Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Πέτρου Νικολαίδη, Αρ. Υπόθεσης: 7720/10, 10/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7720/10 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Πέτρου Νικολαίδη Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 10/8/2012 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κ. Μ. Μούρος Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 16/8/2009 στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στο Νίκο Βακανά από τον Αγρό. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο Α/Αστυφ. 4399 Π. Θρασυβούλου, ο Ν. Βακανάς, ο Α. Χριστοδούλου, ο Π. Ανδρονίκου, ο Σ. Σωτηρίου και ο Ν. Νιόκας (Μ.Κ.1-6). Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως καλώντας στη συνέχεια ως μάρτυρα υπεράσπισης την Ελένη Θεοδότου (Μ.Υ.1). Η εντύπωση που σχημάτισα παρακολουθώντας τον παραπονούμενο και τους μάρτυρες του από την μια, αλλά και από την άλλη πλευρά τον κατηγορούμενο, ήταν ότι προσπάθησαν να επιρρίψουν ο ένας στον άλλο την απόλυτη ευθύνη για κάποιο περιστατικό που πράγματι διαφάνηκε ότι συνέβη στις 16/8/09 αποκρύβοντας ότι πραγματικά έγινε στην προσπάθεια τους να μην διαφανεί η αλήθεια. Παρακολουθώντας όλους όσους κατέθεσαν στο Δικαστήριο ως μάρτυρες εκτός μόνο της Μ.Υ.1 σχημάτισα την πιο πάνω εντύπωση. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία όλων, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ο Μ.Κ.1 ήταν ο αστυφύλακας ο οποίος προχώρησε στη διερεύνηση της υπόθεσης. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του, δεν έχω πεισθεί ότι ενήργησε κατά τρόπο ανεξάρτητο και αμερόληπτο όπως αρμόζει σε όργανο της τάξης και ούτε έχω πεισθεί ότι διερεύνησε την υπόθεση με την πρέπουσα επιμέλεια. Η μαρτυρία του βρίσκεται σε αντίθεση σε ένα σημείο με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 η οποία και για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της δικής της μαρτυρίας γίνεται πλήρως αποδεκτή. Το σημείο αυτό αφορά το ζήτημα εάν έγινε ή όχι καταγγελία για είσοδο σε ξένη περιουσία και συγκεκριμένα στο οικόπεδο της Μ.Υ.1 και πρόσκληση ζημιάς σε αυτό. Ενώ δηλαδή ο μάρτυρας αυτός επέμενε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε καταγγελία, η Μ.Υ.1 μαρτύρησε και έγινε πιστευτή ότι η ίδια προέβη σε σχετική καταγγελία αλλά αυτή για άγνωστους λόγους δεν προωθήθηκε. Η αοριστία περαιτέρω και η ασάφεια με την οποία απάντησε σε δύο ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση, εάν δηλαδή ο Πρωτοπαπάς ήταν μεθυσμένος ενέτεινε την πιο πάνω εντύπωση που σχημάτισα. Και αυτό γιατί δεν είναι αναμενόμενο από αστυφύλακα που διενεργεί έρευνα για κάποιο περιστατικό να μην μπορεί να απαντήσει με σαφήνεια εάν ένα πρόσωπο και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Ν. Πρωτοπαπάς, τον οποίο σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, συνάντησε και μίλησε μαζί του ήταν ή όχι μεθυσμένος. Ενδεικτικές επί τούτου είναι οι απαντήσεις που έδωσε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, όπου στην πρώτη περίπτωση απάντησε «δεν πρόσεξα αν ήταν μεθυσμένος» και στη δεύτερη «δεν είδα αν ήταν μεθυσμένος», στοιχείο για το οποίο βέβαια θα έπρεπε να είχε τουλάχιστον σχηματίσει μία εντύπωση αφού με το συγκεκριμένο πρόσωπο είχαν συναντηθεί και συνομιλήσει. Ενόψει των πιο πάνω αλλά και της γενικότερης εντύπωσης που σχημάτισα παρακολουθώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του και η οποία δεν εμφαίνεται βέβαια από τα στυγνά πρακτικά δεν έχω πεισθεί ότι αυτός είπε στο Δικαστήριο ολόκληρη την αλήθεια και δεν αισθάνομαι καθόλου ασφαλής να βασισθώ πλήρως στη μαρτυρία του. Για τους πιο πάνω λόγους από τη μαρτυρία του αποδέχομαι μόνο τα ακόλουθα σημεία. Ότι στις 16/8/2009 και ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία έλαβε παράπονο και μετέβη στο χώρο που διεξαγόταν το φεστιβάλ Αγρού, δίπλα από το Απεήτειο Γυμνάσιο Αγρού και διαπίστωσε ότι ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΒΒΗ 668 που ανήκε στον κατηγορούμενο, βρισκόταν σταθμευμένο στην είσοδο του οικοπέδου και εμπόδιζε την έξοδο των οχημάτων που βρίσκονταν μέσα στο οικόπεδο. Ότι ο Πρωτοπαπάς μετακίνησε με αυτοκίνητο ντίκερ κάποια χώματα που βρίσκονταν στην ανατολική είσοδο του οικοπέδου για να μπορέσουν τα αυτοκίνητα που βρίσκονταν μέσα στο οικόπεδο να βγουν από αυτό. Ότι δέχθηκε παράπονο από τον παραπονούμενο ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε στο πρόσωπο με τα χέρια του και από τον κατηγορούμενο εναντίον του παραπονούμενου ότι ο τελευταίος τον έσπρωξε και έπεσε στο έδαφος. Ότι έδωσε και στους δύο, παραπονούμενο και κατηγορούμενο, ιατρικό έντυπο για να εξετασθούν από κυβερνητικό ιατρό. Την ίδια μέρα έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση και ο τελευταίος αρνήθηκε ότι κτύπησε τον παραπονούμενο, ενώ επίσης την ίδια ημέρα τον κατηγόρησε γραπτώς ότι επιτέθηκε στον παραπονούμενο και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Βασικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο παραπονούμενος, Μ.Κ.2. Αυτός προέβαλε ότι μετά την ολοκλήρωση του φεστιβάλ και ενώ ο ίδιος ασχολείτο με την καθαριότητα του χώρου σε κάποια στιγμή άκουσε φωνές και είδε τον κατηγορούμενο να του φωνάζει. Ο ίδιος δεν του απάντησε και ο παραπονούμενος που βρισκόταν σε απόσταση 5,6 μέτρων από κοντά του, πήρε δύο άδεια μπουκάλια μπύρας και του τις έριξε με σκοπό να τον κτυπήσει αλλά ο ίδιος κατάφερε να αποφύγει το κτύπημα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος τον πλησίασε με απειλητικές διαθέσεις και φωνάζοντας τον κτύπησε με μια γροθιά στο πρόσωπο. Ο παραπονούμενος ζαλίστηκε και από την μύτη του έτρεχε αίμα. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον ξανακτυπήσει αλλά κάποιος Σωτήρης από το χωριό Αγρίδια τον τράβηξε προς τα πίσω. Παρά το ότι ο Μ.Κ.2 επέμενε στην αλήθεια των γεγονότων που προέβαλε, δεν με έπεισε ότι ήταν ειλικρινής, αλλά η αίσθηση που αποκόμισα ήταν ότι προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα όχι όπως ακριβώς διαδραματίσθηκαν αλλά όπως εκείνος θέλησε να τα προβάλει. Αντεξεταζόμενος ισχυρίσθηκε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που ο κατηγορούμενος του είχε επιτεθεί. Σε υποβολή δε που του έγινε ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε να μάθει ποιός και για ποιό λόγο έδωσε άδεια να μετακινηθούν τα χώματα που είχαν τοποθετηθεί στο οικόπεδο της αδελφής του με σκοπό να εμποδίσουν την είσοδο σε αυτό αυτοκινήτων, απάντησε ότι «δεν άκουσα έτσι πράμα». Οι ισχυρισμοί του αυτοί του παραπονούμενου δημιουργούν εύλογα το ερώτημα πως είναι δυνατόν να έχει γίνει ολόκληρη φασαρία ακόμα και επίθεση εναντίον του σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του αλλά ακόμα και σήμερα και μετά την πάροδο τριών σχεδόν χρόνων από το επεισόδιο να μην γνωρίζει ή να μην άκουσε ή τουλάχιστον να μην έχει υποθέσει την αιτία έστω της επίθεσης. Την αξιοπιστία του κλονίζει και η άγνοια που προέβαλε σε ότι είχε σχέση με τα γεγονότα που οδήγησαν στην πρόκληση του επεισοδίου. Ήταν η θέση του ότι δεν γνώριζε ούτε τα πρόσωπα που τοποθέτησαν στο οικόπεδο τα αυτοκίνητα τους, ούτε το πρόσωπο που έδωσε οδηγίες για μετακίνηση των χωμάτων από το οικόπεδο, ούτε ποιός τα μετακίνησε ούτε και με ποιό τρόπο. Η θέση του αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και αμφιβολίες για την γνησιότητα της θέσης του και την ειλικρίνεια της εκδοχής του. Ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι ήταν ο διοργανωτής και υπεύθυνος της εκδήλωσης ο οποίος βρισκόταν μάλιστα στο χώρο κατά το χρόνο που όλα αυτά είχαν διαδραματισθεί. Η αμφιβολία αυτή εντείνεται ακόμα περισσότερο όταν αναλογισθεί κανείς ότι από την ημέρα του επεισοδίου και μέχρι την ημερομηνία της ένορκης του κατάθεσης πέρασαν τρία σχεδόν χρόνια, γεγονός που καθιστά αναμενόμενο ακόμα και στην περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο δεν είχε προσωπική γνώση για τα πιο πάνω, θέση που εν πάση περιπτώσει δεν γίνεται αποδεκτή, θα ανέμενε κανείς ότι στο μεταξύ θα είχε πληροφορηθεί για τα πιο πάνω, που είναι γεγονότα που σχετίζονται άμεσα με την ισχυριζόμενη εναντίον του επίθεση. Ούτε μπορώ να αντιληφθώ τον λόγο που στον Μ.Κ.1 ανέφερε μόνο ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε στο πρόσωπο με τα χέρια του αφού σύμφωνα με τα όσα προβάλλει στην κατάθεση του αλλά και επανέλαβε ενόρκως ο κατηγορούμενος προηγουμένως έριξε προς το μέρος του δύο άδεια μπουκάλια μπύρας. Τα πιο πάνω στοιχεία κλονίζουν καίρια την αξιοπιστία του σε βαθμό που σε συνδυασμό με το γενικότερο ύφος και συμπεριφορά του κατά την διάρκεια της ένορκης του κατάθεσης που χαρακτηριζόταν από μια έκφραση αμηχανίας αλλά και επιφύλαξης και κάποιας πονηράδας, στοιχεία βέβαια που δεν εμφαίνονται από τα στυγνά πρακτικά, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω εκτός μόνο ότι πράγματι τη συγκεκριμένη ημερομηνία δημιουργήθηκε μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου ένα επεισόδιο με φωνές και χτυπήματα. Την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παραπονούμενο υποστήριξαν και άλλοι μάρτυρες κατηγορίας. Όμως αυτοί δεν περιέγραψαν την εξέλιξη των γεγονότων με τον ίδιο τρόπο όπως και ο παραπονούμενος. Αντίθετα με τον παραπονούμενο ο οποίος στην κατάθεση του (Τεκμήριο Β) είπε ότι ο κατηγορούμενος του φώναζε χωρίς ο ίδιος να του αναφέρει οτιδήποτε, ο Μ.Κ.3 στη δική του κατάθεση αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος φώναζε στον παραπονούμενο και συζητούσαν μεταξύ τους. Και κάποιες άλλες διαφορές που εντοπίζονται μου δημιουργούν ισχυρές αμφιβολίες για την αλήθεια των όσων προβλήθηκαν. Τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο Μ.Κ.4 είπαν ότι ο κατηγορούμενος έριξε στον παραπονούμενο δύο μπουκάλια μπύρας. Αντίθετα οι Μ.Κ.5 και 6 μιλούν για μία μόνο μπουκάλα μπύρας. O M.K. 5 στην κατάθεση του είπε ο παραπονούμενος βρισκόταν στην είσοδο του οικοπέδου όπου διάφορα άτομα διαμαρτύρονταν. Τότε ο κατηγορούμενος πήγε προς το μέρος του παραπονούμενου και του φώναζε ότι εκείνος φταίει για όλα και στη συνέχεια ότι πήρε μία μπουκάλα και την πέταξε προς το μέρος του παραπονούμενου. Περιγράφοντας τα γεγονότα στην κατάθεση του δεν αναφέρει οτιδήποτε για χρήση οποιασδήποτε μοτοσυκλέτας και ειδικότερα δεν συσχετίζει τη ρήψη της μπουκάλας από τον κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο με την χρήση της μοτοσυκλέτας. Αντίθετα κατά τη διάρκεια της ένορκης του μαρτυρίας είπε ότι ο κατηγορούμενος πέρασε από μπροστά του με την μοτοσυκλέτα και κρατούσε την μπουκάλα και την έριξε στον παραπονούμενο. Θα πρέπει δε στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι κανένας άλλος από τους μάρτυρες κατηγορίας, συμπεριλαμβανομένου και του παραπονούμενου δεν ανάφεραν οτιδήποτε για χρήση μοτοσυκλέτας. Oι διαφορές αυτές που εντοπίζονται σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όλοι αυτοί είναι άτομα που συνεργάζονται επαγγελματικά με τον παραπονούμενο στο συγκεκριμένο φεστιβάλ, ακόμα και το ύφος και η συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία τους καθότι πολλές αμφιβολίες μου έχουν δημιουργηθεί για την ειλικρίνεια τους και την αλήθεια των όσων προέβαλαν. Γι' αυτό και δεν μπορώ να αποδεχθώ την εκδοχή τους ως ειλικρινή και την απορρίπτω, εκτός μόνο ότι μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου δημιουργήθηκε όντως τη συγκεκριμένη ημερομηνία επεισόδιο με φωνές και χτυπήματα μεταξύ τους. Ούτε και ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι ήταν απόλυτα ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Η εντύπωση που σχημάτισα ήταν ότι η μαρτυρία του είχε ως στόχο να απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη μπορούσε να του αποδοθεί για το αδίκημα που κατηγορείται και γι' αυτό και προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που θα ήταν προς όφελος του. Τούτο ήταν φανερό από την στάση του από το εδώλιο του μάρτυρα, από το ύφος και τη συμπεριφορά του. Στοχεύοντας προς αυτή την κατεύθυνση προσπάθησε να πείσει ότι δεν θύμωσε βλέποντας τα όσα είχαν γίνει μέσα στο οικόπεδο της αδελφής του και απλώς και με ήρεμο τρόπο ρωτούσε τι έγινε. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν συνάδει με τη λογική αφού δεν είναι αναμενόμενο από τον μέσο συνήθη άνθρωπο να μην θυμώσει όταν συμβεί ένα παρόμοιο γεγονός. Δεν μπορώ λοιπόν να αποδεχθώ ότι παρόλο που ο ίδιος ρωτούσε σε ήρεμο τόνο τον παραπονούμενο τι είχε γίνει ο τελευταίος φώναζε και του επιτέθηκε. Ούτε μπορώ να αποδεχθώ άλλον ισχυρισμό που προέβαλε στη συνέχεια ότι δηλαδή ο παραπονούμενος τον έσπρωχνε αλλά ο ίδιος δεν έκανε τίποτε. Για τους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία από τη μαρτυρία του αποδέχομαι μόνο τα ακόλουθα σημεία. Ότι έκλεισε με το αυτοκίνητο του την έξοδο του οικοπέδου της αδελφής του για να εμποδίσει τα αυτοκίνητα που είχαν εισέλθει να βγουν από το οικόπεδο και έφυγε από το μέρος. Όταν επέστρεψε εκεί υπήρχε ένας εκσκαφέας μέσα στο οικόπεδο ο οποίος μάλιστα είχε προκαλέσει και ζημιές στο σύστημα αποχέτευσης του οικοπέδου και ο οποίος είχε διανοίξει την είσοδο που τις προηγούμενες μέρες ο ίδιος είχε κλείσει με χώματα. Τότε ο κατηγορούμενος ζητούσε να μάθει τι είχε συμβεί και μεταξύ του και του παραπονούμενου δημιουργήθηκε επεισόδιο με φωνές αλλά και χτυπήματα. Η Μ.Υ.1 που είναι αδελφή του κατηγορούμενου μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρά το αυτή δεν ήταν μπροστά όταν έγινε το επεισόδιο μεταξύ του παραπονούμενου και του αδελφού της και έτσι η μαρτυρία της δεν μπορεί να είναι καταλυτική για την έκβαση της υπόθεσης, εν τούτοις τα όσα μαρτύρησε ενισχύουν έστω και με έμμεσο τρόπο ότι η αλήθεια δεν είναι αυτή που προέβαλαν οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ότι δηλαδή ξαφνικά και απρόκλητα ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον του παραπονούμενου. Παρακολουθώντας την να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά της είμαι πεπεισμένη ότι μαρτύρησε την αλήθεια χωρίς σε καμία στιγμή να προσπαθήσει ένεκα και της αδελφικής σχέσης που έχει με τον κατηγορούμενο να αλλοιώσει την αλήθεια προς όφελος του και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Το διήμερο της 15ης και 16ης Αυγούστου του 2009, διοργανώθηκε όπως και κάθε χρόνο από το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγρού φεστιβάλ στον χώρο του Απεητείου Γυμνασίου Αγρού. Τον συντονισμό των εργασιών του φεστιβάλ ανέλαβε ο παραπονούμενος. Λίγες μέρες προηγουμένως ο κατηγορούμενος είχε καθαρίσει το οικόπεδο που ανήκει στην Μ.Υ.1 και βρίσκεται δίπλα από το Γυμνάσιο του Αγρού και στην είσοδο του είχε τοποθετήσει χώματα για να εμποδίσει την είσοδο μέσα σε αυτό. Το βράδυ της 15ης Αυγούστου ο παραπονούμενος Ν. Βακανάς βρισκόταν και εκείνος στο χώρο του φεστιβάλ. Χωρίς την άδεια της Μ.Υ.1, εκτός μόνο ενός, διάφορα άτομα εισήλθαν στο χώρο του οικοπέδου της και τοποθέτησαν εκεί μεγάλα αυτοκίνητα, μεγάλα καζάνια κ.λ.π., γεγονός που όταν διαπίστωσαν ο κατηγορούμενος και η Μ.Υ.1 και σε συνεννόηση μεταξύ τους και στην προσπάθεια τους να μάθουν ποιός ήταν αυτός που έδωσε την άδεια στα ξένα οχήματα να εισέλθουν στο οικόπεδο της Μ.Υ.1, πράξη για την οποία εν πάση περιπτώσει υποψιάστηκαν τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος στάθμευσε το αυτοκίνητο του στην έξοδο του οικοπέδου για να τους εμποδίσει να εξέλθουν. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η Μ.Υ.1 αποχώρησαν από το μέρος. Όταν ο κατηγορούμενος επέστρεψε στο μέρος ξημερώματα της 16ης Αυγούστου, μέσα στο οικόπεδο υπήρχε ένας εκσκαφέας ο οποίος μάλιστα είχε προκαλέσει και ζημιές στο σύστημα αποχέτευσης και ο οποίος είχε μετακινήσει τα χώματα για να απελευθερώσει την είσοδο που ο κατηγορούμενος είχε κλείσει. Ο κατηγορούμενος θύμωσε και άρχισε να φωνάζει και συναντώντας τον παραπονούμενο άρχισαν να λογομαχούν έντονα μεταξύ τους και να σπρώχνουν ο ένας τον άλλον. Στη συνέχεια και μετά τη λήξη του επεισοδίου ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην Μ.Υ.1 ταραγμένος λέγοντας της να επιστρέψει στο χώρο του φεστιβάλ. Όταν η Μ.Υ.1 μετέβη εκεί ούτε ο παραπονούμενος, ούτε ο κατηγορούμενος βρισκόντουσαν στο μέρος και η Μ.Υ.1 διαπίστωσε ότι εκεί υπήρχαν διάφοροι μεθυσμένοι και ότι μέσα στο οικόπεδο της είχαν προκληθεί ζημιές. Παρά το ότι ρωτούσε να μάθει τι είχε συμβεί κανένας δεν της έλεγε τι είχε προηγηθεί και έτσι μετέβη στην αστυνομία για να καταγγείλει την παράνομη είσοδο στο οικόπεδο της. Εκεί συνάντησε μέλη της οικογένειας του παραπονούμενου η οποία με την δική της οικογένεια έχουν διαφορές και αυτοί της έκαμαν φραστική επίθεση εμποδίζοντας την να δώσει κατάθεση στην αστυνομία και να καταγγείλει την παράνομη είσοδο στο οικόπεδο της, κάτι που τελικά έκαμε. Η καταγγελία της Μ.Υ.1 για παράνομη είσοδο στην περιουσία της δεν προωθήθηκε και καμία περαιτέρω ενέργεια δεν έγινε από την αστυνομία σε σχέση με αυτήν. Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν έγινε αποδεκτή, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού και όπως είναι νομολογημένο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.