Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριάκος Κατσιάμης κ.α., Aρ. Υπόθεσης 16092/10, 17/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 16092/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Κυριάκος Κατσιάμης, από την Λεμεσό
- Άριστος Σάββα, από την Λεμεσό Ημερομηνία: 17.10.12 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αναστασίου/Κληρίδου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Συγκεκριμένα: Στην κατηγορία 1 επί του κατηγορητηρίου, ήτοι ότι στις 18.10.2009 στην Λεμεσό διέπραξαν επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Δημοσθένη Μόσχο, από την Λεμεσό, κατά παράβαση του άρθρου 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Στην κατηγορία 2 επί του κατηγορητηρίου, ήτοι ότι την 18.10.2009 εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά στο αυτοκίνητο του Μ1 με αριθμούς εγγραφής ΚΑΑ 796, αξίας €200,
- Τα γεγονότα, όπως είναι καταγραμμένα στην γραπτή Έκθεση Γεγονότων η οποία κατατέθηκε από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής η οποία αφού σημειώθηκε σαν Έγγραφο Α, αναγνώστηκε και όλα όσα προέβαλε αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορoυμένων 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, και δεν θεωρώ αναγκαίο να τα παραθέσω αυτολεξεί. Περιληπτικά τα γεγονότα που επισημαίνω ότι δεν αμφισβητήθηκαν σε κανένα σημείο από την υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Την 18.10.2009 και ώρα 21:00 ο παραπονούμενος (μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου, Μ1), μετέβη με το αυτοκίνητο του σε πρακτορείο στοιχημάτων το οποίο βρίσκεται στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αρ. 30Α . Στάθμευσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΚΑΑ 796 έξω από το εστιατόριο Sweet N' Sour. Έξω από το εστιατόριο, το οποίο εφάπτεται του πρακτορείου στοιχημάτων, στεκόταν ένα πρόσωπο το οποίο ζήτησε από τον Μ1 να το μετακινήσει από το σημείο όπου το στάθμευσε, αυτός όμως αρνήθηκε εισερχόμενος στο πρακτορείο στοιχημάτων. Μετά από παρέλευση δύο λεπτών περίπου, ο Μ1 εξήλθε από το πρακτορείο στοιχημάτων και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του. Εκεί στέκονταν δύο πρόσωπα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, εμποδίζοντας τον Μ1 να εισέλθει στο αυτοκίνητο του. Ο Μ1 τότε έσπρωξε τον ένα ο οποίος φορούσε σκούρα φανέλα με σκοπό να εισέλθει στο αυτοκίνητο του. Αμέσως, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, του επιτέθηκαν και τον χτύπησαν ενώ ένας εξ αυτών χτύπησε με μια ξύλινη καρέκλα στο μπροστινό γυαλί του αυτοκινήτου του με αποτέλεσμα να ραγίσει, προκαλώντας σε αυτό ζημία ύψους €200,
- Στην συνέχεια ο Μ1 επισκέφτηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου η ώρα 21.45 εξετάστηκε από τον Μ2, ο οποίος διαπίστωσε πώς αυτός έφερε τραύμα δεξιάς βρεγματο-ινιακής χώρας. Του έγινε συρραφή χωρίς άλλα παθολογικά ευρήματα και απελύθει. Την 19.10.2009 και μεταξύ των ωρών 06:15 -07:00, ο Μ5 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον Μ1 στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι οι δύο κατηγορούμενοι του προκάλεσαν ζημιά στο αυτοκίνητο του και του επιτέθηκαν προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Την ίδια μέρα και ώρα 13:20 στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, ο Μ3 συνέλαβε τον κατηγορούμενο
- Αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Άδικο». Την ίδια μέρα και ώρα 13:30 στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, ο Μ3 συνέλαβε τον κατηγορούμενο
- Αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Εντάξει». Ακολούθως, την ίδια μέρα στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, ο Μ4 μεταξύ των ωρών 20:25-20:30 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 για τα αδικήματα της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς και επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Δεν παραδέχομαι τις γραπτές κατηγορίες». Εν συνεχεία και μεταξύ των ωρών 20:45 - 20:50 ο Μ4 κατηγορούσε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 για τα ίδια αδικήματα. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Δεν παραδέχομαι τις γραπτές κατηγορίες». Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής επικαλέστηκε το λευκό τους ποινικό μητρώο, την παραδοχή τους έστω και στο στάδιο στο οποίο έγινε και τις προσωπικές και οικογενειακές τους συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που έχουν κατατεθεί στον φάκελο της υπόθεσης. Εξ αυτών επεσήμανε: για μέν τον 1ο κατηγορούμενο, ότι είναι ηλικίας 41 ετών, οικογενειάρχης, πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων και σε σχέση με την σημερινή οικονομική του κατάσταση ανέφερε οτι η επιχείρηση εστιατορίων που διατηρεί με την σύζυγο του, δεν πηγαίνει καλά, για δε τον 2ο κατηγορούμενο ότι αυτός είναι ηλικίας 25 ετών και ότι έχει αρραβωνιαστεί πρίν έξι μήνες και θα τελέσει τον γάμο του το νέο έτος. Επίσης κατάθεσε φωτοτυπίες γραπτών ενυπόγραφων ενόρκων δηλώσεων από τον παραπονούμενο και τους κατηγορούμενους 1 και 2, τις οποίες δεν αμφισβήτησε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, με τις οποίες έκαστος εξ αυτών δηλώνει ότι δεν έχει καμία απαίτηση και παράπονο έναντι του άλλου και ότι το όλο περιστατικό οφείλετο σε παρεξήγηση γι αυτό και οι σχέσεις τους έχουν αποκατασταθεί. Οι εν λόγω δηλώσεις σημειώθηκαν: · του παραπονούμενου, Έγγραφο Β(α), · του κατηγορούμενου 1, Έγγραφο Β(γ), και · του κατηγορούμενου 2, Έγγραφο Β(β), Εν κατακλείδι επικαλούμενος την πρόκληση που δέχτηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 από τον παραπονούμενο, ζήτησε να κριθούν με πάσαν δυνατή επιείκεια, σε περίπτωση δε επιβολής ποινής φυλάκισης αυτή να ανασταλεί αφού πληρούνται οι νομολογιακές επί του συγκεκριμένου ζητήματος αρχές. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή Υπό το φως των πιο πάνω τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται ως σοβαρά, αφού αυτά τιμωρούνται το μέν αδίκημα της πρώτης κατηγορίας με ποινή φυλάκισης 3 ετών, το δε αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας με ποινή φυλάκισης 2 ετών ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.500,00 σεντ ή και τις δύο ποινές. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95 υπόθεση σχετική με εγκλήματα βίας, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων, η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Στην ίδια απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο, ακύρωσε την επιβληθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή προστίμου και την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης, λέγοντας τα ακόλουθα: «Η μόνη αρμόζουσα μορφή τιμωρίας ήταν η αυστηρότερη που πρόβλεπε ο νόμος - η φυλάκιση. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ωμή χρήση βίας, προσχεδιασμένη ως ήταν στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να προσελκύσει τιμωρία άλλη από τη φυλάκιση». Στην προγενέστερη υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας 1998
(2)ΑΑΔ 327, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την επιβληθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης: «Στην παρούσα περίπτωση, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ήταν αποτέλεσμα σφάλματος. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ήταν η πρέπουσα, ενόψει της βίαιης συμπεριφοράς του εφεσείοντα, παρά την ύπαρξη των ελαφρυντικών που υπήρχαν. Και τούτο, γιατί η εξατομίκευση δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή αποδυναμώνει την μέριμνα για την προστασία του κοινωνικού συνόλου. Η χρήση τέτοιας έκτασης βίας, σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία τρίτων, εκτός από το σωματικό τραυματισμό, επέφερε και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Η επίλυση προσωπικών διαφορών με τη χρήση βίας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Επιεικής μεταχείριση του εφεσείοντα θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα». Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 18 λέχθηκε, ότι δεν είναι σε κάθε περίπτωση επίθεσης που αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Πάντοτε εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, την ένταση της επίθεσης και τις επιπτώσεις στο θύμα (βλ. επίσης Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575). Η σοβαρότητα των αδικημάτων βεβαίως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα και νομολογιακή αρχή, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Όπως δε αναφέρεται στο Σύγγραμμα του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 122, σε υποθέσεις επίθεσης που προκαλούν πραγματική σωματική βλάβη η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή της φυλάκισης, χωρίς να αποκλείεται η επιβολή άλλης ποινής αν οι περιστάσεις της υπόθεσης και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου το δικαιολογούν. Παράλληλα όμως, είναι σαφώς νομολογημένο και δεν μου διαφεύγει, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στη τιμωρία αδικημάτων (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Στο στάδιο αυτό κρίνω ότι πρέπει να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου των κατηγορουμένων 1 και 2, ότι αυτοί αντέδρασαν και ενήργησαν με τον τρόπο που προκύπτει από τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, λόγω της πρόκλησης, σπρώξιμο - επίθεση, που δέχθηκαν από τον παραπονούμενο. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσον τα στοιχείο αυτό θα πρέπει να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας προς όφελος των κατηγορούμενων 1 και 2, αφού είναι δυνατόν να επέδρασε στις πράξεις και τη συμπεριφορά τους. Η έννοια της πρόκλησης περιγράφεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17, όπου γίνεται αναφορά και στην Αγγλική υπόθεση Duffy
(1949)1 All E R 932. Σύμφωνα με την αναφορά αυτή στην σελίδα 23: «Η έννοια της πρόκλησης, όπως είναι γνωστή, στο κοινό δίκαιο περιγράφεται στην κλασσική, καθώς χαρακτηρίσθηκε, καθοδήγηση του Devlin J. στην Duffy
(1949)1 All E R 932. Έχει ως εξής: "Provocation is some act or series of acts done by (the victim) to the accused which would cause in any reasonable person and actually causes in the accused sudden and temporary loss of self-control rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind".». Δηλαδή, η πρόκληση είναι κάποια πράξη ή σειρά πράξεων οι οποίες γίνονται από το θύμα και οι οποίες δυνατόν να προκαλέσουν και όντως προκαλούν στον κατηγορούμενο μια αιφνίδια και προσωρινή απώλεια του ελέγχου του καθιστώντας τον προς στιγμής μη κυρίαρχο του μυαλού του. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι το Δικαστήριο κατά την διερεύνηση του κατά πόσο υπήρξε πρόκληση δεν εξετάζει ζητήματα υπαιτιότητας του θύματος. Οι πράξεις του θύματος θα κριθούν αποκλειστικά και μόνο από την σκοπιά του κατά πόσο δικαιολογούσαν την προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη, αφού δεν είναι το θύμα που δικάζεται, αλλά ο δράστης. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι αν από τις ενέργειες του θύματος δικαιολογείται αιφνίδια και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη (sudden and temporary loss of self-control). Λέχθηκε, επίσης, στην Duffy ανωτέρω, ότι οι ενέργειες του θύματος όπου απλώς προδιαθέτουν για βίαιη αντίδραση δεν είναι αρκετές για να στοιχειοθετήσουν πρόκληση. Ούτε έντονος θυμός λόγω μακράς συμπεριφοράς που προκαλεί πόνο και ταραχή στον δράστη επαρκεί για να στοιχειοθετηθεί πρόκληση εν τη εννοία του νόμου. Όσο περισσότερο ένα γεγονός απομακρύνεται από το έγκλημα, τόσο λιγότερο προσμετρά για σκοπούς πρόκλησης. Επισημαίνεται, επίσης, ότι ενέργειες του θύματος που δημιουργούν έντονη οργή και διάθεση αντεκδίκησης δεν συνάδουν με νομική πρόκληση αφού μια συνειδητή απόφαση αντεκδίκησης προϋποθέτει ότι ο δράστης είχε τον χρόνο να ηρεμήσει και να σκεφτεί την πράξη του. Από την στιγμή που λαμβάνεται απόφαση για αντεκδίκηση εξουδετερώνεται το στοιχείο της αιφνίδιας και προσωρινής απώλειας του αυτοελέγχου, το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο της πρόκλησης. Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου που πιο πάνω μνημονεύεται. Όπου ο κατηγορούμενος είχε τον χρόνο να ανακτήσει την ψυχραιμία του η συμπεριφορά του θύματος δεν συνιστά πρόκληση με την έννοια που προσδιορίζεται στον όρο από την νομολογία (Βλ. Γιώργος Στεφάνου Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 169). Στην υπόθεση Χρύσανθος Αντωνίου Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 195 ο εφεσείων που στερείτο του ενός οφθαλμού ισχυρίσθηκε πρόκληση εκ μέρους του θύματος, το οποίο τον απείλησε ότι θα του βγάλει και το άλλο μάτι. Λέχθηκε από το Εφετείο, ότι εκτός του ότι η κατ' ισχυρισμό πρόκληση έγινε ώρες προηγουμένως και μεταξύ των δύο επεισοδίων μεσολάβησε αρκετός χρόνος για να ηρεμήσει ο εφεσείων ήταν φανερό ότι η επίθεση εναντίον του θύματος δεν έγινε λόγω της πρόκλησης, αλλά μέσα στα πλαίσια της φιλονικίας του δράστη με τον παραπονούμενο. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342 λέχθηκε, ότι η πρόκληση ως παράγοντας μετριασμού της ποινής δεν αποτιμάται αόριστα αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα. Στην υπόθεση αυτή αποφασίσθηκε ότι η πρόκληση που αρχικά δέχθηκε ο εφεσείων δεν μπορεί να συσχετιστεί παρά απομακρυσμένα με την εγκληματική ενέργεια του να ανασύρει σουγιά και να πλήξει το θύμα στο λαιμό. Τέλος, στο Αγγλικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, σελίδα 137, παράγραφος Β.
- 31 αναφέρεται ότι η πρέπουσα ποινή σε αυτές τις περιπτώσεις σχετίζεται με:
- Την έκταση της πρόκλησης
- Την περίοδο ηρεμίας (cooling time)
- Την τυχόν υπαιτιότητα του δράστη στην δημιουργία της πρόκλησης και
- Τα μέσα που ο δράστης χρησιμοποίησε για να διαπράξει το αδίκημα. Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως η εξέλιξη των γεγονότων σε ελάχιστο χρόνο και η συμπεριφορά του παραπονουμένου έναντι των κατηγορουμένων 1 και 2, όντως στοιχειοθετούν πρόκληση με την νομική έννοια του όρου. Δεν παραγνωρίζω, βέβαια ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2, συνέτειναν στην από μέρους του παραπονουμένου επίδειξη παραβατικής συμπεριφοράς και στην συνέχεια δεν αρκέστηκαν απλά στο να αντιμετωπίσουν την πρόκληση αλλά και ο ίδιοι του επιτέθηκαν προκαλώντας του μάλιστα πραγματική σωματική βλάβη αλλά και ζημιά στο αυτοκίνητο του χρησιμοποιώντας μία καρέκλα σαν το αντικείμενο πρόκλησης της ζημιάς. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων 1 και 2 καθώς και την παραδοχή τους στο Δικαστήριο. Αναφορικά με το τελευταίο δεν μου διαφεύγει, ότι αυτή δεν ήταν άμεση και ότι οι κατηγορούμενοι άλλαξαν απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή 1 χρόνο και 7 μήνες μετά την αρχική τους απάντηση. Παρόλα αυτά και επειδή η αλλαγή της απάντησης έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είμαι διατεθειμένος να λάβω υπόψη μου την παραδοχή των κατηγορουμένων ως ελαφρυντικό και να της προσδώσω την δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα. Άλλωστε, στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε, ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν δεν είναι έγκαιρη. Ως ελαφρυντικό παράγοντα λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι ως εκ της επίθεσης ο παραπονούμενος δεν υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς. Ακόμη λαμβάνω υπόψη μου σαν μετριαστικό παράγοντα το περιεχόμενο των γραπτών δηλώσεων: · του παραπονούμενου, Έγγραφο Β(α), · του κατηγορούμενου 1, Έγγραφο Β(γ), και · του κατηγορούμενου 2, Έγγραφο Β(β), με τις οποίες έκαστος εξ αυτών δηλώνει ότι το όλο περιστατικό πού οδήγησε στην διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας, οφείλετο σε παρεξήγηση και ότι ουδεμία απαίτηση η παράπονο, έχουν πλέον ο ένας έναντι του άλλου αφού έχουν διευθετηθεί. Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας , πιο πάνω: «η συμφιλίωση του δράστη με το θύμα μπορεί να δικαιολογήσει επέμβαση στο ύψος αλλά όχι στο είδος της ποινής». Θα δοθεί λοιπόν και στον παράγοντα αυτόν η ανάλογη βαρύτητα. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα, επίσης, υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των κατηγορουμένων 1 και 2, όπως αυτές εκτίθενται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας τις οποίες υιοθέτησε πλήρως ο συνήγορος τους, αλλά και τα όσα πρόσθετα σε σχέση με αυτές αναφέρθησαν από μέρους του. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου: Για τον κατηγορούμενο 1, ότι είναι ηλικίας 41 ετών, συζευγμένος με αλλοδαπή, πατέρας δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 7 και 5 ετών και διαμένει με την οικογένεια του σε ιδιόκτητη κατοικία με τον απαραίτητο οικιακό εξοπλισμό σε κυβερνητικό οικισμό. Είναι συνιδιοκτήτης με την σύζυγο του 2 εστιατορίων αλλά η επιχείρηση τους δεν πάει καλά. Η οικογένεια έχει δημιουργήσει χρέη πέραν των €300.000,00 των οποίων οι μηνιαίες δόσεις ανέρχονται σε €4.400,
- Οι σχέσεις του κατηγορούμενου 1 με την οικογένεια περιγράφονται καλές, έχει δε καλές σχέσεις και με το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Για τον κατηγορούμενο 2, ότι είναι ηλικίας 25 ετών, έχει αρραβωνιαστεί πρίν από έξι μήνες και θα τελέσει τον γάμο του το
- Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια καλής οικονομικής κατάστασης και διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα το ενοίκιο του οποίου καταβάλλει ο πατέρας του, αφού ό ίδιος τώρα δεν εργάζεται και δεν έχει οποιοδήποτε εισόδημα. Επίσης για τον ίδιο λόγο συντηρείται από την οικογένεια του. Έχει αποφοιτήσει από το Λύκειο και είναι πτυχιακός φοιτητής στο Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Άρτας στο κλάδο Λαϊκής Παραδοσιακής Μουσικής, από το οποίο πρόθεση του είναι να λάβει το πτυχίο του. Τέλος ένας σημαντικός ελαφρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2, είναι το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα τα αδικήματα διαπράχθηκαν τον Οκτώβριο 2009, ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 28.6.
- Για την καθυστέρηση δε αυτή δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία από την κατηγορούσα αρχή. Επισημαίνω βεβαίως ότι από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και εντεύθεν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 φέρουν και ό ίδιοι ευθύνη για μέρος της καθυστέρησης αφού σε τρείς περιπτώσεις ζήτησαν αναβολή για απάντηση, ήτοι στις 20.9.2010, 13.10.2010 και 3.11.2010 και στην συνέχεια, με την μη παραδοχή τους οδήγησαν την υπόθεση σε ακρόαση η οποία ορίστηκε αρχικά στις 16.3.2011 οπόταν και αναβλήθηκε διότι οι κατηγορούμενοι άλλαξαν δικηγόρο για την 14.10.
- Ακολούθως αναβλήθηκε η ακρόαση της υπόθεσης για άλλες δύο φορές, ήτοι για την 9.2.2012 και την 26.6.2012 οπόταν και ζητήθηκε άδεια να αλλάξουν απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή. Τούτο δε είχε σαν επακόλουθο να ζητήσουν αναβολή για γεγονότα και επιβολή ποινής έτσι ώστε να ετοιμαζόταν και έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις κοινωνικοοικονομικές τους συνθήκες για την 4.9.2012 και ακολούθως για την 4.10.2012, οπόταν και επιφυλάχθηκε η απόφαση για την ποινή που θα τούς επιβληθεί για σήμερα. Εν πάση περιπτώσει αναντίλεκτο γεγονός είναι ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στους κατηγορούμενους 1 και 2, σήμερα δηλαδή 3 χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Όπως η νομολογία έχει αναγνωρίσει, η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση δε, M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε, ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Eπίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε, ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 276 ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε κατηγορία για άσκηση βίας εναντίον της συζύγου του με άμεση πρόκληση σε αυτή πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόκληση και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 47(Ι)/94, όπως τροποποιήθηκε. Οι προκληθείσες ως εκ της επίθεσης κακώσεις του θύματος ήταν πολλαπλές και ως τέτοιες αποτελούσαν δείκτη της σκληρής βίας που ο εφεσίβλητος είχε χρησιμοποιήσει σε βάρος της γυναίκας του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε τον εφεσίβλητο με ποινή προστίμου. Το Εφετείο αρνήθηκε να μετατρέψει την επιβληθείσα ποινή προστίμου σε ποινή φυλάκισης παρόλο που έκρινε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης καθιστούσαν αναπόφευκτη την επιβολή ποινής φυλάκισης από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο λόγος ήταν, μεταξύ άλλων, το χρονικό διάστημα των 3 ½ χρόνων που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Ευθύμιου Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 71 ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε κατηγορία για εγκληματική επέμβαση κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή προστίμου και εγγύηση. Σύμφωνα με το Εφετείο η επιβληθείσα ποινή δεν αντανακλούσε την σοβαρότητα του αδικήματος. Παρόλα αυτά απέφυγε να επιβάλει ποινή φυλάκισης εις αντικατάσταση της χρηματικής ποινής ένεκα της παρόδου 18 μηνών από την διάπραξη του αδικήματος. Κρίθηκε, ότι δεν ήταν απόλυτα αναγκαίο να παρεκκλίνει από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Τέλος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 υποδείχθηκε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του». Επισημαίνω επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνω ότι οι προσωπικές συνθήκες για τον κατηγορούμενο 2 έχουν διαφοροποιηθεί αφού έχει στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα αρραβωνιαστεί και θα τελέσει τον γάμο του εντός του νέου έτους. Επίσης στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα οι κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν έχουν διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα και περαιτέρω ως και πιο πάνω αναφέρεται, έχουν συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων τείνει να μειώσει την σοβαρότητα τους σε τέτοια έκταση και βαθμό ώστε να μην κρίνεται απόλυτα αναγκαίο να παρεκκλίνω από την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογημένη αρχή και να επιβάλω ποινή φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά την έλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος αντενδείκνυται υπό τις περιστάσεις ως μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό. Υπό τις περιστάσεις κρίνω, πως ο σκοπός του νόμου μπορεί να ικανοποιηθεί με την επιβολή της κατάλληλης υπό τις περιστάσεις χρηματικής ποινής. Όσον αφορά το ύψος της χρηματικής ποινής που θα επιβάλω στους κατηγορούμενους 1 και 2, έχω κατά νου την επίσης σαφώς νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται η Κατηγορούσα Αρχή στην ποινική διαδικασία και που διατάσσεται να πληρώσει ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής γιατί δεν σχετίζονται με την συμπεριφορά του που αποτελεί το υπόβαθρο της ποινικής διαδικασίας, αλλά είναι η δαπάνη στην οποία υποβάλλεται το δημόσιο για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την εις βάρος του υπόθεση (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 ΑΑΔ 194). Συνακόλουθα επιβάλλω στους Κατηγορούμενους 1 και 2 τις ακόλουθες ποινές: στην πρώτη κατηγορία στον 1ον κατηγορούμενο ποινή προστίμου € 950,
- στην πρώτη κατηγορία στον 2ον κατηγορούμενο ποινή προστίμου € 950,
- στην δεύτερη κατηγορία στον 1ον κατηγορούμενο ποινή προστίμου € 300,
- στην δεύτερη κατηγορία στον 2ον κατηγορούμενο ποινή προστίμου € 300,
- Λόγω του ότι όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των Εγγράφων Β(α), Β(β) και Β(γ), οι οποιεσδήποτε διαφορές και απαιτήσεις μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2 και του παραπονούμενου, έχουν διευθετηθεί, κρίνω πώς η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 26 (στ), του Κεφ. 154, κάτι άλλωστε πού ούτε και ζητήθηκε. Ο κατηγορούμενοι 1 και 2 διατάσσονται επίσης, να καταβάλουν έκαστος €40,00, ήτοι το εν δεύτερο μερίδιο που αναλογεί στον καθένα από αυτούς, από τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. (Υπ.) ............. Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Final (Αναφορά: ποινή / πρόκληση σωματικής βλάβης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο