιάνας Σιμιλλίδου, Αρ. Υπόθεσης: 12074/10, 25/7/2012

Χαράλαμπος Γεωργίου κ.α. ν. Τατιάνας Σιμιλλίδου, Αρ. Υπόθεσης: 12074/10, 25/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12074/10

  1. Χαράλαμπος Γεωργίου
  2. Στάλω Γεωργίου v. Τατιάνας Σιμιλλίδου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 25.07.12 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Δ. Μιχαήλ Για Κατηγορούμενη: κος Χ. Ιωάννου Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη κατηγορία) και την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (τέταρτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 15.04.10 ενώ ο πρώτος παραπονούμενος μάζευε χώματα και λάδια από την βεράντα της οικίας του στην οδό Άρτας 15, Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός όπου η κατηγορούμενη τα είχε ρίξει προηγουμένως, η τελευταία επιτέθηκε στον εν λόγω παραπονούμενο ρίχνοντας του γυάλινο πιάτο. Επίσης, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι σε δημόσιο χώρο στις 19.04.10 εξύβρισε την δεύτερη παραπονούμενη λέγοντας της "γουρούνα" και "the fucking one" κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Μέσα από το κατηγορητήριο υπάρχουν ακόμη τέσσερις κατηγορίες (πρώτη, τρίτη, πέμπτη και έκτη κατηγορία) στις οποίες όμως η κατηγορούμενη αθωώθηκε και απαλλάχτηκε με ενδιάμεση απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.04.
  3. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι την αστυφύλακα 3597 Ευτυχία Παρασκευά, η οποία υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη και την δεύτερη παραπονούμενη, Στάλω Γεωργίου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης στην δεύτερη και τέταρτη κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, η κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση (ανώμοτη δήλωση) καλώντας και δύο μάρτυρες υπεράσπισης, ήτοι τον αστυφύλακα 756 Χαράλαμπο Πατσαλίδη που υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη και τον αστυφύλακα 3981 Αντώνη Παπανεοκλέους που επίσης υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 9 τεκμήρια, εκ των οποίων το Τεκμήριο 5 να κατατίθεται εκ συμφώνου από τα μέρη. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. ΜΚ1 ήταν η αστυφύλακας 3597 Ευτυχία Παρασκευά που υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη και ως υπεύθυνη του αρχείου κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 ένα σπασμένο άσπρο αντικείμενο που η ίδια προσδιόρισε ότι ήταν ένα πιάτο. ΜΚ2 ήταν η δεύτερη παραπονούμενη, Στάλω Γεωργίου, η οποία στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη κατοικεί σε οικία δίπλα από τη δική της έχοντας κοινό τοίχο. Σύμφωνα με την μάρτυρα αυτή, ενώ η ίδια μαζί με το σύζυγο της που είναι ο πρώτος παραπονούμενος καθάριζαν την βεράντα της οικίας τους από ακαθαρσίες και αυτή στεκόταν κάτω από το στέγαστρο της εισόδου έχοντας πίσω της την είσοδο και ο σύζυγος της βρισκόταν έξω στην βεράντα με την πλάτη γυρισμένη προς την οικία της κατηγορουμένης με την μεταξύ τους απόσταση να είναι 2-3 μέτρα, η ίδια άκουσε την κατηγορούμενη να φωνάζει "You should die" και αμέσως ένα πιάτο έπεσε δίπλα από το κεφάλι του συζύγου της. Γυρίζοντας προς την κατεύθυνση που ρίχτηκε το πιάτο, η μάρτυρας είδε την κατηγορούμενη να στέκεται στο μπαλκόνι του δωματίου της και να χαμογελά. Το μπαλκόνι της κατηγορουμένης έχει έκταση ίση με την πρόσοψη της οικίας της και σ' αυτό μπορεί να φιλοξενηθούν περισσότερα από 20 άτομα. Όταν ο πρώτος παραπονούμενος είπε στην κατηγορούμενη 'Τι προσπαθείς να κάνεις; Θέλεις να με σκοτώσεις;', η κατηγορούμενη εισήλθε μέσα στην οικία της. Η ΜΚ2 αναγνώρισε το λευκό σπασμένο αντικείμενο που κατατέθηκε σαν Τεκμήριο 3 ως το πιάτο που ρίχτηκε προς το μέρος του συζύγου της και κατέληξε στη βεράντα της οικίας τους. Σύμφωνα περαιτέρω με την ΜΚ2, στις 19.04.10 και γύρω στις 17:30 όταν η εν λόγω μάρτυρας επέστρεφε στην οικία της μαζί με τα παιδιά της και επιχείρησε να ανοίξει το κάγκελο για να σταθμεύσει το όχημα της στο χώρο στάθμευσης εντός της οικίας της είδε την κατηγορούμενη να στέκεται στο μπαλκόνι της μαζί με τη θυγατέρα της. Η κατηγορούμενη μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της ΜΚ2 της φώναξε "γουρούνα" κοροϊδεύοντας την προφανώς για τα περιττά κιλά που έχει. Ακολούθως, η κατηγορούμενη κάτι είπε στην θυγατέρα της στην μητρική τους γλώσσα και δείχνοντας την ΜΚ2 με το δάχτυλο της την αποκάλεσε "the fucking one". Η παραπονούμενη θύμωσε και ένιωσε προσβεβλημένη. Ένα από τα παιδιά της ΜΚ2 θύμωσε όταν άκουσε την κατηγορούμενη να αποκαλεί την μητέρα του γουρούνα. Επίσης, η ΜΚ2 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη με τη συμπεριφορά της προκάλεσε σε διάφορες περιπτώσεις προβλήματα και αναστάτωση στην ίδια και την οικογένεια της με αποτέλεσμα η ίδια μαζί με το σύζυγο της να προβούν σε καταγγελίες στην αστυνομία. Για να τεκμηριώσει την αναφορά της αυτή η ΜΚ2 κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 γραπτή βεβαίωση ημερομηνίας 11.05.10 της αστυνομικής διεύθυνσης Λεμεσού σχετικά με τις καταγγελίες που η εν λόγω μάρτυρας με το σύζυγο της προέβηκαν εναντίον της κατηγορουμένης στην αστυνομία μεταξύ της περιόδου από 31.05.06 μέχρι τις 30.04.10 και ως Τεκμήριο 2 ανάλογη γραπτή βεβαίωση ημερομηνίας 14.03.11 για την περίοδο από 09.05.10 μέχρι 18.11.
  1. Η εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε ακόμη δέσμη 30 έγχρωμων φωτογραφιών τις οποίες, όπως είπε, τράβηξε η ίδια σε διαφορετικές ημέρες μετά από παρότρυνση της αστυνομίας. Η ΜΚ2 κατάθεσε τις πιο πάνω φωτογραφίες ως Τεκμήρια 4Α μέχρι 4ΑΕ. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ένας ξύλινος φράκτης χωρίζει την οικία της από την οικία της κατηγορουμένης. Το δε μπαλκόνι του δωματίου της κατηγορουμένης είναι 'κολλημένο', όπως χαρακτηριστικά είπε η εν λόγω μάρτυρας, με το μπαλκόνι του σπιτιού της. Όσον αφορά το επίπεδο της βεράντας της οικίας της ΜΚ2 είναι ψηλότερο από αυτό του εδάφους αφού, όπως εξήγησε η ΜΚ2, για να έλθει κάποιος στην εν λόγω βεράντα ανεβαίνει πρώτα ορισμένα σκαλοπάτια. Σύμφωνα με την ΜΚ2, την ώρα του περιστατικού με το πιάτο η ίδια και ο σύζυγος της βρίσκονταν κάτω από το μπαλκόνι της κατηγορουμένης. Όπως είπε η μάρτυρας, άκουσε την κατηγορούμενη που είπε "You should die" και αμέσως έπεσε το πιάτο δίπλα από το σύζυγο της. Ευθύς ρώτησε το σύζυγο της εάν είναι εντάξει και αφού αυτός της είπε ότι είναι, διάλογος ο οποίος διήρκησε δέκα δευτερόλεπτα, γύρισε προς την κατεύθυνση που έπεσε το πιάτο και πρόσεξε την κατηγορούμενη να στέκεται στο μπαλκόνι της οικίας της. Σύμφωνα με την ΜΚ2, το μπαλκόνι της κατηγορουμένης έχει έκταση ίση με την πρόσοψη της οικίας της με αποτέλεσμα πέραν των 20 ατόμων μπορούν ταυτόχρονα να βρίσκονται εκεί. Η εν λόγω μάρτυρας θεωρεί πως το πρόσωπο που έριξε το πιάτο στο σύζυγο της είναι η κατηγορούμενη και όχι άλλο άτομο από το μπαλκόνι της επειδή: (α) η κατηγορούμενη φώναξε "You should die" και (β) όταν η ίδια κοίταξε προς την κατεύθυνση που ήλθε το πιάτο πρόσεξε την κατηγορούμενη. Η ΜΚ2 επίσης σημείωσε ότι αποκλείει το ενδεχόμενο στα ορισμένα δευτερόλεπτα που διήρκεσε η συνομιλία της με τον πρώτο παραπονούμενο κάποιος άλλος να έριξε το πιάτο που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν δίπλα από την κατηγορούμενη η οποία μόλις εκστόμισε την προαναφερόμενη φράση και μόλις το έριξε να αποσύρθηκε επειδή: (α) με το σύζυγο της κατηγορουμένης δεν είχαν οποιοδήποτε προηγούμενο και (β) θα ήταν πολύ παρατραβηγμένο η κατηγορούμενη να φώναξε "You should die" και άλλο άτομο να στέκεται δίπλα της και να ρίξει το πιάτο και να φύγει για να μην γίνει αντιληπτός. Αυτό θα έκανε εντύπωση στην ίδια επειδή θα φαινόταν μία πράξη προσχεδιασμένη καθιστώντας έτσι σοβαρότερο το περιστατικό αυτό και (γ) ότι κάνει η κατηγορούμενη δεν φοβάται να τα κάνει με αποτέλεσμα να μην επιδιώκει να μην γίνεται αντιληπτή. Είναι γι' αυτό, που κατά την άποψη της ΜΚ2, η κατηγορουμένη δεν φρόντισε να αποσυρθεί από το μπαλκόνι της οικίας της αμέσως με το που συνέβηκε το περιστατικό με το πιάτο και προτού γίνει η παρουσία της αντιληπτή από την εν λόγω μάρτυρα. Η ΜΚ2 παραδέχτηκε ότι την ώρα που έπεσε το πιάτο η ίδια και ο σύζυγος της δεν έβλεπαν την κατηγορούμενη αλλά ούτε και η κατηγορούμενη την ίδια εκείνη στιγμή μπορούσε να την δει. Η ΜΚ2 ακόμη δήλωσε πως δεν ενημερώθηκε αλλά ούτε και γνωρίζει κατά πόσο η αστυνομία προέβηκε σε εξετάσεις για να διαπιστωθεί εάν στο πιάτο υπάρχουν δακτυλικά αποτυπώματα. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τη θέση της κατηγορουμένης ότι η ίδια και ο σύζυγος της έσπασαν το πιάτο, είτε κατά λάθος είτε εσκεμμένα, επειδή η αστυνομία δεν προχώρησε με την εξέταση των δύο προηγούμενων καταγγελιών τους, η ΜΚ2 δήλωσε πως ουδέποτε η ίδια και ο σύζυγος της είχαν στην κατοχή τους πιάτο ίδιο με αυτό του επιδίκου περιστατικού και ούτε η ίδια το έριξε στο σύζυγο της. Σε σχέση με το περιστατικό της τέταρτης κατηγορίας, η ΜΚ2 επανέλαβε τη θέση της ότι μόλις άνοιξε το κάγκελο της οικίας της η κατηγορούμενη, η οποία στεκόταν στο μπαλκόνι της, απρόκλητα εκστόμισε τις φράσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Όπως περαιτέρω σημείωσε η ΜΚ2, η ίδια φοβόταν μήπως ο υιός της αντιδρούσε γιατί ένιωθε θιγμένος που η κατηγορούμενη την πρόσβαλλε τακτικά. Καταλήγοντας η ΜΚ2 ανάφερε, κατόπιν σχετικής ερώτησης, ότι οι φωτογραφίες των Τεκμηρίων 4Α έως 4ΑΕ λήφθηκαν με φωτογραφική που διέθετε κάρτα μνήμης από την οποία μπορούσε να διαγράψει και να εμφανίσει / εκτυπώσει όποια ήθελε. Στην ανώμοτη κατάθεση της η κατηγορούμενη δηλώνει, ανάμεσα σ' άλλα, ότι στην προσπάθεια τους οι παραπονούμενοι να αναγκάσουν την ίδια και το σύζυγο της να εγκαταλείψουν την οικία που αγόρασαν και η οποία εφάπτεται με την οικία των παραπονούμενων οι τελευταίοι προβαίνουν σε ψεύτικες καταγγελίες στην αστυνομία και καταθέτουν ψέματα στο Δικαστήριο. Σε σχέση με την καταγγελία της κοινής επίθεσης η κατηγορούμενη δηλώνει ότι ουδέποτε έριξε πιάτο εναντίον του συζύγου της ΜΚ
  2. Επ' αυτού έδωσε κατάθεση στην αστυνομία χωρίς όμως να κατηγορηθεί. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο που η αστυνομία της είπε ότι είχε διαδραματιστεί το περιστατικό με το πιάτο (01:30) τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της κοιμόντουσαν ενώ ανάφεραν στην αστυνομία ότι δεν διαθέτει στην οικία της πιάτα παρόμοια με αυτό που της έδειξε η αστυνομία. Προς ενίσχυση της θέσης της η κατηγορούμενη κάλεσε την αστυνομία να ερευνήσει την οικία της αλλά και την οικία των παραπονούμενων επειδή πίστευε ότι από μόνοι τους είχαν σπάσει το πιάτο και έριξαν το φταίξιμο σ' αυτήν. Κατά την άποψη της κατηγορουμένης η κατηγορία της κοινής επίθεσης είναι ψευδής επειδή: (α) ο πρώτος παραπονούμενος που ήταν το πρόσωπο προς το οποίο υποτίθεται ότι ρίχτηκε το πιάτο δεν κατάθεσε ως μάρτυρας παρόλο ότι στην αστυνομία έδωσε κατάθεση για το περιστατικό αυτό και (β) ενώ η ΜΚ2 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι τη στιγμή που υποτίθεται ότι έπεσε το πιάτο ο σύζυγος της είχε γυρισμένη την πλάτη του προς την κατεύθυνση που ήλθε το πιάτο στην κατάθεση του στην αστυνομία ο πρώτος παραπονούμενος ανάφερε ότι ήταν αυτός που είδε την κατηγορούμενη να ρίχνει το πιάτο και (γ) αυτά που οι παραπονούμενοι ανάφεραν ως γεγονότα στην αστυνομία διαφέρουν από αυτά που η ΜΚ2 κατάθεσε στο Δικαστήριο και (δ) ενώ ο πρώτος παραπονούμενος ισχυρίστηκε στην αστυνομία ότι τραυματίστηκε καθότι ένα από τα θραύσματα του πιάτου τον κτύπησε στο κεφάλι η εξέταση του από ιατρό μετά από παραπεμπτικό της αστυνομίας δεν έδειξε ίχνος τραυματισμού έστω και επιφανειακού. Είναι ακόμη η θέση της κατηγορουμένης ότι όχι μόνο η ίδια ουδέποτε εξύβρισε την ΜΚ2 με τις φράσεις που σημειώνονται στις λεπτομέρειες της τέταρτης κατηγορίας αλλά αντίθετα είναι η ΜΚ2 με το σύζυγο της που την εξυβρίζουν όποτε την δουν με αποτέλεσμα πολλές φορές να προβεί μαζί με το σύζυγο της σε καταγγελίες στην αστυνομία καθώς και να καταχωρήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον τους. Δίδοντας τη δική της εκδοχή στο περιστατικό της 19.04.10 η κατηγορούμενη ανάφερε ότι ενώ εκείνη την ημέρα βρισκόταν στο μπαλκόνι της βεράντα της οικίας της μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της και πότιζε τις γλάστρες, αφίχθηκε η ΜΚ2 με το όχημα της, η οποία αφού κατέβηκε για να ανοίξει το κάγκελο της οικίας της και πρόσεξε την κατηγορουμένη άρχιζε να τη βρίζει λέγοντας της τις φράσεις 'Ρωσίδα Πουτάνα' και 'Russian Kourva' κουνώντας ταυτόχρονα το μεσαίο δάχτυλο του χεριού της. Χωρίς να της απαντήσει η κατηγορούμενη μπήκε μαζί με τη θυγατέρα της μέσα στην οικία της. Ακολούθως, όταν ο σύζυγος της επέστρεψε από την εργασία και του το ανάφερε μετέβησαν στην αστυνομία και κατάγγειλαν το περιστατικό. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη, στις 19.04.10 η ΜΚ2 δεν κατάγγειλε στην αστυνομία οτιδήποτε εις βάρος της αλλά επειδή η ίδια προχώρησε σε καταγγελία εναντίον της ΜΚ2, η τελευταία αποφάσισε να ισχυριστεί στο Δικαστήριο ότι την εξύβρισε, χωρίς κάτι τέτοιο να θεμελιώνεται από σχετική καταγγελία στην αστυνομία. ΜΥ1 ήταν ο αστυφύλακας 756 Χαράλαμπος Πατσαλίδης που υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη, ο οποίος κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 δέσμη εγγράφων, μεταξύ των οποίων, επιστολή ημερομηνίας 21.02.12 της αστυνομικής διεύθυνσης Λεμεσού μέσω της οποίας διδόταν απάντηση στο γραπτό αίτημα του δικηγόρου της κατηγορουμένης ημερομηνίας 17.02.12 με το οποίο ζητούσε αντίγραφα των καταθέσεων αναφορικά με το περιστατικό ημερομηνία 15.04.10 που ο αστυνομικός σταθμός Αγίου Ιωάννη εξέταζε. Περαιτέρω, στα πλαίσια της μαρτυρικής κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα, τα μέρη κατάθεσαν από κοινού το Τεκμήριο 5 με το περιεχόμενο του οποίο να συμφωνούν. ΜΥ2 ήταν ο αστυφύλακας 3981 Αντώνης Παπανεοκλέους που υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι του ζητήθηκε να προσκομίσει τα έγγραφα και καταθέσεις που αφορούν την υπόθεση αυτή και προέκυψαν κατά τη διάρκεια εξέτασης της από τον εν λόγω αστυνομικό σταθμό. Στα πλαίσια αυτά προσκόμισε πιστό αντίγραφο κατάθεσης ΜΚ2 ημερομηνίας 27.12.10 ως Τεκμήριο 7, πιστό αντίγραφο κατάθεσης πρώτου παραπονούμενου (Χαράλαμπου Γεωργίου) ημερομηνίας 17.04.10 ως Τεκμήριο 8 και πιστό αντίγραφο ιατρικής έκθεσης Δρ. Γρηγόρη Τρύφωνος αναφορικά με τον Χαράλαμπο Γεωργίου, σύζυγο της ΜΚ2, ως Τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η αστυνομία έλαβε κατάθεση από την ΜΚ2 με το πέρας κάποιων μηνών χωρίς ο ίδιος να είναι σε θέση να γνωρίζει ακριβώς το λόγο. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αφού αναφέρθηκε το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία. Αναφορικά με το αδίκημα της κοινής επίθεσης, ο κύριος Μιχαήλ σημείωσε πως όχι μόνο δεν υπάρχει περιστατική μαρτυρία που να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο αλλά αντίθετα υπάρχει περιστατική μαρτυρία που αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατηγορούμενη έριξε το πιάτο και κατ' επέκταση ότι διέπραξε το εν λόγω αδίκημα. Εισηγούμενος την αποδοχή της μαρτυρίας της δεύτερης παραπονούμενης ως αληθή ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχη την κατηγορούμενη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αναφερόμενος στο κατ' ισχυρισμό αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης είπε ότι αυτό δεν αποδείχτηκε επειδή η μαρτυρία επί της οποίας στηρίζεται είναι αναξιόπιστη αλλά και επειδή δεν έχει τεκμηριωθεί το συστατικό στοιχείο ότι το περιστατικό διαδραματίστηκε σε δημόσιο χώρο ή ότι η ένταση ήταν τέτοια ώστε να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο. Σχετικά με το κατ' ισχυρισμό αδίκημα της κοινής επίθεσης, ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία, είτε περιστατική είτε άλλως πως, η οποία οδηγεί στο μοναδικό συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που έριξε το πιάτο ήταν η κατηγορούμενη. Σύμφωνα με τον κύριο Ιωάννου, ουδείς είδε την κατηγορούμενη να προβαίνει σε μια τέτοια πράξη. Επιπλέον, ο συνήγορος υπεράσπισης διερωτήθηκε πως ο πρώτος παραπονούμενος ένιωσε φόβο αφού την δεδομένη στιγμή είχε την πλάτη του γυρισμένη προς την μεριά από όπου ρίχτηκε το πιάτο. Επίσης, ο κύριος Ιωάννου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που ο πρώτος παραπονούμενος δεν κτυπήθηκε από το ρίξιμο του πιάτου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτός φοβήθηκε. Εντοπίζοντας ουσιώδεις, κατά την άποψη του, αντιφάσεις τόσο μέσα από την προφορική μαρτυρία της ΜΚ2 όσο και μεταξύ της προφορικής μαρτυρίας της στο Δικαστήριο και γραπτής κατάθεσης που η ίδια έδωσε προηγουμένως στην αστυνομία (Τεκμήριο 7), ο κύριος Ιωάννου ευσεβάστως εισηγήθηκε την μη αποδοχή της μαρτυρίας της ΜΚ2 ως αληθή και αξιόπιστη. Ενόψει των πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει την κατηγορούμενη σε όλες τις κατηγορίες για τις οποίες η πελάτιδα του κλήθηκε σε απολογία. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Σε σχέση με την αξιολόγηση μαρτυρίας που δίνεται από μάρτυρα ο οποίος στο παρελθόν είχε προβεί σε προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις περιλαμβανομένου στην παροχή αντιφατικών ανακριτικών καταθέσεων που δόθηκαν στην αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης μιας ποινικής υπόθεσης, το Δικαστήριο, εξακολουθεί να είναι ο κριτής της αξιοπιστίας του. Σύμφωνα με τη νομολογία, προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα πλην όμως δεν εξουδετερώνουν τη μαρτυρία του ως το αντικείμενο αξιολόγησης από το Δικαστήριο παραδεκτής κατά το δίκαιο της αποδείξεως μαρτυρίας. Αναντίλεκτα οι αντιφατικές καταθέσεις του δημιουργούν ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα και επιβάλλουν την προσέγγιση της μαρτυρίας του με μεγάλη επιφυλακτικότητα χωρίς όμως να την καθιστούν εκ προοιμίου αναξιόπιστη. Τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται με τους λόγους που οδηγούν στην προβολή διιστάμενων θέσεων, την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες με τελικό κριτήριο την προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Συνεπώς, το εάν ένας τέτοιος μάρτυρας γίνεται ή όχι πιστευτός εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.[5] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Από ότι φαίνεται η ΜΚ1 ήλθε στο Δικαστήριο απλά και μόνο για να καταθέσει το Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση, το οποίο στη συνέχεια αναγνωρίστηκε και κατατέθηκε από την ΜΚ2 ως Τεκμήριο
  4. Η εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση αυτή. Ως εκ τούτου, η όλη παρουσία της στο Δικαστήριο περνά απαρατήρητη και ο όποιος περαιτέρω σχολιασμός της μαρτυρίας της περιττεύει. Η ΜΚ2 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως άτομο που ήταν παρών τη στιγμή που διαδραματίστηκαν και τα δύο επίδικα περιστατικά, κατάθεσε με ειλικρίνεια και πειστικότητα αυτά που η ίδια βίωσε προσωπικά. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με σαφήνεια, αμεσότητα και σταθερότητα και δίχως να αφήσει την εικόνα ότι τις προσχεδίαζε. Η όλη μαρτυρία της ΜΚ2 χαρακτηρίζεται από απλότητα και φυσικότητα χωρίς να περιέχει στοιχεία υπερβολής. Μικρές διαφορές που παρατηρήθηκαν μέσα από την μαρτυρία της ήταν επουσιώδεις και δεν σχετίζονταν με την ουσία της υπόθεσης και τα βασικά επίδικα θέματα και επομένως, χωρίς να φέρουν την ετικέτα των ουσιωδών αντιφάσεων, δεν κατάφεραν να κλονίσουν την αξιοπιστία της ως μάρτυρα. Συγκεκριμένα, το ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια τις ημέρες που η καθηγήτρια των παιδιών της ερχόταν στο σπίτι της δεν σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα περιστατικά και συνεπώς δεν είναι αρκετό για να πλήξει την καλή εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο με την παρουσία της. Περαιτέρω, το εάν ο σύζυγος της ΜΚ2 μέσα από τη δική του γραπτή κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο 8) ανάφερε ότι ένα από τα θραύσματα του αντικειμένου που ρίχτηκε τον κτύπησε στο κεφάλι με τον ιατρό που τον εξέτασε να μην εντοπίζει οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις ή εκδορές ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε παθολογικά ευρήματα (Τεκμήριο 9), δεν είναι κάτι που αφορά και κατ' επέκταση να μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο. Αντίθετα, θα έλεγα ότι η κατηγορηματική μη υιοθέτηση από μέρους της ΜΚ2 στον ισχυρισμό του συζύγου της περί τραυματισμού του, όπως αυτό εύκολα διαπιστώνεται τόσο μέσα από το Τεκμήριο 7 όσο και μέσα από την προφορική μαρτυρία της στο Δικαστήριο, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 (ιατρική έκθεση άνευ ημερομηνίας Δρ. Γρηγόρη Τρύφωνος του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού) επιβεβαιώνει το ψηλό βαθμό αξιοπιστίας που διέπει την δεύτερη παραπονούμενη ως μάρτυρας. Επίσης, το γεγονός, όπως προκύπτει μέσα από τα Τεκμήρια 1 και 2, ότι η ΜΚ2 δεν κατάγγειλε το περιστατικό της κατ' ισχυρισμό εξύβρισης της από την κατηγορούμενη στις 19.04.10, ανεξαρτήτως εάν σε προηγούμενες περιπτώσεις το έπραττε, δεν αποδεικνύει την αλήθεια ή μη του ισχυρισμού της. Ούτε το εάν η κατηγορούμενη την ίδια ημέρα προέβηκε σε αντίστοιχη καταγγελία στην αστυνομία οδηγεί αυτόματα και από μόνο του σε κατάρριψη της θέσεης της ΜΚ2 στο ζήτημα αυτό. Το δικαίωμα ενός πολίτη να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική υπόθεση είναι αυτοτελές και δεν συνδέεται με την πρόθεση του να καταγγείλει την εν λόγω υπόθεση στην αστυνομία. Στην υπόθεση Αίπεια Λτδ v. Sirocco Estates Co Ltd
(1997)2 Α.Α.Δ 434 αποφασίστηκε ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να προστατεύει τα περιουσιακά του δικαιώματα οποιαδήποτε και αν είναι αυτά με τον τρόπο που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία και στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη άμεσου συμφέροντος για να αποτρέπονται έτσι άχρηστες ή κακόβουλες διώξεις. Όπως περαιτέρω έχει λεχθεί στην ίδια υπόθεση ότι ένας ιδιώτης έχει δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης μόνο όταν τα δικαιώματά του επηρεάζονται άμεσα από την παράνομη πράξη. Δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν έχουν όλοι οι πολίτες. Το διατηρούν μόνο τα θύματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 τονίστηκε πως το δικαίωμα του πολίτη-θύματος να προβεί σε ιδιωτική ποινική δίωξη δεν συναρτήθηκε στην υπόθεση Ttofinis v. Theocharides
(1983)2 C.L.R. 363 με την καταγγελία της παράβασης στις αστυνομικές αρχές ή την άρνηση ή απροθυμία τους να την προωθήσουν. Επειδή ο εντεινόμενος ρυθμός των σχετικών παραπόνων δεν επιτρέπει στην αστυνομία να ασχοληθεί με το σύνολο των περιπτώσεων η δίωξη αφήνεται στα χέρια των ίδιων των παθόντων. Συνεπώς, το δικαίωμα της ιδιωτικής δίωξης παραμένει ανεπηρέαστο. Επομένως, το ότι δεν υπήρξε καταγγελία στην αστυνομία από την δεύτερη παραπονούμενη εταιρεία είναι άνευ σημασίας. Το δικαίωμα καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης είναι αυτοτελές, ανεξάρτητο και ανεπηρέαστο και τέτοια ενέργεια δεν αποτελεί προϋπόθεση για άσκηση τέτοιου δικαιώματος. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η ΜΚ2 ανάφερε πως ανάμεσα στην ίδια, του συζύγου της και της κατηγορουμένης σημειώνονταν συχνά τέτοιου είδους περιστατικά, από τα οποία όμως επέλεγε τα πλέον, κατά την άποψη της, σοβαρά για να καταγγείλει στην αστυνομία, όπως για παράδειγμα συνέβηκε με την καταγγελία που έγινε στην αστυνομία για το κατ' ισχυρισμό περιστατικό της κοινής επίθεσης στις 19.04.10, πράγμα που διαπιστώνεται από το Τεκμήριο
  1. Η εξήγηση αυτή της ΜΚ2 κρίνεται επαρκής, λογική και δικαιολογημένη και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Ωστόσο μέσα από το Τεκμήριο 7 εντοπίζεται μία προηγούμενη αντιφατική δήλωση της ΜΚ
  2. Ειδικότερα, στην γραπτή κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία η ΜΚ2 σημειώνει με θετικότητα ότι μετά που άκουσε την κατηγορούμενη να φωνάζει 'You should die' στο περιστατικό της κατ' ισχυρισμό κοινής επίθεσης στις 15.04.10 την είδε να φέρνει ένα πιάτο και να το πετά στο σπίτι της προς το μέρος του συζύγου της. Αντίθετα, στην προφορική μαρτυρία της στο Δικαστήριο η ΜΚ2 δήλωσε πως την ώρα που έπεσε το αντικείμενο η ίδια και ο σύζυγος της δεν έβλεπαν την κατηγορούμενη. Όπως περαιτέρω διευκρίνισε η ΜΚ2, αμέσως μετά που άκουσε την κατηγορούμενη να φωνάζει ένα πιάτο έπεσε δίπλα από το σύζυγο της και αφού βεβαιώθηκε ότι αυτός ήταν εντάξει μέσα από σχετική συνομιλία που είχαν διάρκειας μέχρι 10 δευτερολέπτων, είδε την κατηγορούμενη να στέκεται στο μπαλκόνι της οικίας της. Παρόλα αυτά κρίνοντας και αξιολογώντας την όλη θετική και ειλικρινή στάση και συμπεριφορά της εν λόγω μάρτυρας μέσα από το εδώλιο, εκτιμώ ότι η πιο πάνω προηγούμενη αντιφατική δήλωση της δεν μπορεί από μόνη της να εξουδετερώσει το περιεχόμενο της προφορικής μαρτυρίας της αμαυρώνοντας έτσι την καλή εντύπωση που η ΜΚ2 άφησε στο Δικαστήριο. Στην βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι μόνο την μαρτυρία της ΜΚ2 που σχετίζεται και συνδέεται με τα επίδικα περιστατικά της 15.04.10 και 19.04.10 αντίστοιχα ως ορθή και αξιόπιστη και ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Μαζί με την μαρτυρία της δέχομαι ότι το λευκό αντικείμενο που αποτελεί το Τεκμήριο 3 είναι το επίδικο πιάτο για το οποίο γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας. Αποδέχομαι ακόμη τα Τεκμήρια 1, 2 και 9 στο βαθμό που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα ενώ δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία τα Τεκμήρια 4, 7 και 8 καθότι το μεν Τεκμήριο 4 δεν καλύπτει τα ουσιώδη γεγονότα των επιδίκων περιστατικών ενώ το Τεκμήριο 7 περιέχει κατά το μεγαλύτερο μέρος του γεγονότα που δεν αφορούν τα επίδικα περιστατικά καθώς επίσης το κομμάτι του που σχετίζεται με το επίδικο περιστατικό του πιάτου περιέχει θέσεις αντιφατικές με την προφορική μαρτυρία της ΜΚ2 στο Δικαστήριο, την οποία και επιλέγω για να αποδεχτώ. Τα όσα ανάφερα για το Τεκμήριο 7 ισχύουν και για το Τεκμήριο
  3. Αναφορικά με την κατηγορούμενη, αυτή προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή ανώμοτης κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος της κατηγορουμένης αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον της. Είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση της κατηγορουμένης εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης προκύψει μέσα από τη νομολογία, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης.[6] Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Κατόπιν αξιολόγησης της το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν είναι σε θέση να εξουδετερώσει την ένορκη μαρτυρία της ΜΚ2 που κρίθηκε αξιόπιστη και κατ' επέκταση έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που σημειώθηκαν πιο πάνω. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης της κατηγορουμένης, η οποία παρεμπιπτόντως δεν ενισχύεται από οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία αλλά ούτε και υποστηρίζεται από πραγματική μαρτυρία. Οι ΜΥ1 και ΜΥ2 ήταν τυπικής φύσεως μάρτυρες. Η παρουσία τους στο Δικαστήριο περιορίζεται στο να καταθέσουν κάποια έγγραφα χωρίς παράλληλα να μπορούσαν να αναφέρουν οτιδήποτε που σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση αφού ουδεμία ανάμιξη είχαν με αυτήν. Τα Τεκμήριο 5 και 6 που κατατέθηκαν απλά επιβεβαιώνουν τις κακές γειτονικές σχέσεις που οι παραπονούμενοι είχαν με την κατηγορούμενη και το σύζυγο της, γεγονός που συχνά δημιουργούσε διάφορα περιστατικά που τελικά οδηγούσαν σε αλληλοκαταγγελίες στην αστυνομία. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του το Τεκμήριο 'Β' προς αναγνώριση αφού είναι γνωστή η νομική αρχή, όπως αυτή καθιερώθηκε μέσα από τη νομολογία, ότι η κατάθεση ενός εγγράφου ως τεκμήριο προς αναγνώριση δεν αποτελεί κανονική μαρτυρία που να υπόκειται σε αξιολόγηση.[7] Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής, τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου η κατηγορούμενη κατοικούσε στην οδό Άρτας αρ.13Α στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού ενώ οι παραπονούμενοι διέμεναν στην οδό Άρτας αρ.15 επίσης στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού. Η οικία της κατηγορουμένης βρισκόταν δίπλα από αυτή των παραπονούμενων έχοντας ως κοινό τοίχο που χωρίζει τις οικίες τους ένα ξύλινο φράκτη. Το δε μπαλκόνι του δωματίου της κατηγορουμένης εφάπτεται με το μπαλκόνι του σπιτιού των παραπονούμενων. Ακόμη το επίπεδο της βεράντας της οικίας της ΜΚ2 είναι ψηλότερο από αυτό του εδάφους και συνεπώς για να έλθει κάποιος στην εν λόγω βεράντα ανεβαίνει πρώτα ορισμένα σκαλοπάτια. Στις 15.04.10 χαράματα ενώ οι παραπονούμενοι καθάριζαν την βεράντα της οικίας τους από ακαθαρσίες και ουσιαστικά βρίσκονταν κάτω από το μπαλκόνι της κατηγορουμένης και η δεύτερη παραπονούμενη συγκεκριμένα στεκόταν κάτω από το στέγαστρο της εισόδου έχοντας πίσω της την είσοδο και ο σύζυγος της, πρώτος παραπονούμενος, βρισκόταν έξω στην βεράντα με την πλάτη γυρισμένη προς την οικία της κατηγορουμένης με την μεταξύ τους απόσταση να είναι 2-3 μέτρα, η δεύτερη παραπονούμενη άκουσε την κατηγορούμενη να φωνάζει "You should die" και αμέσως ένα πιάτο έπεσε δίπλα από το κεφάλι του συζύγου της. Ευθύς η δεύτερη κατηγορούμενη ρώτησε το σύζυγο της κατά πόσο τραυματίστηκε και αφού αυτός της είπε ότι είναι εντάξει, διάλογος ο οποίος διήρκησε δέκα δευτερόλεπτα περίπου, γύρισε προς την κατεύθυνση που ρίχτηκε το πιάτο και πρόσεξε την κατηγορούμενη να στέκεται στο μπαλκόνι του δωματίου της και να χαμογελά. Το μπαλκόνι της κατηγορουμένης έχει έκταση ίση με την πρόσοψη της οικίας της και σ' αυτό μπορεί να φιλοξενηθούν περισσότερα από 20 άτομα. Όταν ο πρώτος παραπονούμενος είπε στην κατηγορούμενη 'Τι προσπαθείς να κάνεις; Θέλεις να με σκοτώσεις;', η κατηγορούμενη εισήλθε μέσα στην οικία της. Την ώρα που έπεσε το πιάτο η ίδια και ο σύζυγος της δεν έβλεπαν την κατηγορούμενη αλλά ούτε και η κατηγορούμενη την ίδια εκείνη στιγμή μπορούσε να την δει. Ακολούθως, στις 19.04.10 και γύρω στις 17:30 η δεύτερη παραπονούμενη επέστρεφε στην οικία της μαζί με τα παιδιά της και μόλις άνοιξε το κάγκελο για να σταθμεύσει το όχημα της στο χώρο στάθμευσης εντός της οικίας της είδε την κατηγορούμενη να στέκεται στο μπαλκόνι της μαζί με τη θυγατέρα της. Η κατηγορούμενη μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της ΜΚ2 της φώναξε "γουρούνα" κοροϊδεύοντας την προφανώς για τα περιττά κιλά που έχει. Ακολούθως, η κατηγορούμενη κάτι είπε στην θυγατέρα της στην μητρική τους γλώσσα και δείχνοντας την δεύτερη παραπονούμενη με το δάχτυλο της την αποκάλεσε "the fucking one". Η δεύτερη παραπονούμενη θύμωσε και ένιωσε προσβεβλημένη. Ένα από τα παιδιά της δεύτερης παραπονούμενης θύμωσε όταν άκουσε την κατηγορούμενη να αποκαλεί την μητέρα του γουρούνα. Παράλληλα, η δεύτερη παραπονούμενη φοβόταν μήπως ο υιός της αντιδρούσε γιατί ένιωθε θιγμένος που η κατηγορούμενη την πρόσβαλλε τακτικά. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης, το οποίο αφορά την δεύτερη κατηγορία, διέπεται από το άρθρο 242 του Κεφ.154. Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο είναι ή όχι η κατηγορούμενη το πρόσωπο που έριξε το πιάτο προς το μέρος του πρώτου παραπονούμενου στις 15.04.10 προχωρεί μέσα από την υπάρχουσα περιστατική μαρτυρία, η οποία διέπει αποκλειστικά το ζήτημα αυτό. Σχετικές επί της αποδοχής και αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, ως περιστατικής μαρτυρίας, παρέχουν οι υποθέσεις Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να αντληθεί από την πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παναγιώτη Νικολάου, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2009, ημερομηνίας 10.11.10, απόσπασμα της οποίας παρατίθεται πιο κάτω: "Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η περιστατική μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερη της άμεσης τοιαύτης, όταν δε είναι '... συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους ... (δέστε Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 σελ. 119-120 και Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746)... " Όπως έχει περαιτέρω εξηγηθεί στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41: "Η βασική αρχή είναι ότι, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ' ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, μετά που τα γεγονότα που κατατέθηκαν ενόρκως αποδειχθούν, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διάπραξε το αδίκημα." Επίσης, χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, απόσπασμα της οποίας εκτίθεται ακολούθως: " Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν π ρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του." Στα πλαίσια αξιολόγησης της περιστατικής μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες αλλά ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε επίσης στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41: "Οι δε διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι το έργο του Δικαστηρίου." Σχετική ακόμη επί του προκειμένου είναι και η απόφαση στην Ανδρέας Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706 όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: " Ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική. Προς τούτο συνηγορούν οι υποθέσεις Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 και Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104." Στρεφόμενος στην αξιολόγηση της περιστατικής μαρτυρίας επί της οποίας στηρίζεται καθ' ολοκληρία το κατ' ισχυρισμό αδίκημα της κοινής επίθεσης, θεωρώ ότι η τυχόν μη επιστημονική σύνδεση της κατηγορουμένης με το λευκό πιάτο που ρίχτηκε (Τεκμήριο 3) δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για να οδηγήσει σε κατάρριψη της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Η διάπραξη ή όχι του αδικήματος αυτού θα διαπιστωθεί μέσα από το σύνολο της περιστατικής μαρτυρίας και αν βέβαια οδηγεί στο μοναδικό τέτοιο λογικό συμπέρασμα. Εξετάζοντας την αποδεκτή περιστατική μαρτυρία σε σχέση με το θέμα αυτό παρατηρώ τα εξής: (α) Η κατηγορούμενη βρισκόταν στο χώρο από όπου ρίχτηκε το πιάτο τόσο πριν όσο και μετά που συνέβηκε το επίδικο συμβάν αφού με το που η δεύτερη παραπονούμενη άκουσε την κατηγορούμενη να εκστομίζει την φράση "You should die" ρίχτηκε το πιάτο προς το μέρος του πρώτου παραπονούμενου ενώ μετά πάροδο μερικών δευτερολέπτων, έστω 10 δευτερολέπτων, από το ρίξιμο του πιάτου η δεύτερη παραπονούμενη είδε την κατηγορούμενη να στέκεται στο μπαλκόνι του δωματίου της. (β) Η ώρα που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε και σε άλλα άτομα να βρίσκονται εκείνη τη δεδομένη στιγμή στο μπαλκόνι του δωματίου της. (γ) Μπροστά στο συμβάν που διαδραματίστηκε η κατηγορούμενη χαμογελούσε. (δ) Η άμεση αντίδραση του πρώτου παραπονούμενου να απευθυνθεί αμέσως στην κατηγορούμενη και να της πει 'Τι προσπαθείς να κάνεις; Θέλεις να με σκοτώσεις;' προσέκρουσε στην απαθής στάση της κατηγορουμένης, η οποία χωρίς να διαμαρτυρηθεί ή έστω να πει οτιδήποτε στον πρώτο παραπονούμενο που της απέδιδε την πρόκληση του περιστατικού εισήλθε εντός του δωματίου της. Το ενδεχόμενο το πιάτο να το έριξε ο σύζυγος της κατηγορουμένης θεωρητικά δεν μπορεί να αποκλειστεί, πλην όμως όλα τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας οδηγούν στο μοναδικό λογικό, υπό τις περιστάσεις, συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που έριξε το άσπρο πιάτο προς το μέρος του πρώτου παραπονούμενου ήταν η κατηγορούμενη. Περαιτέρω, η ενέργεια της κατηγορουμένης να ρίξει δίπλα από το κεφάλι του πρώτου παραπονούμενου ένα λευκό πιάτο την στιγμή που αυτός βρισκόταν στην βεράντα της οικίας του σε συνδυασμό με την αντίδραση της κατηγορουμένης να χαμογελά, αποτελεί πράξη από μέρους της κατηγορουμένης που γίνεται είτε με πρόθεση είτε με αδιαφορία ή απερισκεψία για να προκαλέσει στον εν λόγω παραπονούμενο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Παράλληλα, η άμεση αντίδραση του πρώτου παραπονούμενου να απευθυνθεί ευθύς στην κατηγορούμενη και να της πει 'Τι προσπαθείς να κάνεις; Θέλεις να με σκοτώσεις;' αποδεικνύει ότι ο πρώτος παραπονούμενος φοβήθηκε ότι όντως θα ασκηθεί άμεση και/ή παράνομη βία εναντίον του. Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο πρώτος παραπονούμενος δεν ένιωσε φόβο αφού τη στιγμή που ρίχτηκε το πιάτο είχε την πλάτη του γυρισμένη προς την κατεύθυνση από την οποία προήλθε το εν λόγω αντικείμενο δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο φόβος για άσκηση βίας δεν συνδέεται πάντοτε και αποκλειστικά και μόνο πριν από το να πραγματοποιηθεί το περιστατικό. Μπορεί ένας τέτοιος φόβος να εκδηλωθεί ταυτόχρονα με το που συμβαίνει το περιστατικό, όπως και έγινε στη δική μας περίπτωση. Ως εκ τούτου, η θέση αυτή του συνηγόρου απορρίπτεται ως αβάσιμη. Αβάσιμη όμως κρίνεται και η θέση του κυρίου Ιωάννου ότι επειδή ο πρώτος παραπονούμενος δεν κτυπήθηκε από το ρίξιμο του πιάτου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτός φοβήθηκε, την οποία το Δικαστήριο επίσης απορρίπτει. Ο τραυματισμός δεν αποτελεί προϋπόθεση για ύπαρξη φόβου ότι θα ασκηθεί βία εναντίον κάποιου προσώπου. Αν κάποιος αναλογιστεί ότι επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα και σε συνδυασμό με την άμεση αντίδραση του πρώτου παραπονούμενου μόλις αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη του έριξε ένα άσπρο πιάτο και το τι ακριβώς της είπε τότε καθίσταται σαφές ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του συνηγόρου υπεράσπισης αμέσως καταρρίπτεται. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή κατάφερε να αποδείξει τη δεύτερη κατηγορία στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, το οποίο σχετίζεται με την τέταρτη κατηγορία του κατηγορητηρίου, βασίζεται στο άρθρο 99 του Κεφ.154 που αναφέρει τα πιο κάτω: "Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος..." Το περιεχόμενο του προαναφερόμενου άρθρου προσδιορίζει ως συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος: (α) η εξύβριση ατόμου, (β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σε ότι αφορά τον 'δημόσιο χώρο' η έννοια του όρου οριοθετείται από το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας και έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, μέσα από τα οποία σημειώνεται πως 'δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο, 'δημόσια διάβαση' καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 αποφασίστηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ.503 υποδείχτηκε πως το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Δεν χρειάζεται μαρτυρία ειδικού από την κατηγορούσα αρχή για να ερμηνεύσει την υβριστική φράση, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος κατάλαβε τι του λέχθηκε και θεώρησε την φράση υβριστική. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Ο Ποινικός Κώδικας δεν καθορίζει τι ακριβώς αποτελεί εξύβριση. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ζήτημα της εξύβρισης είναι πραγματικό και ως τέτοιο που είναι αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό και όπως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη εκστόμισε τις φράσεις "γουρούνα" και "the fucking one" προς το πρόσωπο της δεύτερης κατηγορουμένης. Επίσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι φράσεις που εκστόμισε η κατηγορούμενη είναι υβριστικού περιεχομένου καθότι δεν φανερώνουν επίπεδο ευγένειας, ηθικής και ευπρέπειας από μέρους της κατηγορουμένης. Δεν πρόκειται για φράσεις για τις οποίες κάποιος θα έπρεπε να νιώθει κολακευμένος όταν απευθύνονται προς το πρόσωπο του. Η δεύτερη παραπονούμενη δεν αποτελεί εξαίρεση. Δεν ένιωσε κολακευμένη από τη συμπεριφορά αυτή της κατηγορουμένης. Αντίθετα, η δεύτερη παραπονούμενη θύμωσε και ένιωσε προσβεβλημένη εκλαμβάνοντας τις φράσεις που εκστομίστηκαν μειωτικές προς το πρόσωπο της προς το οποίο απευθύνθηκαν. Εξάλλου το ότι οι φράσεις, ως τέτοιες περιέχουν λέξεις υβριστικού περιεχομένου δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούμενη. Ως εκ τούτου, το πρώτο συστατικό στοιχείο έχει τεκμηριωθεί. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι όταν η κατηγορούμενη εκστόμισε τις προαναφερόμενες φράσεις η δεύτερη παραπονούμενη μόλις είχε ανοίξει το κάγκελο για να σταθμεύσει το όχημα της στο χώρο στάθμευσης εντός της οικίας της. Με γνώμονα ότι η δεύτερη παραπονούμενη άκουσε την κατηγορούμενη να εκστομίζει τις επίμαχες υβριστικού περιεχομένου προς το πρόσωπο της φράσεις ενώ βρισκόταν στο κάγκελο της οικίας της που συνορεύει του πεζοδρομίου και της οδού Άρτας στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, φανερώνει ότι θα μπορούσαν να είχαν ακουστεί από πρόσωπο που χρησιμοποιούσαν είτε το πεζοδρόμιο είτε το εν λόγω δημόσιο δρόμο. Με βάση το άρθρο 4 του Κεφ.154 τόσο το πεζοδρόμιο όσο και ο δρόμος αποτελούν δημόσιους χώρους καθότι πρόκειται για μέρη όπου το κοινό έχει δικαίωμα διάβασης και χρήσης, οι οποίοι εφάπτονται ή γειτνιάζουν ή συνορεύουν με τον ιδιωτικό χώρο όπου εκείνη τη στιγμή βρισκόταν η δεύτερη παραπονούμενη. Συνεπώς, τεκμηριώνεται και το δεύτερο συστατικό στοιχείο. Αναφορικά με το τρίτο συστατικό στοιχείο, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ένα από τα παιδιά της δεύτερης παραπονούμενης θύμωσε όταν άκουσε την κατηγορούμενη να αποκαλεί την μητέρα του γουρούνα με την δεύτερη παραπονούμενη να φοβάται μήπως ο υιός της αντιδράσει μπροστά σ' αυτή τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης. Αυτό οδηγεί χωρίς αμφιβολία σε στοιχειοθέτηση του εν λόγω συστατικού στοιχείου. Ως εκ τούτου, ικανοποιούμαι ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε και την τέταρτη κατηγορία στον απαιτούμενο βαθμό. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον της κατηγορουμένης. Συνεπώς, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/ Κοινή επίθεση και δημόσια εξύβριση / Άρθρα 242 και 99 του Κεφ.154/ Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, Georghiou v.
(1984)The Republic
(1986)2 C.L.R. 65, Tekinder Pal και άλλος v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, Τεβλετιάν v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512 και Χαρίτου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225 [6] Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ..91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132 [7] Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, Δήμος Λευκωσίας v. E.L.K. Trading Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ.120, Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. EPCO CYPRUS LTD
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 883 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.