Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Benjamin Jake Rawlins , Αρ. Υπόθεσης: 3844/10, 28/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3844/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Benjamin Jake Rawlins Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ Δημητρίου. Κατηγορούμενος παρόντας. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στη δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο η οποία αφορά την εγκατάλειψη του τόπου ατυχήματος χωρίς τη παροχή βοήθειας κατά παράβαση του άρθρου 235 Α
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης του πιο πάνω αδικήματος έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο και αναφέρονται λεπτομερώς στην καταδικαστική του απόφαση ημερομηνίας 28/06/
- Αυτά έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος στις 4/2/2009 και περί ώρα 02:10 οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής KQH 050, μάρκας MITSUBISHI, μοντέλο WARRIOR, τύπου διπλοκάμπινο στη Λεωφ. Αμαθούντος, στη Λεμεσό με Ανατολική κατεύθυνση. Το όχημα του κατηγορούμενου ακολουθούσε το όχημα του Μ.Κ.
- Σε κάποιο σημείο του δρόμου, παρά το ξενοδοχείο Antlantica το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε με το μπροστινό δεξιό του μέρος ένα πεζό. Οι ακριβείς συνθήκες πρόκλησης του εν λόγω δυστυχήματος παρέμειναν άγνωστες. Στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα ο δρόμος είναι σκοτεινός και η ορατότητα περιορίζεται στην εμβέλεια των φώτων του οχήματος μόνο. Με το κτύπημα ο πεζός εκτινάχθηκε στον αέρα και ακολούθως έπεσε στο κέντρο σχεδόν του δρόμου. Ο κατηγορούμενος μετά το κτύπημα ελάττωσε ταχύτητα και φάνηκε ότι θα σταματούσε. Αντί αυτού συνέχισε χωρίς να κατεβεί από το αυτοκίνητο του και εγκατέλειψε τη σκηνή. Ο Μ.Κ.5 ο οποίος ακολουθούσε τον κατηγορούμενο, σταμάτησε το όχημα του και μετέφερε το θύμα, το οποίο φαινόταν να ήταν σοβαρά τραυματισμένο, στην άκρη του δρόμου για να μην τον πατήσουν άλλα διερχόμενα οχήματα και στην συνέχεια ειδοποίησε την Αστυνομία και της εξήγησε τι είχε γίνει. Το θύμα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου παρέμεινε για νοσηλεία. Περί η ώρα 10:00 το πρωί της ιδίας ημέρας επισκέφθηκε την οικία του κατηγορούμενου η Αστυνομία και συγκεκριμένα οι Μ.Κ.1 και 3 για διερεύνηση του πιο δυστυχήματος και της εγκατάλειψης της σκηνής και ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να τους υποδείξει το όχημα του. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.3 «You want me for the accident. I thought it was a dog». Το όχημα του κατηγορουμένου επιθεωρήθηκε από την Αστυνομία και διαπιστώθηκε ότι αυτό έφερε φρέσκια ζημιά στο μπροστινό δεξιό μέρος του, ήταν σπασμένο το μπροστινό φανάρι και είχε βούλωμα στο δεξιό μπροστινό μέρος πάνω από το φτερό και προφυλακτήρα. O κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 5/02/2009 για το πιο πάνω αδίκημα και απάντησε δεν παραδέχομαι. Περαιτέρω, η κατηγορούσα αρχή ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ούτε έχει οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Υπάρχουν επίσης €200 έξοδα της διαδικασίας. O ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορουμένου έστω και στο στάδιο αυτό και κάλεσε το Δικαστήριο όπως τη λάβει υπόψη του. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο όπως προβεί σε εξατομίκευση της ποινής. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 51 ετών ανέφερε, λευκού ποινικού μητρώου, είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου τα τελευταία 4 χρόνια και δεν έχει στο παρελθόν διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκε στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του. Σε αυτή αναφέρεται ότι αυτός είναι ηλικίας 50 ετών, άνεργος και διαμένει μόνος του σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Ασγάτα με μηνιαίο ενοίκιο €
- Στο παρόν στάδιο δεν έχει εισοδήματα ούτε ακίνητη περιουσία αλλά ούτε χρέη. Έχει ένα αυτοκίνητο εμπορικό αξίας €2000 και αποταμιεύσεις ύψους €2000 στη Λαϊκή Τράπεζα. Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος κατάγεται από την Αγγλία και προέρχεται από τρίτεκνη οικογένεια. Είναι απόφοιτος Τεχνικού Λυκείου Αγγλίας στον κλάδο αυτοκινήτων. Εργάστηκε σαν μηχανικός για σειρά ετών στην Αγγλία. Το 1982 τέλεσε τον γάμο του με την κα Dawn Rawlins και απόκτησαν ένα παιδί τη Gemma Rawlins ηλικίας σήμερα 28 ετών η οποία εργάζεται εθελοντικά σε σύνδεσμο ατόμων με καρκίνο στην Αγγλία. Το 1991 ο γάμος τους διαλύθηκε λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Το 1999 ο κατηγορούμενος σύναψε σχέση με συμπατριώτισσα του την κα Cher Hadiad, η οποία ήταν διαζευγμένη και μητέρα δύο παιδιών. Το 2008 ο κατηγορούμενος μαζί με τη συμβία του και τα παιδιά της μετακόμισαν στην Κύπρο όπου η κα Cher Hadiad άρχισε εργασία σαν δασκάλα σε ιδιωτικό σχολείο. Ο κατηγορούμενος δεν εργάστηκε στην Κύπρο και κάλυπτε τις βασικές του ανάγκες από τις αποταμιεύσεις του. Το 2011 η σχέση τους διαλύθηκε αφού η συμβία και τα παιδιά της μετακόμισαν στην Αγγλία και ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην Κύπρο. Από τον Γενάρη του 2012 άρχισε την αναζήτηση εργασίας και μετά τις καλοκαιρινές διακοπές θα αρχίσει να εργάζεται σε γκαράζ αυτοκινήτων ως μηχανικός. Επίσης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από κατάθλιψη η οποία έχει επιδεινωθεί μετά το περιστατικό και θα χειροτερεύσει σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή. Προς τούτο, κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 10/08/
- Περαιτέρω, ο κ. Δημητρίου ανέφερε ότι από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα οι προσωπικές του συνθήκες έχουν διαφοροποιηθεί ουσιαστικά. Έχει χωρίσει με την γυναίκα που ήταν μαζί για 10 περίπου χρόνια, η ψυχολογική του κατάσταση έχει χειροτερεύσει σε μεγάλο βαθμό όπως επίσης και η εισοδηματική του ικανότητα έχει μειωθεί στο ελάχιστο. Εξαιτίας της εμπλοκής του στην υπόθεση αυτή δεν κατέστη δυνατόν να εξεύρει εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, όπως για παράδειγμα να επαναπατριστεί, αφού η παρουσία του στην Κύπρο ήταν επιβεβλημένη. Επίσης, αναφέρθηκε στο διαρρεύσαντα χρόνο από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι έχουν παρέλθει σχεδόν 3,5 χρόνια από τότε χωρίς ο κατηγορούμενος να ευθύνεται για την καθυστέρηση αυτή. Παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει σοβαρά υπόψη του το χρόνο αυτό ως ελαφρυντικό παράγοντα. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και το θύμα ανήκουν στην Βρεττανική Κοινότητα της Λεμεσού και γνωρίζονταν εξ' όψεως μεταξύ τους. Ο κατηγορούμενος επικοινώνησε επανειλημμένα με το θύμα μετά το περιστατικό για να του εκφράσει τόσο την λύπη του όσο και την συμπαράσταση του. Αυτή τη στιγμή, εξ' όσων ο κατηγορούμενος είναι σε θέση να γνωρίζει, το θύμα έχει πλήρως αποκατασταθεί από τα τραύματα τα οποία υπέστη συνεπεία της σύγκρουσης και βρίσκεται μόνιμα εγκατεστημένος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν έχει εγερθεί οποιαδήποτε απαίτηση για αποζημιώσεις ούτε πρόκειται να γίνει κάτι τέτοιο αφού η περίοδος παραγραφής έχει παρέλθει. Τέλος, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, λανθασμένα, ενώ αντιλήφθηκε τη σύγκρουση δεν σταμάτησε να παράσχει βοήθεια, είτε γιατί δεν ήταν σίγουρος για το τι κτύπησε, είτε λόγο στιγμιαίας αγωνίας και έντασης που του προκάλεσε η σύγκρουση, η οποία σε συνδυασμό με την ψυχολογική του κατάσταση πήρε τη βεβιασμένη απόφαση να εγκαταλείψει τη σκηνή. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά και τα υπόλοιπα που ανέφερε κάλεσε το Δικαστήριο όπως σε περίπτωση ποινής φυλάκισης πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία για αναστολή της. Αναμφίβολα, η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Το άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2).................................
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο». Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, είναι δε από τα πλέον σοβαρά τροχαία αδικήματα. Η όλη συμπεριφορά ατόμου που, μετά από ατύχημα, εγκαταλείπει την σκηνή χωρίς να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζόμενων και χωρίς την παροχή σε αυτούς οιασδήποτε βοήθειας, αποτελεί αντικοινωνική και εγωιστική συμπεριφορά. Στην Ανδρέας Πουμπουρής v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε και στο Άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω διάταξη είναι προφανής και νομίζουμε πως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξειδίκευση. Ωστόσο, επιγραμματικά θα επαναλάβουμε το αυτονόητο ότι δηλαδή κάθε οδηγός οχήματος που εμπλέκεται σε τροχαίο δυστύχημα έχει νομική και ηθική υποχρέωση να σταματά και να προσφέρει βοήθεια στο θύμα του δυστυχήματος. Η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει τη ζωή του θύματος ενώ η εγκατάλειψη του μπορεί ακόμη να οδηγήσει και στο θάνατο. Συνιστά άκρως εγωιστική συμπεριφορά η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου δυστυχήματος χωρίς βοήθεια, όταν μάλιστα, είναι τέτοιες οι συνθήκες ώστε να καθίσταται απομακρυσμένη η παροχή βοήθειας μέσα σε σύντομο χρόνο.» Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος ενώ είχε εμπλακεί σε τροχαίο δυστύχημα το οποίο προκάλεσε τον τραυματισμό του θύματος, αυτός για λόγους δικούς του, όπως έχει προκύψει από τα γεγονότα που έχουν διακριβωθεί από το Δικαστήριο, εγκατέλειψε τη σκηνή χωρίς να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια. Ο κατηγορούμενος όφειλε και είχε υποχρέωση, τόσο ηθική όσο και νομική, να σταματήσει και να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζόμενων, αν ληφθεί υπόψη και η ώρα που έγινε το εν λόγω δυστύχημα και οι συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Ήταν η ώρα 02:10 περίπου το πρωί σε μια οδό με πολύ περιορισμένη ορατότητα και το θύμα κτυπήθηκε και κατέληξε στη μέση περίπου του δρόμου όπου παρέμεινε αβοήθητο από τον κατηγορούμενο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος καθίσταται ιδιαίτερα σοβαρή, έχοντας υπόψη μου και τις πιθανές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η συμπεριφορά του αυτή. Σε μια περίοδο που τα τροχαία ατυχήματα βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση στον τόπο μας, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα μέσω των επιβληθεισών ποινών ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Η όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος μόνο εγωιστική και άκρως αντικοινωνική μπορεί να χαρακτηριστεί και ανάλογη θα πρέπει να είναι και η επιβαλλόμενη ποινή η οποία θα πρέπει να αντανακλά την ανάγκη για αποτροπή. Η επιβολή ποινής όμως, είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Έχω ακούσει τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί παράγοντες στους οποίους αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο, θα ληφθούν υπ' όψη. Λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και την απολογία και μεταμέλεια του έστω και στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι η μεταμέλεια δεν μπορεί να καθίσταται μόνο λεκτική και θεωρητική. Εκείνο που έχει σημασία είναι μέσα από τις πράξεις και συμπεριφορά του κατηγορούμενου να αναδεικνύεται η έμπρακτη του μεταμέλεια για την πράξη του. Δεν υπάρχουν στην παρούσα περίπτωση οποιαδήποτε στοιχεία που να δείχνουν τέτοια μεταμέλεια, χωρίς να παραγνωρίζω φυσικά την απολογία του έστω και στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα αλλά και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απολογήθηκε στο θύμα ( βλ. Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 54/2011, Ημερομηνίας 28/12/2011). Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όπως αυτές φαίνονται από την σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου και το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει όπως αυτό εμφαίνεται στο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Eπιπρόσθετα από τα πιο πάνω λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 04/02/2009 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 16/02/2010 και ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 30/03/2010 χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος από τη κατηγορούσα αρχή, γι αυτήν την καθυστέρηση. Είναι νομολογημένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση όπως προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, νοουμένου ότι στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον τους (βλ. Ιωάννου κ.α v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200). Στις 30/03/2010 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού απάντησε μη ενοχή η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 20/09/2010 ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης και ορίστηκε στις 24/02/2011 εκ νέου για ακρόαση. Την πιο πάνω ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 12/09/2011 ημερομηνία που αναβλήθηκε εκ νέου για τον ίδιο λόγο και ορίστηκε στις 13/01/
- Την εν λόγω ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης και ορίστηκε στις 16/2/2012 ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακροαματική διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε στις 22/05/2012 και δόθηκε τελική απόφαση στις 28/06/
- Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε στις 13/08/2012 για περαιτέρω γεγονότα και επιβολή ποινής με οδηγίες του Δικαστηρίου όπως μέχρι τότε ετοιμαστεί και σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, υπάρχει μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την κατηγορούσα αρχή στην καταχώρηση της υπόθεσης χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Η καθυστέρηση αυτή όμως, δεν είναι τέτοια που να θεωρείται από μόνη της ως ουσιώδης καθυστέρηση. Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου αλλά και κατόπιν αιτημάτων του κατηγορούμενου. Σίγουρα το Δικαστήριο έχει υποχρέωση για διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου αλλά η όλη πορεία της υπόθεσης δείχνει ότι κάποιο μερίδιο ευθύνης γι αυτή την καθυστέρηση έχει και ο κατηγορούμενος. Η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77)». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 λέχθηκε ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Πέραν των πιο πάνω, έχει νομολογηθεί ότι βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Περαιτέρω, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει και ιδιαίτερη αναφορά στην Αβραάμ (ανωτέρω) όπου διαφαίνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων». Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αναφορικά με το ζήτημα αυτό, παρατηρώ ότι δεν προκύπτει να υπάρχει οποιαδήποτε σημαντική διαφοροποίηση των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα. Αυτό το αναφέρω, χωρίς να παραγνωρίζω το γεγονός ότι αυτός χώρισε με τη συμβία του πριν από 10 περίπου μήνες. Παρόλα αυτά, παραμένει ως δεδομένο ότι καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 42 περίπου μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας υπόψη μου όμως, τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, τις περιστάσεις διάπραξης του και τις συνέπειες του, που ήταν ο σοβαρός τραυματισμός ενός ανθρώπου που αφέθηκε από τον κατηγορούμενο κτυπημένος στη μέση του δρόμου χωρίς ο ίδιος να του παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια, την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους υποθέσεις σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για την καθυστέρηση έχει και ο κατηγορούμενος κάποιο μερίδιο ευθύνης αλλά και το γεγονός ότι οι προσωπικές του συνθήκες δεν έχουν διαφοροποιηθεί ουσιαστικά, έχω καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί για το λόγο αυτό και μόνο. Παρόλα αυτά όμως, η καθυστέρηση αυτή θα παίξει σημαντικό ρόλο στο καθορισμό του ύψους της ποινής. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, το είδος της ποινής που θα επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας. Οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής αλλά μόνο το εύρος της. Σε μια περίοδο που τα τροχαία δυστυχήματα έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις στο τόπο μας, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να επιβάλλει αποτρεπτικές ποινές. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 45 ημερών και 8 βαθμούς ποινής. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται περαιτέρω του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο
(8)οκτώ μηνών από σήμερα στην ίδια Κατηγορία. Οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος είναι αρκετά σοβαρές αφού επιδείχθηκε πλήρης αδιαφορία από τον κατηγορούμενο για την τύχη του θύματος και τις συνέπειες της πράξης του. Περαιτέρω, δεν έχουν αναφερθεί οποιοιδήποτε ειδικοί λόγοι για μη αποστέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως, ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου για τον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/03, και το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 3. Επίσης, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του για να εκδώσει ή όχι σχετικό διάταγμα. Έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην παρούσα περίπτωση, είναι γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Πέραν τούτου όμως, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος είναι ιδιαίτερα σοβαρές και ο κατηγορούμενος εξέφρασε τη απολογία και μεταμέλεια του μόνο αφού κρίθηκε ένοχος από το Δικαστήριο. Η μεταμέλεια του δε ήταν απλώς λεκτική και όχι έμπρακτη. Λαμβάνω υπόψη μου επίσης, τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, αλλά δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως, έχουν δε ήδη ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση του εύρους αυτής. Ιδιαίτερα αναφέρομαι και στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε αυτό, το οποίο φέρει ημερομηνία 10/08/2012 και υπογράφεται από ιδιώτη ιατρό, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος υποφέρει από καταθλιπτικό επεισόδιο και στο διάστημα αυτό παίρνει συγκεκριμένο φάρμακο. Τυχόν ποινή φυλάκισης αναφέρει θα επιδεινώσει την κατάσταση του. Θα πρέπει να λεχθεί ότι στο εν λόγω πιστοποιητικό δεν δίνονται επαρκής λεπτομέρειες αναφορικά με την κατάσταση του κατηγορούμενου, από πότε υποφέρει από κατάθλιψη, πόσο σοβαρής μορφής είναι και από τι προήλθε. Επίσης, δεν αναφέρεται για πόσο χρονικό διάστημα η συγκεκριμένη ιατρός παρακολουθεί τον κατηγορούμενο και σε ποιο βαθμό θα τον επηρεάσει τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στο παρόν διάστημα δεν φαίνεται να είναι τέτοιο έτσι ώστε να μην μπορεί να του παρασχεθεί η οποιαδήποτε βοήθεια στις φυλακές, χωρίς να παραγνωρίζω με κανένα τρόπο τη θέση της εν λόγο ιατρού ότι τυχόν φυλάκιση του θα τον επηρεάσει αρνητικά. Η εν λόγω θέση όμως, έχει τεθεί γενικά χωρίς να αναφέρεται πώς και πόσο θα επηρεάσει τον κατηγορούμενο και τί συνέπειες μπορεί να έχει αυτό. (βλ. Λαζάρου v. Δημοκρατίας 2 Α.Α.Δ. 129 και Αντρέας Σοφοκλέους v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 144). Των πιο πάνω δεδομένων, βρίσκω ότι δεν συντρέχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο. €200 έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. ....................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο