Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Felicidad Camboa Reyes, Αρ. υπόθεσης: 1654/12, 18/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 1654/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Felicidad Camboa Reyes Κατηγορούμενη ----------------------------- Ημερομηνία: 18.5.2012 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για Κατηγορούμενη: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενη: παρούσα ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------------- Η κατηγορούμενη που είναι αλλοδαπή από τις Φιλιππίνες αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας τής καταλογίζεται ότι στις 7.11.2009 στη Λεμεσό, ενώ ήταν υπάλληλος και συγκεκριμένα οικιακή βοηθός στη Μαρία Τερεντή από τη Λεμεσό έκλεψε ένα γυναικείο λευκόχρυσο δακτυλίδι, αξίας €2.500,00, μία γυναικεία μπλούζα μάρκας Αrmani, αξίας €150,00, ένα φόρεμα μάρκας Cavalli, αξίας €1.000,00 και ένα παντελόνι μάρκας Babylos, αξίας €200,00, όλα συνολικής αξίας €3.850,00, περιουσία της πιο πάνω αναφερόμενης. Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει και τη 2η κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της, την οποία έχει παραδεχτεί. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της επίδικης κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 4860 Ιωάννη Χατζηφιλίππου (Μ.Κ.1) καθώς και την παραπονούμενη Μαρία Τερεντή (Μ.Κ.2). Η κατηγορούμενη, αφού κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της κατάθεσε ενόρκως. Ισχυρίζεται η παραπονούμενη στη γραπτή της κατάθεση στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 2Α - μετάφραση στα ελληνικά -) ότι, όταν το Σάββατο 7.11.2009 και ώρα 07:00, ο σύζυγός της έφυγε για τη δουλειά του, η κατηγορούμενη που ήταν οικιακή βοηθός τους τότε, χτύπησε το γιο τους Άλεξ και ξεκίνησε να είναι βίαιη και να φωνάζει δυνατά, φοβερίζοντας τα παιδιά της, τα οποία υπέφεραν. Στις 09:00 τηλεφώνησε στην αστυνομία και ζήτησε βοήθεια απ' όπου ήρθαν και πήραν την κατηγορούμενη στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας. Ακολούθως πήγε και η ίδια στο σταθμό. Εκεί της είπαν πως δεν μπορούν να κρατήσουν την κατηγορούμενη οπότε και έπρεπε να την πάρει μαζί της στο σπίτι και τη συμβούλεψαν να μεταβεί στο γραφείο αλλοδαπών και μετανάστευσης τη Δευτέρα. Ακολούθως είπαν στην κατηγορούμενη να μείνει στο σπίτι της παραπονούμενης και να μη φύγει μέχρι που θα έβλεπε την υπόθεση η Υ.Α.Μ. Αφού πήγαν και οι δυο στο σπίτι, στις 12:00, η παραπονούμενη πήρε τα παιδιά της και πήγαν στην Αγία Νάπα για να δουν τα παιδιά τη γιαγιά τους. Η κατηγορούμενη παρέμεινε μόνη στο σπίτι. Όταν η παραπονούμενη γύρω στις 18:00 επέστρεψε από την Αγία Νάπα διαπίστωσε ότι η πίσω πόρτα του σπιτιού της ήταν κλειστή, αλλά ανασφάλιστη. Αφού εισήλθε στο σπίτι διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη έφυγε από αυτό παίρνοντας μαζί της όλα τα προσωπικά της αντικείμενα και αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Προσπάθησε να της τηλεφωνήσει στο κινητό της τηλέφωνο, αλλά δεν απαντούσε. Μετά από σχετικό έλεγχο στον οποίο προέβη διαπίστωσε ότι έλειπε από το σπίτι η επίδικη περιουσία της. Προσπάθησε εκ νέου να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την κατηγορούμενη, η οποία δεν απαντούσε οπότε και κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Υποψιάζεται ότι το πρόσωπο που έκλεψε την περιουσία της είναι η κατηγορούμενη. Με τη σειρά της, η κατηγορούμενη, η οποία επίσης υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής της κατάθεσης για σκοπούς κυρίως εξέτασης (βλ. το τεκμήριο 3Α - πιστή μετάφραση στα ελληνικά -), με αυτή μεταξύ άλλων ισχυρίζεται και τα εξής: Ήρθε στην Κύπρο από τις Φιλιππίνες στις 20.11.2008 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός, για λογαριασμό του ζεύγους Τερεντή στην οικία τους που βρίσκεται στην οδό Άρσους 22 στη Γερμασόγεια. Η ίδια και η παραπονούμενη είχαν πολλά προβλήματα μεταξύ τους κι έτσι, στις 7.11.2009 πήγε στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας και τους είπε ότι η παραπονούμενη δεν της συμπεριφέρεται καλά. Εκεί, της είπαν ότι αν δεν είναι ευχαριστημένη μαζί της η παραπονούμενη, να της δώσουν χαρτί αποδέσμευσης. Μετά από αυτό, η παραπονούμενη την πήρε σπίτι και έφυγε. Επειδή ήταν μόνη της στο σπίτι και φοβόταν ότι θα της έκανε κακό η παραπονούμενη πήρε όλα τα προσωπικά της αντικείμενα και έφυγε, χωρίς να κλέψει οτιδήποτε από την παραπονούμενη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου της κατηγορούμενης - ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής περιορίστηκε απλώς να με παραπέμψει στην ενώπιόν μου μαρτυρία - . Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στο κατάλληλο στάδιο και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή και τους δυο μάρτυρες καθώς και την κατηγορούμενη, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Akil v. Αστυνομίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Τέλος παραπέμπω και στην υπόθεση Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 4860 Ιωάννη Χατζηφιλίππου (Μ.Κ.1) γίνεται δεχτή στο σύνολό της και ως αναντίλεκτη, εκτός από αξιόπιστη, αφού ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο της κατηγορούμενης. Το σύνολο των ενεργειών του και γενικά οτιδήποτε γνωρίζει αναφορικά με την παρούσα υπόθεση απορρέουν από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 1), το οποίο υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Αντιπαραβάλλοντας την εκδοχή της παραπονούμενης (Μ.Κ.2) προς την αντίστοιχη της κατηγορούμενης, δεν έχω καμιά αμφιβολία, ότι η εκδοχή της πρώτης αποτυπώνει τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Η παραπονούμενη ως μάρτυρας μου έχει κάνει αρκετά καλή εντύπωση. Ήταν άμεση και σταθερή και απαντούσε αυθόρμητα σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε ικανά από την ευπαίδευτη δικηγόρο της κατηγορούμενης κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της σε σχέση με οτιδήποτε επί της ουσίας έχει αναφέρει. Τέλος, η εκδοχή της, μου φαίνεται και πιο λογική από την αντίστοιχη της κατηγορούμενης. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία της γίνεται αποδεχτή. Απεναντίας, η κατηγορούμενη ως μάρτυρας κάθε άλλο παρά καλή εντύπωση μου έχει κάνει. Υπήρξε αντιφατική σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, προέβαλε ψευδείς ισχυρισμούς καθώς και ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που δεν τέθηκαν στην παραπονούμενη, μολονότι την αφορούσαν, για να της δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσει, ενώ, επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να αποδώσει και κίνητρο στην παραπονούμενη να την καταγγείλει στην αστυνομία. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της απορρίπτεται στο σύνολό της ως αναξιόπιστη και ψευδής, με εξαίρεση, εκείνο μόνο το μέρος που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, που βασικά προέρχεται από την παραπονούμενη. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν το συμπέρασμά μου αναφορικά με την αξιοπιστία της κατηγορούμενης ως μάρτυρα: Ισχυρίζεται στη γραπτή της κατάθεση, ότι με την παραπονούμενη είχαν πολλά προβλήματα και έτσι στις 7.11.2009 (ουσιώδης χρόνος) πήγε στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας και τους είπε ότι δεν της συμπεριφέρεται καλά. Ωστόσο απαντώντας στις εντελώς αρχικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από τη δικηγόρο της, όταν κλήθηκε να πει τι προβλήματα είχαν με την παραπονούμενη, ισχυρίστηκε τα εξής, μεταξύ άλλων: Από τότε που δούλεψε στο σπίτι της παραπονούμενης δεν είχαν προβλήματα. Τα προβλήματα άρχισαν το Σάββατο το πρωί (ουσιώδης χρόνος). Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που μαλώσανε για το λόγο ότι η εργοδότριά της, δηλαδή η παραπονούμενη, όποτε μάλωνε με το σύζυγό της, τη φώναζε για να είναι παρούσα και την ξυπνούσαν. Μάλιστα, ο σύζυγος της παραπονούμενης χτυπούσε την τελευταία, οπότε της ζητούσε βοήθεια και προσπαθούσε να τους χωρίσει. Στην ερώτηση, «Σε εσένα προσωπικά πώς συμπεριφερόταν η κυρία;» «Δεν είχαμε προβλήματα» ήταν η απάντησή της. Το μέγεθος των αντιφάσεων είναι ολοφάνερο. Λίγο παρακάτω ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο το Σάββατο 7.11.2009 πήγε στην αστυνομία και κατάγγειλε την κυρία της, ήταν επειδή ο σύζυγός της ήθελε να τη διώξουν, επειδή ήθελε να μείνει στο σπίτι η σύζυγος του, η οποία έφευγε όλη μέρα και δεν έμενε σπίτι. Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι το εξής: Αν αυτός ήταν ο λόγος της καταγγελίας της, γιατί δεν κατάγγειλε το σύζυγο της παραπονούμενης και κατάγγειλε την ίδια; Σε τι της έφταιξε αυτή; Έπειτα, πόσο λογικό είναι να θέλει να τη διώξει ο σύζυγος της παραπονούμενης, επειδή η τελευταία δεν έμενε στο σπίτι; Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Τέλος, γιατί δεν ανέφερε όλα αυτά και στη γραπτή της κατάθεση; Το τελευταίο ερώτημα ισχύει και για τον ισχυρισμό της κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι στον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη την τράβηξε για δεκαπέντε σκαλιά στο δωμάτιό της και την κλείδωσε σ' αυτό, ενώ ακολούθως την έβαλε κάτω, δηλαδή της επιτέθηκε οπότε άρχισε να φωνάζει. Ούτε και πιστεύω πως αναμένει να δεχθώ τον ισχυρισμό της, ότι δεν κατάγγειλε την παραπονούμενη για την παραπάνω συμπεριφορά της, επειδή ήθελε να αποφύγει οποιαδήποτε προβλήματα γιατί ήθελε να φύγει από τη χώρα. Μα εάν ήθελε να φύγει από τη χώρα, γιατί δεν το έκανε από τις 7.11.2009 που εγκατέλειψε το σπίτι της παραπονούμενης, μέχρι και τις 22.1.2012 που τη συνέλαβε η αστυνομία στο αεροδρόμιο Λάρνακας; Ο ισχυρισμός της, τέλος, ότι, ίσως η παραπονούμενη να τη ζήλευε, για τους λόγους που έχει αναφέρει η ίδια είναι εκπληκτικός, αν ληφθεί υπόψη, ότι πρόκειται για φτωχή αγρότισσα που ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί και που ενώ γνώριζε ότι ήταν παράνομη, όπως αναφέρει στην ανακριτική της κατάθεση προσπαθούσε να μαζέψει λεφτά για να αγοράσει εισιτήριο και να επιστρέψει στην πατρίδα της. Θα μπορούσα να παραθέσω σωρεία άλλων παραδειγμάτων που αναδεικνύουν το μέγεθος της αναξιοπιστίας της κατηγορούμενης ως μάρτυρα, τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε και τέλος, πόσο παράλογοι είναι για να γίνουν πιστευτοί, αρκετοί από τους ισχυρισμούς που προέβαλε. Δε θα το κάνω για ένα ουσιαστικό λόγο, καταλυτικής, θα έλεγα, σημασίας, για τη διάγνωση της ποινικής της ευθύνης και κατ' επέκταση για την τύχη της επίδικης κατηγορίας. Μολονότι δέχομαι ότι όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης, εντούτοις εντοπίζω ένα σημαντικό κενό στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής που δεν μπορεί να συμπληρωθεί, είτε με υποψίες, όσο εύλογες κι αν είναι αυτές (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) είτε με τα ψέματα που είπε η κατηγορούμενη (βλ. την Αλ-Χάματ, ανωτέρω). Πιθανολογώ ότι η κατηγορούμενη, εγκαταλείποντας το σπίτι της παραπονούμενης στις 7.11.2009, μεταξύ των ωρών 12:00 και 18:00, χρονικό διάστημα κατά το οποίο η δεύτερη απουσίαζε από το σπίτι, εκτός από τα προσωπικά της αντικείμενα πήρε μαζί της, δηλαδή έκλεψε και την επίδικη περιουσία της παραπονούμενης. Ωστόσο, όσο απομακρυσμένο ενδεχόμενο κι αν είναι αυτό που θα πω, εντούτοις, δεν είναι εντελώς απίθανο, έχοντας υπόψη ότι η πίσω πόρτα του σπιτιού, μολονότι κλειστή ήταν ξεκλείδωτη, μετά που έφυγε η κατηγορούμενη από το σπίτι, να εισήλθε σ' αυτό από τη συγκεκριμένη πόρτα κάποιος άλλος και να έκλεψε την περιουσία της παραπονούμενης. Και τούτο, αν ληφθεί υπόψη, ότι, πρώτο, η παραπονούμενη απουσίαζε από το σπίτι για έξι ώρες, δεύτερο, δε γνωρίζω πότε ακριβώς έφυγε από αυτό και η κατηγορούμενη στη συνέχεια και τρίτο, δε βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορούμενης, οποτεδήποτε, οποιοδήποτε ενοχοποιητικό στοιχείο και ειδικότερα, οτιδήποτε, που να αποτελεί μέρος της κλαπείσας περιουσίας. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η κατηγορούμενη δικαιούται να τύχει του ευεργετήματος των αμφιβολιών και σε εφαρμογή του να αθωωθεί. Κατά συνέπεια, η κατηγορούμενη στη σχετική - 1η κατηγορία αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: κλοπή υπό υπαλλήλου - αξιολόγηση μαρτυρίας, αθώωση λόγω αμφιβολιών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο