← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Πουμπουρής, Αρ. Υπόθεσης: 24550/10, 19/10/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Πουμπουρής, Αρ. Υπόθεσης: 24550/10, 19/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24550/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Ανδρέας Πουμπουρής Κατηγορούμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 19/10/2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Κωνσταντίνου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 166/87 και τον Νόμο 80

(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος στις 11/12/2009, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΝΤ 931 στην οδό Ρενάλτου Καρτεσίου, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα, δηλαδή τραυμάτισε πεζό. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, την Γ/Αστ. 3362 Κυριακή Μιχαήλ (Μ.Κ.1) και τον κ. Μιχάλη Αργυρού (Μ.Κ.2). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 4). Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Από την μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έχει παραμείνει αναντίλεκτη και/ή αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: Στις 11/12/2009 και περί ώρα 17:20 κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ENT 931 στην οδό Ρενάλτου Καρτεσίου με δυτική κατεύθυνση. Ο παραπονούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και αυτός στην πιο πάνω οδό και στάθμευσε το όχημα του στο αριστερό πεζοδρόμιο έχοντας δυτική πορεία. Το όχημα του κατηγορουμένου βρισκόταν εν μέρει στο δρόμο και εν μέρει στο πεζοδρόμιο. Ακολούθως, ο παραπονούμενος επιχείρησε να διασταυρώσει την πιο πάνω οδό από νότια προς βόρεια για να πάει στο απέναντι περίπτερο. Κατά τον χρόνο αυτό κτυπήθηκε από το όχημα του παραπονουμένου στη μέση του δρόμου. Από τη σύγκρουση ο παραπονούμενος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Έχοντας υπόψη μου τις θέσεις των μερών, εκείνο το οποίο θα πρέπει ανευρεθεί από την μαρτυρία που προσάχθηκε είναι ο τρόπος με τον οποίο ο πεζός επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο, η κατάσταση του δρόμου στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα και οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν. Επομένως, απαιτείται να αξιολογήσω την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία για να καταλήξω και στα πιο πάνω γεγονότα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Η Μ.Κ.1 ήταν η αστυνομικός η οποία επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, πήρε τις διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 2) και ακολούθως συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Επίσης, ανέφερε τις περαιτέρω ενέργειες και εμπλοκή της στην υπόθεση αυτή λέγοντας ότι πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και στις 20/1/2010 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Κατέθεσε στο Δικαστήριο την γραπτή κατηγορία ως τεκμήριο 5 και αφού επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι. Δεν τον είδα. Απλά άκουσα το κτύπημα και σταμάτησα.» Η μάρτυρας αυτή κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αλήθειας και σκοπό και στόχο είχε να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Δεν έχω διακρίνει σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει ψέματα ή να βοηθήσει την εκδοχή οποιουδήποτε από τους διαδίκους. Εκείνο το οποίο παρατηρώ όμως, είναι ότι παρά την πιο πάνω προσπάθεια της, αυτή δεν θυμόταν κάποια σημαντικά γεγονότα να αναφέρει στο Δικαστήριο καθώς επίσης δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει κάποια από τα ευρήματα ή σημεία που σημείωσε επί του συμμετρικού σχεδίου και να δικαιολογήσει την κατάληξη της σε αυτά όπως θα αναφερθώ λεπτομερώς κατωτέρω. Η μάρτυρας αυτή θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα τα εχέγγυα έτσι το ίδιο του Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο δικά του συμπεράσματα και ευρήματα. Κατ' αρχή θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάσταση του δρόμου όπως απεικονίζεται τόσο στο πρόχειρο όσο και στο συμμετρικό σχέδιο δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση της μάρτυρος αυτής ούτε και οι σχετικές μετρήσεις αυτού. Από τα πιο πάνω και τις επεξηγήσεις που έδωσε η μάρτυρας προκύπτει ότι ο δρόμος στο σημείο αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση. Το πλάτος εκάστης από αυτές τις λωρίδες είναι 4 μέτρα. Στην αριστερή και δεξιά πλευρά του δρόμου επίσης, υπάρχουν πεζοδρόμια πλάτους 1,30 μέτρα. Το όχημα του παραπονουμένου βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου έχοντας δυτική κατεύθυνση και καταλαμβάνει μέρος του πεζοδρομίου και μέρος του δρόμου. Η τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου βρίσκεται σε απόσταση περίπου 14 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης καταλαμβάνοντας και μέρος της άλλης λωρίδας κυκλοφορίας. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο και σχετικό έντυπο ζημιών του οχήματος του κατηγορουμένου (τεκμήριο 6). Σε αυτό αλλά και από τις εξηγήσεις που έδωσε η μάρτυρας προκύπτει ότι η ζημιά βρισκόταν στο δεξιό καθρεφτάκι του εν λόγω οχήματος. Η εν λόγω ζημιά και το σχετικό έντυπο δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της μάρτυρος ούτε έχει προκύψει ότι το εν λόγο όχημα δεν έφερε τη ζημιά αυτή. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην το αποδεκτώ και το αποδέχομαι. Κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, αμφισβητήθηκε η μέτρηση 0,90 η οποία αναγράφεται στο συμμετρικό σχέδιο και βρίσκεται πίσω από το όχημα του παραπονουμένου. Η εν λόγω μέτρηση δεν αναγράφεται στο πρόχειρο σχέδιο. Η μάρτυρας δεν γνώριζε να πει με βεβαιότητα τι είναι αυτή η μέτρηση και ανέφερε ότι υπολογίζει ότι πρέπει να είναι η απόσταση που το όχημα του παραπονουμένου καταλαμβάνει στο πεζοδρόμιο και ίσως να την είχε καταγράψει κάπου και μετά την τοποθέτησε στο συμμετρικό. Με αυτές τις εξηγήσεις το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεκτεί τη μέτρηση αυτή αλλά ούτε και τί αυτή αντιπροσωπεύει. Επίσης, αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση οι πορείες που η μάρτυρας σημείωσε επί των σχεδίων της καθώς επίσης και το σημείο σύγκρουσης και ότι τα σημεία αυτά τοποθετήθηκαν στο σχέδιο αυθαίρετα. Η μάρτυρας ανέφερε ότι τα πιο πάνω σημεία τοποθετήθηκαν καθ' υπόδειξη των εμπλεκόμενων στο δυστύχημα οι οποίοι και συμφώνησαν με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, κάτι το οποίο ανέφεραν στις καταθέσεις τους. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω ότι η τοποθέτηση των πιο πάνω σημείων από την μάρτυρα επί των σχεδίων δεν έγινε αυθαίρετα. Παρόλα αυτά όμως, η ορθότητα τους θα ανευρεθεί από τη μαρτυρία των εμπλεκομένων στο δυστύχημα. Σε σχέση με την ορατότητα που υπήρχε από την πορεία Α μέχρι το σημείο σύγκρουσης παρατηρώ ότι η μάρτυρας δεν μπορούσε να την καθορίσει καθότι δεν είχε λάβει οποιαδήποτε μέτρηση. Της υποβλήθηκε ότι πριν από το σημείο σύγκρουσης υπήρχε στροφή και η ορατότητα περιοριζόταν γύρω στα 30 μέτρα κάτι το οποίο δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει. Με τα πιο πάνω δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση με την ορατότητα που υπήρχε από την πορεία Α μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Από την μαρτυρία της μάρτυρος αυτής δεν μπορεί να προκύψει ένα τέτοιο εύρημα. Αναφορικά με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στη σκηνή, η μάρτυρας είπε ότι ο καιρός ήταν βροχερός, το οδόστρωμα βρεγμένο και κατά την άφιξη της στην σκηνή έβρεχε ελαφριά. Αποδέχομαι τη θέση της αυτή καθότι δεν αμφισβητήθηκε. Εκείνο που της υποβλήθηκε είναι κατά πόσο την ώρα που ήταν στον Αστυνομικό Σταθμό και κατά την ώρα της σύγκρουσης έβρεχε πάρα πολύ κάτι το οποίο δεν γνώριζε να αναφέρει. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση με το θέμα αυτό. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι η απόσταση του σημείου συγκρούσεως από το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία Α είναι 4 μέτρα. Η απόσταση όμως, από το αυτοκίνητο του παραπονουμένου και το σημείο που αυτός άρχισε να διασταυρώνει δεν έχει προκύψει καθότι η μάρτυρας δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρηση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία της μάρτυρας αυτής κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και την αποδέχομαι εκτός των σημείων που ανέφερα ανωτέρω και για τα οποία η μάρτυρας δεν μπορούσε να δώσει εξηγήσεις. Τα πιο πάνω όμως, κρίνω ότι δεν επηρεάζουν την ορθότητα του υπόλοιπου σχεδίου γι αυτό και το αποδέχομαι καθώς επίσης και τις υπόλοιπες ενέργειες της μάρτυρος αυτής. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική και από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ.2 ήταν ο πεζός και ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρας και κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αλήθειας. Περιέγραψε τα γεγονότα και τον τρόπο που ο ίδιος επιχείρησε να διασταυρώσει και αντιλήφθηκε τη σύγκρουση και σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του διέκρινα ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα ή να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης ενδεχομένως να φέρει για το δυστύχημα. Υπήρχαν κάποια ζητήματα τα οποία δεν μπορούσε να απαντήσει και δεν δίσταζε να αναφέρει ότι δεν θυμάται. Η θέση που ουσιαστικά πρόβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο στάθμευσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΗΧΑ 299 στο αριστερό πεζοδρόμιο της οδού Ρενάλτου Καρτεσίου με δυτική κατεύθυνση και κατέβηκε από αυτό έχοντας πρόθεση να διασταυρώσει και να πάει στο απέναντι περίπτερο. Αφού έλεγξε το δρόμο από τα δεξιά του και ήταν καθαρός από αυτοκίνητα προχώρησε και έφθασε μέχρι τη μέση του δρόμου όπου και σταμάτησε περιμένοντας να καθαρίσει ο δρόμος και από τα αυτοκίνητα που κινούνταν με ανατολική κατεύθυνση. Ενώ βρισκόταν στο σημείο εκείνο κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου στο δεξιό του μηρό και έπεσε στο δρόμο. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο όπου χειρουργήθηκε στο δεξιό του μηρό αφού είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα. Πέραν των πιο πάνω, ο παραπονούμενος συμφώνησε με το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος καθώς επίσης και με τις πορείες και το σημείο σύγκρουσης που σημειώθηκαν σε αυτό. Σε σχέση με το φωτισμό στο σημείο ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν γύρω στις 17:00 που έγινε το δυστύχημα και είχε αρχίσει να σουρουπώνει και υπήρχε φωτισμός στο δρόμο από το παρακείμενο περίπτερο. Αναφορικά με τις καιρικές συνθήκες, ο μάρτυρας δεν θυμόταν να πει με σιγουριά όμως ανέφερε ότι αν έβρεχε θα ψιχάλιζε καθότι ο ίδιος δεν ήταν βρεγμένος. Δεν έχει προκύψει ούτε από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έβρεχε πάρα πολύ. Περαιτέρω, ο μάρτυρας απέρριψε θέση της υπεράσπισης ότι πριν από το σημείο που κτυπήθηκε υπήρχε στροφή σε απόσταση 30 - 40 μέτρων. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι ο δρόμος ήταν ευθεία και υπήρχε αρκετή απόσταση για κάποιο που ερχόταν να τον αντιληφθεί. Επίσης, ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι σε καμία περίπτωση δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και έτρεξε στο δρόμο για να διασταυρώσει. Έχοντας υπόψη μου ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παραπονούμενου καθώς επίσης και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 4). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, την οποία υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωσή του, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές που ανέφερα θα προχωρήσω να εξετάσω το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου και κατά πόσο μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό ή σε μέρος αυτού. Ο κατηγορούμενος στην εν λόγω κατάθεση του αναφέρει ότι στις 11/12/2009 και περί ώρα 17:20 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΕΝΤ 931 στην οδό Ρενάλτου Καρτεσίου απέναντι από το περίπτερο που υπάρχει εκεί πλησίον του φούρνου Sun Fresh. Τηρούσε την αριστερή μεριά του δρόμου με δυτική κατεύθυνση. Απέναντι από το περίπτερο πάνω στο πεζοδρόμιο υπήρχε αυτοκίνητο σταματημένο και ξεκινημένο από ότι αντιλήφθηκε αργότερα. Ξαφνικά άκουσε θόρυβο πάνω στο αυτοκίνητο του και σταμάτησε λίγο πιο κάτω για να δει τι έγινε αφού δεν αντιλήφθηκε τίποτε. Τότε είδε ένα άνθρωπο πίσω του πεσμένο στη μέση του δρόμου απέναντι από το σταματημένο αυτοκίνητο. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε το πεζό και του είπε ότι πονούσε τον μηρό του και τηλεφώνησε ασθενοφόρο και ήρθε και τον πήρε. Το αυτοκίνητο του έπαθε ζημιά στο δεξιό καθρεφτάκι. Επίσης, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι πριν από τη σύγκρουση δεν είδε τον παραπονούμενο και ότι συμφωνεί και με το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Οι πιο πάνω αναφορές του κατηγορούμενου γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο αφού συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε και έκανε αποδεκτή το Δικαστήριο και επίσης δίνουν και άλλη υφή στα γεγονότα. Επίσης, αποτελούν και δηλώσεις ενάντια των συμφερόντων του κατηγορούμενου. Πέρα των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι εκείνη την ώρα υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση, ο φωτισμός ήταν περιορισμένος και η ορατότητα ήταν λίγο μειωμένη λόγω της βροχής. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο καθότι συγκρούονται ή τουλάχιστον δεν συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης τα πιο κάτω αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 11/12/2009 και περί ώρα 17:20 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΕΝΤ 931 στην οδό Ρενάλτου Καρτεσίου στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, απέναντι από ένα περίπτερο, ο κατηγορούμενος κτύπησε τον πεζό Μιχάλη Αργυρού, ο οποίος εκείνη την ώρα προσπαθούσε να διασταυρώσει τη πιο πάνω οδό από αριστερά προς δεξιά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου. Ο πεζός είχε προηγουμένως σταθμεύσει το όχημα του με αρ. εγγραφής στο αριστερό πεζοδρόμιο της εν λόγου οδού, κατέβηκε από αυτό και αφού κοίταξε προς τα δεξιά του και ο δρόμος ήταν καθαρός από αυτοκίνητα άρχισε να διασταυρώνει. Έφτασε μέχρι το μέσο του δρόμου όπου και σταμάτησε καθότι περίμενε να καθαρίσει ο δρόμος και από τα αυτοκίνητα που κινούνταν από δυτικά προς ανατολικά. Ενώ στεκόταν στο μέσο του δρόμου επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και κοίταζε προς τα αριστερά του, κτυπήθηκε με το δεξιό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου στη δεξιά του μεριά και μηρό. Ο κατηγορούμενος πριν από τη σύγκρουση δεν είδε τον πεζό. Αντιλήφθηκε ότι τον κτύπησε μετά που άκουσε το θόρυβο και σταμάτησε λίγο πιο κάτω Kατά την ώρα της σύγκρουσης άρχισε να σουρουπώνει αλλά υπήρχε φωτισμός ο οποίος προερχόταν από το παρακείμενο περίπτερο. Ο δρόμος στο σημείο είναι ευθύς και επίπεδος και υπάρχει ορατότητα σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου μέχρι και το σημείο σύγκρουσης η οποία του επέτρεπε να αντιληφθεί την παρουσία του παραπονούμενου στο δρόμο. Η απόσταση από το πεζοδρόμιο που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου μέχρι και το σημείο σύγκρουσης είναι 4 μέτρα και από το σημείο που άρχισε να διασταυρώνει ο πεζός μέχρι το πιο πάνω σημείο λιγότερη. Ο πεζός φορούσε παντελόνι jean, χρώματος μπλε και τρικό με άσπρες και μαύρες ρίγες. Από τη σύγκρουση ο πεζός τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ότι είχε κάταγμα μηρού και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Επίσης, στην Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/2009, Ημερομηνίας 7/10/2011, επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι η αμελής οδήγηση παραπέμπει σε μια αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων εφόσον το επιπεδο οδήγησης που απαιτείται είναι αντικειμενικό. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, ανωτέρω). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Πέραν των πιο πάνω, ένας οδηγός δεν είναι υποχρεωμένος να λάβει αποτρεπτικά μέτρα για την αντιμετώπιση ενός απρόβλεπτου κινδύνου. Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων όμως, γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στο δρόμο (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Aστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.378 και Paul Lesley Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές καθώς επίσης και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ότι ο πεζός είχε αρχίσει να διασταυρώνει το δρόμο ξεκινώντας από την αριστερή πλευρά του δρόμου όπου είχε σταθμεύσει το όχημα του επί του παρακείμενου πεζοδρομίου. Έφτασε στο μέσο του δρόμου και στεκόταν στο πιο πάνω σημείο για κάποιο χρονικό διάστημα πριν τη σύγκρουση αναμένοντας να περάσουν τα οχήματα που κινούνταν με ανατολική κατεύθυνση. Από το αριστερό πεζοδρόμιο μέχρι και το σημείο σύγκρουσης η απόσταση είναι 4 μέτρα. Με αυτά τα δεδομένα ο πεζός αποτελούσε υπαρκτό κίνδυνο στο δρόμο για τον κατηγορούμενο στον οποίο έπρεπε να στρέψει τη προσοχή του και να λάβει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης. Κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε μόλις αρχίσει να σουρουπώνει και επίσης υπήρχε φωτισμός από το παρακείμενο περίπτερο. Επίσης, υπήρχε ορατότητα στο σημείο σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος θα μπορούσε και έπρεπε να αντιληφθεί την παρουσία του πεζού στο δρόμο. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να αντιληφθεί τον πεζό ο οποίος στεκόταν στο μέσο του δρόμου υπό συνθήκες που του επέτρεπαν και έπρεπε να τον αντιληφθεί, με αποτέλεσμα να μη λάβει οποιοδήποτε αποτρεπτικό μέτρο για αποφυγή της σύγκρουσης, να τον κτυπήσει και να πέσει στο δρόμο. Δεν έχουν προκύψει ούτε καταδειχθεί τέτοιες συνθήκες που να επηρέαζαν τη δυνατότητα του κατηγορούμενου να αντιληφθεί την παρουσία του πεζού στο μέσο του δρόμου και να λάβει αποτρεπτικά μέτρα. Ούτε έχει εγερθεί οποιαδήποτε λογική αμφιβολία για το ζήτημα αυτό. Οι γενικές και αόριστες υποβολές κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας σε σχέση με τις καιρικές συνθήκες αλλά και με την ορατότητα στο σημείο δεν είναι ικανές να εγείρουν οποιαδήποτε λογική αμφιβολία σε σχέση με τη δυνατότητα που είχε ο κατηγορούμενος να αντιληφθεί τη παρουσία του παραπονούμενου στο δρόμο. Άλλωστε και η θέση του ιδίου του κατηγορούμενου στην κατάθεση του είναι ότι σε κανένα στάδιο πριν από τη σύγκρουση αντιλήφθηκε τη παρουσία του παραπονούμενου στο δρόμο παρά μόνο όταν αυτός τον κτύπησε και άκουσε το θόρυβο. Αυτό καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να είχε επαρκή έλεγχο του δρόμου και να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα υπό τις περιστάσεις. Ακόμη και να υπήρχαν τα οποιαδήποτε εμπόδια σε σχέση με την ορατότητα, όπως η υπεράσπιση προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, τουλάχιστον σε κάποιο στάδιο, έστω πολύ κοντινό πριν από τη σύγκρουση ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί τη παρουσία του πεζού στο δρόμο. Παρέλειψε ακόμη και αυτό να το πράξει κάτι που αποδεικνύει τα πιο πάνω που έχω αναφέρει. Περαιτέρω και οι καιρικές συνθήκες που προσπάθησε να παρουσιάσει η υπεράσπιση να επικρατούσαν, ο κατηγορούμενος όφειλε να οδηγεί με τέτοια επιμέλεια και να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο έτσι ώστε να ήταν σε θέση να αντιληφθεί το πεζό (βλ. Γιωργούλα Σαπαρίλα v. Aστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 533). Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υπ.)....................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.