← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιουριν Σολιν, Αρ. Υπόθεσης: 29212/10, 23/8/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιουριν Σολιν, Αρ. Υπόθεσης: 29212/10, 23/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 29212/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Γιουριν Σολιν Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Αυγούστου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Θωμά. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στην ακόλουθη κατηγορία:

  1. Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και δεύτερη κατηγορία, αύτη της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος καθόν χρόνο η αναλογία αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το καθορισθέν όριο, ήτοι ανερχόταν σε 62 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος αντί 50, η οποία διακόπηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε από αυτήν. Η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε σχετικό έγγραφο επί των οποίων εκτίθενται τα γεγονότα με το περιεχόμενο του οποίου, η Υπεράσπιση συμφώνησε. Το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, έχει ως ακολούθως: «Στις 16/09/2009 και περί ώρα 20:35, ο κατηγορούμενος ΓΙΟΥΡΙΝ ΣΟΛΙΝ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚVW 313 στην οδό Aκροπόλεως στο χωριό Τριμίκλινη με βόρεια κατεύθυνση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ως η πορεία Α επί του σχεδιαγραφήματος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει κλειστή δεξιά στροφή ως προς την πορεία του, ανέκοψε την πορεία και συγκρούστηκε βίαια με το εξ' αντιθέτου ερχόμενο διπλοκάμπινο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΥΤ 733 το οποίο οδηγούσε η Μ-4 στο κατηγορητήριο Ζωούλλα Αργυρού ως η πορεία Β επί του σχεδιαγραφήματος. Στο μηχ. Όχημα που οδηγούσε η Μ-4 καθόταν στη θέση του συνοδηγού η Ιφιγένεια Ελευθερίου, ηλικίας 76 χρονών (θύμα). Από τη σύγκρουση οι τρεις επιβαίνοντες στα δύο ενεχόμενα οχήματα τραυματίστηκαν σοβαρά ενώ τα δύο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές. Την ίδια ημερομηνία και περί ώρα 20:45 ασθενοφόρο του Νοσοκομείου Κυπερούντας κατέφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος, όπου η Μ-1 στο κατηγορητήριο Ευσταθία Παμπακά, Νοσηλεύτρια διαπίστωσε ότι τόσο η Μ-4, όσο και το θύμα επικοινωνούσαν με το περιβάλλον και τις μετέφερε στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γεν. Νοσοκομείου Λεμεσού όπου και παρέδωσε το θύμα στην επί καθήκοντι γιατρό Μ-2 στο κατηγορητήριο Δρ. Χρ. Κυριάκου. Η Μ-2 αφού εξέτασε το θύμα αυτή απεβίωσε στις 22:10 της ίδιας ημέρας και εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου. Τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και η Μ-4 λόγω των τραυμάτων τους παρέμειναν στο Νοσοκομείο για παρακολούθηση. Την ίδια ημερομηνία και περί ώρα 21:45 οι Μ-14 και Μ-15 στο κατηγορητήριο επισκέφθηκαν τη σκηνή του δυστυχήματος. Ο Μ-14 Αστ. 2201 Αιμ. Νικολάου με την βοήθεια του Μ-15 πήρε τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής. Στη συνέχεια ο Μ-15 στο κατηγορητήριο Αν. Λοχ. 2759 Π. Χριστοφή έλεγξε μηχανικά το σύστημα διεύθυνσης και πέδησης του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και βρήκε ότι ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση ενώ το όχημα που οδηγούσε η Μ-4 δε μπορούσε να ελεχθεί λόγω εκτεταμένων ζημιών. Στις 17/09/09 και μεταξύ των ωρών 18:40 - 20:45 στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού, ο Μ-15 κατόπιν συγκατάθεσης της Μ-17 Δρ. Στέλλας Χαραλάμπους έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια του διερμηνέα Μ-10, Ανδρέα Χάρπα, σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ο κατηγορούμενος στη κατάθεση του μεταξύ άλλων ανέφερε ότι «κατά το χρόνο του δυστυχήματος οδηγούσε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για απόσταση 200 μ. περίπου, δεν υπήρχε τροχαία κίνηση και είχε τα φώτα του αναμμένα στη χαμηλή στάση. Σε μια δεξιά στροφή είδε εξ' αντιθέτου το όχημα που οδηγούσε η Μ-4 κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορία της, με αναμμένα τα φώτα της στη χαμηλή στάση, δεν πρόλαβε να αντιδράσει και συγκρούστηκαν μετωπικά». Στις 17/09/2009 ο Μ-3 στο κατηγορητήριο Ιατροδικαστής Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος και απεφάνθει ως αιτία θανάτου «Εσωτερική αιμορραγία» συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Την ταυτότητα της σορού του θύματος κατά τη διάρκεια της νεκροψίας αναγνώρισε ο Μ-8, Λευτέρης Ελευθερίου, γιος της, ενώ φωτογραφίες έλαβε ο Μ-13, Αν. Λοχ. 3027 Α. Περικλέους. Περαιτέρω, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από τη κατηγορούσα αρχή το σχέδιο της σκηνής ως τεκμήριο Α, βεβαίωση θανάτου και ιατροδικαστική έκθεση ως τεκμήρια Β και Γ αντίστοιχα, ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ως τεκμήριο Δ και δέσμες των φωτογραφιών που λήφθηκαν στη σκηνή και κατά τη νεκροψία του θύματος ως τεκμήρια Ε και Στ αντίστοιχα. Τέλος, αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ούτε έχει οποιοδήποτε βαθμό ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Ο κ. Θωμά, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ευθύς εξ' αρχής αναγνώρισε τη σοβαρότητα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και συμφώνησε με τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όπως αυτά εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι για το θάνατο του θύματος συνέτεινε και το γεγονός ότι η ζώνη ασφαλείας που φορούσε δεν λειτούργησε κατά τον ουσιώδη χρόνο, θέση με την οποία συμφώνησε και η κατηγορούσα αρχή. Επίσης, σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενους βρισκόταν στις Πλάτρες και ακολούθως στο χωριό Σαϊττά όπου άφησε την οικογένεια του στο εξοχικό τους σπίτι που διατηρούν. Οδήγησε μέχρι το χωριό Τριμίκλινη για να αγοράσει τσιγάρα και ξεκίνησε για να επιστρέψει στο σπίτι του. Από κεκτημένη ταχύτητα ή συνήθεια διότι οδηγεί στη Ρωσία όπου η οδήγηση γίνεται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου, ξεκίνησε προς το χωριό Σαϊττά οδηγώντας από την αρχή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Διάνυσε μια απόσταση περί τα 200 περίπου μέτρα μέχρι το σημείο σύγκρουσης και η ταχύτητα του ήταν περί τα 50 Χ.Α.Ω. Δηλαδή, οδήγησε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για περίπου 20΄΄. Ο δρόμος δεν είχε κίνηση και σε μια δεξιά κλειστή στροφή συνάντησε αμέσως μπροστά του το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε το θύμα. Τότε συνειδητοποίησε ότι ήταν στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου όμως, δεν υπήρχε κανένα περιθώριο για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ο πιο πάνω λόγος που ώθησε τον κατηγορούμενο να οδηγήσει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ανέφερε. Η συμπεριφορά που επέδειξε ισχυρίστηκε δεν είναι εγωιστική. Επίσης, ανέφερε ότι η πινακίδα που τοποθετήθηκε από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών και προειδοποιεί τους οδηγούς ότι η οδήγηση γίνεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου βρίσκεται στο ύψος του φράκτη των Πολεμιδιών αλλά ο κατηγορούμενος δεν πέρασε από εκεί. Εν όψει των πιο πάνω γεγονότων κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει την συμπεριφορά του κατηγορούμενος ως ένα στιγμιαίο λάθος και να διαχωρίσει την παρούσα περίπτωση από αυτές που ένας οδηγός εγωιστικά και εντελώς απερίσκεπτα οδηγεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε από τον επίδικο δυστύχημα, υπέστη κάταγμα στο στέρνο και κρατήθηκε στο Νοσοκομείο για νοσηλεία για περίπου μια εβδομάδα. Ο τραυματισμός του αυτός τον ταλαιπωρεί ακόμη μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα τον Χειμώνα. Επίσης, ο ίδιος είναι ένα συνειδητοποιημένο πρόσωπο και για μεγάλο χρονικό διάστημα υπέφερε από ενοχές και είχε πάθει κατάθλιψη λόγω του ότι προκάλεσε το θάνατο του θύματος. Επισκέφθηκε μετά από την έξοδο του από το Νοσοκομείο ιδιώτη Νευρολόγο ο οποίος τον παρακολουθούσε για διάστημα ενός έτους και με τη βοήθεια του σημείωσε μεγάλη βελτίωση. Προς το σκοπό αυτό κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Ανδρέα Λ. Θεοφάνους ημερομηνίας 18/06/
  3. Σε αυτό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον εν λόγω ιατρό στις 23/09/09 μαζί με τη σύζυγο του όπου του ανέφερε ότι λόγω θανατηφόρου δυστυχήματος ο ύπνος του έγινε εφιαλτικός, παρουσίαζε έντονες συγκινησιακές διαταραχές, κρίσεις πανικού και κλείστηκε στον εαυτό του. Διαγνώστηκε ότι έπασχε από κατάθλιψη σοβαρής μορφής. Του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή με αντικαταθλιπτικά και υπναγωγά και ηρεμιστικά φάρμακα με καλά αποτελέσματα. Με τη χορηγηθείσα θεραπεία και με την πάροδο του χρόνου τα συμπτώματα υποχώρησαν σε μεγάλο βαθμό. Στις 12/06/12 όπου είδε τον κατηγορούμενο για την ετοιμασία του πιστοποιητικού διαπίστωσε ότι είχε ξεπεράσει τα πρόβλημα κατάθλιψης αλλά εξακολουθούσε να βασανίζεται από ενοχές για το θάνατο του θύματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, συνεχίζοντας, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την άμεση συνεργασία του κατηγορούμενου με τις αστυνομικές αρχές, αφού μετά το δυστύχημα έδωσε κατάθεση στην οποία εξιστορεί τα γεγονότα όπως αυτά επεσυνέβησαν καθώς επίσης και την παραδοχή του στο Δικαστήριο και το λευκό του ποινικό μητρώο. Σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτήν αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 41 ετών, έγγαμος κα πατέρας τριών παιδιών, του Vasily Nikolaev 18 ετών, άγαμος και φοιτά σε πανεπιστήμιο στο Λονδίνο, της Yulia Sholina, μαθήτρια και φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο στο Λονδίνο και του Αnton Sholin, παιδί προσχολικής ηλικίας και φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται στην Έκθεση ότι ο κατηγορούμενος αποφοίτησε στη Ρωσία Τεχνικό Σχολείο και αργότερα σπούδασε στο Κλάδο Νομικής. Τελειώνοντας εργάστηκε σε εταιρεία ως νομικός και αργότερα εργοδοτήθηκε σε εταιρεία όπου εργάζεται μέχρι σήμερα. Η εταιρεία ασχολείται με τη πώληση καυσίμων (γκάζι). Έχει εισοδήματα από την εργασία του €2000 μηνιαίως. Επίσης, λαμβάνει €4000 μηνιαίως εισόδημα από ενοίκιο από οικία που ενοικιάζει στη Μόσχα. Έχει μια οικία στην Κύπρο, στη περιοχή Σαϊττά, στο όνομα της συζύγου του, αξίας περίπου ενός εκατομμυρίου και μια οικία στη Ρωσία, στο όνομα του αξίας €250,
  4. Ο ίδιος επίσης, έχει αυτοκίνητο μάρκας B.M.W. αξίας περίπου €140,000 και αποταμιεύσεις ύψους €50,000 σε τράπεζα της Ρωσίας και €15,000 στην Ελληνική Τράπεζα στην Κύπρο για σκοπούς συντήρησης της οικίας τους στο Σαϊττά. Η σύζυγος του κατηγορούμενου κατάγεται επίσης από τη Ρωσία και αποφοίτησε από 10ετές σχολείο στη Ρωσία και αργότερα απέκτησε δύο πτυχία, στο Κλάδο της Ιατρικής και Οικονομικών. Αρχικά εργάστηκε σε Κρατικό Ιατρικό Κέντρο στη Ρωσία ως μαία και αφού όμως, απέκτησε παιδιά έμεινε στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος δεν είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου. Διέμενε στη Κύπρο για περίπου δυόμιση συνεχόμενα χρόνια από το 2008 λόγω δερματολογικής αλλεργίας που έχει το μικρότερο παιδί τους και φαίνεται ότι το κλίμα στην Κύπρο βοηθάει. Έκτοτε συνεχίζουν να έρχονται στη Κύπρο σε αραιά χρονικά διαστήματα, αλλά κυρίως συνεχίζουν να έρχονται εξαιτίας του παιδιού και εξαιτίας της υπόθεσης του Δικαστηρίου, μέχρι αυτή να ολοκληρωθεί. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι στις 21/05/2012 ο πατέρας του κατηγορούμενου απεβίωσε. Αυτό είναι σημαντικό ανέφερε καθότι η μητέρα του κατηγορούμενου παρέμεινε μόνη της και αβοήθητη πλέον καθότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα σχιζοφρένεια. Η μητέρα του κατηγορούμενου διαμένει στη πόλη Ορένμπουρκ της Ρωσίας και παρόλες τις παροτρύνσεις του αδελφού του κατηγορούμενου, όπου διαμένει και ζει στη Μόσχα για να μεταβεί εκεί, αυτή αρνείται να το πράξει. Ο κατηγορούμενος επιθυμεί να αναλάβει ο ίδιος τη φροντίδα της μητέρας του μαζί με τη σύζυγο του καθότι σε αντίθετη περίπτωση αυτή θα καταλήξει σε ειδικό ίδρυμα κάτι το οποίο δεν επιθυμεί. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορουμένου αναφέρθηκε στη καθυστέρηση που έχει δημιουργηθεί στην καταχώριση και εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και κάλεσε το Δικαστήριο να το λάβει σοβαρά υπόψη ως ένα ελαφρυντικό παράγοντα. Επίσης, ο συνήγορος του κατηγορούμενος αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι βαθιά θρησκευόμενος και έχει σημαντική κοινωνική προσφορά. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια του 2007, 2008 και 2009 έγιναν εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης της εικονογράφησης του Ιερού Ναού του Ιωάννη του Θεολόγου της Επαρχίας Ορενμπουρκ και τα έξοδα για τις εργασίες αυτές καταβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Προς το σκοπό αυτό κατατέθηκε στο Δικαστήριο σχετικό πιστοποιητικό και πιστή μετάφραση αυτού της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναρού του Ιωάννη του Θεολόγου στο Ορενμπουρκ. Τέλος, αποτέλεσε εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, τότε δικαιολογείται η αναστολή της παραπέμποντας στις σχετικές αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος αυτού. Νομική Πτυχή Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα των πιο πάνω προνοιών, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, το δε άρθρο 20 του ιδίου νόμου, να επιβάλει βαθμούς ποινής. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο τόπο μας έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει ακόμη αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και τον τόπο μας. Η διαπίστωση που έγινε στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543)). Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι υλικές ζημιές, οι σοβαροί τραυματισμοί και αναπηρίες ανθρώπων καθώς και η απώλεια ανθρωπίνων ζωών, ως αποτέλεσμα τροχαίων δυστυχημάτων, αποτελούν χαίνουσα πληγή της κοινωνίας μας. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς συνεχίζεται γιατί προφανώς μερικοί ασυνείδητοι οδηγοί δεν θέλουν να συνετιστούν αλλά ούτε και να αντιληφθούν πως, για την απάμβλυνση του θλιβερού φαινομένου, απαιτείται συνεχής προσπάθεια για συνετή οδήγηση και σεβασμός των δικαιωμάτων των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τους δρόμους. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η μέσω της τιμωρίας αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου μπορεί να συμβάλει θετικά στην προσπάθεια ανάσχεσης της παράνομης συμπεριφοράς με προοπτική τον περιορισμό του φαινομένου. Τα δικαστήρια, συναισθανόμενα την αγωνία της κοινωνίας και με επίγνωση των σοβαρών προεκτάσεων της κατάστασης, οφείλουν να βρίσκονται σε εγρήγορση και με τις κατάλληλες ποινές να στοχεύουν στην πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων.» Πέραν των πιο πάνω, για το καθορισμό της ποινής, τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της, η νομολογία τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή η οποία την υιοθέτησε, έχει θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Αυτές είναι άρρηκτα συνυφασμένες με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της αμέλειας και ευθύνης του κατηγορουμένου και τις προσωπικές του συνθήκες. Στην Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» (βλ. επίσης R v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, Αttorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344, Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128 Γενικός Εισαγγελέας v. Tόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και X΄΄ Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453). Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας. Ποιν. Έφεση Αρ. 54/2011, Ημερ. 28/12/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές και κατευθυντήριες γραμμές που έθεσε η νομολογία. Αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ότι ενδεικτικά ως επιβαρυντικοί παράγοντες αποτελούν η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δική και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Όταν υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά τη κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και περίοδος στέρησης άδειας (μεταξύ επτά έως δέκα χρόνων) θα πρέπει να επιβάλλεται. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή σε τέτοιου είδους αδικήματα. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, την έκταση της αμέλειας του και την συμπεριφορά και πράξεις του που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 και Παμπακάς και άλλος v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491). Στην Stephen John Clarke v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 734 ο εφεσειών οδηγώντας το όχημα του με υπερβολική ταχύτητα κατά τη διάρκεια της νύκτας παρεξέκλινε της πορείας του και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συγκρούστηκε με το πρώτο αυτοκίνητο, αναγκάζοντας το να στριφογυρίσει κατά 180ο, να συρθεί στο δρόμο και να συγκρουστεί με άλλο όχημα. Από τις συγκρούσεις απώλεσαν τη ζωή τους ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου και ο συνοδηγός του άλλου οχήματος. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 28 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών και στέρηση του δικαιώματος απόκτησης ή κατοχής άδειας οδήγησης για τρια χρόνια, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Χαράλαμπος Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399 ο εφεσειών έχασε τον έλεγχο του υπηρεσιακού του οχήματος το οποίο οδηγούσε κατά μήκος του δρόμου Λευκωσίας - Τροόδους με προορισμό το χωριό Κάμπος, με αποτέλεσμα να παρεκκλίνει της πορείας του κοντά στο χωριό Κουτραφάς και να προσκρούσει σε όχθο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, όπου και τελικά ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού. Ένας από του επιβάτες και ο εφεσειών τραυματίστηκαν ενώ δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίστηκε θανάσιμα και το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 44 χρονών, λευκού ποινικού μητρώου, ωρομίσθιος δημόσιος υπάλληλος, οικογενειάρχης και πατέρας δύο μικρών παιδιών, τραυματίστηκε ο ίδιος κατά το δυστύχημα και απολύθηκε από την εργασία του με αποτέλεσμα να δημιουργήσει πολλά χρέη. Ποινή φυλάκισης 2 ½ χρόνων που του επιβλήθηκε πρωτόδικα κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543 ο κατηγορούμενος παρεξέκλινε της πορείας του και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συγκρούστηκε με το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα προκαλώντας το θάνατο τόσο του οδηγού όσο και του συνοδηγού. Ποινή φυλάκισης ενός χρόνου που επιβλήθηκε πρωτόδικα αυξήθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης δύο χρόνων αφού λήφθηκε υπόψη και η καθυστέρηση στην εκδίκαση. Στην Σιμιλλίδης v Aστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 152, ο κατηγορούμενος, ο οποίος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία κατά τον ουσιώδη χρόνο, οδήγησε το όχημα του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας λόγω κούρασης που αισθάνθηκε με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του εξ' αντιθέτου διερχόμενου μοτοσυκλετιστή και να του προκαλέσει το θάνατο. Επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 6 μηνών η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου και από το σχέδιο της σκηνής και τις φωτογραφίες, ο κατηγορούμενος εισερχόμενος στο κύριο δρόμο Λεμεσού - Πλατρών, παρά το χωριό Τριμίκλινη, από παρακείμενο κατάστημα όπου είχε σταματήσει για να πάρει τσιγάρα, αντί να οδηγήσει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου, εισήλθε στη δεξιά λωρίδα. Συνέχισε να οδηγεί στην εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας για περίπου 200 μέτρα όπου σε μια κλειστή δεξιά στροφή απέκοψε τη πορεία του άλλου ενεχόμενου στο δυστύχημα αυτοκινήτου, το οποίο οδηγείτο κανονικά στην πορεία του. Αποτέλεσμα ήταν ο τραυματισμός τόσο του ιδίου του κατηγορούμενου όσο και της οδηγού του άλλου οχήματος αλλά και θάνατος του θύματος που ήταν συνοδηγός σε αυτό και η πρόκληση εκτεταμένων υλικών ζημιών. Η δικαιολογία και εξήγηση που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον κατηγορούμενο για την οδήγηση του οχήματος του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ήταν ότι ο ίδιος είναι συνηθισμένος να οδηγεί στη Ρωσία όπου η οδήγηση γίνεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Όπως και να ειδωθεί η όλη οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου τη δεδομένη στιγμή αυτή είναι απαράδεκτη. Ένας οδηγός προτού οδηγήσει θα πρέπει να γνωρίζει και να τηρεί τους οδικούς κανόνες της χώρας στην οποία οδηγεί. Δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία η άγνοια των εν λόγω κανόνων αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος είναι συνηθισμένος να οδηγεί βάσει οδικών κανόνων που ισχύουν σε άλλες χώρες. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να οδηγήσει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ήταν άκρως επικίνδυνη και αλόγιστη υπό τις περιστάσεις καθότι ήταν ορατός ο κίνδυνος να αποκόψει την πορεία του εξ' αντιθέτου διερχόμενου οχήματος που οδηγείτο στην κανονική λωρίδα κυκλοφορίας, ειδικότερα σε μια κλειστή στροφή όπου η ορατότητα ήταν περιορισμένη και στερούσε τη δυνατότητα τόσο του ιδίου του κατηγορούμενου όσο και του άλλου οδηγού να αντιληφθεί έγκαιρα την παράνομη συμπεριφορά του και να λάβει αποτρεπτικά μέτρα . Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου ήταν απερίσκεπτη και αδιάφορη για την ασφάλεια των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Όπως έχει αποδειχθεί εκ του αποτελέσματος αλλά και από τη δικαιολογία που ο ίδιος έδωσε για την ενέργεια του αυτή, δεν ήταν γνώστης των κανόνων οδικής κυκλοφορίας της Κύπρου ή τουλάχιστον ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να τους ακολουθήσει και να τους εφαρμόσει. Γνωρίζοντας το γεγονός αυτό, ο κατηγορούμενος προτίμησε να οδηγήσει αψηφώντας τους κινδύνους που εγκυμονούσε η παράβαση των εν λόγω κανόνων και η οδήγηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να καταλήξει σε τραγωδία και να προκαλέσει το θάνατο ενός αθώου και ανυποψίαστου ανθρώπου καθώς επίσης και τραυματισμών της οδηγού του εξ' αντιθέτου διερχόμενου οχήματος. Επίσης, ο κατηγορούμενος εισερχόμενος στη αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συνέχισε την πορεία του σε αυτό και σε καμία περίπτωση δεν έστρεψε την προσοχή στο κατά πόσο τηρεί τη σωστή λωρίδα κυκλοφορίας γνωρίζοντας ότι ο ίδιος δεν ήταν συνηθισμένος ή δεν είχε την πείρα να οδηγεί στην Κύπρο όπου η οδήγηση γίνεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν πρόκειται περί λανθασμένης στάθμισης της κατάστασης αλλά περί κακής, επικίνδυνης και απερίσκεπτης οδήγησης. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να οδηγεί στην Κύπρο με την απαραίτητη ασφάλεια τόσο για τον ίδιο όσο και για άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν το οδικό δίκτυο και σε καμία περίπτωση έλαβε όλα εκείνα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να βεβαιωθεί ότι οδηγούσε στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία ως ανωτέρω αναφέρθηκε βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές. (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (ανωτέρω)). Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου τη παραδοχή του έστω και στο στάδιο το οποίο αυτή έλαβε χώρα. Σύμφωνα με τη νομολογία η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς επίσης και τη μεταμέλεια του, το συγκλονισμό του, την επίδραση που είχε η πρόκληση του δυστυχήματος και ο θάνατος του θύματος στη ψυχολογία του κατηγορούμενου καθώς επίσης και την απολογία του. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, τη μη λειτουργία της ζώνης ασφαλείας που έφερε το θύμα και το γεγονός ότι αυτό συνέτεινε στο θάνατο του. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι οικογενειάρχης και πατέρας τριών τέκνων. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι ένας συνειδητοποιημένος άνθρωπος καθώς επίσης το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο μικρότερος υιός του και η μητέρα του και την ανάγκη που υπάρχει για προστασία και φροντίδα τους. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου την κοινωνική προσφορά του κατηγορουμένου όπως έχει εκτεθεί από το συνήγορο του και γενικότερα το χαρακτήρα του όπως αποκαλύπτεται από αυτήν. Σύμφωνα με τη νομολογία τέτοια προσφορά λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας (βλ. Σάββα Σάββα v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 242). Eπιπρόσθετα από τα πιο πάνω λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 16/09/2009 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 21/10/2010 ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 09/06/2011 και μέχρι τότε δεν είχε επιδοθεί στον κατηγορούμενο χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος από τη κατηγορούσα αρχή, γι αυτήν την καθυστέρηση. Η πρώτη φορά που κλήθηκε να παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο ήταν στις 25/10/2011. Είναι νομολογημένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση όπως προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, νοουμένου ότι στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον τους (βλ. Ιωάννου κ.α v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200). Στις 25/10/2011 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού απάντησε μη ενοχή η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 12/03/2011 ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε λόγω αιτήματος της υπεράσπισης και ορίστηκε στις 17/05/2012 εκ νέου για ακρόαση. Την πιο πάνω ημερομηνία έγινε αλλαγή απάντησης από τον κατηγορούμενο και παραδέκτηκε την κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε στις 20/06/2012 για γεγονότα και επιβολή ποινής και παράλληλα δόθηκαν οδηγίες όπως μέχρι τότε να ετοιμαστεί και η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Την πιο πάνω ημερομηνία ζητήθηκε αναβολή από τον συνήγορο του κατηγορουμένου για να προετοιμαστεί κατάλληλα για την αγόρευση του και να εξασφαλίσει κάποια σχετικά έγγραφα και η υπόθεση ορίστηκε στις 09/07/2012 όπου ακούστηκαν γεγονότα και η αγόρευση του συνηγόρου. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, υπάρχει μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την κατηγορούσα αρχή στην καταχώρηση και ακολούθως στην επίδοση της υπόθεση χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος. Παρόλα αυτά όμως, για την μετέπειτα καθυστέρηση εν μέρει ευθύνεται και ο κατηγορούμενος. Η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77)». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 λέχθηκε ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Πέραν των πιο πάνω, έχει νομολογηθεί ότι βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Περαιτέρω, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προ το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει και ιδιαίτερη αναφορά στην Αβραάμ (ανωτέρω) όπου διαφαίνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων». Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αναφορικά με το ζήτημα αυτό, παρατηρώ ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία αλλαγής των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου ούτε προκύπτει να υπάρχει οποιαδήποτε σημαντική διαφοροποίηση των προσωπικών του συνθηκών στο διαρρεύσαντα χρονικό διάστημα. Αυτό το αναφέρω, χωρίς να παραγνωρίζω το θάνατο του πατέρα του κατηγορούμενου. Παρόλα αυτά, παραμένει ως δεδομένο ότι καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 35 περίπου μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας υπόψη μου όμως, τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, τις περιστάσεις διάπραξης του και τις συνέπειες του, που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου και ο σοβαρός τραυματισμός ενός δεύτερου, την έκταση της αμέλειας του, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους υποθέσεις και την ανάγκη για αποτροπή τους σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για την καθυστέρηση που προκλήθηκε φαίνεται να έχει και μερίδιο ευθύνης ο κατηγορούμενος, έχω καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Παρόλα αυτά όμως, η καθυστέρηση αυτή θα ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής και στον καθορισμό του ύψους της. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλεται σε αυτόν στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Επιπλέον ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 24 μηνών από σήμερα και του επιβάλλονται επίσης 8 βαθμοί ποινής. Θα εξετάσω τώρα την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 214/2009, Ημερ. 29/01/2010). Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και το κίνητρο και λόγο που ώθησαν τον κατηγορούμενο στη οδήγηση του οχήματος του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται η σοβαρότητα της ενέργειας του και οι τραγικές συνέπειες αυτής. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο και το χαρακτήρα του κατηγορούμενου κάτι που του δίνει την ευκαιρία να εξεταστεί το αίτημα του για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου την έμπρακτη του μεταμέλεια. Από την πρώτη στιγμή συνεργάστηκε πλήρως με τις Αστυνομικές Αρχές και στην κατάθεση του εξιστόρησε πλήρως τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Ακολούθως, προέβηκε σε παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα έχουν παρέλθει 35 σχεδόν μήνες χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου εντούτοις ήταν τυπικός στις εμφανίσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου ταξιδεύοντας κάθε φορά που ήταν ορισμένη η υπόθεση του από τη Ρωσία. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν το χαρακτήρα του κατηγορούμενου και την ετοιμότητα του να υποστεί τις συνέπειες της πράξης του και ουσιαστικά την έμπρακτη του μεταμέλεια. Φαίνεται να είναι ένας σωστός και συνειδητοποιημένος άνθρωπος προσφέροντας παράλληλα και στο κοινωνικό σύνολο. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ανάγκη για φροντίδα και προστασία της άρρωστης μητέρας του. Είναι το μόνο άτομο το οποίο μπορεί να τη φροντίζει και να την βοηθήσει στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει, σε αντίθετη περίπτωση θα υπάρξουν συνέπειες ακόμη και στην ίδια τη ζωή της. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο δικαιολογείται και ως εκ τούτου αυτή αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.