Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αθηνά Παπακώστα, Αρ. Υπόθεσης: 24151/10, 30/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24151/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Αθηνά Παπακώστα Κατηγορούμενης ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30/11/2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολέωντος. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αλ. Τσιρίδης. Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, αυτή στις 12/04/2010 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, στη συμβολή των οδών Απ. Πέτρου και Παύλου με την Τερψιχόρης, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚMW 208 δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 4853 Γιώργο Χ΄΄ Ναθαναήλ (Μ.Κ.1) και την κα Κατερίνα Παπαντωνίου (ΜΚ.2). Η κατηγορούμενη, μετά που κρίθηκε ένοχη εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο η Κατηγορούσα αρχή όπως προκύπτει από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, είναι ότι η κατηγορούμενη στις 12/04/2010 ενώ οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΚΜW 208 στην οδό Τερψιχόρης, στη Λεμεσό, φθάνοντας στη συμβολή της εν λόγου οδού με την οδό Απ. Πέτρου & Παύλου, εισήλθε σε αυτήν με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία της παραπονούμενης και οδηγού του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΗΧΕ 168 η οποία κινείτο σε αυτήν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν τα δύο πιο πάνω οχήματα να συγκρουστούν μεταξύ τους και να προκληθούν υλικές ζημιές και τραυματισμοί των ενεχόμενων οδηγών. Η θέση της κατηγορούμενης, όπως προκύπτει από την ανώμοτη της δήλωση και την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία σχετικά με το επίδικο δυστύχημα, είναι ότι όταν έφθασε στη συμβολή της οδού Τερψιχόρης με την οδό Απ. Πέτρου & Παύλου, αυτή σταμάτησε στο σημείο αλτ της πορείας της, έλεγξε την τροχαία κίνηση τόσο από τα δεξιά της όσο και από τα αριστερά της για να βεβαιωθεί ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος προτού εισέλθει σε αυτόν. Εντόπισε ένα αυτοκίνητο το οποίο κινείτο στην οδό Απ. Πέτρου & Παύλου στα 100 περίπου μέτρα και κατευθυνόταν δυτικά. Η ίδια είχε πρόθεση να εισέλθει στην πιο πάνω οδό και να κατευθυνθεί ανατολικά. Στην αριστερή λωρίδα που θα τηρούσε εισερχόμενη στην πιο πάνω οδό δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο και ξεκίνησε από το αλτ στρίβοντας το τιμόνι της προς τα αριστερά - ανατολικά. Μόλις εισήλθε στην οδό Απ. Πέτρου & Παύλου, το αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη προς αυτήν λωρίδα, μπήκε στη δική της λωρίδα και προσέκρουσε στο μπροστινό μέρος και στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη στα πλαίσια της κατωτέρω αξιολόγησης όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν για να διαφανεί και η λεπτομερής θέση τους. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 2) και αργότερα βάσει αυτού συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Επίσης, ανέφερε τις περαιτέρω ενέργειες και εμπλοκή του στην υπόθεση αυτή λέγοντας ότι πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 4) και ακολούθως την κατηγόρησε γραπτώς για τo αδίκημα που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο και αφού της επέστησε του προσοχή της στο Νόμο του απάντησε: «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 5). Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο έντυπο ζημιών του οχήματος της παραπονουμένης (τεκμήριο 6) και έντυπο ζημιών του οχήματος της κατηγορούμενης (τεκμήριο 7). Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό και στόχο να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος καταθέτοντας τα σχέδια της σκηνής και την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή. Δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι αυτός ήταν μεροληπτικός κατά τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος ή ότι είχε οποιαδήποτε σχέση είτε με την κατηγορούμενη ή με την παραπονούμενη. Παρόλα αυτά όμως, ο μάρτυρας αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Κατ' αρχή στα σχέδια της σκηνής απεικονίζεται η συμβολή της οδού Τερψιχόρης με την οδό Απ. Πέτρου & Παύλου. Η οδός Απ. Πέτρου & Παύλου είναι ο κύριος δρόμος και η οδός Τερψιχόρης η πάροδος στην οποία υπάρχει σημείο αλτ. Η πορεία του οχήματος της κατηγορουμένης δεικνύεται με το γράμμα Α και αρχίζει από την οδό Τερψιχόρης με νότια κατεύθυνση και στην συμβολή με την οδό Απ. Πέτρου & Παύλου έχει κλίση δεξιά, δηλαδή ανατολική κατεύθυνση εντός της εν λόγο οδού. Η πορεία του οχήματος της παραπονουμένης δεικνύεται με το γράμμα Β και αυτή βρίσκεται στην οδό Απ. Πέτρου & Παύλου έχοντας δυτική κατεύθυνση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι πορείες αυτές υποδείχθηκαν από τους δύο οδηγούς. Οι πορείες αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και κρίνω ότι αυτές αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων γι αυτό τις αποδέχομαι. Επίσης, διαφάνηκε ότι οι διάφορες μετρήσεις που σημειώνονται στο σχέδιο δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση ούτε έχει προκύψει ότι αυτές ενδεχομένως να είναι λανθασμένες. Ως εκ τούτου τις αποδέχομαι. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι το πλάτος της οδού Απ. Πέτρου & Παύλου στη σημείο σύγκρουσης είναι 6,60 μέτρα. Το σημείο Χ σημειώνεται στα 4 μέτρα από τη νότια άκρη του δρόμου. Το σημείο αυτό σημειώθηκε από το μάρτυρα με βάση τις τελικές θέσεις των οχημάτων στη σκηνή. Επίσης, με το σημείο αυτό συμφώνησαν και οι δύο ενεχόμενοι στο δυστύχημα οδηγοί, μετά που τους υποδείχθηκε το πρόχειρο σχέδιο το οποίο και υπέγραψαν ως ορθό. Το σημείο αυτό αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αμφισβητήθηκε η ορθότητα του. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός έδωσε τη εξήγηση του για το λόγο που το σημείωσε εκεί. Παρόλο που δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για το πώς αυτό δικαιολογείται να είναι εκεί με βάση τις τελικές θέσεις των οχημάτων όπως είπε, εντούτοις κρίνω ότι θα πρέπει να το αποδεκτώ ως το ορθό σημείο. Η θέση του για το σημείο αυτό είναι αποδεκτή από την πλευρά της υπεράσπισης και η οποία σε κανένα στάδιο το αμφισβήτησε ούτε ζήτησε περισσότερες διευκρινήσεις. Περαιτέρω, δεν έχει προκύψει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε άλλο που να καταδεικνύει ότι ενδεχομένως το εν λόγω σημείο να είναι λανθασμένο ή αυτό να είναι κάπου αλλού. Επίσης, η παραπονούμενη συμφώνησε με αυτό και υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι θα πρέπει να αποδεκτώ το σημείο αυτό ως το ορθό και το αποδέχομαι. Προκύπτει από το σημείο Χ ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έλαβε χώρα στη λωρίδα κυκλοφορίας της κατηγορουμένης, έχοντας υπόψη το συνολικό πλάτος του δρόμου. Επίσης, προκύπτει από το σχέδιο της σκηνής ότι η τελική θέση του οχήματος της κατηγορουμένης βρίσκεται στην οδό Απ. Πέτρου & Παύλου, σε διαγώνια κλίση προς τα ανατολικά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση. Η αριστερή πισινή γωνιά του οχήματος εφάπτεται επί της αριστερής άκρης του δρόμου ενώ η δεξιά μπροστινή δεξιά γωνιά του βρίσκεται στο σημείο Χ. Η τελική θέση του οχήματος της παραπονουμένης βρίσκεται διαγώνια εντός της οδού Απ. Πέτρου & Παύλου και η αριστερή πισινή γωνιά του απέχει 0,10 εκατοστά από τη νότια άκρη της εν λόγο οδού ενώ η μπροστινή αριστερή γωνιά 2,40 μέτρα. Η μπροστινή δεξιά γωνιά του εν λόγο οχήματος βρίσκεται απέναντι και ελαφρώς πιο πίσω από το σημείο Χ. Το μήκος του οχήματος της παραπονούμενης είναι 3,70 μέτρα και το πλάτος του 1,60 μέτρα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η ορατότητα σε σχέση με την πορεία Α από το σημείο αλτ τη συμβολής προς δυτικά είναι 65 μέτρα και προς ανατολικά δηλαδή προς την πορεία που κινήθηκε η κατηγορούμενη, 50 μέτρα. Σε σχέση με τις ζημιές, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στο όχημα της κατηγορουμένης ήταν στη δεξιά μπροστινή γωνιά, φτερό και προφυλακτήρα (βλ. επίσης τεκμήριο 7) ενώ της παραπονουμένης στην μπροστινή δεξιά γωνιά, στο φτερό, καπώ και δεξιά πόρτα του οδηγού. Να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας αυτός δεν εξήγησε ούτε προέβηκε σε οποιαδήποτε ανάλυση αναφορικά με τον τρόπο που θα μπορούσαν να προκληθούν οι εν λόγω ζημιές και κατ' επέκταση ποιος από τους δύο οδηγούς κτύπησε ποιόν. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, τις εξηγήσεις που έδωσε ο μάρτυρας σε σχέση με την πραγματική μαρτυρία και το σχέδιο της σκηνής καθώς επίσης και του γεγονότος ότι η αντεξέταση του είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού στην ολότητα της και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη και η οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος στο επίδικο δυστύχημα. Ανέφερε τον τρόπο που η ίδια αντιλήφθηκε να επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα λέγοντας ότι αυτή τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Απ. Πέτρου & Παύλου έχοντας δυτική κατεύθυνση όταν σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά τη συμβολή με την οδό Τερψιχόρης ένιωσε ένα δυνατό κτύπημα στα δεξιά της και σταμάτησε. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτής και παρατηρώ ότι αυτή παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες καθώς επίσης συγκρούεται και με την πραγματική μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε στο Δικαστήριο και η οποία έχει γίνει αποδεκτή. Η μάρτυρας αυτή φάνηκε ότι σε κανένα στάδιο πριν από τη σύγκρουση αντιλήφθηκε το όχημα της κατηγορουμένης καθώς επίσης και την πορεία που ακολούθησε και πότε αυτό εξήλθε από το σημείο αλτ της πορείας του και πού η ίδια βρισκόταν κατά τον χρόνο αυτό. Περιοριζόταν να αναφέρει ότι αυτή πήγαινε ευθεία εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της όταν ένιωσε ένα κτύπημα στα δεξιά της. Επίσης, προκύπτει από τη μαρτυρία της ότι αυτή ήταν κατηγορηματική σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε. Επέμενε ότι τηρούσε την άκρη αριστερή πλευρά του δρόμου αποκλείοντας ακόμη και το ενδεχόμενο αυτή να βρισκόταν κοντά στο κέντρο του δρόμου. Λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο δρόμος στο σημείο δεν διαχωριζόταν από οποιαδήποτε γραμμή και το ενδεχόμενο η θέση αυτή της μάρτυρος να είναι η υποκειμενική της αντίληψη, πλην όμως με την επιμονή και βεβαιότητα της σε σχέση με το ποιο μέρος του δρόμου κρατούσε πριν από τη σύγκρουση καθιστά για το Δικαστήριο επικίνδυνο και ακροσφαλές να συμπεράνει οτιδήποτε άλλο πέραν από αυτό που ανέφερε. Η θέση της αυτή όμως, συγκρούεται με το σημείο σύγκρουσης το οποίο έχει προκύψει ότι αυτό βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της παραπονούμενης. Όπως η ίδια επίσης στην κατάθεση της αναφέρει συμφωνεί με το εν λόγο σημείο σύγκρουσης. Όταν της υποβλήθηκε αυτό κατά την αντεξέταση της το αρνήθηκε και διαφώνησε με το εν λόγο σημείο και επέμενε ότι αυτή οδηγούσε εξ' ολοκλήρου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της. Τα πιο πάνω δεν αφήνουν άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από του να απορρίψει την εκδοχή της σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Θεωρώ ότι σε κάποιο στάδιο, έστω και αμέσως πριν από τη σύγκρουση θα έπρεπε να αντιληφθεί το όχημα της κατηγορούμενης δεδομένου και των ζημιών που υπήρχαν στα ενεχόμενα οχήματα και ειδικότερα στο όχημα της παραπονουμένης. Αυτά βρίσκονταν στο μπροστινό δεξιό του μέρος. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να δώσει και μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το πώς κινήθηκε το όχημα της κατηγορουμένης, από πού και πότε εισήλθε στο δρόμο και πού αυτή βρισκόταν. Τα πιο πάνω γεγονότα κρίνω ότι θα ήταν σημαντικά για το Δικαστήριο δεδομένης και της θέσης της κατηγορούμενης για τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της παραπονούμενης και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Η μαρτυρία της είναι γενική και συγκρούεται και με την πραγματική μαρτυρία. Επομένως, απορρίπτεται στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, η κατηγορούμενη προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση (βλ. τεκμήριο 9). Σε αυτήν υιοθετεί το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 4) καθώς επίσης και το πρόχειρο και συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Επίσης, αναφέρει ότι φθάνοντας στο σημείο αλτ της οδού Τερψιχόρης σταμάτησε στο σημείο αλτ της πορείας της και αφού έλεγξε το δρόμο τόσο από δεξιά όσο και από αριστερά εντόπισε το όχημα της κατηγορουμένης να κινείται στην οδό Απ. Πέτρου & Παύλου με δυτική κατεύθυνση σε απόσταση 100 μέτρων. Η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην πιο πάνω οδό σύμφωνα με την πορεία που θα ακολουθούσε ήταν καθαρή και τότε ξεκίνησε για να εισέλθει σε αυτήν στρίβοντας το τιμόνι της προς τα αριστερά. Μόλις το έπραξε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης μπήκε στη δική της λωρίδα και προσέκρουσε στο μπροστινό μέρος του οχήματος της και στη δεξιά του πλευρά. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή της Κατηγορούμενης δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης, την οποία υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωσή της, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και το περιεχόμενο τόσο της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορουμένης όσο και αυτό της γραπτής της κατάθεσης (τεκμήριο 4) κρίνω ότι, πέραν των αναφορών της οι οποίες συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία που το Δικαστήριο αποδέκτηκε, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε οποιαδήποτε άλλα μέρη αυτών καθότι αποτελούν εξήγηση ή δικαιολογία για τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Ο τρόπος με τον οποίο αναφέρει ότι οδηγούσε το όχημα της η παραπονούμενη καθώς επίσης και η απόσταση που βρισκόταν προτού εξέλθει από το σημείο αλτ δεν συνάδει με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Να σημειωθεί επίσης, ότι η κατηγορούμενη στην αρχική της δήλωση για τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα στο τεκμήριο 2 (πρόχειρο σχέδιο της σκηνής) αναφέρει ότι προτού εξέλθει από το σημείο αλτ έλεγξε το δρόμο και ήταν καθαρός και από τις δύο πλευρές. Οι θέσεις αυτές της κατηγορούμενης δεν έχουν δοθεί ενόρκως και το Δικαστήριο δεν μπορεί να τις αξιολογήσει. Ούτε μπορεί να προβεί σε υπολογισμούς σε σχέση με την απόσταση που διάνυσε μέχρι το σημείο σύγκρουσης από το σημείο του αλτ και το χρόνο που χρειάστηκε για να καταλήξει στην ορθότητα των θέσεων της. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα τόσο στην ανώμοτη της δήλωση όσο και στην γραπτή της κατάθεση και τη δήλωση της στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας των εμπλεκομένων στο επίδικο δυστύχημα και της μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Η κατηγορούμενη στις 12/04/2010 και περί ώρα 10:30 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚMW 208 στην οδό Tερψιχόρης έχοντας νότια κατεύθυνση. Φθάνοντας στη συμβολή με την οδό Απ. Πέτρου & Παύλου, η οποία είναι ο κύριος δρόμος, εισήλθε σε αυτή με πρόθεση να κινηθεί ανατολικά. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο η παραπονούμενη οδηγούσε το όχημα της με αρ. εγγραφής ΗΧΕ 168 στην οδό Απ. Πέτρου & Παύλου με δυτική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο της οδού Απ. Πέτρου & Παύλου, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Το συνολικό πλάτος του δρόμου στο σημείο που έγινε η σύγκρουση είναι 6,60 μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης απέχει 4,00 μέτρα από τη νότια άκρη του δρόμου και βρίσκεται εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της κατηγορουμένης. Από το σημείο αλτ της οδού Τερψιχόρης μέχρι το σημείο σύγκρουσης η απόσταση είναι 7 μέτρα. Το όχημα της κατηγορουμένης όπως βρέθηκε στην τελική του θέση είναι διαγώνια στην οδό Απ. Πέτρου & Παύλου εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία που θα ακολουθούσε. Το όχημα της παραπονουμένης στην τελική του θέση βρίσκεται διαγώνια εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Από τη σύγκρουση προκλήθηκαν ζημιές στο μπροστινό δεξιό φτερό και τροχό, στη δεξιά μπροστινή γωνιά, καπώ και δεξιά πόρτα στο όχημα της παραπονουμένης και στη δεξιά μπροστινή γωνιά, φτερό και προφυλακτήρα στο όχημα της κατηγορουμένης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης κατά την οδήγηση του οχήματος της, τη δεδομένη στιγμή, υπολείπεται από αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έχουν προκύψει οι ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα και ο τρόπος που έκαστος από τους ενεχόμενους οδηγούς οδήγησαν της δεδομένη στιγμή. Το καθήκον που είχε η κατηγορούμενη τη δεδομένη στιγμή ήταν να σταματήσει στο σημείο αλτ της πορείας της, να ελέγξει τη τροχαία κίνηση στην οδό Απ. Πέτρου & Παύλου και αφού ήταν ασφαλές τότε να εξέλθει από αυτήν. Το ενδεχόμενο η παραπονούμενη να μην τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της δεν αναιρεί τίποτε από τις πιο πάνω υποχρεώσεις της. (βλ. Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 A.A.Δ. 746 και Χριστοδούλου v. Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 178). Από τα πραγματικά γεγονότα στα οποία έχει καταλήξει το Δικαστήριο δεν έχει προκύψει ο τρόπος με τον οποίο εξήλθε η κατηγορούμενη από την πάροδο της οδού Τερψιχόρης προς την οδό Απ. Πέτρου & Παύλου και κατά πόσο πριν το πράξει σταμάτησε στο σημείο αλτ της πορείας της. Πέραν τούτου, δεν έχει προκύψει σε πόση απόσταση βρισκόταν η παραπονούμενη κατά την ώρα που η κατηγορούμενη εξήλθε από την πάροδο και με ποια ταχύτητα κινείτο. Ανεξαρτήτως αυτού όμως και δεδομένης της μικρής απόστασης που επεσυνέβη η σύγκρουση από το σημείο αλτ της πορείας της κατηγορουμένης, εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι ο τρόπος που η παραπονούμενη οδήγησε το όχημα της και σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας κινείτο τη δεδομένη στιγμή. Τα πιο πάνω δεν έχουν προκύψει ως ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία που θα ακολουθούσε η κατηγορούμενη. Δεν έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός ότι η παραπονούμενη κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της και κατ' επέκταση δεν μπορεί να εξαχθεί και το συμπέρασμα ότι η είσοδος της κατηγορούμενης είχε ως αποτέλεσμα την αποκοπή της πορείας της παραπονούμενης. Πέραν τούτου, δεν έχει προκύψει κατά πόσο η παραπονούμενη προέβηκε σε οποιαδήποτε κίνηση πριν ή μετά την είσοδο της κατηγορούμενης στο δρόμο. Έχοντας υπόψη μου την απόρριψη, τόσο της εκδοχής της παραπονουμένης όσο και αυτή της κατηγορουμένης που πρόβαλε μέσω της ανώμοτης της δήλωσης και αξιολογώντας τη γραπτή της κατάθεσης, δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα αναφορικά με τον τρόπο οδήγησης των ενεχόμενων στο δυστύχημα οδηγών τη δεδομένη στιγμή και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια και στον απαιτούμενο βαθμό ότι η κατηγορούμενη παρέβηκε οποιονδήποτε από τα καθήκοντα και υποχρεώσεις που είχε υπό τις περιστάσεις. Το βάρος απόδειξης των πιο πάνω φέρει η Κατηγορούσα Αρχή και το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε υπολογισμούς και εικασίες για να διαπιστώσει τα πιο πάνω γεγονότα, όσο εύλογες και αν είναι αυτές (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της κατηγορουμένης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο