← Κύπρος

GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD ν. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD, Αρ. Υπόθεσης: 23511/11, 22/5/2012

GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD ν. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD, Αρ. Υπόθεσης: 23511/11, 22/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23511/11 GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD v.

  1. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD
  2. AIMAN MOHAMED SOBOH
  3. OMAR AIMAN SOBOH
  4. HUSSEIN ALI NASRAT ABDALLAH Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22.05.12 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Α. Αργυρού Για Κατηγορουμένους 1, 2 & 3: κος Ε. Ευσταθίου Για Κατηγορούμενο 4: κος Ρ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 301 του Κεφ.154 και της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ.154 (πρώτη, τρίτη και πέμπτη κατηγορία). Οι δε κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 κατηγορούνται ότι παρείχαν συνδρομή και/ή συμβουλή και/ή παρακίνησαν την κατηγορούμενη 1 στη διάπραξη των προαναφερόμενων κατ' ισχυρισμό αδικημάτων κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 26 και 29 του Κεφ.154 (δεύτερη, τέταρτη και έκτη κατηγορία). Θεωρώ χρήσιμο για σκοπούς έκδοσης της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης να παραθέσω αυτούσιο το λεκτικό τόσο της έκθεσης όσο και των λεπτομερειών όλων των κατηγοριών του κατηγορητηρίου: "ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τους Ν.18(Ι)/2006και Ν.130(Ι)/
  5. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία μεταξύ των ημερομηνιών 10.09.2010 και 22.10.2010 στην Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, απέσπασε και/ή κατάφερε την αγορά από τους παρανούμενους εμπορεύματος και/ή φορτίου που συνίστατο σε 34,941,814 τόνους LS Fuel Oil αξίας $16,238,060.48 δολαρίων Αμερικής για μεταπώλησή του στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου («ΑΗΚ») στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ τους ημερομηνίας 1.12.2009 και/ή 5.12.2009, κατόπιν ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση των παραπονούμενων. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, με σκοπό να ωθήσει και/ή προτρέψει και/ή παρακινήσει τους παραπονούμενους και/ή να προκαλέσει την υπογραφή μεταξύ τους συμφωνίας για την αγοραπωλησία του πιο πάνω αναφερόμενου φορτίου, συμφώνησε, ως εγγύηση και/ή εξασφάλιση των παρανούμενων, να εκχωρήσει και στις 13.09.2011 εκχώρησε στους παραπονούμενους, μέσω της χρηματοδότριας τράπεζας τους, τα κέρδη (proceeds) από την μεταπώληση του εν λόγω φορτίου στην ΑΗΚ, ενώ στην πραγματικότητα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει και/ή είχε υποχρέωση να αποκαλύψει στους παραπονούμενους ότι τα εν λόγω κέρδη (proceeds) από τη μεταπώληση του φορτίου στην ΑΗΚ και/ή μέρος αυτών είχαν ήδη εκχωρηθεί από αυτήν στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εγγύηση και/ή εξασφάλιση της τελευταίας για την παραχώρηση στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή εγγυητικής επιστολής προς όφελος της ΑΗΚ για τους σκοπούς της μεταξύ τους προαναφερόμενης συμφωνίας και/ή συμφωνιών, έχοντας παράλληλα υπόψη της τον κίνδυνο και/ή ενδεχόμενο ενεργοποίησης από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας της εν λόγω εγγύησης και/ή εξασφάλισης και/ή δικαιώματος, αφού η κατηγορούμενη 1 εταιρεία βρισκόταν σε παράβαση των υποχρεώσεών της έναντι της ΑΗΚ και/ή η ΑΗΚ είχε οικονομικές απαιτήσεις από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, όπως και έγινε. Αποτέλεσμα τούτου, το προαναφερθέν ποσό δεν έχει ακόμα πληρωθεί στους παραπονούμενους αφού κατακρατείται από την ΑΗΚ, αν και το αναφερόμενο εμπόρευμα και/ή φορτίο έχει παραδοθεί, ενώ από την άλλη η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αρνούταν και εξακολουθεί να αρνείται να το εξοφλήσει. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Παροχή συνδρομής και/ή συμβουλής και/ή παρακίνησης της 1ης κατηγορούμενης και/ή με οποιοδήποτε τρόπο συμμετοχή στην διάπραξη ποινικού αδικήματος της, εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 26, 29, 297, 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και/ή 4 υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές (managers) και/ή σύμβουλοι (directors) και/ή αξιωματούχοι (officers) της κατηγορούμενης 1 εταιρείας συμμετείχαν και/ή παρείχαν συνδρομή και/ή παρότρυναν και/ή παρακίνησαν και/ή συμβούλευσαν την τελευταία μεταξύ των ημερομηνιών 10.09.2010 και 22.10.2010, όπως με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση αποσπάσει και/ή καταφέρει την αγορά από τους παραπονούμενους εμπορεύματος και/ή φορτίου που συνίστατο σε 34,941,814 τόνους LS Fuel Oil αξίας $16,238,060.48 δολαρίων Αμερικής για μεταπώλησή του στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου («ΑΗΚ») στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ τους ημερομηνίας 1.12.2009 και/ή 5.12.
  6. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι 2, 3 και/ή 4 παρείχαν συνδρομή και/ή παρακίνησαν την κατηγορούμενη 1 εταιρεία όπως, με σκοπό να ωθήσει και/ή παρακινήσει τους παραπονούμενους και/ή να προκαλέσει την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ των τελευταίων και της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για την αγοραπωλησία του πιο πάνω αναφερόμενου φορτίου, συμφωνήσει να εκχωρήσει και στις 13.09.2011 εκχώρησε στους παραπονούμενους, μέσω της χρηματοδότριας τράπεζάς τους, τα κέρδη (proceeds) από τη μεταπώληση του εν λόγω φορτίου στην ΑΗΚ, ως εγγύηση και/ή εξασφάλισης των παραπονούμενων, ενώ στην πραγματικότητα οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και/ή 4 γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν και/ή είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν στους παραπονούμενους ότι τα εν λόγω κέρδη (proceeds) από τη μεταπώληση του φορτίου στην ΑΗΚ και/ή μέρος αυτών είχαν ήδη εκχωρηθεί από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εγγύηση και/ή εξασφάλιση της τελευταίας για την παραχώρηση στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή εγγυητικής επιστολής προς όφελος της ΑΗΚ για τους σκοπούς της μεταξύ τους προαναφερόμενης συμφωνίας και/ή συμφωνιών, έχοντας παράλληλα υπόψη τους τον κίνδυνο και/ή ενδεχόμενο ενεργοποίησης από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας της εν λόγω εγγύησης και/ή εξασφάλισης και/ή δικαιώματος, αφού η κατηγορούμενη 1 εταιρεία βρισκόταν σε παράβαση των υποχρεώσεών της έναντι της ΑΗΚ και/ή η ΑΗΚ είχε οικονομικές απαιτήσεις από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, όπως και έγινε. αποτέλεσμα τούτου, το προαναφερθέν ποσό δεν έχει ακόμα πληρωθεί στους παραπονούμενους αφού κατακρατείται από την ΑΗΚ, αν και το αναφερόμενο εμπόρευμα και/ή φορτίο έχει παραδοθεί, ενώ από την άλλη η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, με τη συνδρομή και/ή παρακίνηση και/ή συμβουλή των κατηγορούμενων 2, 3 και/ή 4, αρνούταν και εξακολουθεί να αρνείται να το εξοφλήσει. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Τρίτη Κατηγορία Εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και/ή δόλο κατά παράβαση του άρθρου 301 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 18(Ι)/
  7. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία μεταξύ των ημερομηνιών 10.09.2010 και 22.10.2010 στην Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, συνήψε συμφωνία με τους παραπονούμενους για την αγορά εμπορεύματος και/ή φορτίου που συνίστατο σε 34,914,814 τόνους LS Fuel Oil συνολικής αξίας $16,238,060.48 το οποίο μεταπώλησαν στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου («ΑΗΚ») στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ τους ημερομηνίας 1.12.2009 και/ή 5.12.2009, εξασφαλίζοντας παράλληλα από τους παραπονούμενους πίστωση με ψευδείς παραστάσεις και/ή άλλα δόλια μέσα. Συγκεκριμένα, οι παραπονούμενοι παραχώρησαν πίστωση 30 ημερών στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του προαναφερόμενου εμπορεύματος και/ή φορτίου, στηριζόμενοι στο γεγονός που τους παρέστησε και/ή δήλωσε και/ή βεβαίωσε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ότι δηλαδή εντός 30 ημερών από την παράδοση του προαναφερόμενου φορτίου θα εισέπρατταν τα κέρδη (proceeds) που η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δικαιούταν να εισπράξει από τη μεταπώληση στην ΑΗΚ του προαναφερόμενου φορτίου, τα οποία κέρδη στο μεταξύ είχαν εκχωρήσει στους παραπονούμενους, ενώ στην πραγματικότητα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει και/ή είχε υποχρέωση να αποκαλύψει στους παραπονούμενους ότι τα εν λόγω κέρδη (proceeds) από τη μεταπώληση του φορτίου στην ΑΗΚ και/ή μέρος αυτών είχαν ήδη εκχωρηθεί από αυτήν στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εγγύηση και/ή εξασφάλιση της τελευταίας για την παραχώρηση στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή εγγυητικής επιστολής προς όφελος της ΑΗΚ για τους σκοπούς της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή συμφωνιών, έχοντας παράλληλα υπόψη της τον κίνδυνο και/ή ενδεχόμενο ενεργοποίησης από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας της εν λόγω εγγύησης και/ή εξασφάλισης και/ή δικαιώματος, αφού η κατηγορούμενη 1 εταιρεία βρισκόταν σε παράβαση των υποχρεώσεών της έναντι της ΑΗΚ και/ή η ΑΗΚ είχε οικονομικές απαιτήσεις από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, όπως και έγινε. Αποτέλεσμα τούτου, το προαναφερθέν ποσό δεν έχει ακόμα πληρωθεί στους παραπονούμενους αφού κατακρατείται από την ΑΗΚ, αν και το αναφερόμενο εμπόρευμα και/ή φορτίο έχει παραδοθεί, ενώ από την άλλη η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αρνούταν και εξακολουθεί να αρνείται να το εξοφλήσει. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Τέταρτη Κατηγορία Παροχή συνδρομής και/ή συμβουλής και/ή παρακίνηση της 1ης κατηγορούμενης και/ή με οποιοδήποτε τρόπο συμμετοχή στην διάπραξη του ποινικού αδικήματος της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και/ή δόλο κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 26, 29 και 301 του Ποινικού Κώδικα όπως έχει τροποποιηθεί. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και/ή 4 υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές (managers) και/ή σύμβουλοι (directors) και/ή αξιωματούχοι (officers) της κατηγορούμενης 1 εταιρείας συμμετείχαν και/ή παρείχαν συνδρομή και/ή παρότρυναν και/ή παρακίνησαν και/ή συμβούλευσαν την κατηγορούμενη 1 μεταξύ των ημερομηνιών 10.09.2010 και 22.10.2010 όπως, για τους σκοπούς της συμφωνίας που η κατηγορούμενη 1 εταιρεία συνήψε με τους παραπονούμενους για την αγορά εμπορεύματος και/ή φορτίου που συνίστατο σε 34,941,814 τόνους LS Fuel Oil συνολικής αξίας $16,238,060.48 το οποίο η κατηγορούμενη 1 εταιρεία μεταπώλησε στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου («ΑΗΚ») στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ τους ημερομηνίας 1.12.2009 και/ή 5.12.2009, εξασφαλίσει πίστωση από τους παραπονούμενους χρησιμοποιώντας ψευδείς παραστάσεις και/ή άλλα δόλια μέσα. Συγκεκριμένα, οι παραπονούμενοι παραχώρησαν πίστωση 30 ημερών στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του προαναφερόμενου εμπορεύματος και/ή φορτίου, στηριζόμενοι στο γεγονός που τους παρέστησε και/ή δήλωσε και/ή βεβαίωσε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία με τη συνδρομή και/ή παρακίνηση των κατηγορούμενων 2, 3 και/ή 4, ότι δηλαδή εντός 30 ημερών από την παράδοση του προαναφερόμενου φορτίου θα εισέπρατταν τα κέρδη (proceeds) που η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δικαιούταν να εισπράξει από τη μεταπώληση στην ΑΗΚ του εν λόγω φορτίου, τα οποία κέρδη στο μεταξύ είχαν εκχωρήσει στους παραπονούμενους, ενώ στην πραγματικότητα οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και/ή 4 γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν και/ή είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν στους παραπονούμενους ότι τα εν λόγω κέρδη (proceeds) από τη μεταπώληση του φορτίου στην ΑΗΚ και/ή μέρος αυτών είχαν ήδη εκχωρηθεί από αυτήν στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εγγύηση και/ή εξασφάλιση της τελευταίας για την παραχώρηση στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή εγγυητικής επιστολής προς όφελος της ΑΗΚ για τους σκοπούς της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή συμφωνιών, έχοντας παράλληλα υπόψη τους τον κίνδυνο και/ή ενδεχόμενο ενεργοποίησης από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας της εν λόγω εγγύησης και/ή εξασφάλισης και/ή δικαιώματος, αφού η κατηγορούμενη 1 εταιρεία βρισκόταν σε παράβαση των υποχρεώσεών της έναντι τις ΑΗΚ και/ή η ΑΗΚ είχε οικονομικές απαιτήσεις από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, όπως και έγινε. Αποτέλεσμα τούτου, το προαναφερθέν ποσό δεν έχει ακόμα πληρωθεί στους παραπονούμενους αφού κατακρατείται από την ΑΗΚ, αν και το αναφερόμενο εμπόρευμα και/ή φορτίο έχει παραδοθεί, ενώ από την άλλη η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, με τη συνδρομή και/ή παρακίνηση και/ή συμβουλή των κατηγορούμενων 2, 3 και/ή 4 αρνούταν και εξακολουθεί να αρνείται να το εξοφλήσει. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πέμπτη Κατηγορία Απάτη κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 18(Ι)/
  8. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία μεταξύ των ημερομηνιών 10.09.2010 και 22.10.2010 στην Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, απέσπασε και/ή απέκτησε από τους παραπονούμενους εμπόρευμα και/ή φορτίο που συνίστατο σε 34,941,814 τόνους LS Fuel Oil αξίας $16,238,060.48 δολαρίων Αμερικής για μεταπώλησή του στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου («ΑΗΚ») στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ τους ημερομηνίας 1.12.2009 και/ή 5.12.2009, χρησιμοποιώντας δόλιο τέχνασμα και/ή επινόημα. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, με σκοπό να ωθήσει και/ή παρακινήσει τους παραπονούμενους και/ή να προκαλέσει την υπογραφή μεταξύ τους συμφωνίας για την αγοραπωλησία του πιο πάνω αναφερόμενου φορτίου, συμφώνησε, ως εγγύησης και/ή εξασφάλιση των παραπονούμενων, να εκχωρήσει και στις 13.09.2011 εκχώρησε στους παραπονόμενους, μέσω της χρηματοδότριας τράπεζάς τους, τα κέρδη (proceeds) από την μεταπώληση του εν λόγω φορτίου στην ΑΗΚ, ενώ στην πραγματικότητα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει και/ή είχε υποχρέωση να αποκαλύψει στους παραπονούμενους ότι τα εν λόγω κέρδη (proceeds) από τη μεταπώληση του φορτίου στην ΑΗΚ και/ή μέρος αυτών είχαν ήδη εκχωρηθεί από αυτήν στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εγγύηση και/ή εξασφάλιση της τελευταίας για την παραχώρηση στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή εγγυητικής επιστολής προς όφελος της ΑΗΚ για τους σκοπούς της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή συμφωνιών, έχοντας παράλληλα υπόψη της τον κίνδυνο και/ή ενδεχόμενο ενεργοποίησης από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας της εν λόγω εγγύησης και/ή εξασφάλισης και/ή δικαιώματος, αφού η κατηγορούμενη 1 εταιρεία βρισκόταν σε παράβαση των υποχρεώσεών της έναντι της ΑΗΚ και/ή η ΑΗΚ είχε οικονομικές απαιτήσεις από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, όπως και έγινε. Αποτέλεσμα τούτου, το προαναφερθέν ποσό δεν έχει ακόμα πληρωθεί στους παραπονούμενους αφού κατακρατείται από την ΑΗΚ, αν και το αναφερόμενο εμπόρευμα και/ή φορτίο έχει παραδοθεί, ενώ από την άλλη η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αρνούταν και εξακολουθεί να αρνείται να το εξοφλήσει. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Έκτη Κατηγορία Παροχή συνδρομής και/ή συμβουλής και/ή παρακίνηση της 1ης κατηγορούμενης και/ή με οποιοδήποτε τρόπο συμμετοχή στην διάπραξη ποινικού αδικήματος της απάτης κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 26, 29 και 301 του Ποινικού Κώδικα όπως έχει τροποποιηθεί. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και/ή 4 ως διευθυντές (managers) και/ή σύμβουλοι (directors) και/ή αξιωματούχοι (officers) της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρείχαν συνδρομή και/ή παρακίνησαν την κατηγορούμενη 1 μεταξύ των ημερομηνιών 10.09.2010 και 22.10.2010, όπως αποσπάσει και/ή αποκτήσει από τους παραπονούμενους εμπόρευμα και/ή φορτίο που συνίστατο σε 34,941,814 τόνους LS Fuel Oil αξίας $16,238,060.48 δολαρίων Αμερικής για μεταπώλησή του στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου («ΑΗΚ») στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ τους ημερομηνίας 1.12.2009 και/ή 5.12.2009, χρησιμοποιώντας δόλιο τέχνασμα και/ή επινόημα. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι 2, 3 και/ή 4 συμμετείχαν και/ή παρείχαν συνδρομή και/ή παρότρυναν και/ή παρακίνησαν και/ή συμβούλευσαν την κατηγορούμενη 1 εταιρεία όπως, με σκοπό να ωθήσει και/ή παρακινήσει τους παραπονούμενους και/ή να προκαλέσει την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ των τελευταίων και της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για την αγοραπωλησία του πιο πάνω αναφερόμενου φορτίου, συμφωνήσει να εκχωρήσει και στις 13.09.2011 εκχώρησε στους παραπονούμενους, μέσω της χρηματοδότριας τράπεζάς τους, τα κέρδη (proceeds) από τη μεταπώληση του εν λόγω φορτίου στην ΑΗΚ, ως εγγύηση και/ή εξασφάλιση των παραπονούμενων, ενώ στην πραγματικότητα οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και/ή 4 γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν και/ή είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν στους παραπονούμενους ότι τα εν λόγω κέρδη (proceeds) από τη μεταπώληση του φορτίου στην ΑΗΚ και/ή μέρος αυτών είχαν ήδη εκχωρηθεί από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εγγύηση και/ή εξασφάλιση της τελευταίας για την παραχώρηση στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή εγγυητικής επιστολής προς όφελος της ΑΗΚ για τους σκοπούς της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή συμφωνιών, έχοντας παράλληλα υπόψη τους τον κίνδυνο και/ή ενδεχόμενο ενεργοποίησης από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας της εν λόγω εγγύησης και/ή εξασφάλισης και/ή δικαιώματος, αφού η κατηγορούμενη 1 εταιρεία βρισκόταν σε παράβαση των υποχρεώσεών της έναντι της ΑΗΚ και/ή η ΑΗΚ είχε οικονομικές απαιτήσεις από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, όπως και έγινε. Αποτέλεσμα τούτου, το προαναφερθέν ποσό δεν έχει ακόμα πληρωθεί στους παραπονούμενους αφού κατακρατείται από την ΑΗΚ, αν και το αναφερόμενο εμπόρευμα και/ή φορτίο έχει παραδοθεί, ενώ από την άλλη η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, με τη συνδρομή και/ή παρακίνηση και/ή συμβουλή των κατηγορούμενων 2, 3 και/ή 4, αρνούταν και εξακολουθεί να αρνείται να το εξοφλήσει." Προτού οι κατηγορούμενοι απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που τους εκπροσωπούν έθεσαν διάφορα ζητήματα με σκοπό την προδικαστική εκδίκαση τους. Συγκεκριμένα, ο συνήγορος των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα καθότι σε πολλές περιπτώσεις προτάσσει διαζευκτική παράθεση ισχυρισμών. Σύμφωνα με τον κύριο Ευσταθίου, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να διατυπώσει επ' ακριβώς τι αποδίδει στους κατηγορουμένους έτσι ώστε αυτοί να μπορέσουν να απαντήσουν. Τη θέση ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα ασπάζεται και ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 4 και προς ενίσχυση του επιχειρήματος του επικαλέστηκε τις διαζευκτικές ιδιότητες που ο πελάτης του κατηγορείται ότι φέρει μέσα από τις λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων που τον αφορούν. Επίσης, είναι η θέση του κυρίου Ερωτοκρίτου ότι 'η παροχή συνδρομής και/ή συμβουλής και/ή παρακίνησης την κατηγορούμενης 1 στη διάπραξη αδικημάτων' που καταλογίζονται στον πελάτη του πρόκειται για πράξεις που συνιστούν διαφορετικά αδικήματα τα οποία δεν πρέπει να τίθενται μαζί ως εναλλακτικά. Επί του σημείου αυτού ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε την κατηγορούσα αρχή να επιλέξει τι ακριβώς κατηγορεί τον κατηγορούμενο 4 έτσι ώστε να γνωρίζει και να απαντήσει. Παράλληλα, ο κύριος Ερωτοκρίτου ευσεβάστως εισηγήθηκε πως η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να προσκομίσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες επί των πιο κάτω πτυχών: (α) Να εξηγηθεί ο τρόπος που η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος 4 συμμετείχε στη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων, όπως αυτός παρέχεται μέσα από τη φράση '... και/ή με οποιοδήποτε τρόπο συμμετοχή στη διάπραξη ποινικού αδικήματος...' η οποία περιέχεται στην έκθεση της δεύτερης, τέταρτης και έκτης κατηγορίας. (β) Σε τι συνίστατο οι ψευδείς παραστάσεις που η κατηγορούσα αρχή επικαλείται. (γ) Τι είδους ιδιοτέλεια είχε ο κατηγορούμενος 4 και τι αποκόμιση οφέλους είχε. (δ) Σε τι συνίστατο το δόλιο τέχνασμα και/ή επινόημα που η κατηγορούσα αρχή αποδίδει στον κατηγορούμενο
  9. (ε) Υπό ποια ιδιότητα ο κατηγορούμενος 4 ενέργησε στη βάση της οποίας η κατηγορούσα αρχή τον κατηγορεί. Επιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 4 κάλεσε την κατηγορούσα αρχή να του δώσει το μαρτυρικό υλικό που δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει στην ακρόαση της υπόθεσης αυτής. Επίσης, ο κύριος Ερωτοκρίτου ζήτησε από την κατηγορούσα αρχή να τοu προμηθεύσει το ποινικό μητρώο των μαρτύρων που θα καταθέσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Περαιτέρω, ο εν λόγω συνήγορος ζήτησε να ενημερωθεί από την κατηγορούσα αρχή κατά πόσο υπήρξε καταγγελία στην αστυνομία, είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό και κατά πόσο υπήρξε ανταπόκριση. Με παραπομπή σε νομολογία αλλά και αναφορά σε διάφορα άρθρα του Κεφ.155 ο κύριος Ερωτοκρίτου ισχυρίστηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει κεντρική σύγχυση και παραπλάνηση του κατηγορουμένου
  10. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, υπάρχουν σημεία που πρέπει να διευκρινιστούν διαφορετικά προειδοποίησε ότι η διαδικασία θα πάσχει και ταυτόχρονα θα υπάρξει παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου
  11. Αντίθετα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως υπέβαλε ότι έχει ήδη διαβιβάσει στους συνηγόρους υπεράσπισης τα έγγραφα που ήταν υποχρεωμένος να δώσει δυνάμει του άρθρου 7 του Κεφ.
  12. Σε σχέση με το αίτημα για παροχή περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες είναι η θέση του κυρίου Αργυρού πως το κατηγορητήριο περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες που συνάδουν με τις διατάξεις του άρθρου 39(γ) του Κεφ.155 καθώς και με τις νομικές αρχές επί του θέματος αυτού που αναδύθηκαν μέσα από τη νομολογία στην οποία έγινε αναφορά. Αναφορικά με το αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου 4 για εφοδιασμό του με το ποινικό μητρώο των μαρτύρων που θα χρησιμοποιηθούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής με παραπομπή σε κυπριακή και αγγλική νομολογία αλλά και στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Disclosure and Criminal Proceedings' ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι από μέρους του δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση επειδή η παρούσα περίπτωση είναι ιδιωτική ποινικής φύσεως με τον πελάτη του να φέρει την ιδιότητα του παραπονούμενου. Ο κύριος Αργυρού, επίσης με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξε πως το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 4 για δήλωση κατά πόσο υπήρξε καταγγελία στην αστυνομία στην Κύπρο ή στο εξωτερικό είναι άνευ αντικειμένου καθότι δεν υπάρχει υποχρέωση από μέρους του παραπονούμενου στο να προβεί σ' ένα τέτοιο διάβημα πριν από την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων περί πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου και την αναγκαιότητα τροποποίησης του, παρόλο ότι ο κύριος Αργυρού αποδέχτηκε την ανάγκη για περιορισμό της ιδιότητας των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 στη βάση της οποίας έκαστος από τους εν λόγω κατηγορουμένους κατηγορείται, εντούτοις ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ισχυρίστηκε ότι το κατηγορητήριο δεν πάσχει από τέτοιο ελάττωμα. Με παραπομπή σε νομολογία ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η πρόταξη διαζευκτικών θέσεων στο κατηγορητήριο επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις. Σύμφωνα με τον κύριο Αργυρού, ακόμη και να εντοπιστεί στοιχείο πολλαπλότητας οι κατηγορούμενοι δεν υφίστανται οποιαδήποτε παραπλάνηση αλλά ούτε και επηρεάζεται η υπεράσπιση τους με αποτέλεσμα το αίτημα για τροποποίηση να στερείται ουσιαστικού ερείσματος. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων και προς εξέταση τους άντλησα καθοδήγηση από διάφορες νομικές πηγές. Θα ασχοληθώ πρώτα με τον ισχυρισμό των ευπαιδεύτων συνηγόρων υπεράσπισης περί πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου. Εξ' όσο έχει γίνει αντιληπτό ο ισχυρισμός των συνηγόρων υπεράσπισης στο ζήτημα αυτό εστιάζεται στις διάφορες διαζευκτικές θέσεις που εντοπίζονται στις λεπτομέρειες όλων των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων καθώς και στην έκθεση αδικήματος στην δεύτερη, τέταρτη και έκτη κατηγορία. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Όταν ένα τέτοιο έγγραφο πάσχει από πολλαπλότητα (bad for dublicity) θεωρείται ελαττωματικό. Η πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία δύο ή περισσότερα αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε (βλέπε Ακκελίδου v. Αστυνομίας

(2005)2 Α.Α.Δ. 249). Όπως λέχθηκε στην σελίδα 148 της υπόθεσης Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131 "A count is bad for duplicity if by means of it an accused person is being charged with having committed two or more separate offences (see Archbold)." Αποτελεί βασική δικονομική αρχή σε ποινική υπόθεση ότι κάθε κατηγορία πρέπει να περιέχει ένα μόνο αδίκημα και όχι συνδυασμό αδικημάτων. Η νομική επιταγή στο ζήτημα αυτό αντικρίζεται στο άρθρο 39 του Κεφ. 155 όπου περιγράφεται ο ορθός τρόπος σύνταξης των κατηγορητηρίων σε ποινικές υποθέσεις. Στο εδάφιο (α) αυτού του άρθρου προβλέπεται ότι: "εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο ή όταν προσάπτονται κατηγορίες για περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα η διατύπωση καθενός τέτοιου ποινικού αδικήματος." Το δε εδάφιο (β) του ιδίου άρθρου προνοεί τα εξής: "όταν το κατηγορητήριο περιλαμβάνει περισσότερες από μία κατηγορίες, οι κατηγορίες αριθμούνται κατά σειρά." Επίσης, στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice 2009, παράγραφος 1-135, σελίδα 95 σημειώνονται τα πιο κάτω τα οποία επιβεβαιώνουν την προαναφερόμενη δικονομική αρχή: "... no one count of the indictment should charge the defendant with having committed two or more separate offences." Το ζήτημα της πολλαπλότητας έχει απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεών του. Ενδεικτικά αναφέρω τις Panteli v. District Labour Officer of Famagusta
(1985)2 CLR 205, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229, Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14, Χατζηφόραδος & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λάρνακος
(1995)2 ΑΑΔ 167, Παπαδόπουλος v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111, Ευθυμίου v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194 και Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131. Η πολλαπλότητα αποφασίζεται αποκλειστικά και μόνο με αναφορά στο κείμενο της κατηγορίας. Στη σελίδα 52 του κυπριακού νομικού συγγράμματος "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική επισημαίνεται ότι: "The question of duplicity should be determined solely by reference to the contents of the charge." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice 2009, παράγραφος 1-136, σελίδα 95 αναφέρονται τα εξής που επίσης επαληθεύουν την πιο πάνω θέση: "The question of whether a count breaches the general rule against duplicity is a question relating to the form of the count, not to the underlying evidence - R. v. Greenfield 57 Cr. App. R. 849, R. v. West [1948] 32 Cr. App. R. 152." Ο κανόνας είναι αυστηρός επειδή πρέπει ο κατηγορούμενος να γνωρίζει επ' ακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει έτσι ώστε να μπορέσει να απαντήσει στο κατηγορητήριο και να προετοιμάσει κατάλληλα την υπεράσπιση του στην περίπτωση που η υπόθεση οδηγηθεί σε ακρόαση. Για να έχει όμως οποιαδήποτε επίπτωση η πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου στην εγκυρότητα της εκδίκασης της υπόθεσης θα πρέπει ο κατηγορούμενος να παραπλανηθεί κατά ουσιώδη τρόπο στην έγερση της υπεράσπισης του ή να του προκληθεί σύγχυση ώστε να καταστεί ανίκανος στο να υπερασπίσει τον εαυτό του ή να παγιδευτεί η υπερασπιστική γραμμή του εξαιτίας της εν λόγω πολλαπλότητας (βλέπε Ξυδιάς κ.ά v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174 και Ανδρονίκου κ.ά v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Εφόσον κριθεί ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα συνεπεία της οποίας δύναται ο κατηγορούμενος να παραπλανηθεί ως προς το πως θα απαντήσει ή να προετοιμάσει την υπεράσπιση του ή προκληθεί σύγχυση στο πως να υπερασπίσει τον εαυτό του ή υπάρχει κίνδυνος να παγιδευτεί η υπερασπιστική γραμμή του και ο κατηγορούμενος δεν έχει απαντήσει τότε το Δικαστήριο μπορεί ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο 83 του Κεφ.155 να διορθώσει την κατάσταση εκδίδοντας διάταγμα μεταβολής του ελαττωματικού κατηγορητηρίου. Στην περίπτωση δε που η εκδίκαση της υπόθεσης ολοκληρωθεί δεν αποκλείεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου να έχει επηρεαστεί δυσμενώς υπό τη μορφή παραπλάνησης ή σύγχυσης οδηγώντας έτσι στο ενδεχόμενο αθώωσης του κατηγορουμένου. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι δεν έχουν απαντήσει στο περιεχόμενο του κατηγορητηρίου. Μελετώντας το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου στην όψη του και μόνο παρατηρώ ότι προβάλλονται διάφορες διαζευκτικές θέσεις στις λεπτομέρειες όλων των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων καθώς και στην έκθεση αδικήματος στην δεύτερη, τέταρτη και έκτη κατηγορία του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, στις λεπτομέρειες της δεύτερης, τέταρτης και έκτης κατηγορίας προτάσσονται διαζευκτικές ιδιότητες για τους κατηγορουμένους 2, 3 και 4 και ειδικότερα κατηγορούνται ως διευθυντές (managers) και/ή σύμβουλοι (directors) και/ή αξιωματούχοι (officers) της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Επειδή ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής συμφώνησε στην εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων υπεράσπισης για απάλειψη των διαζευκτικών ιδιοτήτων και περιορισμό σ' αυτή στη βάση της οποίας έκαστος από τους κατηγορουμένους 2, 3 και 4 θα κατηγορηθεί, θεωρώ ότι οποιοδήποτε περαιτέρω σχόλιο επ' αυτού περιττεύει. Όσον αφορά τις υπόλοιπες διαζευκτικές θέσεις που παρουσιάζονται στις λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων, με εξαίρεση αυτές που αναφέρονται σε συμμετοχή και/ή παροχή συνδρομής και/ή παρότρυνσης και/ή παρακίνησης και/ή παροχής συμβουλής για τις οποίες θα αναφερθώ ξεχωριστά πιο κάτω, παρατηρώ ότι αυτές δεν δημιουργούν νέα ή ξεχωριστά ή διαφορετικά αδικήματα. Η διατύπωση τους απλά περιγράφει τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα και συστατικά στοιχεία των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων που κατά την άποψη της κατηγορούσας αρχής οδήγησαν στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη του καθενός αδικήματος που σημειώνεται στην πρώτη, τρίτη και πέμπτη κατηγορία. Πρόκειται για κατ' ισχυρισμό γεγονότα που αν και προβάλλονται με διαζευκτικό τρόπο εντούτοις αλληλοσυνδέονται και πηγάζουν ενιαία από την ίδια δραστηριότητα και συναλλαγή των εμπλεκομένων μερών. Μέσα από αυτές τις διαζεύξεις παρέχονται ακόμη λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα του κατηγορητηρίου που εκτίθενται με σαφήνεια μέσα από την έκθεση της πρώτης, τρίτης και πέμπτης κατηγορίας, οι οποίες όχι μόνο δεν συγκρούονται μεταξύ τους αλλά αντίθετα σχετίζονται. Δεν έχω διαπιστώσει ότι επηρεάζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε δικαιώματα των κατηγορουμένων ή να επηρεάζεται η υπεράσπιση τους από αυτές τις διαζεύξεις. Ούτε και δημιουργείται σύγχυση ή παραπλάνηση ως προς την προετοιμασία της υπεράσπισης τους. Ούτε και διαπιστώνω ότι με την ύπαρξη των εν λόγω διαζεύξεων οι κατηγορούμενοι δεν μπορούν να αντιληφθούν τις πιο πάνω κατηγορίες και έτσι να κωλύονται στο να απαντήσουν σ' αυτές. Το παρόν κατηγορητήριο εκθέτει σε ξεχωριστές παραγράφους τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα παρέχοντας σχετικές λεπτομέρειες. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα πολλαπλότητας κατηγορητηρίου σε σχέση με τις εν λόγω διαζεύξεις. Αναφορικά με τις θέσεις 'παροχή συνδρομής και/ή συμβουλής και/ή παρακίνησης της 1ης κατηγορούμενης', οι οποίες προβάλλονται διαζευκτικά μέσα από την έκθεση αλλά και τις λεπτομέρειες της δεύτερης, τέταρτης και έκτης κατηγορίας απολήγουν όλες στο άρθρο 20 του Κεφ.154 γύρω από το οποίο φαίνεται να κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4. Το άρθρο 20 του Κεφ.154 καθιστά ποινικό αδίκημα τη συμμετοχή οποιουδήποτε προσώπου στη διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος μέσω ενός ή περισσοτέρων τρόπων που παρέχονται μέσα από τα εδάφια (α) μέχρι (δ) του εν λόγω άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση καταλογίζονται στους κατηγορουμένους 2, 3 και 4 ότι ως αυτουργοί συμμετείχαν στη διάπραξη των αδικημάτων της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 298 του Κεφ.154, της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 301 του Κεφ.154 και της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ.154 μέσω της παροχής συνδρομής, της συμβουλής και της παρακίνησης της 1ης κατηγορουμένης. Οι τρεις αυτές λέξεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλες μαζί διαζευκτικά για να κατηγορήσουν ένα πρόσωπο ότι συμμετείχε ως αυτουργός στη διάπραξη ενός αδικήματος. Όλες οι πιο πάνω επίδικες λέξεις αποτελούν διαφορετικούς τρόπους για να αποδώσουν σε κάποιο ότι συμμετείχε στη διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος (εδάφια (γ) και (δ) του άρθρου 20 του Κεφ.154). Η χρήση τέτοιων διαζευκτικών λέξεων επιτρέπεται επειδή υποδεικνύει τη συμμετοχή στη διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος με διαφορετικούς τρόπους με το αδίκημα όμως, δηλαδή τη συμμετοχή ως αυτουργός, να είναι ένα και το ίδιο. Η χρήση τέτοιων λέξεων μαζί υπό διαζευκτική μορφή ως τα εδάφια (γ) μέχρι (δ) του άρθρου 20 του Κεφ.154 δεν δημιουργεί δύο ή τρία διαφορετικά αδικήματα αλλά καθορίζει μόνο διαφορετικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και της απάτης, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι άσχετοι μεταξύ τους (βλέπε Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 399 και Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249). Για το θέμα αυτό γίνεται σχολιασμός στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 2009, παράγραφος 18-33, σελίδα 1893 όπου σημειώνονται τα εξής: "The words 'aid and abet, counsel and procure' may all be used together to charge a person who is alleged to have participated in the offence otherwise than as a principal: Re Smith
(1858)3 H.&N. 227, Ferguson v. Weaving [1951] 1 K.B. 814." Πέραν των πιο πάνω, η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9 όπου τονίστηκε ότι το άρθρο 20 του Κεφ.154 δεν δημιουργεί αφεαυτού αδίκημα αλλά απλώς καθορίζει τους τρόπους πραγμάτωσής του. Χρήσιμη καθοδήγηση στο ζήτημα αυτό άντλησα και από το εδάφιο (δ) του άρθρου 39 του Κεφ.155, το περιεχόμενο του οποίου ομιλεί από μόνο του και επιβεβαιώνει την ορθότητα της πιο πάνω θέσης: "όταν το νομοθέτημα που συνιστά το ποινικό αδίκημα αναφέρει ότι το ποινικό αδίκημα είναι η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε από τις διάφορες πράξεις διαζευκτικά... οι πράξεις, παραλείψεις, ιδιότητες ή προθέσεις ή άλλα ζητήματα που συνιστούν τη διάζευξη στο νομοθέτημα δύνανται να διατυπωθούν διαζευκτικά στην κατηγορία που προσάπτεται για το εν λόγω ποινικό αδίκημα." Συνεπώς, η διαζευκτική πρόταξη της φράσης 'παροχή συνδρομής και/ή συμβουλής και/ή παρακίνησης της 1ης κατηγορούμενης' στην έκθεση και λεπτομέρειες της δεύτερης, τέταρτης και έκτης κατηγορίας δεν οδηγεί σε πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου. Ούτε η φράση '... και/ή με οποιοδήποτε τρόπο συμμετοχή στη διάπραξη ποινικού αδικήματος...' που επίσης προβάλλεται διαζευκτικά στην έκθεση της δεύτερης, τέταρτης και έκτης κατηγορίας οδηγεί σε πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου καθότι δεν δημιουργεί νέο και διαφορετικό αδίκημα αλλά απλά αποτελεί προέκταση του ισχυρισμού για συμμετοχή στη διάπραξη των αδικημάτων της δεύτερης, τέταρτης και έκτης κατηγορίας. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι το κατηγορητήριο θα μπορούσε να είναι πιο απλά διατυπωμένο αλλά και το ότι κατά την ταπεινή μου άποψη η φράση «.... και/ή με οποιοδήποτε τρόπο συμμετοχή στη διάπραξη ποινικού ...» αχρείαστα αναγράφεται δεν οδηγεί το εν λόγω έγγραφο σε πολλαπλότητα ή να το καθιστά καθ΄ οιανδήποτε τρόπο ελαττωματικό. Το Δικαστήριο θα εξετάσει τώρα τη θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων υπεράσπισης κατά πόσο το κατηγορητήριο περιέχει ή όχι επαρκείς λεπτομέρειες των αδικημάτων σε σχέση με τα θέματα που αυτοί έθιξαν. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κάθε διάδικου να πληροφορείται τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας που του αποδίδεται. Σύμφωνα με το άρθρο 12.5 (α) του Συντάγματος: "Πας κατηγορούμενος δι' αδίκημα τι έχει τα ακόλουθα κατ' ελάχιστον όρον δικαιώματα: (α) να πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδόμενης κατηγορίας." Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30.3. (α) του Συντάγματος: "Έκαστος έχει το δικαίωμα: (α) Να πληροφορηθεί τους λόγους δι' ούς καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου," Στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, σελ. 512-513, επισημαίνονται τα εξής: "Όπως αναφέρεται στον Archbold - supra - σελ. 82 παρ. 1-110, η διατύπωση κατηγορητηρίου χρειάζεται πάντοτε ιδιαίτερη επιμέλεια, το δε Αγγλικό Εφετείο έχει εκφράσει την ανησυχία του από τον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που περιέχουν ελλιπή κατηγορητήρια. Στις παρ. 1-116 και 1-117 σελ. 84-85, αναφέρεται ότι εάν οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ανεπαρκείς, θα πρέπει να γίνει αίτηση από την υπεράσπιση ή ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο να δώσει αυτεπάγγελτα σχετικές οδηγίες. Ιδιαιτέρως οι λεπτομέρειες χρειάζονται για να αποφευχθεί η δυνατότητα καταδίκης στη βάση εναλλακτικού τρόπου διάπραξης του αδικήματος (δέστε R. v. Litanzios [1999] Crim. L.R. 667, C.A.)." Καθ' όλα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, σελ. 777-778: "Το άρθρο 6
(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει να γνωστοποιούνται οι συγκεκριμένες κατηγορίες και οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Αυτό είναι βέβαια ορθό εφόσον οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία, ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει, ώστε να δύναται να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες. Το ουσιώδες πάντοτε για τον κατηγορούμενο είναι να γνωρίζει με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Αυτό πέραν βέβαια της δυνατότητας που αυτός έχει να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες των συνθηκών κάτω από τις οποίες επέδειξε την κατ' ισχυρισμόν παράνομη συμπεριφορά (Loizou & Pikis: "Criminal Procedure in Cyprus" σελ. 47)." Παραπέμπω ακόμη και στο απόσπασμα που ακολουθεί συναφώς με το θέμα και ειδικότερα με την παράγραφο 12.5(α) του Συντάγματος, από το σύγγραμμα "Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας"του Ανδρέα Ν. Λοΐζου 2001 στη σελ. 95: "Κατά πόσο μια κατηγορία είναι αρκετά λεπτομερής, ώστε να ικανοποιεί την υποπαράγραφο αυτή, εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης που μπορεί να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος με το οποίο κατηγορείτο. Για να αποφευχθεί παραβίαση πρέπει όλες οι ουσιώδεις λεπτομέρειες να περιλαμβάνονται στην κατηγορία." Χρήσιμη αναφορά εντοπίζεται ακόμη στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των Α.Ν. Λοΐζου και Γ.Μ.Πική όπου στη σελίδα 47 σημειώνονται τα εξής: "The charge must contain sufficient particulars to enable the accused to know with reasonable certainty the case he has to meet at the trial. In deciding if a charge is sufficiently detailed, what has to be examined is whether or not an accused person has been deprived, through the omission from the charge of any element, of the possibility of adequately preparing his defence... It imposes a duty to state all the essential details of the offence. The object of the charge is to serve as a framework of the trial. The particulars in each count must give the accused sufficient notice of what the prosecution intends to prove on each count, without causing confusion or embarrassment to the defence... Whether the particulars contained in the charge give adequate information to apprise the accused of the case he has to meet and prepare his defence, is a question of fact and degree... The test is whether the accused may be prejudiced in his defence and no complaint can be made on this ground if he is supplied with further particulars before the evidence is heard." Επίσης, στην υπόθεση Μελανή Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 33 λέχθηκαν τ' ακόλουθα: "Το συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να πληροφορηθεί αμέσως και λεπτομερώς σε καταληπτή σ' αυτόν γλώσσα, τη φύση και τους λόγους της αποδιδόμενης σ΄ αυτόν κατηγορίας, δικαίωμα που επίσης προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απασχόλησε τη νομολογία μας από πολύ νωρίς (βλ. Kannas Alias Pombas v. The Police
(1968)α CLR 29). Κρίθηκε ότι θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, λόγω της παράλειψης από το κατηγορητήριο οιουδήποτε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, της δυνατότητας να ετοιμάσει ικανοποιητικά την υπεράσπιση του." Στην δε υπόθεση Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: " . σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία. Κριτήριο για να αποφασισθεί αν οι λεπτομέρειες που δίδονται είναι ικανοποιητικές είναι κατά πόσο από τυχόν παραλείψεις, η υπεράσπιση του κατηγορούμενου επηρεάζεται δυσμενώς. Αν δηλαδή οι κατηγορίες διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο και είναι σε πόσο βαθμό αόριστες ή ασαφείς που να επηρεάζεται η υπεράσπιση ." Όπως έχει προαναφερθεί η ορθή σύνταξη του κατηγορητηρίου ρυθμίζεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το εδάφιο (γ) του εν λόγω άρθρου προνοεί ότι: " (γ) η κατηγορία στο κατηγορητήριο, περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα." Σχετικά με την παρούσα περίπτωση όμως είναι και τα εδάφια (δ) και (ζ) του άρθρου 39 του Κεφ.155, το περιεχόμενο των οποίων ομιλεί από μόνο του. Όπως αποφασίσθηκε σε αριθμό υποθέσεων (Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επarxιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 295, Constantinides v. The Rebuplic
(1978)2 CLR 337) σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Κεφ. 155, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο και δυνατό να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου. Την ευθύνη για την ορθή σύνταξη, την επάρκεια του λεκτικού και γενικά την καλύτερη δυνατή παρουσίαση του κατηγορητηρίου φέρει πάντοτε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής (βλέπε Blackstone's Criminal Practice 2000, παρ. D9.3, σελ. 1238 και τις αγγλικές υποθέσεις R v. Newland [1988] QB 402, R v. Moss [1995] Crim LR 828). Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 2009 τονίζεται η ανάγκη περιγραφής του αδικήματος σε κοινή γλώσσα και αναγνώρισης της νομικής βάσης επί της οποίας το εν λόγω αδίκημα εδράζεται (statement of offence). Επίσης μέσα από το ίδιο σύγγραμμα υποδεικνύεται η ανάγκη παροχής λεπτομερειών οι οποίες θα καθιστούν κατά τρόπο σαφή τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που οδήγησε στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος (particulars of offence). Εξετάζοντας την πρώτη πτυχή του αιτήματος για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, η οποία αφορούσε την παροχή εξήγησης για τον τρόπο που η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος 4 συμμετείχε στη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων όπως αυτός παρέχεται μέσα από τη φράση '... και/ή με οποιοδήποτε τρόπο συμμετοχή στη διάπραξη ποινικού αδικήματος...', η οποία περιέχεται στην έκθεση της δεύτερης, τέταρτης και έκτης κατηγορίας, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η έννοια και η έκταση της συμμετοχής των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 στα κατ' ισχυρισμό αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και της απάτη προσδιορίζεται και οριοθετείται μέσα από τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, οι οποίοι είναι σε θέση να αντιληφθούν τη φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν, συνάδοντας έτσι με τις πρόνοιες του άρθρου 39 του Κεφ.155 χωρίς παράλληλα να δημιουργείται κίνδυνος να προκληθεί παραπλάνηση στους κατηγορουμένους ή βλάβη ή δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα τους. Με την προαναφερόμενη φράση να μην αναφέρεται καθόλου στις λεπτομέρειες της δεύτερης, τέταρτης και έκτης κατηγορίας και σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των εν λόγω λεπτομερειών οι κατηγορούμενοι δεν εμποδίζονται από του να προετοιμάσουν επαρκώς την υπεράσπιση τους απαλλαγμένη από σύγχυση και δυσμενή επηρεασμό. Οτιδήποτε πέραν αυτού που ήδη σημειώνεται στις λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων θα αποτελέσει μέρος του μαρτυρικού υλικού που θα προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή επιχειρήσει κατά την εκδίκαση της υπόθεση αυτής να παρουσιάσει ως μέρος της εκδοχής της τρόπο διάπραξης των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων, διαφορετικό από αυτούς που ήδη προδιαγράφονται στις λεπτομέρειες της δεύτερης, τέταρτης και έκτης κατηγορίας, θα υποστεί τις συνέπειες που ενδεχομένως να απορρέουν από μια τέτοια ενέργεια. Σε σχέση με την δεύτερη πτυχή, ήτοι σε τι συνίστατο οι ψευδείς παραστάσεις που η κατηγορούσα αρχή επικαλείται, αυτό γίνεται αντιληπτό μέσα από τις επαρκείς λεπτομέρειες που παρέχονται στις πρώτες τέσσερις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Το ίδιο ισχύει για το μέρος που αφορά την εισήγηση για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών ως προς το τι συνίστατο το δόλιο τέχνασμα και/ή επινόημα που η κατηγορούσα αρχή αποδίδει στον κατηγορούμενο 4 αφού κάτι τέτοιο καθίσταται αντιληπτό μέσα από τις λεπτομέρειες της πέμπτης και έκτης κατηγορίας του κατηγορητηρίου. Όσον αφορά το κομμάτι του αιτήματος για διευκρίνιση της ιδιότητας που ο κατηγορούμενος 4 ενέργησε στη βάση της οποίας η κατηγορούσα αρχή τον κατηγορεί, αρκεί να επαναλάβω ότι ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αποδέχτηκε εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για συγκεκριμενοποίηση της ιδιότητας σύμφωνα με την οποίαν έκαστος από τους κατηγορουμένους 2, 3 και 4 κατηγορείται και ως εκ τούτου οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά είναι αχρείαστη. Σχετικά με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 4 για διευκρίνιση από μέρους της κατηγορούσας αρχής ως προς τι είδους ιδιοτέλεια είχε ο εν λόγω κατηγορούμενος και τι αποκόμιση οφέλους είχε, θεωρώ ότι το θέμα αυτό ουδεμία σχέση έχει με την ορθή και επαρκής σύνταξη κατηγορητηρίου. Θα ασχοληθώ ευθύς με το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 4 για ενημέρωση κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή προέβηκε σε καταγγελία στις αστυνομικές αρχές της Κύπρου ή του εξωτερικού. Το δικαίωμα ενός πολίτη να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική υπόθεση είναι αυτοτελές και δεν συνδέεται με την πρόθεση του να καταγγείλει την εν λόγω υπόθεση στην αστυνομία. Στην υπόθεση Αίπεια Λτδ v. Sirocco Estates Co Ltd
(1997)2 Α.Α.Δ 434 αποφασίστηκε ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να προστατεύει τα περιουσιακά του δικαιώματα οποιαδήποτε και αν είναι αυτά με τον τρόπο που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία και στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη άμεσου συμφέροντος για να αποτρέπονται έτσι άχρηστες ή κακόβουλες διώξεις. Όπως περαιτέρω έχει λεχθεί στην ίδια υπόθεση ότι ένας ιδιώτης έχει δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης μόνο όταν τα δικαιώματά του επηρεάζονται άμεσα από την παράνομη πράξη. Δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν έχουν όλοι οι πολίτες. Το διατηρούν μόνο τα θύματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 τονίστηκε πως το δικαίωμα του πολίτη-θύματος να προβεί σε ιδιωτική ποινική δίωξη δεν συναρτήθηκε στην υπόθεση Ttofinis v. Theocharides
(1983)2 C.L.R. 363 με την καταγγελία της παράβασης στις αστυνομικές αρχές ή την άρνηση ή απροθυμία τους να την προωθήσουν. Επειδή ο εντεινόμενος ρυθμός των σχετικών παραπόνων δεν επιτρέπει στην αστυνομία να ασχοληθεί με το σύνολο των περιπτώσεων η δίωξη αφήνεται στα χέρια των ίδιων των παθόντων. Συνεπώς, το δικαίωμα της ιδιωτικής δίωξης παραμένει ανεπηρέαστο. Το ότι η παραπονούμενη εταιρεία διαθέτει δικαίωμα καταχώρησης της παρούσας ποινικής υπόθεσης το οποίο και επέλεξε να ασκήσει δεν αμφισβητήθηκε από κανένα. Με γνώμονα τα πιο πάνω προκύπτει πως το εάν υπήρξε ή όχι καταγγελία στην αστυνομία, είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, από την παραπονούμενη εταιρεία είναι άνευ σημασίας. Το δικαίωμα καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης είναι αυτοτελές, ανεξάρτητο και ανεπηρέαστο και τέτοια ενέργεια δεν αποτελεί προϋπόθεση για άσκηση τέτοιου δικαιώματος. Κατά προέκταση η κατηγορούσα αρχή δεν έχει υποχρέωση να πληροφορήσει τους κατηγορουμένους κατά πόσο η παραπονούμενη εταιρεία προέβηκε σε καταγγελία της υπόθεσης αυτής στις αστυνομικές αρχές της Κύπρου ή του εξωτερικού και περαιτέρω καμία υποχρέωση έχει να τους ενημερώσει εάν υπήρξε ανταπόκριση από αυτές. Θα ασχοληθώ στη συνέχεια με την εισήγηση του κυρίου Ερωτοκρίτου για προσκόμιση του μαρτυρικού υλικού που η κατηγορούσα αρχή δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Κατ' αρχήν το άρθρο 7 του Κεφ.155 σημειώνει το δικαίωμα των κατηγορουμένων να ζητήσει να εφοδιαστεί με αντίγραφο του έγγραφου υλικού που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με τα υπό εκδίκαση αδικήματα κατόπιν γραπτού αιτήματος τους και καταβληθούν τα σχετικά τέλη παροχής (βλέπε Mansour v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 465 και Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505). Στην Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για ένταλμα της φύσης certiorari
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1718 ερμηνεύτηκε το άρθρο 7 του Κεφ.155 και οι προεκτάσεις που δυνατό αυτό να έχει σε σχέση με την έκβαση της ποινικής υπόθεσης. Το πιο κάτω απόσπασμα ομιλεί από μόνο του: "Το Άρθρο 7
(1)του Κεφ. 155 κατοχυρώνει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εφοδιαστεί με αντίγραφο των καταθέσεων και εγγράφων που λήφθηκαν κατά την διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα", δίνοντας έτσι στο δικαστήριο εξουσία να αποδώσει θεραπεία σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου ubi jus, ibi remedium (όπου υπάρχει δικαίωμα, υπάρχει θεραπεία). Η έκταση του βαθμού της προδικαστικής αποκάλυψης μαρτυρικού υλικού ρυθμίζεται από το Άρθρο 7 του Κεφ. 155... Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής να παραδώσει στην υπεράσπιση το υλικό το οποίο καλύπτεται από το πιο πάνω Άρθρο 7 ή οποιοδήποτε άλλο υλικό για να καταστεί η δίκη δίκαιη. Εναπόκειται στον κατηγορούμενο στο τέλος της δίκης να ισχυριστεί ότι το μη αποκαλυφθέν υλικό ήταν απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης του και ότι η μη αποκάλυψη του τον έχει πράγματι επηρεάσει δυσμενώς (prejudice). Η θεραπεία του κατηγορουμένου σε τέτοια περίπτωση είναι η απαλλαγή του από το δικαστήριο." Η πιο πάνω αναφορά σε συνδυασμό με την ερμηνεία που το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε για το άρθρο 175 του Κεφ.155 μέσα από την ίδια προαναφερόμενη υπόθεση με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να υποχρεώσει την κατηγορούσα αρχή να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Κεφ.155. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Mansour v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 465 το καθήκον του Δικαστηρίου εξαντλείται στη διαπίστωση η οποία γίνεται στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας ότι αντίγραφα του μαρτυρικού υλικού παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο όπως ο νόμος προβλέπει. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής έχει δηλώσει πως έχει διαβιβάσει στους συνηγόρους υπεράσπισης τα έγγραφα αυτά που εμπίπτουν στη σφαίρα εφαρμογής του άρθρου 7 κατόπιν γραπτού αιτήματος του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 4. Η φράση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για ένταλμα της φύσης certiorari
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1718 ότι 'Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής να παραδώσει στην υπεράσπιση το υλικό το οποίο καλύπτεται από το πιο πάνω Άρθρο 7 ή οποιοδήποτε άλλο υλικό για να καταστεί η δίκη δίκαιη' [η υπογράμμιση δική μου] καλύπτει και την περίπτωση προσκόμισης του μαρτυρικού υλικού που η κατηγορούσα αρχή δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, ως ήταν το αίτημα του κυρίου Ερωτοκρίτου. Συνεπώς, η έλλειψη εξουσίας από το Δικαστήριο να διατάξει την κατηγορούσα αρχή να παραδώσει μαρτυρικό υλικό στην υπεράσπιση συνεπεία απουσίας δικονομικής και νομοθετικής υποστήριξης για κάτι τέτοιο καλύπτει και την περίπτωση στοιχείων που δεν θα χρησιμοποιηθούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Πέραν αυτού, η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για αποκάλυψη δεν επεκτείνεται σε όλο το φάσμα του υλικού που βρίσκεται στο φάκελο της. Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για αποκάλυψη εγείρεται μόνο σε σχέση με σχετική και ουσιώδη μαρτυρία ή με μαρτυρία η οποία είναι δυνατόν να είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα τα οποία αναμένεται να εγερθούν ή τα οποία εγείρονται αναπάντεχα στη διάρκεια της δίκης. Το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει ποια μαρτυρία είναι σχετική ή άσχετη στο προδικαστικό στάδιο της δίκης αφού η σχετικότητα είναι θέμα που αποφασίζεται κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης. Εφόσον το μη αποκαλυφθέν μαρτυρικό υλικό είναι σχετικό και ουσιώδες με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και συνεπεία της μη αποκάλυψης η υπεράσπιση του κατηγορούμενου 4 πράγματι επηρεαστεί δυσμενώς ο κατηγορούμενος θα απαλλαγεί από την ποινική διαδικασία. Η θεραπεία αυτή παρέχεται επειδή η πιο πάνω παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής άπτεται του συνταγματικού αλλά και ανθρώπινου δικαιώματος του κατηγορουμένου 4 για δίκαιη δίκη. Στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Ford κ.ά. (Αρ.2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκε ότι η τήρηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, γιατί μόνο σ' εκείνο το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Περαιτέρω, στην υπόθεση Mansour v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 465 επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι το κατά πόσο η δίκη είναι δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο αλλά κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο με τον κατηγορούμενο σε κάθε περίπτωση να πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι έχει επηρεαστεί δυσμενώς. Επίσης, νωρίτερα στην υπόθεση Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505 είχε τονιστεί κατά τρόπο σαφή πως το θέμα της δίκαιης δίκης, αποτιμάται από το πρωτόδικο δικαστήριο στο τέλος της δίκης μετά από θεώρηση της δίκης στο σύνολό της με τον ισχυρισμό για παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης να μην εξετάζεται in abstracto αλλά συγκεκριμένα και σε κάθε τέτοια περίπτωση τον κατηγορούμενο να έχει το βάρος να αποδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπισή του. Εφαρμόζοντας το σκεπτικό των πιο πάνω υποθέσεων στην παρούσα περίπτωση καθίσταται σαφές ότι θέματα παραβίασης συνταγματικών και/ή ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν εξετάζονται εκ προοιμίου και στο στάδιο αυτό όπου βρίσκεται η παρούσα υπόθεση αλλά τυχόν παραβίαση τους διαφαίνεται μέσα από τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας με όλες τις συνεπαγόμενες από τη νομολογία συνέπειες σε τέτοια περίπτωση, πράγμα που σημαίνει ότι ενδεχομένως να αποτελέσει θέμα απασχόλησης από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 4 υπεβλήθηκε πρόωρα και κατ' επέκταση στερείται οποιουδήποτε ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ακολούθως, θα εξετάσω το αίτημα του κυρίου Ερωτοκρίτου για προμήθεια του ποινικού μητρώου των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής που πρόκειται να καταθέσουν στο Δικαστήριο στα πλαίσια ακρόασης της υπόθεσης αυτής. Το θέμα αυτό επίσης εμπίπτει στο κεφάλαιο 'δίκαιη δίκη' με τις ίδιες με πιο πάνω ενδεχόμενες συνεπαγόμενες συνέπειες. Τυχόν άρνηση ή παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να διαβιβάσει το ποινικό μητρώο των μαρτύρων της και στη συνέχεια αποδειχτεί ότι αυτό περιλάμβανε προηγούμενες καταδίκες για τέτοιου είδους περιπτώσεις και άμεσα σχετικές με την αξιοπιστία τους θα σημαίνει στέρηση μαρτυρικού υλικού στον κατηγορούμενο 4 και δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης του με αποτέλεσμα να του παρέχεται η ίδια με πιο πάνω θεραπεία. Ωστόσο, αυτό είναι κάτι που πιθανόν να προκύψει μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης της υπόθεσης και σίγουρα δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο από αυτό το στάδιο. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία δικονομικής ή νομοθετικής ή άλλης φύσεως για να εξαναγκάσει την Κατηγορούσα Αρχή στο να πράξει κάτι τέτοιο ή έστω να την υποχρεώσει στο να προβεί σε οποιαδήποτε δήλωση σε σχέση με το θέμα αυτό πριν ή με την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης αυτής. Στην υπόθεση Αγγελίδης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 230 υποδείχτηκε πως η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε, ακόμα και χωρίς να το ζητούσε η υπεράσπιση, να την πληροφορούσε για τις προηγούμενες καταδίκες του παραπονούμενου αφού αυτές σχετίζονταν, στην προκείμενη περίπτωση, άμεσα με την αξιοπιστία του αλλά και επειδή ο παραπονούμενος είχε καταδίκες για τέτοιου είδους περιπτώσεις. Μέσα από το περιεχόμενο της εν λόγω υπόθεσης δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία στο να διατάξει την Κατηγορούσα Αρχή να ενεργήσει κατά τρόπο που να ικανοποιήσει ανάλογο αίτημα της υπεράσπισης. Αντίθετα, στην υπόθεση αυτή το Εφετείο σημείωσε ότι το ποινικό μητρώο του παραπονούμενου αποκαλύφθηκε από τον συνήγορο της Δημοκρατίας κατόπιν παράκλησης του Εφετείου και όχι ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε διαταγής του. Συνεπώς, το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 4 απορρίπτεται ως αβάσιμο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ασκώ τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει το άρθρο 83 του Κεφ.155 και εκδίδω διάταγμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου με το οποίο η κατηγορούσα αρχή να προσδιορίσει και να σημειώσει επ' ακριβώς στις λεπτομέρειες αδικήματος στην δεύτερη, τέταρτη και έκτη κατηγορία του παρόντος κατηγορητηρίου την ιδιότητα που έφεραν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκαστος από τους κατηγορουμένους 2, 3 και 4 στη βάση της οποίας κατηγορούνται. Το κατηγορητήριο να τροποποιηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα και αντίγραφο του να δοθεί στους ευπαιδεύτους συνηγόρους υπεράσπισης. Δυνάμει του άρθρου 84 του Κεφ.155, η παρούσα υπόθεση ορίζεται για απάντηση από τους κατηγορουμένους 2, 3 και 4 επί του τροποποιημένου κατηγορητηρίου στις 31.05.12 και ώρα 09:00. Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 να είναι παρόντες με τους ίδιους όρους. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/Ελαττωματικό Κατηγορητήριο/Άρθρο 7 Κεφ.155 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.