ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ ν. ΘΕΟΔΟΣΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 28263/09, 26/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28263/09 ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ v. ΘΕΟΔΟΣΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26.10.12 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Θρασυβούλου μαζί με κα Π. Κυριακίδου Για Κατηγορούμενo: κος Γ. Λουιζίδης Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.10.12, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Περαιτέρω, ο κύριος Θρασυβούλου ανάφερε ότι μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου επήλθε διευθέτηση μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορουμένου για την αποπληρωμή του ποσού που αφορά την επίδικη επιταγή προς πλήρη ικανοποίηση του πελάτη του. Όπως επίσης ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε, παρά το γεγονός ότι η εξόφληση του ποσού της επιταγής θα πραγματοποιηθεί σε μελλοντικό χρόνο εντούτοις αυτό δεν εμποδίζει τον παραπονούμενο να δηλώσει ότι συνεπεία της εξέλιξης της διευθέτησης δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστατικά και κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει προσοχή στο στοιχείο της εξ' ατομίκευσης της ποινής έτσι ώστε να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη. Σύμφωνα ακόμη με τον κύριο Λουιζίδη, τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση υποδεικνύουν ότι δεν υπήρχε ο σκοπός της απάτης και της καταδολίευσης από μέρους του κατηγορουμένου με τη χρήση της επιταγής. Στη συνέχεια ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε πως το ότι τελικά διεξήχθηκε ακρόαση δεν θα πρέπει να αποτελέσει επιβαρυντικό παράγοντα αφού η μη παραδοχή του κατηγορουμένου στο αδίκημα που αντιμετώπιζε οφείλεται στην προσπάθεια του να προβάλει την υπεράσπιση του ως αποτέλεσμα της λανθασμένης κρίσης του στο ότι δεν είχε ποινική ευθύνη σε σχέση με το αδίκημα που κατηγορείτο. Περαιτέρω, ο κύριος Λουιζίδης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του κατά την επιμέτρηση της ποινής το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου καθώς και την έμπρακτη μεταμέλεια που επέδειξε με τη διευθέτηση του ποσού της επίδικης επιταγής. Ακολούθως, ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου επισημαίνοντας το ότι ο κατηγορούμενος είναι 56 ετών, με πέραν των 30 ετών υπηρεσία στην Αρχή Λιμένων ως βοηθός λιμενικός λειτουργός και πατέρας ενός παιδιού που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα υγείας και που τυγχάνει συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης. Καταλήγοντας, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο όπως σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας του πελάτη του να την αναστείλει. Είναι η θέση του κυρίου Λουιζίδη ότι σε περίπτωση που επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή άμεσης φυλάκισης θα έχει ολέθριες συνέπειες για τον πελάτη του λόγω της εργοδότησης του στην Αρχή Λιμένων, κάτι που τελικά θα αποβεί σε τιμωρία δυσανάλογη του αδικήματος που διέπραξε. Κατά τον συνήγορο υπεράσπισης, ο εγκλεισμός του κατηγορουμένου στις Κεντρικές Φυλακές ως υπόδικος ήδη επιδρά ως τιμωρία για τον πελάτη του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα για το οποίο παραδέχτηκε ενοχή ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής η οποία δεν τιμάται είναι σοβαρό επειδή ενέχει τα στοιχεία, ανάμεσα σ' άλλα, της οικονομικής εκμετάλλευσης και της ταλαιπωρίας των θυμάτων. Παράλληλα, η διάπραξη του αδικήματος θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των εμπορικών συναλλαγών αλλά και την απρόσκοπτη λειτουργία της κοινωνικής, εμπορικής και οικονομικής ζωής του τόπου. Η σοβαρότητα του αδικήματος αναγνωρίζεται τόσο από τη νομολογία όσο και από την νομοθεσία μέσω του ανωτάτου ορίου ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000,00 ή και οι δυο ποινές. Αδικήματα τέτοιας φύσεως όπως με την παρούσα υπόθεση βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και γ' αυτό θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Η συχνότητα αλλά και η ευκολία με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά δικαιολογούν επάξια το χαρακτηρισμό της 'οικονομικής μάστιγας' της κοινωνίας που τους έχουν αποδώσει. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία, του στοιχείου της σοβαρότητας που ενέχεται στα εν λόγω αδικήματα καθώς και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60: "Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις." Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο ομιλεί από μόνο σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας: "Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια." Βέβαια έκτοτε, όπως προαναφέρθηκε, ο νομοθέτης με τον τροποποιητικό νόμο Ν.70(Ι)/2008αύξησε το μέγιστο όριο χρηματικής ποινής σε €10.000,00 ενώ παρέμεινε η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή και οι δυο ποινές. Στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 6649, ημερομηνίας 08.02.01, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι βαρύ επειδή έχει καταλυτικές συνέπειες στα συναλλακτικά ήθη και την εμπορική πίστη. Στην ίδια απόφαση υποδείχθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το αδίκημα αυτό κατάντησε η μάστιγα της εμπορικής ζωής του τόπου. Στη δε υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 663 ποινή άμεσης φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε άτομο που έκδωσε ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού €44.748,27 (ισότιμο σε Λ.Κ.£26.190) αφού λήφθηκε υπόψη η παραδοχή και συνεργασία του, η εξόφληση των επιταγών σε μεταγενέστερο στάδιο, η έλλειψη καταδικών και οι οικογενειακές του συνθήκες, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως το ότι οι επιταγές τελικά εξοφλήθηκαν λίγες μέρες πριν από την επιβολή της ποινής, αν και δεν μειώνει τη σημασία της εξόφλησης τους ως ένδειξης έμπρακτης μεταμέλειας, σίγουρα δεν μπορούσε βεβαίως και να τη χαρακτήριζε ως άμεση τέτοια. Περαιτέρω, τονίστηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως την παρούσα, η νομολογία υποδεικνύει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φυλάκισης ακριβώς για το σκοπό που η ποινή φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις επιδιώκει να εξυπηρετήσει, δηλαδή την καταστολή της ευρύτατης εκδήλωσης τέτοιων αδικημάτων τα οποία και πλήττουν τη θεμελιακή ασφάλεια και εντιμότητα των συναλλαγών. Επιπλέον, στην υπόθεση Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd
(2002)2 Α.Α.Δ. 368 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν δημόσιος υπάλληλος, με λευκό ποινικό μητρώο, πατέρας τριών παιδιών δύο από τα οποία ήταν φοιτητές. Ακόμη, στην υπόθεση Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701 τονίστηκαν τα ακόλουθα: "Αναφορικά με την εισήγηση για παροχή της τελευταίας ευκαιρίας στον εφεσείοντα δεν υπάρχει κανόνας δικαίου ο οποίος υπαγορεύει την παροχή τέτοιας ευκαιρίας. Η κάθε περίπτωση εξετάζεται ανάλογα με τα δικά της περιστατικά σε συνάρτηση με όλους τους παράγοντες οι οποίοι διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αποτελεί καθόλα θεμιτό μέτρο τιμωρίας και στις περιπτώσεις παραβατών με λευκό μητρώο αν ένα τέτοιο μέτρο κρίνεται αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη." Περαιτέρω, στην υπόθεση Νέλλυ Λούτσιου v. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343 το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου, επέβαλε στην κατηγορούμενη ποινές φυλάκισης 10 μηνών σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε αναφορικά με την έκδοση τριών επιταγών χωρίς αντίκρισμα για την αγορά μετοχών συνολικής αξίας Λ.Κ.£1.738.282. Στην υπόθεση Ηλίας Λάζος Λτδ v. Πετεβίνου
(1994)2 Α.Α.Δ 61 ποινή φυλάκισης δύο μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο ποινικού μητρώου με σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω ασθένειας της συζύγου του και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών και αφού λήφθηκαν υπόψη δύο προηγούμενες υποθέσεις που διαπράχθηκαν 2 χρόνια πριν από την καταδίκη του επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ 108 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου που διέπραξε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το μεγάλο ποσό που σημειώνεται στην επίδικη επιταγή. (γ) Την πρόκληση οικονομικής ταλαιπωρίας στον παραπονούμενο. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την πλήρη διευθέτηση της πληρωμής της επίδικης επιταγής έστω και σ' αυτό το στάδιο με τον παραπονούμενο να δηλώνει ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο, πράγμα που εκλαμβάνω ως έμπρακτη μεταμέλεια από μέρους του κατηγορουμένου. (γ) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε την επίδικη επιταγή ως εγγυητής και χωρίς ουσιαστικά να έχει αποκομίσει οποιοδήποτε προσωπικό όφελος. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές αναφέρονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και υποδείχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι 56 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών ηλικίας 31 και 23 ετών αντίστοιχα. · Προέρχεται από εκτοπισμένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. · Το ότι εργάζεται ως υπάλληλος στην Αρχή Λιμένων με πέραν των 30 ετών υπηρεσία. · Το ότι έχει χρέος ύψους €120.000,00 στην Τράπεζα Κύπρου, χρέος ύψους €200.000,00 στη Λαϊκή Τράπεζα και χρέος ύψους €40.000 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο της ΠΑΣΥΔΥ. · Το ότι διαμένει μαζί με τη σύζυγο του σε ιδιόκτητη κατοικία στην οποία είναι συνιδιοκτήτης μαζί με τη σύζυγο του, κατέχει ένα αγροτικό τεμάχιο στο Πισσούρι και ότι διαθέτει όχημα μάρκας Mercedes αγοραίας αξίας €4.000,00. · Το ότι πάσχει από την σπάνια ασθένεια Multiple Exostosis για την οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. · Το ότι ο μεγαλύτερος υιός του αντιμετώπιζε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει παρόμοιας φύσεως ασθένεια με αυτή του κατηγορουμένου αλλά σε σοβαρότερη μορφή με αποτέλεσμα η κατάσταση της υγείας του να είναι κρίσιμη και να αδυνατεί έτσι να εργαστεί. Συνεπεία της ασθένειας που αντιμετωπίζει ο εν λόγω υιός του κατηγορουμένου υπεβλήθηκε σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις ενώ παράλληλα τυγχάνει συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης. Γενικά λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο 3,5 χρόνια περίπου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, πλην όμως αυτό δεν οφείλεται στον παραπονούμενο. Το αδίκημα διαπράχτηκε περί τις 30.04.09 και το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 11.12.09 χωρίς έτσι να σημειώνεται οποιαδήποτε υπέρμετρη καθυστέρηση. Ούτε η παρέλευση του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και μετέπειτα λαμβάνεται υπόψη καθότι από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης διαπιστώνεται πως ο χρόνος που διέρρευσε οφείλεται σε αιτήματα αναβολών που είτε αιτήθηκε ο κατηγορούμενος είτε συναίνεσε σ' αυτά καθώς επίσης και στο χρόνο που απαιτήθηκε για να διεξαχθεί η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης (βλέπε Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως υπέβαλε στο Δικαστήριο πως η μη παραδοχή και η διεξαγωγή ακρόασης δεν πρέπει να θεωρηθούν επιβαρυντικοί παράγοντες. Ασφαλώς και το Δικαστήριο δεν τους θεωρεί ως τέτοιους. Αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορουμένου η όποια απάντηση του στις κατηγορίες που του απαγγέλλονται και βεβαίως με βάση το συνταγματικό τεκμήριο της αθωότητας είναι αθώος μέχρι την πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας απόδειξη ενοχής του από το Δικαστήριο. Συνεπώς, το ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε μη παραδοχή για τον όποιο λόγο ο ίδιος πίστευε καθώς και η διεξαγωγή ακρόασης ένεκα της μη παραδοχής του σε καμία περίπτωση εκλαμβάνονται ως επιβαρυντικοί παράγοντες. Όσον αφορά τη θέση του κυρίου Λουιζίδη με την οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε πως τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση υποδεικνύουν ότι δεν υπήρχε ο σκοπός της απάτης και της καταδολίευσης από μέρους του κατηγορουμένου με τη χρήση της επιταγής, το Δικαστήριο απλά παραπέμπει στο κείμενο της απόφασης του ημερομηνίας 17.10.12 μέσα από την οποία δίδεται απάντηση. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη του και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς των σχετικών με το αδίκημα νόμων και κανονισμών αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της. Παράλληλα, το Δικαστήριο οφείλει να προστατεύσει το κοινό που καθημερινά συναλλάσσεται με αυτό το είδος πληρωμής ή συχνά χρησιμοποιεί αυτό το είδος συναλλαγής για να διευκολυνθεί οικονομικά και ταυτόχρονα να διαφυλάξει τα οικονομικά και συναλλακτικά ήθη της χώρας μας. Δυστυχώς μόνο με την επιβολή αυστηρών ποινών επιτυγχάνονται τα πιο πάνω. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Αυτό εξάλλου ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως υπέβαλε ότι τυχόν επιβολή ποινή άμεσης φυλάκισης θα είχε ολέθριες συνέπειες για την εργοδότηση του κατηγορουμένου ενώ ταυτόχρονα θα ήταν τιμωρία δυσανάλογη του αδικήματος που διέπραξε. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση αυτή. Η συνδυασμένη μελέτη και ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, των άρθρων 2 και 9 του Περί της Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου, Ν.38/73μετά των συναφών τροποποιήσεων, τους Περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας Υπαλλήλων) Κανονισμοί του 1997 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κ.Δ.Π.114/97) καθώς και των άρθρων 2 και 84 του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, Ν.1/90μετά των συναφών τροποποιήσεων, οδηγούν στο συμπέρασμα πως οι όποιες συνέπειες ενδεχομένως ο κατηγορούμενος αντιμετωπίσει στην εργασία του δεν σχετίζονται με το είδος της ποινής που θα του επιβληθεί συνεπεία της καταδίκης του. Όσον αφορά το αδίκημα, όπως έχει ήδη εξηγηθεί πιο πάνω, είναι εκ φύσεως σοβαρό και καθίσταται σοβαρότερο ένεκα της ανησυχητικής έξαρσης που παρουσιάζει. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο με λευκό ποινικό μητρώο. Παρόλο ότι έχουν περάσει 3,5 περίπου χρόνια από την διάπραξη του αδικήματος εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος δεν παραγνωρίζω ότι η έκδοση της επιταγής έγινε υπό την ιδιότητα του εγγυητή και χωρίς ουσιαστικά να αποκομίσει οποιοδήποτε προσωπικό όφελος. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την έμπρακτη μεταμέλεια που ο κατηγορούμενος επέδειξε με την πλήρη διευθέτηση της πληρωμής της επίδικης επιταγής που αφορά ένα μεγάλο ποσό έτσι ώστε ο παραπονούμενος να δηλώνει ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον παραπονούμενο, ιδιαίτερα όταν αυτή η έμπρακτη μεταμέλεια επιτυγχάνεται υπό το βάρος συνθηκών της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Οι πιο πάνω παράγοντες δείχνουν ότι πρόκειται για μία μεμονωμένη απερίσκεπτη ενέργεια στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος. Λαμβάνω ακόμη υπόψη μου το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίσει αρνητικές συνέπειες στην εργασία του ως υπάλληλος στην Αρχή Λιμένων. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει τα σοβαρά προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή καθώς επίσης τα προβλήματα υγείας που ο μεγαλύτερος υιός του αντιμετωπίζει τα οποία τον ταλαιπώρησαν και εξακολουθούν να τον ταλαιπωρούν ως αποτέλεσμα των οποίων τυγχάνει συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούσας αρχής και εναντίον του κατηγορουμένου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Sentence Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα/Άρθρο 305Α
(1)Κεφ.154/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο