← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτα Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 21992/10, 29/11/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτα Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 21992/10, 29/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21992/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Παναγιώτα Αντωνίου Κατηγορούμενης --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29/11/2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενη: κ. Κ. Σέργη. Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες ως ακολούθως: 1η Κατηγορία: Aμελής οδήγηση. 2η Κατηγορία: Μη συμμόρφωση με Φώτα Τροχαίας. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή στις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη στις 08/11/2009, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, στη διασταύρωση της οδού Μακαρίου με την οδό Αγ. Ιωάννη, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚWM 761, δε κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Στις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη κατά την ίδια ημερομηνία και τοποθεσία, παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας ήτοι φώτα τροχαίας τοποθετηθέντων υπό του Δημοτικού Συμβουλίου Λεμεσού για καθοδήγηση των οδηγών των μηχανοκινήτων οχημάτων, ήτοι πέρασε με κόκκινο φως. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε πέντε μάρτυρες, τον Αστ. 3023 Κώστα Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1), τον Λοχία 4700 Θέμη Αθανασίου (ΜΚ.2), τον κ. Στέλιο Νικολάου (Μ.Κ.3), τον Αστ. 2738 Μάριο Ματθαίου (Μ.Κ.4) και τον κ. Κλέων Χριστοδουλίδη (Μ.Κ.5). Η κατηγορούμενη, μετά που κρίθηκε ένοχη εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Πέραν των πιο πάνω, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από την κατηγορούμενη και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι υπήρχαν φώτα τροχαίας στη συγκεκριμένη διασταύρωση που είχαν εγκατασταθεί από την αρμόδια αρχή και την συγκεκριμένη ώρα που έγινε το δυστύχημα τα εν λόγω φώτα λειτουργούσαν κανονικά. Επίσης, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι όταν το φως στη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ είναι πράσινο, το φως στις οδούς Γεωργίου Αβέρωφ και Αγ. Ιωάννη είναι κόκκινο και αντίστροφα. Το γεγονός αυτό επίσης, εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτήν αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα ουσιαστικότερα της μέρη στα οποία υπήρχε διαφωνία των διαδίκων για να διαφανεί και η λεπτομερής θέση τους. Προτού ασχοληθώ με την ενώπιον μου μαρτυρία όμως, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα τα οποία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιόν μου μαρτυρία. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 08/11/2009 και περί ώρα 05:15 ο παραπονούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕPH 476 στη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ στη Λεμεσό έχοντας δυτική κατεύθυνση. Η κατηγορούμενη κατά την ίδια ημερομηνία και ώρα οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KWM 761 στην οδό Αγ. Ιωάννη έχοντας βόρεια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο, εντός της διασταύρωση των πιο πάνω οδών η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας τα οποία τοποθετήθηκαν από την αρμόδια αρχή και κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, τα δύο πιο πάνω οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Από τη εν λόγο σύγκρουση προκλήθηκαν ζημιές και στα δύο οχήματα. Το όχημα της κατηγορούμενης έφερε ζημιές στο αριστερό και δεξιό μπροστινό φτερό, προφυλακτήρα μπροστά, φανάρια και μπροστινό καπώ. Το όχημα του παραπονούμενου έφερε ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα, στα φανάρια, στο αριστερό και δεξιό φτερό και μπροστινό καπώ. Επίσης, τόσο οι οδηγοί των εν λόγω οχημάτων όσο και οι συνεπιβάτες στο όχημα της κατηγορούμενης τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και ολόκληρη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου και τη διαφωνία που προέκυψε μεταξύ των μερών σε σχέση με αυτήν, τα πιο κάτω ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: · Ποια ήταν η σήμανση των φώτων τροχαίας στην πορεία της κατηγορούμενης την στιγμή που αυτή εισέρχεται στην εν λόγω συμβολή; · Έστω και αν η Κατηγορούμενη εισέρχεται εντός της συμβολής έχοντας στα φώτα τροχαίας της πορείας της, αναμμένη τη σήμανση του πράσινου, αυτή αντιλήφθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο την είσοδο του παραπονουμένου στη συμβολή και από ποια απόσταση και έλαβε οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα; Ως εκ τούτου θα προβώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας για να καταλήξω στα πιο πάνω βασικά ευρήματα γεγονότων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής του τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη στις 08/11/2009 στην πιο πάνω συμβολή. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να παρουσιάσει τη πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή κατά την επίσκεψη του σε αυτήν. Επίσης, ανέφερε στο Δικαστήριο την όλη εμπλοκή που είχε με την παρούσα υπόθεση και τις ενέργειες του στα πλαίσια των καθηκόντων του. Δεν έχω διαπιστώσει ότι αυτός ήταν μεροληπτικός ή ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με κάποιο από τους εμπλεκόμενους στο δυστύχημα ή ότι ήθελε να βοηθήσει την εκδοχή κάποιου από αυτούς. Πέραν από τα πιο πάνω, ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα τα εχέγγυα και τις απαραίτητες εξηγήσεις για τα ευρήματα του στη σκηνή και τα σχετικά συμπεράσματα του έτσι ώστε το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια σε αυτά. Όπως προκύπτει από τις αναφορές του, αυτός ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 2) στο οποίο σημείωσε όλες τις απαραίτητες μετρήσεις και τα ευρήματα του στη σκηνή και ακολούθως το μετέτρεψε σε συμμετρικό (τεκμήριο 3). Το γεγονός ότι στα εν λόγω σχέδια απεικονίζεται η διασταύρωση της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ με την οδό Αγ. Ιωάννη προς τα νότια της και προς τα βόρεια της με την οδό Γεωργίου Αβέρωφ δεν αμφισβητείται, ούτε τα φώτα τροχαίας που βρίσκονται στις εν λόγω οδούς. Περαιτέρω, δεν αμφισβητούνται οι μετρήσεις του μάρτυρα που φαίνονται στο πρόχειρο σχέδιο και μεταφέρθηκαν στο συμμετρικό. Οι μετρήσεις αυτές αφορούν τη βασική γραμμή του μάρτυρα η οποία ξεκινά από τη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ ανατολικά στο σημείο όπου σημειώνεται το 0 και καταλήγει στην ίδια Λεωφόρο δυτικά με τελευταία ένδειξη 41,80. Εκείνο που αμφισβητήθηκε σε σχέση με τις μετρήσεις, είναι αυτές που φαίνονται στο συμμετρικό σχέδιο και δεν αναγράφονται στο πρόχειρο σχέδιο και ουσιαστικά αφορά την απόσταση από τα φώτα τροχαίας της οδού Αγ. Ιωάννη μέχρι τη νοητή γραμμή της εν λόγο οδού με τη Λεωφ. Μακαρίου, καθώς επίσης και οι διαστάσει της κτιστής νησίδας στη οδό Γεωργίου Αβερώφ. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι οι μετρήσεις αυτές είναι γνωστές γι αυτόν και επίσης η εν λόγω διασταύρωση βρίσκεται στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή της Αστυνομίας με καταγραμμένες τις σχετικές αποστάσεις. Ως εκ τούτου, ανέφερε ότι δεν χρειαζόταν να λάβει τις μετρήσεις αυτές στη σκηνή αφού τις είχε. Εκείνο που παρατηρώ είναι ότι δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο οποιοδήποτε αντίγραφο που να απεικονίζει τις εν λόγω μετρήσεις και ούτε αναφέρθηκε πότε αυτές λήφθηκαν και με ποιο τρόπο. Παρόλα αυτά κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι οι εν λόγω μετρήσεις δεν είναι ορθές διότι δεν περιλαμβάνονται στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και μόνο. Σε κανένα στάδιο δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη των εν λόγω μετρήσεων όπως ο μάρτυρας εξήγησε ούτε αμφισβητήθηκε η ορθότητα τους. Περαιτέρω, πέραν της γενικής υποβολής για το λανθασμένο των εν λόγω μετρήσεων δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου για οποιαδήποτε άλλη μέτρηση που ενδεχομένως να είναι η ορθή ή να αφήνει αμφιβολία σε σχέση με την ορθότητα των μετρήσεων αυτών που ανέφερε ο μάρτυρας. Δεδομένων αυτών, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ όλες τις μετρήσεις που αναφέρονται στο συμμετρικό σχέδιο ως ορθές και ότι δεν τοποθετήθηκαν αυθαίρετα από τον μάρτυρα. Επίσης, θα πρέπει να λεχθεί ότι οι μετρήσεις αυτές δεν έχουν και τόση σημασία έχοντας υπόψη μου το σημείο σύγκρουσης το οποίο βρίσκεται 2,40 μέτρα εντός της διασταύρωσης από τη νοητή γραμμή της οδού Αγ. Ιωάννη με τη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄, όπως θα διαφανεί κατωτέρω. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και σε συνέχεια αυτών, προκύπτει ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σε απόσταση 16,70 μέτρων από τη γραμμή του αλτ στη Λεωφ. Μακαρίου σύμφωνα με την πορεία του παραπονουμένου και 2,40 μέτρα από τη νοητή γραμμή της οδού Αγ. Ιωάννη και 17,70 μέτρα από τα φώτα τροχαίας της εν λόγο οδού από όπου κατευθυνόταν η κατηγορούμενη. Το σημείο σύγκρουσης, σύμφωνα με το μάρτυρα τοποθετήθηκε στο σημείο εκείνο σύμφωνα με υπόδειξη της κατηγορούμενης και αργότερα συμφώνησε και ο παραπονούμενος. Περαιτέρω, ο ίδιος στο σημείο εκείνο εντόπισε ίχνη πλαγιολίσθησης του οχήματος του παραπονουμένου και ίχνος αφαίρεσης μικρού μεγέθους ασφάλτου που προκλήθηκε από το πιο πάνω αυτοκίνητο. Με βάση τις πιο πάνω εξηγήσεις του μάρτυρα καθώς επίσης και από το γεγονός ότι το σημείο αυτό δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του, το αποδέχομαι ως ορθό. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι τη θέση του μάρτυρα ότι εντόπισε τον αυτόπτη μάρτυρα στη σκηνή του δυστυχήματος από τον οποίο αργότερα του έλαβε κατάθεση. Επίσης, αποδέχομαι και τη θέση του σε σχέση με το σημείο που είδε το όχημα του εν λόγο μάρτυρα σταθμευμένο στην σκηνή. Παρόλο που αρχικά ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να το τοποθετήσει επ' ακριβώς, στην πορεία αναφέρθηκε σε αυτό και είπε ότι ήταν ένα όχημα τύπου διπλοκάμπινο το οποίο ήταν σταθμευμένο στα δεξιά της οδού Αγ. Ιωάννη κοντά σε ένα βενζινάδικο που υπήρχε εκεί. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καθώς επίσης και το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της καθώς επίσης και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την κατηγορούμενη στις 12/12/2009 (βλ. τεκμήριο 5). Η μαρτυρία του περιορίστηκε σε αυτό το σημείο μόνο και η αντεξέταση του ήταν περιορισμένη και διευκρινιστικής φύσεως. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού αφού η μαρτυρία του ήταν τυπικής φύσεως και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο παραπονούμενος και ανέφερε στο Δικαστήριο την εκδοχή του αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με διάφορες αναφορές του στην κατάθεση και κυρίως εξέτασης του, ήταν απότομος στις απαντήσεις του και πολλές φορές απαντούσε με ερωτήσεις προς το συνήγορο υπεράσπισης όταν οι θέσεις που του υποβάλλονταν έρχονταν σε αντίθεση με αυτά που ο ίδιος αρχικά είχε πει ή συγκρούονταν με προηγούμενες αναφορές του και του ζητείτο διευκρίνιση. Επίσης, η μαρτυρία του στα διάφορα θέματα που αναφέρθηκε περιέχει ανακρίβειες τόσο σε σχέση με τον τρόπο που οδηγούσε το αυτοκίνητο του αμέσως πριν από τη σύγκρουση όσο και στο τι έλαβε χώρα μετά το δυστύχημα στη σκηνή. Περαιτέρω, κάποιες αναφορές του σε σχέση με την άλλη ενεχόμενη οδηγό και τους υπόλοιπους επιβαίνοντες στο όχημα της, φαίνεται να μην προέρχονται από προσωπική του αντίληψη ούτε να έχουν αναφερθεί σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο. Πέραν των πιο πάνω, έχω διαπιστώσει μια προσπάθεια του να αποκρύψει την οποιαδήποτε σχέση είχε με τον αυτόπτη μάρτυρα χωρίς να μπορεί να αναφέρει με ακρίβεια πώς και από πότε τον γνωρίζει. Γενικά, κρίνω ότι είναι επικίνδυνο και ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Η μια κατάθεση φέρει ημερομηνίας 08/11/2009 και ήταν ανοικτή (βλ. τεκμήριο 7). Η άλλη κατάθεση του ήταν ανακριτική και δόθηκε στις 12/12/2009 (βλ. τεκμήριο 6). Στο τεκμήριο 6 αναφέρει ότι όταν πλησίασε τα φωτά της διασταύρωσης ελάττωσε ταχύτητα από μακριά διότι ήταν κόκκινο στην πορεία του και όταν πλησίασε 100 περίπου μέτρα άναψε το πράσινο φως και ανέπτυξε ταχύτητα για να συνεχίσει την πορεία του δυτικά. Στο τεκμήριο 7 αναφέρει ότι ήταν σταματημένος στα προηγούμενα φώτα τροχαίας σε αναμονή στο κόκκινο φως. Όταν άναψε πράσινο συνέχισε την πορεία του ευθεία και κατευθύνθηκε προς τα επόμενα φώτα της διασταύρωσης που επεσυνέβη το δυστύχημα. Η ταχύτητα του αναφέρει ήταν 50 - 55 Χ.Α.Ω διότι θυμάται ότι σε κάποιο σημείο κοίταξε τυχαία το μιλίμετρο του οχήματος του. Όταν έφθασε στα φώτα τροχαίας της πιο πάνω διασταύρωσης το φως ήταν πράσινο. Είχε τρίτη ταχύτητα και συνέχισε ευθεία πορεία προς τον Ύψωνα. Αντεξεταζόμενος στο σημείο αυτό ρωτήθηκε με ποια ταχύτητα κινήθηκε από τα προηγούμενα φώτα μέχρι τα φώτα της διασταύρωσης και με ποια ταχύτητα κινήθηκε εντός της διασταύρωσης. Ο ίδιος ανέφερε ότι είχε τρίτη ταχύτητα και κινείτο με ταχύτητα 50 - 55 Χ.Α.Ω και με την ίδια ταχύτητα εισήλθε και στη διασταύρωση. Ερχόμενος αντιμέτωπος με τις αναφορές του στο τεκμήριο 7 και ότι εκεί είπε κάτι διαφορετικό, ανέφερε ότι είπε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Εκείνο όμως που προκύπτει είναι ότι υπάρχει διαφορά στις δύο εκδοχές του αναφορικά με τον τρόπο που οδήγησε το όχημα του πριν να εισέλθει στη διασταύρωση. Στη μια αναφέρει ότι κινείτο με σταθερή ταχύτητα και με την ίδια εισήλθε στη διασταύρωση ενώ στην άλλη αναφέρει ότι η ταχύτητα του είχε αυξομειώσεις και όταν αντιλήφθηκε το πράσινο φως στην πορεία του αφού πρώτα ήταν κόκκινο και ελάττωσε ταχύτητα, ανέπτυξε ταχύτητα για συνεχίσει ευθεία. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι όταν ξεκίνησε από τα προηγούμενα φώτα, εκκίνησε με την 1η ταχύτητα, ακολούθως έβαλε 2η, 3η και 4η και όταν αντιλήφθηκε το φως στην πορεία του να ήταν κόκκινο, έβαλε 3η ταχύτητα για να ελαττώσει. Όταν το φως στην πορεία του άναψε πράσινο τότε ανέπτυξε ταχύτητα για περάσει τη διασταύρωση. Η θέση του αυτή εκτός του ότι διαφέρει από τη θέση που ανέφερε στο τεκμήριο 6, εγείρει και ερωτηματικά. Γιατί δηλαδή χρειάστηκε να αναπτύξει ταχύτητα την ώρα που αντιλήφθηκε ότι το φως στην πορεία του ήταν πράσινο και μόλις εκείνη τη στιγμή είχε ανάψει δεδομένου και του γεγονότος ότι κινείτο με την ταχύτητα που ανέφερε; Περαιτέρω, ενώ στο τεκμήριο 7 αναφέρει ότι μόλις πέρασε τα φώτα τροχαίας είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται από τα αριστερά του χωρίς να σταματήσει και πάτησε αμέσως στόπερ, κατά τη προφορική του μαρτυρία είπε ότι σε κανένα στάδιο πριν από τη σύγκρουση είδε το όχημα της κατηγορουμένης. Εκείνο που αντιλήφθηκε είπε είναι τα φώτα του αυτοκινήτου της. Επίσης, κατά την κυρίως του εξέταση είπε ότι όταν εισήλθε στη διασταύρωση και αντιλήφθηκε ότι το όχημα της κατηγορουμένης ότι δεν θα σταματούσε τότε χρησιμοποίησε τα φρένα του. Από αυτή την αναφορά του συνάγεται ότι αυτός προτού εφαρμόσει τα φρένα του οχήματος του είδε το όχημα της κατηγορουμένης σε κάποιο προγενέστερο στάδιο. Κατά την αντεξέταση του όμως, ανέφερε ότι δεν το είδε καθόλου και εκείνο που είδε είναι μόνο τα φώτα του. Από αυτές τις αναφορές του μάρτυρα δεν δίνεται μια σαφής εικόνα σε σχέση με το κατά πόσο εν τέλει αυτός είδε καθόλου το όχημα της κατηγορούμενης πριν από τη σύγκρουση και σε ποιο στάδιο. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κάποιος που κινείτο στην πορεία που ακολουθούσε ο ίδιος δεν θα μπορούσε να δει στα αριστερά του και μόνο όταν εισέλθεις στη διασταύρωση μπορείς να το πράξεις λόγο της κατάστασης του δρόμου. Η θέση του αυτή συγκρούεται με την πραγματική μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή αφού από τα φώτα τροχαίας της οδού Αγ. Ιωάννη μέχρι τα φώτα τροχαίας της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ υπάρχει απρόσκοπτη ορατότητα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα κατέβηκε αμέσως από το αυτοκίνητο του παρόλο που ήταν κτυπημένος και κοντά του ήρθαν πολλά άγνωστα γι αυτόν άτομα. Σε ερώτηση κατά πόσο ήρθε κοντά του και κάποιος γνωστός του ανέφερε ότι ήρθε ο Κλέων τον οποίο γνώριζε από το σχολείο. Ερωτούμενος για να εξηγήσει τη σχέση του με το πιο πάνω, ανέφερε ότι τον γνώριζε από το σχολείο αλλά έκτοτε χάθηκαν και δεν έκαναν παρέα για να καταλήξει ότι δεν τον γνώριζε. Ερχόμενος αντιμέτωπος με την αναφορά του στο τεκμήριο 6, ότι τον Κλέων τον γνώρισε πριν 6 χρόνια μέσω κάποιου άλλου φίλου του ανέφερε ότι δεν έχει διαφορά αυτό που είπε και ότι τον γνώρισε στο σχολείο μέσω κάποιου άλλου φίλου του. Η θέση του αυτή είναι διαφορετική όμως, αφού ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 30 ετών. Επίσης, η θέση του αυτή δεν συνάδει και με την θέση που εξέφρασε ο Μ.Κ.4 στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι μετά το δυστύχημα πήγαν κοντά του δύο κοπέλες και αυτός τις ρώτησε γιατί πέρασαν με κόκκινο και μια από αυτή του απάντησε ότι πέρασαν με πορτοκαλί και ότι νόμιζαν ότι θα προλάμβαναν να περάσουν, κατά την αντεξέταση του και ερωτούμενος κατά πόσο απευθύνθηκε στις κοπέλες και αν τους είπε κάτι ανέφερε ότι δεν θυμάται. Είχε σπασμένο πόδι και κεφάλι και δεν θα ρωτούσε τις κοπέλες. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού αλλά και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου την απορρίπτω στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε ότι ενώ βρισκόταν μηχανοκίνητη περιπολία ειδοποιήθηκε για το επίδικο δυστύχημα και πήγε στη σκηνή όπου εντόπισε τα οχήματα στην τελική τους θέση και του ενεχόμενους οδηγούς παρόντες. Εκείνη την ώρα ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής EPH 476 μεταφερόταν με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Επίσης, ανέφερε ότι αναζήτησε μαρτυρία για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα και τον προσέγγισε ο Κλέων Χριστοδουλίδης ο οποίος του είπε ότι γνώριζε πώς έγινε. Θυμάται ότι του ανέφερε ότι βρισκόταν στα φώτα τροχαίας της οδού Γεωργίου Αβέρωφ αλλά δεν του έδειξε συγκεκριμένο σημείο. Επίσης, ο ίδιος δεν εντόπισε το όχημα του εν λόγο μάρτυρα πού ήταν σταθμευμένο. Τα πιο πάνω γεγονότα που ανέφερε ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και η αντεξέταση του μάρτυρα αυτού είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα αναφορικά με τις ενέργειες του όταν κατέφθασε στη σκηνή. Περαιτέρω, δεν έχω διαπιστώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Επίσης, έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν καθώς επίσης και την σχέση που ο ίδιος έχει με τον παραπονούμενο. Εκείνο το οποίο προκύπτει εξετάζοντας την όλη μαρτυρία του σφαιρικά είναι ότι μου έχουν δημιουργηθεί κάποιες αμφιβολίες κατά πόσο το φως στην πορεία του παραπονούμενου ήταν πράσινο την ώρα που εισήλθε στη διασταύρωση. Ενώ ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός για τη θέση του αυτή εντούτοις στην υπόλοιπη του μαρτυρία σε σχέση με τι επακολούθησε της σύγκρουσης φαινόταν να μην θυμάται κάποια ουσιαστικά γεγονότα που έλαβαν χώρα και για τα οποία ο ίδιος κάνει αναφορά στην γραπτή του κατάθεση. Δεν παραγνωρίζω το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημέρα του δυστυχήματος μέχρι την ημέρα που ο μάρτυρας κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά θεωρώ ότι τα γεγονότα αυτά στα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω θα έπρεπε να ήταν σε θέση να τα επιβεβαιώσει. Συγκεκριμένα, ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι μια από τις κοπέλες ζήτησε από τον παραπονούμενο συγνώμη και ότι έκανε λάθος αφού έβλεπε τα άλλα φώτα που ήταν πράσινα και συγχύστηκε, κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι όταν πήγε κοντά στις κοπέλες δεν θυμάται αν του είπαν ότι πέρασαν με κόκκινο. Επίσης, στη συνέχεια όταν του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε οι κοπέλες είπαν ότι πέρασαν με κόκκινο το αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν ισχύει αυτό. Εφόσον ο ίδιος είπε ότι είδε ότι πέρασαν με κόκκινο και τους το ανέφερε και επίσης ισχυρίστηκε στην κατάθεση του ότι το παραδέκτηκαν θεωρώ ότι το γεγονός αυτό θα έπρεπε και θα μπορούσε να το θυμάται αφού έχει να κάνει με τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα και όχι με άλλες λεπτομέρειες που ακολούθησαν στη σκηνή για τις οποίες δικαιολογημένα θα μπορούσε να μην τις θυμάται. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος σε σχέση με το πού βρισκόταν κατά την ώρα της σύγκρουσης και πού στάθμευσε ακολούθως το όχημα του, ανέφερε ότι βρισκόταν στα φώτα της οδού Γεωργίου Αβέρωφ και μετά τη σύγκρουση έβαλε πισινή και το στάθμευσε στο δεξιό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του. Η θέση του αυτή συγκρούεται με άλλη μαρτυρία που το Δικαστήριο έκρινε αποδεκτή και συγκεκριμένα με αυτή του Μ.Κ.1 ο οποίος ανέφερε ότι το όχημα του μάρτυρα αυτού ήταν ένα διπλοκάμπινο και βρισκόταν σταθμευμένο στην οδό Αγ. Ιωάννη έξω από ένα βενζινάδικο. Το γεγονός αυτός είναι σημαντικό διότι μπορεί να συσχετιστεί με το πού ο μάρτυρας αυτός βρισκόταν κατά την ώρα της σύγκρουσης και κατά πόσο βρισκόταν στα φώτα τροχαίας της οδού Γεωργίου Αβέρωφ ή είχε ήδη κατευθυνθεί απέναντι πριν από τη σύγκρουση. Περαιτέρω, αναφορικά με τη σχέση που είχε με τον παραπονούμενο ο μάρτυρας ανέφερε ότι τον γνωρίζει μέσω του κουμπάρου του. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν έχει οποιεσδήποτε σχέσεις με τον παραπονούμενο και αρνήθηκε ότι αυτόν τον γνωρίζει από το σχολείο. Παρά την πιο πάνω θέση, σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι ο παραπονούμενος είναι διαβητικός και ότι όταν πήγε κοντά του μετά τη σύγκρουση εντόπισε στο κάθισμα του συνοδηγού ένα βαλιτσάκι το οποίο είχε μέσα ενέσεις για την ινσουλίνη που παίρνει ο παραπονούμενος. Είναι άξιον απορίας για το πώς γνωρίζει αυτές τις λεπτομέρειες για τον παραπονούμενο αφού η σχέση τους είναι όπως την περιέγραψε ανωτέρω και αν όμως ακόμη αποδεκτώ τη δικαιολογία που έδωσε ότι το γεγονός αυτό έτυχε να αναφερθεί σε ένα τραπέζι που βρέθηκε με τον παραπονούμενο στο σπίτι του κουμπάρου του, ερωτηματικά εγείρει και το γεγονός ότι θυμήθηκε αυτό το γεγονός και ότι είδε το βαλιτσάκι ενώ άλλα γεγονότα πιο σημαντικά δεν μπορούσε να τα θυμηθεί και να τα επιβεβαιώσει. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι ο παραπονούμενος όταν εισήλθε στη διασταύρωση οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα η οποία μπορεί να ήταν και πέραν των 100 Χ.Α.Ω. Δεν παραγνωρίζω την αναφορά του αυτή και ότι είναι ενάντια προς τα συμφέροντα του παραπονούμενου πλην όμως αυτό δεν αναιρεί τη γενική εικόνα του Δικαστηρίου αναφορικά με την ορθότητα των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με το φως στην πορεία του. Επίσης, δεν ανέφερε από πόση απόσταση είδε τον κατηγορούμενο να κινείται με αυτή τη ταχύτητα προτού εισέλθει στη διασταύρωση και κατά πόσο ενδεχόμενα το φως στην πορεία του να είχε αλλάξει. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι είναι επικίνδυνο και ακροσφαλές για το Δικαστήριο να αποδεκτεί της θέση του σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Επομένως, την απορρίπτω στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο και πρόβαλε τη δική της εκδοχή. Βασική της θέση ήταν ότι αυτή εισήλθε στη διασταύρωση όταν το φως της πορείας της ήταν πράσινο και κλάσματα δευτερολέπτων πριν από τη σύγκρουση αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του παραπονουμένου το οποίο την κτύπησε στο μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος της. Η κατηγορούμενη μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και σε κανένα στάδιο κατά την αντεξέταση της κλονίστηκε η αξιοπιστία της ή διαφάνηκε να ήθελε να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα ή να αποποιηθεί οποιασδήποτε τυχόν ευθύνης πιθανόν να φέρει για το επίδικο δυστύχημα. Κάποιες μικροανακρίβειες στη μαρτυρία της δεν θεωρώ ότι είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Δεν μπορεί να αναμένεται από ένα οδηγό κατά την αμέσως προηγούμενη στιγμή του δυστυχήματος να αναφέρει στο Δικαστήριο επ' ακριβώς συγκεκριμένες αποστάσεις και μέτρα. Από την όλη στάση της στο εδώλιο του μάρτυρα και την μαρτυρία της διαπιστώνεται ότι αυτή ήταν σταθερή στην εκδοχή της και περιέγραψε τα γεγονότα που προηγήθηκαν της σύγκρουσης αλλά και αυτά που ακολούθησαν με σαφήνεια στο βαθμό που η ίδια τα αντιλήφθηκε. Η θέση της ότι αντιλήφθηκε την έλευση του άλλου ενεχόμενου αυτοκινήτου όταν αυτή ήταν σχεδόν στη μέση της διασταύρωσης δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία της δεδομένης και της πραγματικής μαρτυρίας και του σημείου συγκρούσεως που δεν προκύπτει να είναι ακριβώς στη μέση της διασταύρωσης. Υπέδειξε στο σχέδιο όμως το σημείο αυτό και είναι κοντά στο σημείο σύγκρουσης. Η αναφορά της αυτής για το μέσο της διασταύρωσης προκύπτει να είναι η προσωπική της αντίληψη τη δεδομένη στιγμή η οποία δικαιολογείται καθότι από τα φώτα τροχαίας της πορείας της μέχρι το σημείο σύγκρουσης υπάρχει μια απόσταση περί τα 17,50 περίπου μέτρα. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει από τη μαρτυρία της ότι η ίδια δεν έστρεψε την προσοχή της προς την πορεία που ακολουθούσε το άλλο ενεχόμενο όχημα ούτε αντιλήφθηκε την έλευση του και την είσοδο του στη διασταύρωση πριν από το σημείο που ίδια ανέφερε και συγκεκριμένα κλάσματα δευτερολέπτων πριν από τη σύγκρουση. Το κατά πόσο αυτή έπρεπε να στρέψει την προσοχή της προς την κατεύθυνση που κινείτο ο παραπονούμενος, όπως ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής σε σχετική υποβολή της είναι κάτι που θα κριθεί κατωτέρω στην κατάληξη του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω αλλά και την εντύπωση που απεκόμισα από την κατηγορούμενη από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας και της μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων καθώς επίσης και των παραδεκτών γεγονότων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 08/11/2009 και περί ώρα 05:15, η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KWM 761 στην οδό Aγ. Ιωάννη με βόρεια κατεύθυνση, έχοντας ταχύτητα γύρω στα 50 - 55 Χ.Α.Ω. Στο όχημα της κατηγορουμένης επέβαιναν η αδελφή της και μια φίλη της. Κατά την ίδια ημερομηνία και ώρα ο παραπονούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕPH 476 στην Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ με δυτική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο της Λεωφ. Μακαρίου Γ', υπάρχει η διασταύρωση της εν λόγο οδού με την οδό Αγ. Ιωάννη, η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας. Απέναντι από την οδό Αγ. Ιωάννη είναι η οδός Γεωργίου Αβερώφ η οποία ελέγχεται επίσης από φώτα τροχαίας. Τα εν λόγο φώτα τροχαίας τοποθετήθηκαν από την αρμόδια αρχή και κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά. Όταν το φως στη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ είναι πράσινο, τα φώτα στις οδούς Αγ. Ιωάννη και Γεωργίου Αβέρωφ είναι κόκκινα και αντίστροφα. Όταν η κατηγορούμενη έφθασε στη εν λόγο διασταύρωση, το φως στην πορεία της ήταν πράσινο και προχώρησε ευθεία και εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση. Προτού εισέλθει στην εν λόγω διασταύρωση δεν έστρεψε τη προσοχή της προς την κατεύθυνση που ακολουθούσε ο παραπονούμενος. Η κατηγορούμενη εισήλθε στη διασταύρωση και κλάσματα δευτερολέπτων πριν από τη σύγκρουση αντιλήφθηκε το όχημα του παραπονουμένου να εισέρχεται και αυτό στη διασταύρωση και χωρίς να προλάβει να πράξει οτιδήποτε, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της πιο πάνω διασταύρωσης και απέχει 17,40 μέτρα από τα φώτα τροχαίας της οδού Αγ. Ιωάννη και 2,40 μέτρα από τη νοητή γραμμή της εν λόγο οδού με τη διασταύρωση. Επίσης, απέχει 16,70 μέτρα από το σημείο αλτ της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ στα ανατολικά και στην πορεία που ακολουθούσε ο παραπονούμενος. Από τη σύγκρουση τα ενεχόμενα οχήματα υπέστηκαν ζημιές. Το όχημα της κατηγορουμένης έφερε ζημιές στο αριστερό μπροστινό φτερό, δεξιό μπροστινό φτερό, προφυλακτήρα, φανάρια και καπώ. Το όχημα του παραπονουμένου έφερε ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα, φανάρια, αριστερό και δεξιό φτερό και μπροστινό καπώ. Να σημειωθεί ότι το όχημα του παραπονουμένου μετά τη σύγκρουση κτύπησε και σε παρακείμενο περιτοίχισμα. Περαιτέρω, από τη σύγκρουση τραυματίστηκαν τόσο ο παραπονούμενος όσο και η αδελφή της κατηγορούμενης, η οποία επέβαινε στο όχημα της και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο παραπονούμενος τραυματίστηκε στο κεφάλι, αυχένα και στο πόδι. Αργότερα η κατηγορούμενη ένιωθε ζαλάδες και μετέβηκε στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών όπου τις παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και απολύθηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Σε σχέση με την παραβίαση φώτων τροχαίας, η νομολογία έχει καθιερώσει την αρχή ότι οδηγός που διασταυρώνει σε φώτα τροχαίας που είναι αναμμένα προς όφελος του, δεν έχει καθήκον επιμέλειας προς τους οδηγούς που παραβιάζουν τα δικά τους φώτα τροχαίας, εκτός βεβαίως του καθήκοντος να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης, εάν όντως είχε επίγνωση της αντίθετης παράνομης διέλευσης (βλ. Ανδρέας Νεοφύτου v Αστυνομίας (ανωτέρω), Joseph Eva Ltd v. Reeves
(1938)2 All E.R. 115 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Πέραν των πιο πάνω, αναφορικά με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, ο Κανονισμός 58
(1)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, όπως έχουν τροποποιηθεί, προβλέπει: «58
(1)Κάθε οδηγός ή πρόσωπο το οποίο έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να - (δ) συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατέθει δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας:». Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η κατηγορούμενη εισήλθε εντός της διασταύρωσης όταν το φως στην πορεία της ήταν αναμμένο πράσινο και κατ' επέκταση είχε δικαίωμα να το πράξει. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν τίθεται θέμα παράβασης του φώτος τροχαίας και κατ' επέκταση η ενέργεια της αυτή δεν υπολείπεται από αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αυτή συνέχισε την πορεία της εντός της διασταύρωσης, παρόλο που είχε δικαίωμα να το πράξει, ενώ είχε αντιληφθεί την έλευση του οχήματος του παραπονουμένου, έστω και αν αυτός έπρεπε να δώσει προτεραιότητα στην κατηγορούμενη. Με άλλα λόγια εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η κατηγορούμενη παρέλειψε να λάβει όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης ή παρέλειψε να λάβει υπόψη της οποιοδήποτε προβλεπτό κίνδυνο προτού εισέλθει στην εν λόγω διασταύρωση ή σε οποιοδήποτε στάδιο ενώ αυτή βρισκόταν σε αυτήν. Από τα πιο πάνω ευρήματα προκύπτει ότι η κατηγορούμενη προτού εισέλθει στη διασταύρωση δεν είχε δει καθοιονδήποτε τρόπο το όχημα του παραπονούμενου να κινείται από τα ανατολικά της. Η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε το όχημα του παραπονούμενου ήταν κλάσματα δευτερολέπτων πριν τη σύγκρουση και δεν είχε χρόνο να αντιδράσει. Με τα γεγονότα αυτά δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στην κατηγορούμενη για παράλειψη της να λάβει αποτρεπτικά μέτρα. Ούτε μπορεί να της αποδοθεί ευθύνη για το γεγονός ότι δεν έστρεψε την προσοχή της προς την κατεύθυνση που κινείτο ο παραπονούμενος πριν εισέλθει στη διασταύρωση δεδομένου ότι αυτή κινήθηκε εντός της διασταύρωσης με πράσινο φως. Ο κίνδυνος άλλο όχημα να παραβίαζε το κόκκινο φως στην πορεία του δεν ήταν προβλεπτός για τον οποίο θα έπρεπε να λάβει προφυλάξεις. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της κατηγορουμένης. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.