Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 14811/10, 5/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14811/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Ανδρέας Κυριάκου Κατηγορούμενου ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 05/10/2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου Για την Κατηγορούμενη: κ. Πογιατζής. Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις Κατηγορίες ως ακολούθως: 1) Αμελής Οδήγηση. 2) Χρήση μη εγγεγραμμένου μηχανοκινήτου οχήματος. 3) Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος άνευ άδειας κυκλοφορίας. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε άμεση παραδοχή στις κατηγορίες 2) και 3) ανωτέρω και αρνήθηκε ενοχή στην 1η κατηγορία και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο γι αυτή την κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 2260 Παναγιώτη Ζακχαίο (Μ.Κ.1) και τον κ. Παύλο Οδυσσέως (ΜΚ.2). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε και δύο μάρτυρες υπεράσπισης τον κ. Παναγιώτη Βανέζη (Μ.Υ.2) και την κα Ελένη Τίρρη (Μ.Υ.3). Η εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο η Κατηγορούσα αρχή είναι ότι ο κατηγορούμενος στις 17/07/2009 ενώ οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής EPB 704 στην οδό Αγίας Ζώνης στο χωριό Απαισία της Επαρχίας Λεμεσού, σε κάποιο σημείο της εν λόγου οδού πριν από μια αριστερόστροφη στροφή σύμφωνα με την πορεία του, παρέλειψε να τηρεί την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το εξ' αντιθέτου διερχόμενο όχημα με αρ. εγγραφής EBZ 694 το οποίο οδηγείτο από τον παραπονούμενο. Η θέση της κατηγορούσας αρχής όπως έχει προκύψει τόσο από την προφορική όσο και από την πραγματική μαρτυρία, είναι ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου. Η θέση του κατηγορούμενου είναι ότι αυτός οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του και ο παραπονούμενος εξερχόμενος από μια δεξιόστροφή στροφή σύμφωνα με την πορεία του παρέλειψε να τηρεί την λωρίδα κυκλοφορίας του με αποτέλεσμα να καταλάβει μέρος της λωρίδας του κατηγορούμενου και παρά την προσπάθεια του να τον αποφύγει επήλθε η σύγκρουση. Η θέση του ιδίου αλλά και του εμπειρογνώμονα τον οποίο κάλεσε στο Δικαστήριο (Μ.Υ.2) είναι ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στη λωρίδα κυκλοφορίας του και όχι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη στα πλαίσια της κατωτέρω αξιολόγησης όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν για να διαφανεί και η λεπτομερής θέση τους. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 2) και αργότερα βάσει αυτού συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Επίσης, ανέφερε τις περαιτέρω ενέργειες και εμπλοκή του στην υπόθεση αυτή λέγοντας ότι πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο και αφού του επέστησε του προσοχή του στο Νόμο του απάντησε: «Δεν παραδέχομαι την πρώτη κατηγορία, παραδέχομαι όμως τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη» (τεκμήριο 5). Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο ιατρικά πιστοποιητικά του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού τόσο του κατηγορούμενου (τεκμήριο 6) όσο και του παραπονούμενου (τεκμήριο 7) τα οποία είχε στην κατοχή του και φαίνονται σε αυτά οι σωματικές βλάβες που υπέστη έκαστος από τους εμπλεκόμενους στο δυστύχημα. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό και στόχο να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τι συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος καταθέτοντας τα σχέδια της σκηνής και την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή. Δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι αυτός ήταν μεροληπτικός κατά τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος ή ότι είχε οποιαδήποτε σχέση είτε με τον κατηγορούμενο ή με τον παραπονούμενο. Παρόλα αυτά όμως, ο μάρτυρας αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Παρά την προσπάθεια του να αποτυπώσει τη σκηνή του δυστυχήματος επί των σχεδίων που ετοίμασε και να σημειώσει επί αυτών τα σχετικά ευρήματα του, εντούτοις διαπιστώνεται ότι αυτός παρέλειψε να σημειώσει, όπως έχει προκύψει συγκεκριμένα στοιχεία και να εξηγήσει επαρκώς τα σημεία που σημείωσε επί αυτών και τα συμπεράσματα του όπως θα αναφερθώ κατωτέρω αναλυτικά. Κατ' αρχή στα σχέδια της σκηνής απεικονίζεται η οδός Αγίας Ζώνης που όπως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο, αυτή αποτελείται από δύο λωρίδες, μια για κάθε κατεύθυνση. Στο σημείο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα ο δρόμος ήταν στενός και το πλάτος και των δύο λωρίδων είναι 4,30 μέτρα, δηλαδή 2,15 για κάθε κατεύθυνση. Ο δύο λωρίδες κυκλοφορίας δεν διαχωρίζονται από οποιαδήποτε γραμμή. Η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου δεικνύεται με το γράμμα Β και έχει δυτική κατεύθυνση ενώ η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου με το γράμμα Α και έχει αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή ανατολική. Τις πορείες αυτές δεν τους τις υπέδειξε οποιοσδήποτε αλλά προκύπτουν είπε από τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του κατηγορούμενου ενώ η πορεία του παραπονούμενου προκύπτει ξεκάθαρα είπε. Παρόλο που δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το πώς κατέληξε στις πορείες αυτές, εντούτοις φάνηκε ότι αυτές είναι παραδεκτές από τον κατηγορούμενο γι αυτό τις αποδέχομαι. Πέραν τούτου, προκύπτει ότι πριν από το σημείο σύγκρουσης, στην πορεία του παραπονούμενου υπήρχε ελαφριά δεξιά στροφή σύμφωνα με την πορεία του. Επίσης, αριστερά και δεξιά του δρόμου υπάρχουν παγκέτα, πλάτους 1,80 μέτρα στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου και 2,80 μέτρα στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του παραπονούμενου. Πέραν των πιο πάνω, στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, στο σημείο που έγινε η σύγκρουση, ο μάρτυρας παραδέκτηκε ότι υπήρχε οικία με πετρόκτιστο τοίχο να εφάπτεται της άκρης του παγκέτου. Η εν λόγω οικία και ο τοίχος δεν σημειώθηκε από το μάρτυρα στο σχέδιο. Κρίνω ότι θα ήταν καλύτερα να είχε τοποθετηθεί με σκοπό να έχει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα το Δικαστήριο αναφορικά με τη σκηνή του δυστυχήματος. Ήταν παράλειψη του μάρτυρα, η οποία όμως δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του υπόλοιπου σχεδίου και τις μετρήσεις επί αυτού, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί και τις αποδέχομαι. Πέραν των πιο πάνω, στο σχέδιο σημειώνονται ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του κατηγορουμένου. Τα ίχνη αυτά έχουν ευθεία πορεία και είναι μήκους 16,30 μέτρων. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτά ξεκινούν από το σημείο 0 της βασικής του γραμμής και στο σημείο αυτό βρίσκονται 35 εκατοστά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και καταλήγουν μέχρι την τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου. Όπως προκύπτει από το σχέδιο υπάρχουν δύο παράλληλες γραμμές στο δρόμο οι οποίες δεικνύουν τα ίχνη τροχοπέδησης. Η αριστερή γραμμή βρίσκεται εξ' ολοκλήρου στην λωρίδα του κατηγορουμένου και απέχει 1 μέτρο από το αριστερό παγκέτο στο σημείο Ο και όπως προχωρεί και μέχρι την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου, η απόσταση αυτή είναι λιγότερη. Η δεξιά γραμμή είναι αυτή που στο σημείο 0 βρίσκεται 35 εκατοστά εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας. Στο σημείο της τελικής θέσης του οχήματος του κατηγορούμενου, τα ίχνη αυτά βρίσκονται εξ' ολοκλήρου στην λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου και απέχουν από την δεξιά άκρη του πεζοδρομίου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου 2,40 μέτρα δηλαδή βρίσκονται περίπου 0,30 εκατοστά εντός της λωρίδας του κατηγορουμένου. Tα πιο πάνω ίχνη τροχοπέδησης σε κανένα στάδιο της διαδικασίας έχουν αμφισβητηθεί ότι αποτελούν τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του κατηγορουμένου ούτε έχει διαφανεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι αυτά πιθανόν να μην προήλθαν από το όχημα του κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου τα αποδέχομαι. Αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης, ο μάρτυρας το τοποθέτησε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου και απέχει 1,80 μέτρα από την αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του παραπονούμενου, δηλαδή βρίσκεται 35 εκατοστά εντός την λωρίδας κυκλοφορίας του. Ο μάρτυρας αυτός επεξηγώντας το λόγο που σημείωσε το σημείο σύγκρουσης στο σημείο Χ, ανέφερε ότι το έβαλε εκεί καθότι υπήρχαν μαζεμένα θραύσματα γυαλιών διαμέτρου ενός περίπου μέτρου και επίσης αφού έλαβε υπόψη του και τις τελικές θέσεις των οχημάτων. Αντεξεταζόμενος ότι στο δρόμο εκτός από τα πιο πάνω ευρήματα του, υπήρχαν και λάδια τα οποία προήλθαν από το όχημα του κατηγορουμένου και βρίσκονταν στο σημείο Χ1 (σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο κατηγορούμενους), ανέφερε ότι δεν θυμάται να υπήρχαν τέτοια λάδια. Επίσης, ανέφερε ότι με βάση την εκπαίδευση που έτυχε το σημείο σύγκρουσης τοποθετείται εκεί που βρίσκονται τα θραύσματα γυαλιών. Αν, είπε, έπρεπε να λάβει υπόψη του και τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος τότε πιθανόν να μην είναι το σημείο Χ το σωστό σημείο σύγκρουσης. Εν πάσει περιπτώσει δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί τα ίχνη τροχοπέδησης καταλήγουν αλλού και το σημείο σύγκρουσης τοποθετήθηκε αλλού. Με τις πιο πάνω εξηγήσεις που έχουν δοθεί από τον μάρτυρα, καθίσταται επικίνδυνο και ακροσφαλές για το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το σημείο Χ είναι το ορθό σημείο σύγκρουσης. Κατ΄ αρχήν έχει προκύψει ότι πιθανόν να υπήρχαν λάδια στο δρόμο προερχόμενα από το όχημα του κατηγορούμενου σε κάποιο σημείο του δρόμου και δεν έχουν σημειωθεί ούτε ληφθεί υπόψη από τον μάρτυρα. Επίσης, έχει προκύψει ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του κατηγορουμένου καταλήγουν σε άλλο σημείο από εκείνο που τοποθετήθηκε το σημείο σύγκρουσης Χ, χωρίς να εξηγηθεί το γεγονός αυτό. Επομένως, με τις πιο πάνω εξηγήσεις το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει αποδεκτό το σημείο σύγκρουσης γι αυτό απορρίπτεται. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι και τη θέση του ότι οι ζημιές των δύο οχημάτων ήταν στη δεξιά πλευρά εκάστου από αυτά δηλαδή στο δεξιό μπροστινό μέρος τους και φτερό. Η θέση αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του. Τέλος, αναφορικά με τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατέθεσε και περιγράφουν τους τραυματισμούς που υπέστη έκαστος από τους εμπλεκόμενους, κρίνω ότι μπορώ να τα αποδεκτώ. Αν και δεν ετοιμάστηκαν από τον μάρτυρα αλλά από τους ιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και κατ' επέκταση αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία και παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω ιατροί δεν ήρθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν, εντούτοις αυτά σε κανένα στάδιο έχουν αμφισβητηθεί. Δεν έχει προκύψει ότι πιθανόν να είναι λανθασμένα ή να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου, θεωρώ ότι μπορώ να τους προσδώσω βαρύτητα. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε, εκτός των πιο πάνω διευκρινήσεων σε σχέση με το σχέδιο της σκηνής. Επίσης, να σημειωθεί ότι η ορθότητα του σημείου Χ1 θα πρέπει να ανευρεθεί από την υπόλοιπη μαρτυρία καθότι αυτό τοποθετήθηκε εκεί καθ' υπόδειξη του κατηγορούμενου. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο τον τρόπο που επήλθε η σύγκρουσης στα βαθμό που ο ίδιος θυμόταν και τον τρόπο που την αντιλήφθηκε. Η θέση του ήταν ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορουμένου να κινείται από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα. Προσπάθησε να το αποφύγει στρίβοντας αριστερά το όχημα του αλλά δυστυχώς ο κατηγορούμενος ήρθε προς το μέρος του και κτύπησαν πλαγιομετωπικά. Σε περαιτέρω εξέταση του ανέφερε ότι είδε το φως του άλλου αυτοκινήτου απέναντι του να έρχεται στην λωρίδα του και σε χρόνο δευτερολέπτων συγκρούστηκαν. Δεν μπόρεσε να τον αποφύγει καθότι το δυστύχημα έγινε πάνω στη στροφή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν μπόρεσε να κάνει οτιδήποτε καθότι αμέσως κτύπησαν και ο ίδιος δεν κατάλαβε τίποτε. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Κρίνω ότι εξέφρασε την υποκειμενική του θέση σε σχέση με τον τρόπο που ο ίδιος αντιλήφθηκε να εξελίχθηκαν τα πράγματα πριν κατά και μετά τη σύγκρουση. Προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι ο ίδιος δεν έλαβε οποιοδήποτε αποτρεπτικό μέτρο καθότι όπως είπε μόλις είδε τα φώτα του άλλου οχήματος επήλθε η σύγκρουση. Πέραν τούτου όμως, ο μάρτυρας αυτός εξέφρασε τη θέση ότι πριν από τη σύγκρουση κινείτο στη λωρίδα κυκλοφορίας του και ο κατηγορούμενος πήγε και τον κτύπησε. Δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση του αυτή καθότι κρίνω ότι ήταν η προσωπική αντίληψη του μάρτυρα σε σχέση με το γεγονός αυτό, η οποία δεν επιβεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία. Το Δικαστήριο δεν έχει αποδεκτεί το σημείο Χ ως το ορθό σημείο σύγκρουσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να δώσει και βαρύτητα στη πιο πάνω θέση του μάρτυρα αυτού δεδομένου ότι το δυστύχημα έγινε νύκτα και ο δρόμος δεν διαχωριζόταν με οποιαδήποτε γραμμή. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα. Ούτε επί αυτής της θέσης του μπορώ να προσδώσω βαρύτητα αφού όπως είπε είδε μόνο τα φώτα του οχήματος του κατηγορουμένου και η σύγκρουση έγινε αμέσως. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη θέση του παραπονούμενου ότι πριν από τη σύγκρουση δεν έλαβε οποιοδήποτε αποτρεπτικό μέτρο αλλά δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις υπόλοιπες αναφορές για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω. Ήταν υποκειμενικές του θέσεις και θα ήταν επικίνδυνο να βασιστώ επι αυτών. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο και πρόβαλε στη δική του εκδοχή. Βασική του θέση ήταν ότι όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητου του παραπονουμένου να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση και να βρίσκεται εντός της λωρίδας του, αμέσως χρησιμοποίησε να φρένα του για να του δώσει το χρόνο του να πάρει την λωρίδα κυκλοφορίας του. Αντί αυτού, αυτός παρέμεινε στην λωρίδα κυκλοφορίας του με αποτέλεσμα το εν λόγω όχημα να τον κτυπήσει στην πλευρά του. Επίσης, αναφέρει ότι δεν μπορούσε να κινηθεί αριστερότερα της πορείας του καθότι υπήρχε τοίχος οικίας. O κατηγορούμενoς μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και σε κανένα στάδιο κατά την αντεξέταση του κλονίστηκε η αξιοπιστία του ή διαφάνηκε να ήθελε να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα. Ήταν σταθερός στη θέση και εκδοχή του σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα και τον οποίο περιέγραψε με σαφήνεια και καθαρότητα. Παρόλα αυτά όμως, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε. Κρίνω ότι και αυτός εξέφρασε την υποκειμενική του αντίληψη αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε αμέσως πριν από τη σύγκρουση ήταν η θέση του ότι βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Παρόλα αυτά όμως, ανέφερε ότι δεν υπήρχε στο δρόμο άσπρη διαχωριστική γραμμή αφήνοντας να νοηθεί ότι δεν αποκλείεται το όχημα του να κινείται και σε σημείο πέραν του κέντρου του δρόμου προς τα δεξιά. Το γεγονός αυτός φαίνεται να προκύπτει και από τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία στο σημείο 0 επί της βασικής γραμμής όπου αυτά ξεκινούν, βρίσκονται 35 εκατοστά εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Επομένως, θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση του ότι πριν από τη σύγκρουση κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Πέραν των πιο πάνω, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του πριν από τη σύγκρουση και ότι έλαβε αποτρεπτικά μέτρα συνάδει με τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν στο σημείο του δυστυχήματος. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης το οποίο σημειώθηκε με το γράμμα Χ1 επί του σχεδίου. Το σημείο αυτό βρίσκεται εκεί που τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης. Δεν έχει προκύψει ότι πριν από τη σύγκρουση αυτός άφησε ελεύθερα τα φρένα του ή ότι το όχημα του κινήθηκε δεξιότερα έτσι ώστε να μην βρίσκεται εκεί το σημείο σύγκρουσης. Επίσης, η θέση του αυτή δεν συγκρούεται με την υπόλοιπη μαρτυρία που το Δικαστήριο έκρινε αποδεκτή αφού το σημείο Χ που σημείωσε ο Μ.Κ.1 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Δεδομένων αυτών αλλά και της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ το σημείο Χ1 ως το ορθό σημείο σύγκρουσης. Περαιτέρω, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην αναφορά του κατηγορούμενου ότι δεν υπήρχε χώρος να κινηθεί προς τα αριστερά λόγω της ύπαρξης του τοίχου της παρακείμενης οικίας. Έχει προκύψει ότι μέχρι τον εν λόγω τοίχο υπήρχε παγκέτο πλάτους 1,80 μέτρων το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Έχοντας υπόψη μου τα ανωτέρω πλην των πιο πάνω σημείων που ανέφερα αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Ο Μ.Υ.2 ήταν ο κ. Παναγιώτης Βανέζης ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας με σκοπό να καταδείξει, ουσιαστικά, ότι με βάση τα ευρήματα στην σκηνή από τον Μ.Κ.1 το ορθό σημείο σύγκρουσης δεν μπορεί να είναι το Χ αλλά το Χ1. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός επισκέφθηκε ο ίδιος τη σκηνή του δυστυχήματος τον Μάρτιο 2011 και στις 04/04/2011 ετοίμασε σχετική έκθεση βασιζόμενος και στα ευρήματα του Μ.Κ.1 που βρήκε στη σκηνή και τοποθέτησε στο σχέδιο. Η έκθεση αυτή κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε τεκμήριο 9. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο και τρεις φωτογραφίες που έλαβε κατά την επίσκεψη του στη σκηνή (βλ. τεκμήριο 10) Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, προφορικής και έγγραφης. Κατ' αρχή θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο μάρτυρας αυτός, με βάση τα προσόντα του τα οποία ανέφερε στο Δικαστήριο τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την άλλη πλευρά θα πρέπει να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και ως τέτοιος θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, ο μάρτυρας αυτός εξέφρασε την άποψη ότι δεν μπορεί να είναι το Χ αλλά το Χ1. Εξηγώντας τη θέση του αυτή αναφέρθηκε στα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του κατηγορούμενου. Ανέφερε ότι αυτά έχουν ευθεία πορεία και ότι το όχημα του κατηγορούμενου άλλαξε πορεία μετά τη σύγκρουση του με το όχημα του παραπονουμένου καθότι δεν υπάρχουν ίχνη τροχών ώστε να αποδοθεί η αλλαγή της πορείας του σε πλάγια ολίσθηση. Το στοιχείο αυτό είπε αποτελεί ουσιώδες για τον καθορισμό του σημείου συγκρούσεως. Περαιτέρω, είπε ότι το σημείο Χ δεν μπορεί να αποτελεί το πραγματικό σημείο συγκρούσεως αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος το εμπρόσθιο δεξιό φτερό του οχήματος του κατηγορουμένου ευρίσκετο επί των ιχνών τροχοπέδησης. Καταλήγοντας, ανέφερε ότι το ορθό σημείο σύγκρουσης είναι του σημείο Χ1 καθότι αυτό βρίσκεται εντός του πλάτους των ιχνών του οχήματος του κατηγορουμένου. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο μάρτυρας αυτός δεν εξήγησε για ποιο λόγο το γυαλιά που βρέθηκαν στη σκηνή βρίσκονται δεξιότερα από το σημείο Χ1, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη θέση του αναφορικά με το ορθό σημείο σύγκρουσης καθότι έδωσε πειστικές εξηγήσεις ως ανωτέρω και η θέση του συνάδει και με την εκδοχή του κατηγορούμενου την οποία το Δικαστήριο αποδέκτηκε. Είναι νομολογημένο ότι με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στο σωστό σημείο σύγκρουσης. Στην Κώστας Ασπρής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 694 λέχθηκε ότι δεν ήταν επιτρεπτό στην απουσία άλλης μαρτυρίας να τοποθετηθεί το σημείο σύγκρουσης εκεί που τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης. Επίσης, στην Κυριακίδου κ.α v. Nικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45 λέχθηκε ότι ένα αντικειμενικό εύρημα ενέχει αποδεικτική δυναμική όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών, είναι εγγενώς αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων. Έχοντας υπόψη μου τη θέση του μάρτυρα αυτού και τις εξηγήσεις που έδωσε σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, την οποία το Δικαστήριο αποδέκτηκε τα εν λόγω ίχνη ενέχουν αποδεικτικής αξίας και καταδεικνύουν ότι το σημείο σύγκρουσης είναι το Χ1 γι αυτό το αποδέχομαι. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός εξέφρασε στο Δικαστήριο και την άποψη του για τον τρόπο που ο κατηγορούμενος αντίδρασε τη δεδομένη στιγμή όπως για παράδειγμα ότι ο οδηγός του οχήματος ΕPB 704 έκαμε χρήση των φρένων του όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του αυτοκινήτου ΕΒΖ 694 από τους προβολείς του οι οποίοι επρόβαλαν από την στροφή. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στις θέσεις αυτές του μάρτυρα καθότι προφανώς ο ίδιος δεν γνωρίζει πώς έγινε το δυστύχημα αφού δεν ήταν παρών. Οι αντιδράσεις του κατηγορούμενου τη δεδομένη στιγμή και πότε αυτές έλαβαν χώρα είναι κάτι που θα κριθεί από την δική του μαρτυρία. Περαιτέρω, ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 10 (ανωτέρω). Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν το δρόμο στο σημείο της σύγκρουσης και τον τοίχο της παρακείμενης οικίας. Οι φωτογραφίες αυτές λήφθηκαν από τον μάρτυρα αυτό τον Μάρτιο του 2011 όταν επισκέφθηκε τη σκηνή. Ο μάρτυρας αυτός δεν έτυχε αντεξέτασης σε σχέση με τις φωτογραφίες αυτές ούτε φάνηκε ότι τα όσα απεικονίζουν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή ότι αυτές δεν είναι αυθεντικές και έτυχαν οποιασδήποτε αλλοίωσης. Επίσης, δεν φάνηκε ότι η κατάσταση του δρόμου στο συγκεκριμένο σημείο άλλαξε από την ημέρα του δυστυχήματος μέχρι σήμερα. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω τις αποδέχομαι. Να σημειωθεί ότι οι φωτογραφίες αυτές είναι απλώς βοηθητικές στο να γίνει καλύτερα κατανοητή στο Δικαστήριο η κατάσταση του δρόμου στο σημείο. Επίσης, αποδέχομαι και τη θέση ότι η ορατότητα που είχε στο σημείο ο κατηγορούμενος μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 80 μέτρα ενώ η ορατότητα του παραπονούμενου ήταν 22 μέτρα. Οι αποστάσεις αυτές δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Η Μ.Υ.3 σκοπό και στόχο είχε να καταθέσει τις φωτογραφίες που τράβηξε η ίδια και απεικονίζουν το όχημα της κατηγορουμένου μετά το δυστύχημα και το δρόμο στο σημείο. Η μάρτυρας αυτή ανέφερε ότι τις φωτογραφίες αυτές της πήρε μετά πάροδο τεσσάρων περίπου ωρών από το δυστύχημα με το κινητό της τηλέφωνο και μετά της πήρε στο φωτογράφο και τις εμφάνισε. Αμφισβητήθηκε ο χρόνος που λήφθηκαν οι εν λόγω φωτογραφίες καθώς επίσης και το τι αυτές απεικονίζουν. Κρίνω ότι η μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τις φωτογραφίες τις οποίες έλαβε η ίδια. Δεν έχω διαπιστώσει ότι οι εν λόγω φωτογραφίες τραβηχτήκαν από κάποιο τρίτο πρόσωπο ούτε ότι έτυχαν οποιασδήποτε αλλοίωσης. Τις αποδέχομαι. Πέραν τούτου, θα πρέπει να λεχθεί όμως ότι οι εν λόγω φωτογραφίες δεν είναι αποκαλυπτικές του τρόπου που έγινε το επίδικο δυστύχημα. Παρόλο που η μάρτυρας αυτή προσπάθησε να συνδέσει το περιεχόμενο των εν λόγω φωτογραφιών με το δυστύχημα εντούτοις το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεκτεί τις θέσεις της αυτές. Συγκεκριμένα, υπέδειξε σε μια από τις φωτογραφίες λάδια στο δρόμο τα οποία ανέφερε προήλθαν από το όχημα του κατηγορούμενου καθώς επίσης και τα ίχνη τροχοπέδησης. Τα γεγονότα αυτά που φαίνονται στις εν λόγω φωτογραφίες δεν έχουν συνδεθεί ούτε η μάρτυρας αυτή ήταν σε θέση να τα συνδέσει με το όχημα του κατηγορουμένου. Πέραν του περιεχομένου των εν λόγω φωτογραφιών που συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτές και στις αναφορές της μάρτυρος σε σχέση με το τι αυτές απεικονίζουν. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας των εμπλεκομένων στο επίδικο δυστύχημα, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 17/07/2009 και περί ώρα 03:00, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής EPB 704 στην οδό Αγίας Ζώνης, έξω από το χωριό Απαισιά της Επαρχίας Λεμεσού έχοντας δυτική κατεύθυνση. Ο παραπονούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής EBZ 694 από την αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή έχοντας ανατολική πορεία. Σε κάποιο σημείο του πιο πάνω δρόμου, μετά από μια δεξιόστροφη στροφή σύμφωνα με την πορεία του παραπονουμένου, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται κοντά στο κέντρο του δρόμου σε απόσταση 0,45 εκατοστά περίπου από αυτό εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορουμένου. Τα δύο οχήματα έφεραν ζημιές στο μπροστινό δεξιό τους μέρος και φτερό. Ο κατηγορούμενος πριν από τη σύγκρουση αντιλήφθηκε την έλευση του οχήματος του παραπονουμένου και εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του, αφήνοντας στο δρόμο 16,30 μέτρα ίχνη τροχοπέδησης. Τα εν λόγω ίχνη τροχοπέδησης έχουν ευθεία πορεία και καταλήγουν στην τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου κοντά στο σημείο σύγκρουσης. Η αρχή των δεξιών ιχνών τροχοπέδησης βρίσκεται 0,35 εκατοστά εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου και καταλήγουν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορούμενου κοντά στο κέντρο του δρόμου. Αριστερά την πορείας του κατηγορούμενου υπήρχε χωμάτινο παγκέτο πλάτους 1,80 μέτρων ενώ αριστερά της πορείας του παραπονούμενου το χωμάτινο παγκέτο ήταν πλάτους 2,80 μέτρων. Η τελική θέση του οχήματος του παραπονουμένου βρίσκεται σε ευθεία πορεία εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ενώ του κατηγορουμένου διαγώνια εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, σχεδόν κάθετα σε σχέση με την τελική θέση του οχήματος του παραπονουμένου. Το πλάτος του οχήματος του κατηγορουμένου είναι 1,50 μέτρα ενώ αυτό του παραπονουμένου 1,70 μέτρα. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας και ο μόνος φωτισμός στο σημείο προερχόταν από λάμπα ενός πασσάλου της Α.Η.Κ. η οποία βρισκόταν σε απόσταση 16,40 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Τα ενεχόμενα οχήματα είχαν τα φώτα τους αναμμένα πριν από τη σύγκρουση. Ο δρόμος στο σημείο είναι στενός και το συνολικό πλάτος των δύο λωρίδων κυκλοφορίας 4,30 μέτρα και δεν διαχωρίζονται από οποιαδήποτε γραμμή. Στο σημείο που έγινε η σύγκρουση και στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου υπήρχε οικία και κτιστός τοίχος ο οποίο εφαπτόταν του αριστερού παγκέτου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου. Η ορατότητα του κατηγορουμένου σύμφωνα με την πορεία του μέχρι το σημείο σύγκρουσης ήταν 80 μέτρα ενώ του παραπονούμενου 22 μέτρα. Από τη σύγκρουση, τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο παραπονούμενος τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος έφερε κάταγμα κοτύλης - εξάρθρωση δεξιού ισχίου, θλαστικό τραύμα στο μέτωπο, απώλεια δέρματος και εκδορές στο μέτωπο. Ο παραπονούμενος έφερε κρανιοεγκεφαλική κάκωση, θλαστικό τραύμα περίπου 7 εκατοστών στην βρεγματική χώρα και μεγάλο αιμάτωμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί η αρχή ότι σύγκρουση στο κέντρο του δρόμου εξυπακούει αμέλεια και των δύο οδηγών λόγω έλλειψης παρατηρητικότητας και οδήγησης στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου (βλ. Baker v. Market Harborough Co - Operative Society Ltd [1953] 1 W.L.R. 1472, Evagorou and Others v. Kefalas and Others
(1982)1 C.L.R. 619 και Teclima Ltd v. Salamis Tours Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 317). Επίσης, παραπέμπω και στην Δέσπω Καλογήρου και Άλλος v. Xριστίνας Αντωνιάδου, δια του πατρός της Ανδρέα Αντωνίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1444 όπου η σύγκρουση έγινε στο κέντρο σχεδόν του δρόμου και η ευθύνη καταμερίστηκε στους δύο οδηγούς επί τω ότι ενώ πλησίαζαν στροφή, στην οποία η ορατότητα ήταν περιορισμένη, όφειλαν να τηρούν την αριστερή πλευρά του δρόμου και όχι να οδηγούν στο μέσο του δρόμου. Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την οδήγηση του οχήματος του, τη δεδομένη στιγμή, υπολείπεται από αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τουλάχιστον κατά την ώρα που αυτός εφάρμοσε τα φρένα του και οι τροχοί του οχήματος άρχισαν να γράφουν στο δρόμο και να αφήνουν ίχνη τροχοπέδησης, μέρος του οχήματος του βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του. Αυτό προκύπτει αβίαστα από το σημείο που βρέθηκαν να αρχίζουν τα δεξιά ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του και τα οποία βρίσκονταν 35 εκατοστά εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας. Χωρίς να εξετάζω πού ακριβώς βρισκόταν στο ακριβώς προηγούμενο στάδιο, από τα πιο πάνω και μόνο εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε ως όφειλε εντός στην αριστερή λωρίδας κυκλοφορίας του. Ο κατηγορούμενος όφειλε και είχε υποχρέωση να τηρεί την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του υπό τις περιστάσεις. Οδηγούσε σε ένα στενό δρόμο, νύκτα και πλησίαζε στροφή. Ο κίνδυνος άλλο διερχόμενο όχημα να κινείται από την αντίθετη κατεύθυνση και να μην είναι σε αυτόν ορατό και να εξέρχετο της στροφής ήταν προβλεπτός και ο κατηγορούμενος είχε την υποχρέωση να τηρεί την αριστερή λωρίδα του δρόμου και να έχει τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή έτσι ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τον ορατό κίνδυνο και να περάσει από το σημείο με ασφάλεια. Τις ίδιες υποχρεώσεις είχε και ο παραπονούμενος. Στην παρούσα όμως, εξετάζεται η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και μόνο. Το κατά πόσο ο παραπονούμενος φέρει μερίδιο ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος και ποιο είναι αυτό είναι κάτι που ενδεχομένως να αποφασιστεί στα πλαίσια αστικής διαδικασίας και όχι εδώ. Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και κρίνεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα υπό τις περιστάσεις (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Το γεγονός και μόνο ότι η σύγκρουση τελικά επεσυνέβη κάποια εκατοστά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορούμενου, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από οποιαδήποτε ευθύνη. Η αποτυχία του να οδηγεί το όχημα του εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του αμέσως πριν από τη σύγκρουση αναμφίβολα αποτέλεσε μια από τις γενεσιουργές αιτίες του δυστυχήματος και εδώ έγκειται και η αμέλεια του. Σε ένα τόσο στενό δρόμο, κοντά σε στροφή όφειλε να οδηγεί εντελώς στην αριστερή άκρη του δρόμου έτσι ώστε να μπορέσει να διέλθει του σημείου τόσο αυτός αλλά και το εξ' αντιθέτου διερχόμενο όχημα. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απόδειξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο