← Κύπρος

ALFA CONCRETE LTD ν. GT MONTECHRISTO STEEL GENERAL CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17232/10, 15/10/2012

ALFA CONCRETE LTD ν. GT MONTECHRISTO STEEL GENERAL CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17232/10, 15/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17232/10 ALFA CONCRETE LTD v.

  1. G.T. MONTECHRISTO STEEL & GENERAL CONSTRUCTION LTD
  2. Γεώργιος Μ. Θεοδούλου Μόντε Χρίστο Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15.10.12 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Φ. Αποστολίδης Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Γ. Λουιζίδης Κατηγορούμενος 2: απών ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη 1 βρέθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή στην κατηγορία της έκδοσης επιταγής η οποία δεν τιμήθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της άνευ ευλόγου αιτίας από τον εκδότη της κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ενώ ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παροχής συνδρομής και/ή παρακίνησης και/ή βοήθειας στην κατηγορούμενη 1 στη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ.
  1. Προτού ολοκληρωθεί η δίκη ο κατηγορούμενος 2 αναχώρησε για το εξωτερικό χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 10.10.12 αποφάσισε τη συνέχιση και ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας στην απουσία του κατηγορουμένου 2 για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτή. Ως γεγονότα στην υπόθεση αυτή η κατηγορούσα αρχή ανάφερε τα εξής:
  2. Η κατηγορουμένη 1 είναι ιδιωτική εταιρεία με έδρα την Λεμεσό και ο κατηγορούμενος 2 είναι Διευθυντής της.
  3. Η παραπονούμενη είναι ιδιωτική εταιρεία με έδρα την Λεμεσό και η οποία ασχολείται με την πώληση ετοίμου σκυροδέματος.
  4. Η κατηγορουμένη 1 ήταν πελάτης της παραπονούμενης εταιρείας και κατά διαστήματα αγόραζε ποσότητες ετοίμου σκυροδέματος επί πιστώσει και ακολούθως εξοφλούσε το χρέος της που δημιουργείτο.
  5. Από την 27.8.2009 μέχρι και την 12.11.2009 η κατηγορουμένη 1 εταιρεία αγόρασε και παρέλαβε από την παραπονούμενη εταιρεία, ποσότητες ετοίμου σκυροδέματος που η αξία του ανήλθε στο συνολικό ποσό των €10.190,
  6. Στις 1.12.2009 η κατηγορουμένη 1, εξέδωσε επ΄ ονόματι της ALFA CONCRETE LTD και παρέδωσε προς την παραπονουμένη την επίδικη επιταγή με αριθμό 06159306 της MARFIN LAIKI BANK, ημερομηνίας 15.4.2010, για το ποσό των €10.190,15 προς εξόφληση του χρεωστικού λογαριασμού που διατηρούσε προς την παραπονούμενη.
  7. Την επίδικη πιο πάνω επιταγή την συμπλήρωσε, την υπέγραψε και την παράδωσε προς τους παραπονουμένους, ο κατηγορούμενος 2 Διευθυντής της κατηγορουμένης
  8. Η παραπονουμένη εταιρεία κατά την 15.4.2010 ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, ζήτησε την εξόφληση της επιταγής από την εκδότρια τράπεζα της κατηγορουμένης.
  9. Η εκδότρια τράπεζα - MARFIN LAIKI BANK, επέστρεψε ανεξαργύρωτη την επιταγή με την δικαιολογία ότι η κατηγορουμένη 1 με την συνδρομή του κατηγορουμένου 2 προκάλεσαν την μη έκδοση της επιταγής με την ανάκληση της εντολής προς την τράπεζα κατά την 9.4.2010, με την δικαιολογία ότι θα εξοφλούσαν τους παραπονούμενους με την καταβολή μετρητών (cash payment).
  10. Έκτοτε έχουν περάσει πέραν των 15 ημερών από την ημερομηνία που η επίδικη επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα και η επίδικη επιταγή δεν έχει τιμηθεί και/ή δεν έχει εξαργυρωθεί μέχρι σήμερα.
  11. Δεν υπάρχουν προηγούμενες παρόμοιες καταδίκες για τους κατηγορουμένους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 συμφώνησε πλήρως με την έκθεση των γεγονότων από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρθηκε στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου
  12. Περαιτέρω ο κ. Λουϊζίδης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπήρξε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή μετά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος ανάφερε ότι υπήρξε αλλαγή απάντησης από μέρους των πελατών του μόλις έγινε αντιληπτή η αδυναμία προώθησης υπεράσπισης από μέρους των πελατών του μετά που κατάφερε να εξασφαλίσει το τραπεζικό έντυπο γραπτών εντολών. Περαιτέρω ο κ. Λουιζίδης ανάφερε στο Δικαστήριο αναφορικά με το θέμα επιβολής της κατάλληλης ποινής στους πελάτες του πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει ποινή άμεσης φυλάκισης στον κατηγορούμενο 2 επειδή λόγω της φυγοδικίας του κάτι τέτοιο καθίσταται εξ αντικειμένου αδύνατο. Είναι η θέση του κ. Λουιζίδη ότι σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο 2 με οδηγίες να εκτελεστεί όταν συλληφθεί δεν θα θεωρείται ποινή άμεσης φυλάκισης. Θα μπορούσε είπε το Δικαστήριο να επιβάλει οποιανδήποτε άλλη ποινή περιλαμβανομένης και της ποινής φυλάκισης με αναστολή. Πλήρης έκτασης των θέσεων του κ. Λουιζίδη έχουν καταγραφεί στο πρακτικό του Δικαστηρίου λαμβάνονται υπόψη, αξιολογούνται ανάλογα και δεν χρειάζεται να αναληθούν ή να αναφερθούν επί λέξει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία παραδέχτηκαν ενοχή οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής η οποία δεν τιμάται λόγω ανάκλησης της πληρωμής της άνευ ευλόγου αιτίας από τον εκδότη της είναι σοβαρό επειδή ενέχει τα στοιχεία της κατάχρησης εμπιστοσύνης, της εξαπάτησης, της οικονομικής εκμετάλλευσης και της ταλαιπωρίας των θυμάτων. Παράλληλα, η διάπραξη του αδικήματος θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των εμπορικών συναλλαγών αλλά και την απρόσκοπτη λειτουργία της κοινωνικής, εμπορικής και οικονομικής ζωής του τόπου. Η σοβαρότητα του αδικήματος αναγνωρίζεται τόσο από τη νομολογία όσο και από την νομοθεσία μέσω του ανωτάτου ορίου ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000,00 ή και οι δυο ποινές. Αδικήματα τέτοιας φύσεως όπως με την παρούσα υπόθεση βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και γ' αυτό θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Η συχνότητα αλλά και η ευκολία με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά δικαιολογούν επάξια το χαρακτηρισμό της 'οικονομικής μάστιγας' της κοινωνίας που τους έχουν αποδώσει. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία, του στοιχείου της σοβαρότητας που ενέχεται στα εν λόγω αδικήματα καθώς και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60, η οποία αν και αναφέρεται σε ακάλυπτες επιταγές εντούτοις το νόημα και η σημασία της απευθύνεται σε κάθε είδους μη τιμηθείσες επιταγές περιλαμβανομένου και αυτών που ο εκδότη τους προκαλεί τη μη πληρωμή τους χωρίς εύλογη αιτία: "Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις." Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο ομιλεί από μόνο σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας, το νόημα και η σημασία και πάλι αγγίζει κάθε είδους επιταγή που δεν έχει τιμηθεί, περιλαμβανομένης και της περίπτωσης όπου ο εκδότης της προκάλεσε τη μη εξόφληση της χωρίς εύλογη αιτία: "Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια." Βέβαια έκτοτε, όπως προαναφέρθηκε, ο νομοθέτης με τον τροποποιητικό νόμο Ν.70(Ι)/2008αύξησε το μέγιστο όριο χρηματικής ποινής σε €10.000,00 ενώ παρέμεινε η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή και οι δυο ποινές. Πιο κάτω παραθέτω νομολογία που αν και απευθύνεται σε επιταγές χωρίς αντίκρισμα εντούτοις το νόημα τους και η σημασία τους καλύπτουν και τις περιπτώσεις επιταγών των οποίων η πληρωμή τους ανακλήθηκε χωρίς εύλογη αιτία από τον εκδότη τους καθότι και αυτές αφορούν επιταγές που δεν έχουν τιμηθεί. Στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 6649, ημερομηνίας 08.02.01, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι βαρύ επειδή έχει καταλυτικές συνέπειες στα συναλλακτικά ήθη και την εμπορική πίστη. Στην ίδια απόφαση υποδείχθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το αδίκημα αυτό κατάντησε η μάστιγα της εμπορικής ζωής του τόπου αφού ένας κοινότατος τρόπος συναλλαγής μεταβλήθηκε από τους επιτήδειους σε όργανο εξαπάτησης Στη δε υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 663 ποινή άμεσης φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε άτομο που έκδωσε ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού €44.748,27 (ισότιμο σε Λ.Κ.£26.190) αφού λήφθηκε υπόψη η παραδοχή και συνεργασία του, η εξόφληση των επιταγών σε μεταγενέστερο στάδιο, η έλλειψη καταδικών και οι οικογενειακές του συνθήκες, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως το ότι οι επιταγές τελικά εξοφλήθηκαν λίγες μέρες πριν από την επιβολή της ποινής, αν και δεν μειώνει τη σημασία της εξόφλησης τους ως ένδειξης έμπρακτης μεταμέλειας, σίγουρα δεν μπορούσε βεβαίως και να τη χαρακτήριζε ως άμεση τέτοια. Περαιτέρω, τονίστηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως την παρούσα, η νομολογία υποδεικνύει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φυλάκισης ακριβώς για το σκοπό που η ποινή φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις επιδιώκει να εξυπηρετήσει, δηλαδή την καταστολή της ευρύτατης εκδήλωσης τέτοιων αδικημάτων τα οποία και πλήττουν τη θεμελιακή ασφάλεια και εντιμότητα των συναλλαγών (βλέπε Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd
(2002)2 Α.Α.Δ. 368). Περαιτέρω, στην υπόθεση Νέλλυ Λούτσιου v. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343 το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου, επέβαλε στην κατηγορούμενη ποινές φυλάκισης 10 μηνών σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε αναφορικά με την έκδοση τριών επιταγών χωρίς αντίκρισμα για την αγορά μετοχών συνολικής αξίας Λ.Κ.£1.738.282. Στην υπόθεση Ηλίας Λάζος Λτδ v. Πετεβίνου
(1994)2 Α.Α.Δ 61 ποινή φυλάκισης δύο μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο ποινικού μητρώου με σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω ασθένειας της συζύγου του και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών και αφού λήφθηκαν υπόψη δύο προηγούμενες υποθέσεις που διαπράχθηκαν 2 χρόνια πριν από την καταδίκη του επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ 108 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου που διέπραξε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονούν το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής των κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση τους: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το μεγάλο ποσό που σημειώνεται στην επίδικη επιταγή η οποία δεν έχει τιμηθεί. (γ) Το μεγάλο ύψος της απώλειας για την δικαιούχο το οποίο ισοδυναμεί με το συνολικό ποσό της επιταγής, το οποίο ενώ προοριζόταν για την παραπονούμενη εταιρεία η τελευταία το στερήθηκε ένεκα της διάπραξης των αδικημάτων από τους κατηγορουμένους. (δ) Το ότι ακόμη και μέχρι σήμερα η παραπονούμενη εταιρεία δεν έχει αποζημιωθεί είτε πλήρως είτε μερικώς, πράγμα που εκλαμβάνω ως επίδειξη μη έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους των κατηγορουμένων. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (β) Την παραδοχή τους έστω και αν αυτή έγινε σε στάδιο μετά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει εξηγήσει ο κ. Λουιζίδης αναφορικά με το θέμα και τον χρόνο που δαπανήθηκε σε σχέση με την αλλαγή απάντησης τους. (γ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, όπως αυτές αναφέρονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι 40 ετών πρόσφυγας, έγγαμος και πατέρας δύο ανήλικων θυγατέρων ηλικίας 4 και 3 ετών αντίστοιχα. · Το ότι η σύζυγος του δεν εργάζεται. · Τα εισοδήματα του δεν προέρχονται από την εταιρεία που διατηρεί στην Κύπρο αλλά ανέρχονται σε κέρδη ύψους €8.000,00 μέχρι €15.000,00 περίπου ανά τρίμηνο από εργοστάσιο κατασκευής επίπλων στην Λατινική Αμερική στο οποίο κατέχει το 40% των μετοχών, χρέη ύψους €580.000,00, περιουσιακά στοιχεία που αποτελούνται από την οικία στην οποία διαμένει ο ίδιος μαζί με την οικογένεια του και αυτοκίνητο τύπου Pajero και αποταμιεύσεις που δεν υπάρχουν. Γενικά λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τους κατηγορουμένους. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στους κατηγορουμένους 2,5 χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, πλην όμως αυτό, ως συνάγεται από τα πιο πάνω αλλά και από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.10.12, δεν οφείλεται στον παραπονούμενο αλλά στην συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Το αδίκημα διαπράχτηκε περί τις 15.04.10 και το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 12.07.10 χωρίς έτσι να σημειώνεται οποιαδήποτε υπέρμετρη καθυστέρηση. Ούτε η παρέλευση του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και μετέπειτα λαμβάνεται υπόψη καθότι από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης αλλά και την προαναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου διαπιστώνεται πως η καθυστέρηση που παρατηρείται δημιουργήθηκε αποκλειστικά από τους κατηγορούμενους αφού αναλώθηκε αρκετός χρόνος για να εντοπίζεται ο κατηγορούμενος 2 κάθε φορά που αυτός απουσίαζε από προγραμματισμένη εμφάνιση του στο Δικαστήριο, στο να εγκρίνονται αιτήματα αναβολών που οι κατηγορούμενοι δια του συνηγόρου τους υπέβαλαν, στο χρόνο που δόθηκε για συμμόρφωση των κατηγορουμένων μετά που αυτοί προέβηκαν σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή των κατηγοριών του κατηγορητηρίου καθώς και στο χρόνο που αναλώθηκε στις ανεπιτυχείς προσπάθειες που καταβλήθηκαν από την αστυνομία για να εντοπιστεί ο κατηγορούμενος 2 μετά τη φυγοδικία του (βλέπε Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη 1 είναι αυτή της χρηματικής ενώ στον κατηγορούμενο 2 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο 2 ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς των σχετικών με τα αδικήματα νόμων και κανονισμών αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της. Παράλληλα, το Δικαστήριο οφείλει να προστατεύσει το κοινό που καθημερινά συναλλάσσεται με αυτό το είδος πληρωμής ή συχνά χρησιμοποιεί αυτό το είδος συναλλαγής για να διευκολυνθεί οικονομικά και ταυτόχρονα να διαφυλάξει τα οικονομικά και συναλλακτικά ήθη της χώρας μας. Δυστυχώς μόνο με την επιβολή αυστηρών ποινών επιτυγχάνονται τα πιο πάνω. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στους κατηγορουμένους 1 και 2 οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - Κατηγορούμενη 1: χρηματική ποινή ύψους €2.000,00 2η κατηγορία - Κατηγορούμενος 2: ποινή φυλάκισης 2 μηνών Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου 2 ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει ποινή άμεσης φυλάκισης επειδή λόγω της φυγοδικίας του κατηγορουμένου 2 κάτι τέτοιο καθίσταται εξ αντικειμένου αδύνατο. Είναι η θέση του κ. Λουιζίδη ότι σε περίπτωση που επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης με οδηγίες να εκτελεστεί όταν συλληφθεί δεν θα θεωρείται ποινή άμεσης φυλάκισης. Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να σημειώσω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης μέσα από την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής δεν διαφώνησε ότι μπορεί υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2 ποινή άμεσης φυλάκισης. Η εισήγηση του συνηγόρου δεν είχε να κάμει με το είδος της ποινής την οποία το Δικαστήριο καλείται σήμερα να επιβάλει αλλά με την υποχρέωση του Δικαστηρίου να δώσει ανασταλτικό χαρακτήρα στην εκτέλεση της ποινής. Η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 είναι και θεωρείται άμεση αλλά το εγειρόμενο θέμα είναι ζήτημα εκτέλεσης της ποινής όπως προκύπτει από την αγγλική υπόθεση R. V. Jones (R.E.W.) (No. 2) 1972, 2 All E.R. όπου το Δικαστήριο ασχολήθηκε με αίτηση του καταδικασθέντα για παράταση χρόνου καταχώρησης έφεσης όταν ο κατηγορούμενος εξεδόθη από την Δανεία στην Αγγλία για να εκτίσει την ποινή του δύο χρόνια μετά την καταδίκη και ποινή του. Έπεται ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται ως αβάσιμη. Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των γεγονότων και περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικονομικών, επαγγελματικών και οικογενειακών συνθηκών του κατηγορουμένου 2, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Το Δικαστήριο δεν μένει απαθής μπροστά στα προβλήματα στις επιπτώσεις που θα έχει η προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή του κατηγορουμένου 2 αλλά και της οικογένειας του, πλην όμως δεν είναι τέτοια που θα έκλιναν την πλάστιγγα προς την κατεύθυνση της αναστολής (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση της ποινής φυλάκισης αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 άρχεται από την ημερομηνία που η Αστυνομία θα συλλάβει τον καταδικασθέντα για σκοπούς εκτέλεσης της παρούσας ποινής. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούσας αρχής και εναντίον της κατηγορούμενης 1 μειωμένα όμως κατά το ήμισυ. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Sentence Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Ανάκληση πληρωμής επιταγής/Άρθρο 305Α
(2)και
(3)Κεφ.154/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.