Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Δημήτρη Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 14878/10, 13/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14878/10 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Δημήτρη Γεωργίου Κατηγορουμένου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 13.8.2012 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κ. Σ. Πατσαλίδης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για εσκεμμένη υποκλοπή ιδιωτικής επικοινωνίας (1η Κατ.) και για χρήση περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας (2η Κατηγ.). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, για την οποία κατέθεσαν ο αστυφ. 2141 Ν. Θεοδοσίου, ο Ανδρέας Γαλανός και η Παναγιώτα Γαλανού, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει αυτός να κληθεί σε απολογία, ενώ αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133]. Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου [βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)]. Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ". η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία." Με βάση λοιπόν την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία η οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογηθεί, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του στις κατηγορίες που του αποδίδονται και όπως αυτές διαγράφονται μέσα από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Εκείνο που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι στις 10/3/07 στη Λεμεσό εσκεμμένα υπέκλεψε ιδιωτική επικοινωνία, δηλαδή ηχογράφησε με τη χρήση συσκευής ΜΡ3 ιδιωτική συνομιλία που είχε ο Ανδρέας Γαλανός με τη σύζυγο του Γιώτα Γαλανού και ότι εσκεμμένα χρησιμοποίησε το περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας γνωρίζοντας ή έχοντας λόγο να γνωρίζει ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ιδιωτικής επικοινωνίας, δηλαδή αποκάλυψε στον Ανδρέα Γαλανό ιδιωτική συνομιλία που είχε ο Α. Γαλανός με τη σύζυγο του Γιώτα Γαλανού την οποία ηχογράφησε με τη χρήση συσκευής ΜΡ3. Η 1η κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 3(α) του Περί της Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας Νόμου 92(Ι)/1996 και η 2η κατηγορία στο άρθρο 3(δ) του ίδιου Νόμου, τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: «3-
(1)Εκτός όπου ειδικά προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) Εσκεμμένα υποκλέπτει ή παρακολουθεί ή αποπειράται να υποκλέψει ή να παρακολουθήσει ή προκαλεί ή επιτρέπει ή εξουσιοδοτεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να υποκλέψει ή να παρακολουθήσει ή αποπειραθεί να υποκλέψει ή να παρακολουθήσει οποιαδήποτε ιδιωτική επικοινωνία ή (β)..........................................................................................................(γ).......................................................................................................... (δ) εσκεμμένα χρησιμοποιεί ή αποπειράται να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας, γνωρίζοντας ή έχοντας λόγο να γνωρίζει ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας είναι ένοχο αδικήματος..................................................................». Tο ερμηνευτικό άρθρο του Νόμου ερμηνεύοντας τον όρο «υποκλοπή» αναφέρει ότι σημαίνει «παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου». «παρακολούθηση» δε σύμφωνα και πάλι με την ερμηνεία που δίδεται στο ίδιο άρθρο «σημαίνει την ακουστική ή άλλως πως λήψη του περιεχομένου οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας με τη χρήση οποιασδήποτε ηλεκτρονικής, μηχανικής, ηλεκτρομαγνητικής, ακουστικής ή άλλης συσκευής ή μηχανήματος και περιλαμβάνει ακρόαση, μαγνητοφώνηση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής καταγραφή ή λήψη του περιεχομένου της επικοινωνίας αυτής είτε στο σύνολο είτε εν μέρει είτε ως προς την ουσία είτε τη σημασία ή την έννοια ή το σκοπό της». Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και χωρίς βέβαια να προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά ισχυρή σε βαθμό που καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα στην περίπτωση που εάν αυτός κληθεί σε απολογία δεν δώσει μια εξήγηση. Η μαρτυρία που προσκομίσθηκε σε σχέση με την υπόθεση προέρχεται από τον Μ.Κ.1 που ήταν ο αστυφύλακας που διερεύνησε την υπόθεση, καθώς και από τους Μ.Κ.2 και 3, που ήταν ο παραπονούμενος και η σύζυγος του. Σύμφωνα με τη δική τους μαρτυρία ο κατηγορούμενος ανέφερε στον παραπονούμενο ότι ηχογράφησε συνομιλία που ο παραπονούμενος είχε με τη σύζυγο του και παρέδωσε στον Μ.Κ.2 και ψηφιακό δίσκο στον οποίο κατέγραψε την συνομιλία αυτή. Ο παραπονούμενος μετέβη για πρώτη φορά στην αστυνομία στις 17/3/07 και κατάγγειλε ότι ο κατηγορούμενος και χωρίς τη συγκατάθεση του ηχογράφησε συνομιλία που είχε με τη σύζυγο του στο χώρο της κρεπερίας που διατηρούσαν ως συνεταίροι την προηγούμενη ημέρα και μέσω κάποιας συσκευής ΜΡ3 και ισχυρίσθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος την προηγούμενη μέρα της καταγγελίας, του είχε παραδώσει ένα ψηφιακό δίσκο (cd) στο οποίο ήταν καταγραμμένη η συνομιλία αυτή. Τον ψηφιακό αυτό δίσκο δεν τον παρέδωσε αυθημερόν στην αστυνομία αλλά και παρά το ότι του επεξηγήθηκαν οι πρόνοιες της νομοθεσίας ανάφερε ότι δεν επιθυμούσε στο στάδιο εκείνο τη λήψη μέτρων εναντίον του κατηγορούμενου. Ακολούθως και στις 22/4/07 ο παραπονούμενος επαναπροσήλθε στον σταθμό οπόταν και προέβη σε γραπτή καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου αναφέροντας πλέον ότι επιθυμούσε την ποινική του δίωξη. Παρέδωσε επίσης στην αστυνομία την ημέρα αυτή ένα ψηφιακό δίσκο λέγοντας ότι από τον ψηφιακό που ο κατηγορούμενος του είχε παραδώσει, ένας φίλος του παραπονούμενου στον οποίο ο τελευταίος παρέδωσε τον ψηφιακό αυτό δίσκο, παρήγαγε πέντε αντίγραφα. Είναι απαραίτητο για στοιχειοθέτηση του αδικήματος να αποδειχθεί η ακουστική ή με άλλο τρόπο λήψη του περιεχομένου της ιδιωτικής επικοινωνίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση του παραπονούμενου με τη σύζυγο του. Αυτό δεν έχει γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού ο ψηφιακός δίσκος στον οποίο σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής η ιδιωτική επικοινωνία αυτή έχει καταγραφεί, δεν έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως κανονικό τεκμήριο, το δε περιεχόμενο της παραμένει εντελώς άγνωστο στο Δικαστήριο. Γιατί ναι μεν οι Μ.Κ.2 και 3 ανέφεραν ότι σε αυτόν καταγράφεται συνομιλία που το ζεύγος είχε μεταξύ του και την οποία ο κατηγορούμενος ηχογράφησε, όμως o ψηφιακός αυτός δίσκος δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως κανονικό τεκμήριο, το περιεχόμενο του δεν ακούστηκε στο Δικαστήριο και κατά συνέπεια παραμένει εντελώς άγνωστο το περιεχόμενο του. Ως συνέπεια των πιο πάνω, δεν έχει αποδειχθεί ούτε η λήψη του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας, ούτε μπορεί να κριθεί εάν ότι τυχόν έχει καταγραφεί, αποτελεί ιδιωτική επικοινωνία όπως καθορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο του Νόμου. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι προσπάθειες της κατηγορούσας αρχής να κατατεθεί ο ψηφιακός αυτός δίσκος ως κανονικό τεκμήριο έχουν αποτύχει αφού με προηγούμενες ενδιάμεσες αποφάσεις του, το Δικαστήριο δεν το επέτρεψε και έτσι αυτός παρέμεινε απλώς ως τεκμήριο για αναγνώριση. Εφόσον λοιπόν ο ψηφιακός αυτός δίσκος δεν έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως κανονικό τεκμήριο το περιεχόμενο του που όπως προαναφέρεται παραμένει άγνωστο, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ληφθεί υπόψη. Να σημειωθεί ότι εκτός του ότι και όπως και πιο πάνω αναφέρεται ο ψηφιακός δίσκος δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο, αυτός παρέμεινε στα χέρια του παραπονούμενου για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν παραδοθεί στην αστυνομία, ενώ ο φίλος του παραπονούμενου και ο οποίος ήταν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του το πρόσωπο το οποίο παρήγαγε από τον αρχικό ψηφιακό δίσκο τα πέντε αντίγραφα δεν κατέθεσε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, για να εξηγήσει πως ενήργησε για την παραγωγή των πέντε αντιγράφων, αν αυτά είναι ή όχι πανομοιότυπα με το αρχικό, αν ο δίσκος που του είχε παραδοθεί έτυχε οποιασδήποτε επεξεργασίας, επέμβασης ή οτιδήποτε άλλο κ.λ.π.. Ούτε καν το όνομα του προσώπου αυτού έχει αναφερθεί κατά τη διαδικασία. Και άλλα περαιτέρω στοιχεία στην μαρτυρία του παραπονούμενου και όχι μόνο, υποβαθμίζουν την ποιότητα και μειώνουν την αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ενώ ο παραπονούμενος στην κατάθεση του ημερομ. 22/4/07 λέει ότι παρέλαβε τον ψηφιακό δίσκο από τον παραπονούμενο στις 12/3/07 στην ένορκο του μαρτυρία ισχυρίσθηκε ότι τούτο έγινε στις 16/3/07. Ενώ ο Μ.Κ.1 είπε ότι ο παραπονούμενος επισκέφθηκε την αστυνομία δύο μόνο φορές αντίθετα ο ίδιος ο παραπονούμενος είπε ότι την επισκέφθηκε πέντε φορές γιατί ήθελε όπως είπε να μεσολαβήσει η αστυνομία για να μην φθάσουν στο Δικαστήριο λόγω της φιλίας που τους συνέδεε προηγουμένως. Ο παραπονούμενος είπε ότι για πρώτη φορά άκουσε τον ψηφιακό δίσκο την ίδια μέρα που του παραδόθηκε στο σπίτι του δηλαδή στις 17/3/07 και πριν μεταβεί στην αστυνομία. Δέχθηκε ότι άκουσε ένα από τα αντίγραφα γιατί τον ψηφιακό δίσκο που του είχε παραδοθεί από τον παραπονούμενο, δεν μπορούσε όπως είπε να τον ακούσει στο σπίτι του. Το τελευταίο αυτό στοιχείο υποβαθμίζει ακόμα περισσότερο την ποιότητα της μαρτυρίας αφού σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι αυτό που ο παραπονούμενος άκουσε, είναι όντως αυτό που καταγράφεται στο πρωτότυπο. Είπε ακόμα ο παραπονούμενος ότι προσπάθησε να ακούσει τον ψηφιακό δίσκο που του παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο στο αυτοκίνητο του, αλλά επειδή «δεν έπαιζε», τον μετέφερε σε ένα φίλο του ο οποίος παρήγαγε 5 αντίγραφα. H σύζυγος του (Μ.Κ.3) είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος παρέδωσε τον ψηφιακό δίσκο στον παραπονούμενο τον πήρε στο σπίτι τους και τον άκουσαν χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε από τα πιο πάνω που ο σύζυγος της προέβαλε. Ερωτώμενη δε ρητά κατά πόσον γνώριζε αν ο σύζυγος της προηγουμένως είχε δοκιμάσει να ακούσει το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου στο αυτοκίνητο του, απάντησε αρνητικά. Ρητά επίσης ανάφερε ότι δεν γνωρίζει εάν ο σύζυγος της πήρε τον ψηφιακό δίσκο σε φίλο του και αν ο φίλος αυτός ετοίμασε πέντε αντίγραφα. Η ίδια είπε ότι σύμφωνα με τα όσα της είπε ο σύζυγος της την ηχογράφηση έκαναν μαζί ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του, σε αντίθεση με τον παραπονούμενο ο οποίος απέδωσε την πράξη αυτή μόνο στον κατηγορούμενο. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν την ποιότητα και επάρκεια της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η οποία δεν είναι ικανή και δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής έτσι ώστε και σύμφωνα με την απόφαση Kallenos πιο πάνω ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην 1η και 2η κατηγορία. (Υπ.)........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο